1953/2018 · 1953/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 1953 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1953/2018 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Ε...
Full Text of the Judgment · 1953/2018
Απόφαση 1953 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1953/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Τ. του Δ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Χρήστο Μαυρομάτη, που ορίστηκε με την 242/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2120/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαΐου 2018 και με αριθμό 3/2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 747/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη υπ' αριθμό 3/2018 από 29-5-2018 αίτηση αναίρεσης του καταδικασθέντος Χ. Τ. του Δ., που ασκήθηκε με δήλωση του ίδιου στο γραμματέα του Δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την καταχωρηθείσα στο οικείο βιβλίο με αύξ. αρ. 2118/16-5-2018 προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 2.120/2017 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς (Εφέσεων) Πλημμελειοδικείου Πατρών, περιέχουσα τον κατά το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα αναιρετικό λόγο, που αφορά την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, υποβλήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 2 και 3 και 474 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του λόγου που διαλαμβάνεται σ' αυτή.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της δημόσιας πίστης ως προς τα υπομνήματα και της ασφάλειας των εγγράφων συναλλαγών (και όχι της περιουσίας ή άλλων αγαθών), προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται είτε η εξαρχής κατάρτιση από τον δράστη εγγράφου που εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε από άλλον με απομίμηση της γραφής ή υπογραφής του είτε η νόθευση από τον δράστη γνήσιου εγγράφου. Ως νόθευση εγγράφου νοείται η αλλοίωση της εννοίας του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, την εξάλειψη ή την αντικατάσταση λέξεων, αριθμών, σημείων και άλλων στοιχείων του γνήσιου εγγράφου, αλλά και με περιορισμό του αρχικού περιεχομένου του, ώστε να μεταβάλλεται η αποδεικτική του δύναμη. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης της πλαστογραφίας απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει : α) τη γνώση και θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και β) τον σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του (εξαρχής) πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον ως προς γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή ως προς γεγονός που είναι σημαντικό για τη θεμελίωση, διατήρηση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα. Οι έννομες συνέπειες μπορεί να αφορούν αυτόν που επιδιώκεται να παραπλανηθεί ή τρίτο πρόσωπο, ενώ δεν απαιτείται να επήλθε πράγματι η επιδιωκόμενη παραπλάνηση (Ολ.ΑΠ 179/90). Επίσης για τη στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίας είναι αδιάφορο και δεν ερευνάται η αλήθεια του αρχικού ή του νέου περιεχομένου του εγγράφου. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 2 Π.Κ., χρήση πλαστού εγγράφου συνιστά κάθε ενέργεια, η οποία, εντασσόμενη στο σκοπό σύνταξης ή τον προορισμό του εγγράφου και κατευθυνόμενη σε παραπλάνηση άλλου, καθιστά προσιτό το έγγραφο και παρέχει τη δυνατότητα στον άλλον (εκείνον που επιδιώκεται να παραπλανηθεί) να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται ο τελευταίος να έλαβε πράγματι γνώση του εγγράφου ή να παραπλανήθηκε. Για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται η συνδρομή στο πρόσωπο του δράστη κατά τον χρόνο της χρήσης των εξής στοιχείων : α) γνώση ότι το έγγραφο είναι πλαστό, β) συνείδηση (επίγνωση) ότι η ενέργειά του συνιστά χρήση του εγγράφου με την παραπάνω έννοια και γ) σκοπός του δράστη να προκαλέσει ή να ενισχύσει σε άλλον πλάνη ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου και μέσω αυτής να επιτύχει συμπεριφορά του τελευταίου που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Εξάλλου, κατά το όρθρο 394 παρ.1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλο τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί στη μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος, από το οποίον προέρχεται το πράγμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, το οποίο είναι ιδιώνυμο, αυτοτελές και υπαλλακτικώς μικτό, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η με ένα από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους τέλεση αυτού και προέλευση του πράγματος από αξιόποινη πράξη, που προσβάλλει, έστω και εμμέσως, ξένη περιουσία, με την έννοια ότι αρκεί κάθε εγκληματική πράξη, η οποία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συστηματική της τοποθέτηση, πρακτικώς προσβάλλει ξένα περιουσιακά δικαιώματα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αυτού, παρά την ενδεχόμενη εγκληματική προέλευση του πράγματος, να πραγματώσει με ένα από τους αναφερόμενους τρόπους την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Ο δόλος αυτός διακριβώνεται από συγκεκριμένα περιστατικά, που καταδεικνύουν αμέσως ή εμμέσως και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αποδεχόμενος έχει γνώση ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και βούληση αποδοχής του δηλαδή ο αποδέκτης δεν είναι ανάγκη να γνωρίζει από ποια ακριβώς αξιόποινη πράξη προέρχεται το πράγμα, ούτε το πρόσωπο του δράστη, αρκεί να γνωρίζει την παράνομη προέλευσή του. Από τα παραπάνω παρέπεται ότι, για να είναι, κατά τα προεκτεθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, πρέπει να αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια τις συνθήκες, υπό τις οποίες περιήλθε στην κατοχή του δράστη το πράγμα, όπως και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε την κρίση του, ότι εκείνος τελούσε σε γνώση της, από αξιόποινη πράξη, προέλευσης του πράγματος. Τέλος, γενικότερα, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση, που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Υπάρχει αιτιολογία του δόλου, όταν σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν στο σύνολό τους και όχι μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.τ.λ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Δεν συγκροτούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η εκτίμηση εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους κ.τ.λ., αφού σ' αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης. Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση, δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές (Εφέσεων) Πλημμελειοδικείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (2.120/2017) κήρυξε (κατά πλειοψηφία) τον αναιρεσείοντα ένοχο για τις πράξεις της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για κάθε πράξη και συνολικά τριών (3) ετών, την οποία ανέστειλε για μια τριετία. Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, το άνω δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα επί λέξει πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τις πιο πάνω πράξεις, που εισάγονται με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης: "...ο κατηγορούμενος Χ. Τ. του Δ., κατά τους χρόνους και στον τόπο που αναφέρονται κατωτέρω, τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και ειδικότερα : 1) Στην Πάτρα στις 13-04-2011 κατείχε πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του από αξιόποινη πράξη, και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε από υπαλλήλους του Τελωνείου Πατρών στο επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης μάρκας DAIMLER CHRYSLER (MERCEDES ΒΕΝΖ) με αριθμό κυκλοφορίας ... και αριθμό πλαισίου ..., που κατείχε ο κατηγορούμενος, διαπιστώθηκε ότι το ανωτέρω όχημα προήλθε από αξιόποινη πράξη και δη ήταν δηλωμένο ως κλεμμένο στο ηλεκτρονικό σύστημα SCHENGEN κατόπιν δήλωσης για ληστεία που τελέστηκε στη Ρώμη στις 05-07-2010 με στοιχεία καταγγέλλουσας SCANU FRANCESCA, κατοίκου Ρώμης και για την εν λόγω αξιόποινη πράξη είχε επιληφθεί το αστυνομικό τμήμα Dl ROMA ACILIA. 2) Ο κατηγορούμενος στην Πάτρα στους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, εν συνεχεία δε έκανε χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων. Συγκεκριμένα: Α) Ο κατηγορούμενος στην Πάτρα σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία αλλά πάντως σε χρόνο από 02-03-2009 έως 14-04-2011 κατήρτισε το υπ' αριθμό ... πλαστό τιμολόγιο της ιταλικής εταιρείας AUTOSALONE MARINO, που εδρεύει στην Αμβέρσα, στο οποίο, αφού ανέγραψε τα στοιχεία της ανωτέρω εταιρείας, εν συνεχεία ανέγραψε το όνομά του και τα στοιχεία του επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης μάρκας DAIMLER CHRYSLER (MERCEDES ΒΕΝΖ) με αριθμό κυκλοφορίας ... και αριθμό πλαισίου ..., συμπλήρωσε δε το πόσο των 47.000 ευρώ και με το ανωτέρω πλαστό έγγραφο φερόταν ότι δήθεν η ανωτέρω εταιρεία είχε πωλήσει το εν λόγω όχημα στον κατηγορούμενο έναντι του ανωτέρω ποσού. Β) Ο κατηγορούμενος στην Πάτρα σε χρονικό διάστημα από 26-04-2010 έως 13-04-2011 κατήρτισε το υπ' αριθμό ... πλαστό τιμολόγιο της ιταλικής εταιρείας AUTOSALONE MARINO, που εδρεύει στην Αμβέρσα, στο οποίο, αφού ανέγραψε τα στοιχεία της ανωτέρω εταιρείας ως AUTOSALOME MARINO εν συνεχεία ανέγραψε το όνομά του και τα στοιχεία του επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης μάρκας DAIMLER CHRYSLER (MERCEDES ΒΕΝΖ) με αριθμό κυκλοφορίας ... και αριθμό πλαισίου ..., συμπλήρωσε δε το πόσο των 11.408 ευρώ και με το ανωτέρω πλαστό έγγραφο φερόταν ότι δήθεν η ανωτέρω εταιρεία είχε εκμισθώσει το εν λόγω όχημα στον κατηγορούμενο έναντι του ανωτέρω ποσού. Γ) Ο κατηγορούμενος στην Πάτρα σε χρόνο από 01-05-2010 έως 13-04-2011 κατήρτισε στην ιταλική γλώσσα ένα πλαστό συμφωνητικό ενοικίασης αυτοκινήτου που φερόταν ότι είχε υπογραφεί μεταξύ του κατηγορουμένου και της ιταλικής εταιρείας AUTOSALONE MARINO, που εδρεύει στην Αμβέρσα, στο οποίο αφού ανέγραψε λανθασμένα τα στοιχεία της ανωτέρω εταιρείας ως AUTOSALOME MARINO, συμπλήρωσε το περιεχόμενο του εγγράφου έτσι, ώστε να αναγράφεται ότι δήθεν η ως άνω εταιρεία εκμίσθωσε στον κατηγορούμενο ένα επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης μάρκας DAIMLER CHRYSLER (MERCEDES BENZ) με αριθμό κυκλοφορίας ... και αριθμό πλαισίου ... για χρονικό διάστημα από 01-05-2010 έως 01-05-2011. Δ) Ο κατηγορούμενος στην Πάτρα στις 13-04-2011 κατήρτισε το υπ' αριθμό ... πλαστό τιμολόγιο το οποίο φερόταν ότι είχε εκδοθεί από την εταιρεία intertrade S.R.L. στο οποίο αναγραφόταν το όνομα του κατηγορουμένου τα στοιχεία του επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης μάρκας DAIMLER CHRYSLER (MERCEDES BENZ) με αριθμό κυκλοφορίας ... και αριθμό πλαισίου ..., και το ποσό των 49.000 ευρώ και έθεσε σφραγίδα εταιρείας με φερόμενα στοιχεία INTERTRADE S.R.L. Με το ως άνω πλαστό έγγραφο φερόταν ότι δήθεν ο κατηγορούμενος αγόρασε από την ανωτέρω εταιρεία το εν λόγω όχημα έναντι του αναγραφόμενου ποσού, το ανωτέρω δε έγγραφο ήταν πλαστό, διότι η αναγραφόμενη ως δήθεν πωλήτρια εταιρεία είναι ανύπαρκτη. Ε) Ο κατηγορούμενος στην Πάτρα στις 13-04-2011 κατήρτισε πλαστή κάρτα ασφάλισης οχήματος, φερόμενη ως εκδοθείσα στη Ρουμανία, με αριθμό ..., με φερόμενη διάρκεια από 07-05-2010 έως 06-05-2011, συμπλήρωσε δε το όνομά του και τα στοιχεία του επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης μάρκας DAIMLER CHRYSLER (MERCEDES BENZ) με αριθμό κυκλοφορίας ... και αριθμό πλαισίου ..., με σκοπό να αποδεικνύεται ότι δήθεν το ανωτέρω όχημα ήταν ασφαλισμένο. ΣΤ) Ο κατηγορούμενος στην Πάτρα σε χρονικό διάστημα από 02-03-2009 έως 22-06-2011 κατήρτισε ένα πλαστό συμφωνητικό ενοικίασης αυτοκινήτου που φερόταν ότι είχε υπογραφεί μεταξύ του κατηγορουμένου και της ιταλικής εταιρείας AUTOSALONE MARINO, που εδρεύει στην Αμβέρσα, με το οποίο αφού ανέγραψε λανθασμένα τα στοιχεία της ανωτέρω εταιρείας ως AUTOSALOME MARINO, συμπλήρωσε το περιεχόμενο του εγγράφου έτσι ώστε να αναγράφεται ότι δήθεν η ως άνω εταιρεία εκμίσθωσε στον κατηγορούμενο ένα επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης μάρκας DAIMLER CHRYSLER (MERCEDES BENZ) με αριθμό κυκλοφορίας ... και αριθμό πλαισίου ... για χρονικό διάστημα από 02-03-2009 έως 30-04-2010. Ζ) Ο κατηγορούμενος στην Πάτρα σε χρονικό διάστημα από 30-04-2010 έως 22-06-2011 κατήρτισε την υπ' αριθμό ... πλαστή απόδειξη πληρωμής στην οποία αναγραφόταν ότι δήθεν ο ίδιος κατέβαλε προς την εταιρεία, η οποία αναγράφετο ως AUTOSALONE MARINO, με πλαστή σφραγίδα ως AUTOSALOME MARINO, το ποσό των 45.000 ευρώ ως δήθεν τίμημα για τη μίσθωση του επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης μάρκας DAIMLER CHRYSLER (MERCEDES BENZ) με αριθμό κυκλοφορίας ... και αριθμό πλαισίου ... για χρονικό διάστημα από 02-03-2009 έως 30-04-2010. Όλα τα ανωτέρω έγγραφα ήταν πλαστά διότι η εταιρεία AUTOSALONE MARINO, ουδέποτε εξέδωσε τιμολόγια στο όνομα του κατηγορουμένου, ούτε υπέγραψε συμφωνητικά ενοικίασης ή πώλησης, διότι το επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης μάρκας DAIMLER CHRYSLER (MERCEDES BENZ) με αριθμό κυκλοφορίας ... και αριθμό πλαισίου ..., ουδέποτε ήταν στην κυριότητά της σύμφωνα με το από 21-06-2011 έγγραφο του νομίμου εκπροσώπου αυτής Ρ. Μ.. Επιπροσθέτως η εταιρεία INTERTRADE S.R.L. είναι ανύπαρκτη σύμφωνα με την υπ' αριθμό πρωτ. ... υποβλητική αναφορά του Τελωνείου Πατρών, ενώ και η με αριθμό ... κάρτα ασφάλισης φερόμενη ως εκδοθείσα στη Ρουμανία με φερόμενη διάρκεια από 07-05-2010 έως 06-05-2011 είναι πλαστή, σύμφωνα με το υπ' αριθμό πρωτ. 5295/3/901-κα/10-01-2013 έγγραφο της Διεύθυνσης Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας. Ο κατηγορούμενος στην Πάτρα στις 13-04-2011, 14-04-2011 και 22-06-2011 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος έκανε χρήση των ανωτέρω εγγράφων και συγκεκριμένα προσκόμισε στους υπαλλήλους του Τελωνείου Πατρών στις 13-04-2011 τα υπό στοιχεία Β, Γ, Δ, Ε, πλαστά έγγραφα, στις 14-04-2011 το υπό στοιχείο Α πλαστό έγγραφο και στις 22-06-2011 τα υπό στοιχεία ΣΤ, Ζ πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους τελωνειακούς υπαλλήλους, ότι δήθεν κατείχε νόμιμα το επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης μάρκας DAIMLER CHRYSLER (MERCEDES BENZ) με αριθμό κυκλοφορίας ... και αριθμό πλαισίου .... Και για τους λόγους αυτούς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των παραπάνω πράξεων όπως κατηγορείται.". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, όπως προεκτέθηκε, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, κατά πλειοψηφία, για τις άνω πράξεις της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση. IV. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε, για να μορφώσει την περί αυτών κρίση του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 216 παρ. 1,2 και 394 του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου οπότε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται, αναφέρονται οι ακριβείς συνθήκες, υπό τις οποίες περιήλθε στην κατοχή του το επίδικο όχημα, που ήταν αυτοκίνητο μάρκας DAIMLER CHRYSLER (MERCEDES ΒΕΝΖ), με αριθμό κυκλοφορίας ..., δηλωμένο ως κλεμμένο μετά από ληστεία που τελέστηκε στη Ρώμη στις 5-7-2010 σε βάρος της S. F. και καταγεγραμμένο στο ηλεκτρονικό σύστημα SCHENGEN. Επίσης αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων κατήρτισε τα αναφερόμενα στο σκεπτικό πλαστά έγγραφα για να νομιμοποιηθεί στην κατοχή του εν λόγω οχήματος, δηλαδή τα πλαστά τιμολόγια πώλησης και εκμίσθωσης της ιταλικής εταιρείας AUTOSALONE MARINO, το πλαστό τιμολόγιο πώλησης της ανύπαρκτης εταιρείας INTERTRADE. S.R.L, την πλαστή κάρτα ασφάλισης αυτοκινήτου, το πλαστό συμφωνητικό ενοικίασης δήθεν από την εταιρεία AUTOSALONE MARINO και την πλαστή απόδειξη πληρωμής δήθεν τιμήματος 45.000 € προς την εταιρεία AUTOSALONE MARINO, ο σκοπός να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του Τελωνείου Πατρών για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια και συγκεκριμένα, ότι κατείχε σειρά εγγράφων, που τον νομιμοποιούσαν στην κατοχή του αναφερόμενου στο σκεπτικό αυτοκινήτου. Παράλληλα, αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, που επεδίωκε να παρουσιαστεί ως νόμιμος κάτοχος του κλεμμένου αυτοκινήτου, ενώ γνώριζε, ότι αυτό αποτελεί προϊόν κλοπής και ότι αυτός δεν κατείχε γνήσια παραστατικά νομιμοποιητικά της κατοχής του, εμφάνισε δε στις αρμόδιες τελωνειακές Αρχές τα παραπάνω καταρτισθέντα από αυτόν πλαστά έγγραφα εν γνώσει της πλαστότητάς τους, περί της οποίας είχε προσωπική αντίληψη, με επίγνωση, ότι η ενέργειά του συνιστά χρήση των εγγράφων με την παραπάνω έννοια και με σκοπό να παραπλανήσει τους τελωνειακούς υπαλλήλους ως προς τη γνησιότητα των εγγράφων και μέσω αυτής στην εκδήλωση εκ μέρους τους συμπεριφοράς που θα είχε έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα στην αντιμετώπιση αυτού ως νομίμου κατόχου του ως άνω επιβατηγού αυτοκινήτου. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δεν μνημονεύονται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά, που αποδεικνύουν την τέλεση των πράξεων της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και της πλαστογραφίας και ότι αυτός τελούσε σε γνώση, ότι το επίδικο αυτοκίνητο αποτελούσε προϊόν κλοπής, καθώς και ότι το αιτιολογικό αποτελεί απλή κατά λέξη επανάληψη του διατακτικού είναι αβάσιμες, διότι: α) παρατέθηκαν στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, β) διακριβώθηκε από τα πραγματικά περιστατικά των πλαστογραφιών, ότι το επίδικο αυτοκίνητο περιήλθε στην κατοχή του αναιρεσείοντος εν γνώσει της παράνομης προέλευσής του και με βούληση αποδοχής του, γ) η επανάληψη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του διατακτικού δεν καθιστά εν προκειμένω την αιτιολογία ελλιπή, καθόσον το τελευταίο υπήρξε λεπτομερές και εκτίθεντο στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, οπότε καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του πρώτου. V. Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νομικής βάσης, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις της κρινόμενης αίτησης, με τις οποίες πλήττεται η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτες, καθόσον, με την επίφαση και το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αμφισβητούν την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθία, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 § 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμό 3/2018 από 29-5-2018 αίτηση αναίρεσης του Χ. Τ. του Δ. και Χ., κατοίκου …, κατά της καταδικαστικής υπ' αριθμό 2.120/2017 απόφασης του Τριμελούς (Εφέσεων) Πλημμελειοδικείου Πατρών. Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ