1953/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1953 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1953/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, ΣÎ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 1953 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1953/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Γ. Σ. - Μ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Φ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 5) Μ. Σ. - Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα, που διόρισε στο ακροατήριο ως συμπληρεξούσιο και το δικηγόρο Δημήτριο Τσικρικά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γαρυφαλλιά Δούκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-8-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 18-3-2009 αγωγή της Α. Κ. του Λ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 601/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6494/2013 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-4-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 20-2-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων. γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως, και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014, πρβλ. ΑΠ Ολομ. 8/2009, ΑΠ Ολομ. 9/2003) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΑΠ Ολομ. 4/1994, ΑΠ Ολομ. 2/1992, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1087/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 εδάφ. α’ ΚΠολΔ, "όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα", ενώ κατά το άρθρο 64 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στο πεδίο του αστικού δικονομικού δικαίου δεν υφίσταται ο θεσμός της εκούσιας αντιπροσώπευσης και όποιος είναι ικανός για δικαιοπραξία διεξάγει τη δίκη με το δικό του όνομα, ενώ όποιος είναι ανίκανος εκπροσωπείται από τον νόμιμο αντιπρόσωπό του. Εξάλλου και οι διατάξεις των άρθρων 116, 118 αριθμ. 5, 259 παρ. 2 και 310 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως πρόσωπα που μετέχουν στη δίκη, κατονομάζουν μόνο τους διαδίκους, τους νόμιμους αντιπροσώπους (γονείς που ασκούν τη γονική μέριμνα, επίτροπο, σύνδικο, διαχειριστή πολυκατοικίας κ.λπ.) και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και δεν αναφέρουν τους εκούσιους αντιπροσώπους. Μάλιστα, δεν μπορούν να εφαρμοστούν αναλογικά στη διεξαγωγή της δίκης οι διατάξεις των άρθρων 211 επ. ΑΚ για εκούσια αντιπροσώπευση στο πεδίο του ουσιαστικού δικαίου. Η εκούσια αντιπροσώπευση στη διεξαγωγή της δίκης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτρέπεται ούτε με επίκληση της διάταξης του άρθρου 713 ΑΚ, η οποία παρέχει τη δυνατότητα στον εντολοδόχο να διεξάγει οποιαδήποτε υπόθεση του ανατεθεί από τον εντολέα, αφού στην περίπτωση αυτή η εξουσία του εντολοδόχου μπορεί να περιοριστεί μόνο στην παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο να ασκήσει αγωγή ή ένδικο μέσο στο όνομα του εντολέα του και να τον εκπροσωπήσει στη δίκη, αν και την εντολή αυτή μπορεί να χορηγήσει απευθείας ο ίδιος ο εντολέας χωρίς τη μεσολάβηση του εντολοδόχου, η οποία, αν παρεμβληθεί, μόνο την αρχή της οικονομίας που διέπει κάθε δίκη πλήττει και δεν εξυπηρετεί κάποιο έννομο συμφέρον. Με βάση αυτά, δεν συγχωρείται στην πολιτική δίκη ο διορισμός εκούσιου αντιπροσώπου για τη διεξαγωγή αυτής, έστω και αν ο τελευταίος διορίσει δικηγόρο ως δικαστικό πληρεξούσιο για να αναπληρώσει την ικανότητα (που του λείπει) να παρίσταται στο δικαστήριο. Συνέπεια του ανεπίτρεπτου της διεξαγωγής της δίκης από εκούσιο αντιπρόσωπο είναι το απαράδεκτο των διαδικαστικών πράξεων που αυτός ενήργησε, έστω και με πληρεξούσιο δικηγόρο, το οποίο ανάγεται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις και εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως κατ’ άρθρο 73 ΚΠολΔ (ΑΠ 37/ 2014, ΑΠ 709/2009, ΑΠ 45/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως επισπεύδεται με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων. Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, η πέμπτη των αναιρεσειόντων Μ. Σ. - Κ. εκπροσωπήθηκε, όπως και οι λοιποί αναιρεσείοντες, από το δικηγόρο Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα (που διόρισε ως συμπληρεξούσιο και το δικηγόρο Δημήτριο Τσικρικά). Ο εν λόγω δικηγόρος Κων. Φραγκανδρέας, προς απόδειξη της πληρεξουσιότητάς του, προσκομίζει το ...2015 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πατρών Α. Κ., με το οποίο ο πρώτος των αναιρεσειόντων Ι. Γ. Σ., ατομικά και ως "πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος" της πέμπτης απ’ αυτούς, του χορηγεί σχετική πληρεξουσιότητα για τη διεξαγωγή της παρούσας δίκης. Πλην όμως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η πέμπτη αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, όπως ο νόμος ορίζει, αφού δεν συγχωρείται στην πολιτική δίκη ο διορισμός εκούσιου αντιπροσώπου προς διεξαγωγή αυτής, έστω και αν ο τελευταίος διορίσει δικηγόρο για την αναπλήρωση της ικανότητας (που δεν έχει) να παρίσταται στο δικαστήριο, ενώ, περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι η ίδια πέμπτη αναιρεσείουσα είχε χορηγήσει στο δικηγόρο αυτόν νόμιμη πληρεξουσιότητα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, ούτε, βέβαια, στο δικηγόρο Δημήτριο Τσικρικά. Επομένως, η πέμπτη αναιρεσείουσα θεωρείται δικονομικά απούσα. Από τα έγγραφα όμως που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η τελευταία είχε επισπεύσει και η ίδια έγκυρα τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχε χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων. Φραγκανδρέα πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ (το παραπάνω ...2015 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο αφορά μόνο τον πρώτο και την τρίτη των αναιρεσειόντων). Εξάλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η απολειπόμενη, κατά τα προεκτιθέμενα, αναιρεσείουσα έχει κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τους παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση ή από τους αναιρεσιβλήτους. Πρέπει, συνεπώς, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β’ ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β’ προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως ως προς την πέμπτη των αναιρεσειόντων και να διαταχθεί ως προς αυτήν ο χωρισμός της υπόθεσης.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο του ίδιου Κώδικα, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 681Α αυτού, όπως τα εν λόγω άρθρα ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, εφαρμόζεται και επί διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του, στην ειδική διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζονται οι διαφορές αυτές, λαμβάνονται υπόψη και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε περίπτωση περισσότερων αντιδίκων, ως εις ολόκληρον υπόχρεων προς αποζημίωση, ακόμη και αν υπάρχει μεταξύ τους απλή και όχι αναγκαστική ομοδικία, πρέπει να καλούνται όλοι πριν από την πιο πάνω προθεσμία, εκτός αν τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά αρμόζουν, αποκλειστικά και μόνο, στο πρόσωπο ορισμένου από τους ομοδίκους. Και τούτο, διότι, αν τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά αφορούν τα στοιχεία της αξίωσης που είναι κοινά για όλους τους ομοδίκους, κατ’ ανάγκη, εφόσον και επί απλής ομοδικίας η διαδικασία διεξάγεται ενιαίως, ή θα ληφθούν αυτά υπόψη προς απόδειξη της ύπαρξης της αξίωσης ή δεν θα ληφθούν υπόψη. Διαφορετικά, η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε και έναντι εκείνου που τυχόν κλητεύθηκε να παραστεί (ΑΠ 580/2016, ΑΠ 1201/2012, ΑΠ 381/2010, ΑΠ 1093/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 6494/2013 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, δεν δέχθηκε προς εκτίμηση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τις .../2009 και .../2009 ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Δ. Σ. και Γ. Θ. Θ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Άρτας Ά. συζ. Α. Μ., το γένος Κ. Μ., που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι (και ήδη αναιρεσείοντες), με την αιτιολογία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, ότι αυτοί, ως ενάγοντες της υπό κρίση, από 14-8-2008, αγωγής τους, κλήτευσαν μόνο την τρίτη από τους εναγομένους ασφαλιστική εταιρεία (και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) και όχι και τους απλούς ομοδίκους της πρώτο (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) και δεύτερη των εναγομένων (Α. σύζ. Γ. Μ., μη διάδικο στην προκείμενη δίκη). Με βάση αυτά, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ ΚΠολΔ, επειδή δεν έλαβε υπόψη, με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τις παραπάνω δύο ένορκες βεβαιώσεις, είναι αβάσιμος, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, ούτε, άλλωστε, προκύπτει από τις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις, ότι τα αναφερόμενα σε αυτές πραγματικά περιστατικά αφορούν στοιχεία της ένδικης αξίωσης μόνο για τη δεύτερη αναιρεσίβλητη που κλητεύθηκε και όχι και για τον πρώτο από τους αναιρεσιβλήτους, καθώς και τη μη διάδικο τώρα δεύτερη εναγομένη, που δεν κλητεύθηκαν.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 841/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015). Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ Ολομ. 15/2000, ΑΠ 1620/2005). Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. α’ του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 395 ΚΠολΔ προκύπτει ότι εκτιμώνται, ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των άλλων, οι μαρτυρικές καταθέσεις που λήφθηκαν στη διάρκεια ποινικής διαδικασίας (προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης, κύριας ανάκρισης ή ποινικής δίκης), είτε από τρίτα πρόσωπα είτε από τους διαδίκους ως τρίτους ή ακόμη από τους διαδίκους ως διαδίκους στην ποινική διαδικασία, καθόσον πρόκειται για αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε κατά τις διατάξεις της ποινικής και όχι της πολιτικής δικονομίας (πρβλ. ΑΠ 897/2014, ΑΠ 254/2013, ΑΠ 826/2010). Τέλος, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 681Α αυτού, όπως έχει προαναφερθεί, εφαρμόζεται και επί διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του, στην ειδική διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζονται οι διαφορές αυτές, λαμβάνονται υπόψη, εκτός, βέβαια, από τα αποδεικτικά μέσα που αναγνωρίζονται από τις γενικές διατάξεις για την απόδειξη (άρθρ. 339 επ. ΚΠολΔ), και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, άρα και έγγραφα άκυρα (ΑΠ 56/2016). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση από τον αριθμό 11 εδάφ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του, ως προς το ουσιώδες για τη διάγνωση της διαφοράς θέμα της υπαιτιότητας, αναφορικά με την πρόκληση του επίδικου τροχαίου - θανατηφόρου ατυχήματος, έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και, συγκεκριμένα, από την ποινική δικογραφία 1) την από 5-11-2006 προανακριτική κατάθεση της Α. Κ. (δεύτερης εναγομένης - ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου) και 2) τις από 5-11-2006 και 18-5-2007 προανακριτικές καταθέσεις του πρώτου εναγομένου, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που συνιστούν, κατά τους αναιρεσείοντες, "έγγραφα μαρτυρίας" των ίδιων των διαδίκων της πολιτικής δίκης και όχι τρίτων προσώπων, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, η οποία στο πλαίσιο της δίκαιης δίκης που καθιερώνει, απαγορεύει την εξέταση, με τον πιο πάνω πλάγιο τρόπο, ως μαρτύρων, των ίδιων των διαδίκων της πολιτικής δίκης, αλλά και των διατάξεων των άρθρων 393 - 413, 671 παρ. 1 και 415 επ. ΚΠολΔ, που καθορίζουν τον τρόπο εξέτασης των μαρτύρων και των διαδίκων, ο οποίος και δεν τηρήθηκε. Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 14-5-2013 προτάσεων των αναιρεσειόντων, ενώπιον του Εφετείου, δεν προβλήθηκε απ’ αυτούς τέτοιος ισχυρισμός, όπως απαιτείται, κατ’ άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ενώ, αντίθετα, και οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τα έγγραφα αυτά (σελίδες 30 και 32 - 33 των παραπάνω προτάσεών τους), όπως είχαν κάνει και στην πρωτοβάθμια δίκη και, συνακόλουθα, δεν μπορούν ούτε να επικαλεστούν το λόγο αυτόν, σύμφωνα και με το άρθρο 562 παρ. 3 ΚΠολΔ. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, είτε αναφέρεται στην προανακριτική κατάθεση της δεύτερης εναγομένης είτε αναφέρεται στις προανακριτικές καταθέσεις του πρώτου αναιρεσιβλήτου που απέκτησε μετέπειτα την ιδιότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι στην παρούσα ειδική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη και έγγραφα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, όπως είναι και τα άκυρα έγγραφα. Να σημειωθεί ότι οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (η οποία κυρώθηκε, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974 και υπερισχύει, κατ’ άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος, από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου) θεσπίζουν, αντίστοιχα, την υποχρέωση σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου και το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, ειδικότερη έκφραση των οποίων αποτελεί το δικαίωμα άρνησης της καταθέσεως περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει υπαιτιότητα εκείνου που, κατά τη διάρκεια αυτεπάγγελτης προανάκρισης, εξετάζεται ως μάρτυρας και που αποκτά μετέπειτα την ιδιότητα του κατηγορουμένου (άρθρ. 243 παρ. 2, 31 παρ. 2 και 105 ΚΠοινΔ), οπότε, αν παραβιάστηκε με οποιονδήποτε τρόπο το δικαίωμά του αυτό, τίθεται ζήτημα σχετικής, για τον εξεταζόμενο μόνο, ακυρότητας της διαδικασίας (πρβλ. 1821/2006).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 343/2017, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 2261/2014). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αναίρεσης, προβάλλουν την πλημμέλεια, με επίκληση της παραπάνω διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, αντίστοιχα, 1) το σύνολο των εγγράφων της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε για το επίδικο τροχαίο - θανατηφόρο ατύχημα, παρά μόνο ορισμένα από αυτά, τα οποία, μάλιστα, και δεν προσδιορίζει επακριβώς και, ιδίως, δεν έλαβε υπόψη α) το από 28-11-2007 κατηγορητήριο της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Άρτας κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, β) την ...-10-2007 διάταξη της ίδιας Εισαγγελέως και γ) την από 5-8-2007 δήλωση αυτών (αναιρεσειόντων) προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Άρτας για την παράστασή τους ως πολιτικώς εναγόντων κατά του ίδιου πρώτου αναιρεσιβλήτου, 2) τις φωτογραφίες του ζημιογόνου ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και 3) το από 14-10-2006 πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε το Τμήμα Τροχαίας Άρτας, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν για την απόδειξη των συνθηκών κάτω από τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα και για το σχηματισμό της κρίσης του, όσον αφορά την υπαιτιότητα ή μη, αφενός μεν, του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, αφετέρου δε, του οδηγού της μοτοσυκλέτας - συγγενούς (αδελφού) τους που τραυματίστηκε θανάσιμα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (φύλλο 4ο - α’ όψη) ότι λήφθηκαν υπόψη και "όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και έγγραφα από την ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε (ενδεικτικώς ένορκες προανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, έκθεση αυτοψίας και πρόχειρο σχεδιάγραμμα...) και φωτογραφίες...", σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο αυτής, στην οποία ρητά αναφέρονται τα εν λόγω έγγραφα και μάλιστα αξιολογούνται, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, όπως, άλλωστε, και ο ίδιοι οι αναιρεσείοντες παραδέχονται στο αναιρετήριο με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους (στις 13η και 15η σελίδες αυτού), πλην όμως, κατά την άποψή τους, αξιολογήθηκαν εσφαλμένα και παραγνωρίστηκε η αποδεικτική τους αξία, δηλαδή οι προβαλλόμενες αιτιάσεις τους αποτελούν, στην πραγματικότητα, ουσιαστικές, εκ μέρους τους, προσεγγίσεις, που εκτιμούν διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά μέσα, οι οποίες και απαραδέκτως προβάλλονται, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα - έγγραφα, κατά τα άρθρα 339 και 432 του ίδιου Κώδικα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Έτσι, δεν αποτελούν έγγραφα, με την έννοια αυτή, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 545/2014, ΑΠ 670/2011, ΑΠ 5/2011, ΑΠ 1412/2010), όπως είναι τα διαδικαστικά έγγραφα στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις που δόθηκαν ενώπιον Πταισματοδίκη ή άλλου αρμόδιου (προ)ανακριτικού υπαλλήλου κατά τη διάρκεια ποινικής δίκης (ΑΠ 216/2006, ΑΠ 556/2003). Εξάλλου, ο λόγος αυτός θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο, δηλαδή, στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά τα προαναφερόμενα, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 638 - 639/2016). Επομένως, ο έκτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα Σ. Φ. που εξετάστηκε, προανακριτικά, στις 4-1-2007, ενώπιον του αρμόδιου ανακριτικού υπαλλήλου του Τμήματος Τροχαίας Άρτας, κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, είναι απαράδεκτος, αφού η έκθεση εξέτασης δεν αποτελεί έγγραφο με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, 1) σύμφωνα και με όσα προβάλλουν οι αναιρεσείοντες, το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, επειδή, δήθεν, περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, αλλά απλώς από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, οπότε πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο και 2) όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο εν λόγω έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο, κατά τους αναιρεσείοντες, αποδεικτικό πόρισμα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ’ αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010). Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ’ άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911 (ΑΠ 1715/2010, ΑΠ 1253/2007). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999), για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού νοείται ως ισόπεδος οδικός κόμβος "κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές". Κατά δε το άρθρο 26 του ΚΟΚ, η προτεραιότητα στους κόμβους ορίζεται με κατάλληλη σήμανση (παρ. 4). Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά. Κατ’ εξαίρεση: α) Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα. β) Αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό. γ) Αυτοί που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα. δ) Τα σιδηροδρομικά ή τροχιοδρομικά οχήματα έχουν προτεραιότητα (παρ. 5). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε οποιονδήποτε οδικό κόμβο, είτε αυτός σχηματίζεται από διασταύρωση, είτε από απλή συμβολή οδών, στον οποίο δεν υπάρχει κατάλληλη σήμανση που να ορίζει την προτεραιότητα, αυτή (προτεραιότητα) ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά με τις εξαιρέσεις, όμως, που προαναφέρθηκαν (ΑΠ 144/2017, ΑΠ 126/2017, ΑΠ 610/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η εν λόγω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς τα ζητήματα των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των δύο οδηγών που είχαν εμπλοκή σε αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, σχετικά με την από 14-8-2008 αγωγή των αναιρεσειόντων: "Την 14-10-2006 και ώρα 14.15 περίπου ο Ε. Σ. του Γ., ηλικίας 50 ετών, αδελφός των εναγόντων, οδηγούσε την... ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, εργοστασίου HONDA ASTREA GRAND 100 CC, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ..., για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων για υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες, και έβαινε στη χωμάτινη δίοδο που υπάρχει παραπλεύρως της οικίας του στον οικισμό ... στο 5° χιλιόμετρο της Επαρχιακής Οδού Άρτας -... και στην δεξιά πλευρά της οδού στο ρεύμα προς ... για να εξέλθει από τον αύλειο χώρο της οικίας του, να εισέλθει στην οδό αυτή, να διέλθει ειδικότερα από το πρώτο ρεύμα προς ... κατά την είσοδό του στην οδό αυτή και να εισέλθει στη συνέχεια στο αντίθετο ρεύμα με κατεύθυνση προς Άρτα. Κατά την πορεία του στη δίοδο και την έξοδό του από αυτή, ανέπτυξε ταχύτητα γιατί στο τελευταίο τμήμα της διόδου μέχρι τον ασφαλτοτάπητα της οδού υπάρχει πρανές, υψομετρική διαφορά δηλαδή μεταξύ του επιπέδου του ακινήτου όπου η οικία και του ασφαλτοτάπητα της οδού, διήνυσε την απόσταση της διόδου και το εν συνεχεία πρανές, ανήλθε στο άκρο του ασφαλτοτάπητα της οδού, δεν διέκοψε όμως την πορεία του για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στην οδό που θα εισερχόταν, κατά πρώτο από αριστερά στο ρεύμα προς ... ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που έρχονταν από αριστερά του στο ρεύμα αυτό, αλλά χωρίς να ελέγξει παντελώς την κίνηση των οχημάτων σ’ αυτό προς ..., εισήλθε στο ρεύμα αυτό, κινήθηκε κατά πλάτος του ρεύματος, κατευθυνόμενος με την ίδια ταχύτητα σε ευθεία γραμμή και με πορεία κάθετη προς τον νοητό άξονα της οδού προς το αντίθετο ρεύμα πορείας, προς την Άρτα, εισήλθε στο αντίθετο αυτό ρεύμα και όταν έφτασε στο μέσο του ρεύματος προς Άρτα συγκρούστηκε με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της Α. Κ., το οποίο οδηγούσε ο Γ. Μ. του Χ., με συνεπιβάτη την σύζυγό του Κ. Α., βαίνοντας στην οδό αυτή με κατεύθυνση προς την ... και την συγκεκριμένη χρονική στιγμή βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε σχέση με την αρχική πορεία του κατόπιν ελιγμού στον οποίο προέβη για την αποφυγή της σύγκρουσης στο ρεύμα προς ... στο οποίο έβαινε. Ειδικότερα στο πιθανό σημείο συγκρούσεως, το οποίο εντοπίζεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας στο ρεύμα προς την Άρτα και σε απόσταση 2,40 μέτρων από το δεξιό άκρο της οδού κατά την πορεία προς Άρτα, το παραπάνω αυτοκίνητο προσέκρουσε με το εμπρόσθιο δεξιό και πλάγιο δεξιό μέρος του στην αριστερή πλευρά και το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας, στη συνέχεια ο οδηγός της μοτοσικλέτας εκτινάχθηκε, κατέπεσε στο καπώ, στο παρμπρίζ και τον ουρανό του αυτοκινήτου, παρασύρθηκε από το αυτοκίνητο και κατέπεσε στο οδόστρωμα, η μοτοσικλέτα ωθήθηκε λόγω της σύγκρουσης προς τα πίσω και σύρθηκε στο οδόστρωμα με αποτύπωση χαραγών μήκους 25,80 μέτρων, με έναρξη όμως αυτών σε απόσταση 20-24 μέτρων από το πιθανό σημείο σύγκρουσης και με λοξή κατεύθυνση προς τη διακεκομμένη γραμμή στο μέσο της οδού, το δε αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 49,80 μέτρων από το πιθανό σημείο σύγκρουσης στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε σχέση με την αρχική πορεία του και σε απόσταση του εμπροσθίου αριστερού άκρου αυτού 1,30 μέτρων από το άκρο αριστερό της οδού κατά την πορεία του. Το αποτέλεσμα ήταν να υποστεί ο οδηγός της μοτοσικλέτας σοβαρές σωματικές βλάβες και ειδικότερα υπαραχνοειδή αιμορραγία, ενδοκοιλιακή αιμορραγία, κάταγμα λιθοειδούς με συνοδό ωτορραγία αριστερά, κάταγμα A3 σπονδύλου, κάταγμα λεκάνης, κάταγμα κνήμης και περόνης. Διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων σε κωματώδη κατάσταση με ανισοκορία, υποβλήθηκε στις αναγκαίες χειρουργικές επεμβάσεις για την ανάταξη των καταγμάτων, νοσηλεύτηκε στη ΜΕΘ βρισκόμενος συνεχώς υπό καταστολή λόγω πολυοργανικής δυσλειτουργίας από σηπτικό shock και απεβίωσε την 29-11-2006 με πιθανή αιτία σηπτικό shock -πολυοργανική ανεπάρκεια. Στην ιατροδικαστική έκθεση αναφέρεται ως αιτία θανάτου "κακώσεις κεφαλής, αυχένα, λεκάνης, και αριστερού κάτω άκρου", επομένως οι σοβαρές σωματικές βλάβες που υπέστη ο οδηγός κατά το ατύχημα ήταν η μόνη ενεργός αιτία που προκάλεσε το θάνατο αυτού. Ο εναγόμενος οδηγός, Γ. Μ., έβαινε στην παραπάνω επαρχιακή οδό με κατεύθυνση προς ..., όταν έφθασε στο 5° χιλιόμετρο της οδού αυτής, προσέγγισε τον προπορευόμενο στο άκρο δεξιό της οδού γεωργικό ελκυστήρα, χωρίς ρυμουλκούμενο, που οδηγούσε ο Σ. Φ.. Λόγω της διαφοράς της ταχύτητας των οχημάτων ο εναγόμενος οδηγός, αφού άφησε αρκετό αλλά αναγκαίο χώρο παραπλεύρως του γεωργικού ελκυστήρα (17 παρ. 5 ΚΟΚ), προσπέρασε από αριστερά το γεωργικό ελκυστήρα και επανήλθε στο ρεύμα του. Μετά την επάνοδό του και έχοντας ευθυγραμμιστεί στο ρεύμα πορείας του είδε από δεξιά του μία μοτοσικλέτα να εξέρχεται αιφνίδια από ένα αγρόκτημα, παρόδιο ιδιοκτησία, και να εισέρχεται χωρίς έλεγχο και κάθετα στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας του, ο εναγόμενος αντέδρασε αμέσως, χρησιμοποίησε αρχικά την ηχητική συσκευή (κόρνα), τροχοπέδησε για να μειώσει ταχύτητα και έκανε ελιγμό προς τα αριστερά για την αποφυγή της σύγκρουσης, εισερχόμενος με τον ελιγμό του στο αντίθετο ρεύμα με λοξή κατεύθυνση, όμως ο οδηγός της μοτοσικλέτας συνέχισε την κάθετη πορεία του προς το αντίθετο ρεύμα και, όταν έφθασε στο μέσο αυτού, η μοτοσικλέτα του συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο. Ο ίδιος εναγόμενος οδηγός έβαινε με κανονική ταχύτητα 70 περίπου χιλιομέτρων ανά ώρα, εντός του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας των 90 χιλιομέτρων ανά ώρα. Αν έτρεχε με ταχύτητα ανώτερη των 90 χιλιομέτρων ανά ώρα που δέχθηκε η 400/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας, ως θα εκτεθεί στη συνέχεια, τότε, μετά τον ελιγμό που ενήργησε ο εναγόμενος αριστερά προς το αντίθετο ρεύμα για την αποφυγή του ατυχήματος, το όχημά του θα είχε εκτραπεί προς τα αριστερά και θα είχε εξέλθει από το οδόστρωμα, δεδομένου ότι το πλάτος της οδού είναι 4,80 μέτρα και το όχημα είχε λοξή πορεία προς το μέσο του αντίθετου ρεύματος (βλ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα με τις πορείες των οχημάτων), το ίδιο θα είχε συμβεί και αμέσως μετά τη σύγκρουση, ενώ το αυτοκίνητο παρά τη σύγκρουση δεν εκτράπηκε και ακινητοποιήθηκε στο μέσο του αντιθέτου ρεύματος πορείας. Η μη εκτροπή του οχήματος καταδεικνύει επίσης ότι ο εναγόμενος είχε πλήρη έλεγχο στο όχημά του λόγω του ότι έβαινε με την παραπάνω ταχύτητα των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα εντός του επιτρεπομένου ορίου, ομοίως την ταχύτητα αυτή υποδηλώνει το γεγονός ότι μετά τη σύγκρουση δεν έχουν αποτυπωθεί ίχνη τροχοπέδησης στην απόσταση από το πιθανό σημείο σύγκρουσης μέχρι το σημείο όπου το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε. Εξάλλου, αν ο εναγόμενος έβαινε με ταχύτητα άνω των 90 χιλιομέτρων ανά ώρα, τότε στη θέα της μοτοσικλέτας, εισερχομένης αιφνίδια στο οδόστρωμα στο ρεύμα προς ..., θα είχε ενστικτωδώς τροχοπεδήσει, δεν θα είχε προλάβει να κάνει ελιγμό προς τα αριστερά, και θα είχαν αποτυπωθεί ίχνη τροχοπέδησης στο οδόστρωμα. Το αυτοκίνητο του εναγομένου δεν βρέθηκε στο αντίθετο ρεύμα λόγω προσπεράσματος αλλά γιατί ο οδηγός του έκανε τον παραπάνω ελιγμό προς τα αριστερά για την αποφυγή της σύγκρουσης. Το αυτοκίνητο δεν θα μπορούσε να είχε βρεθεί στο σημείο σύγκρουσης επειδή προσπερνούσε τον ελκυστήρα, ούτε η σύγκρουση έγινε κατά τη στιγμή του προσπεράσματος γιατί, λόγω του πλάτους των 4,60 μέτρων του ρεύματος πορείας του προς την ... και του γεγονότος ότι ο ελκυστήρας βρισκόταν στο άκρο δεξιό της οδού, ο εναγόμενος οδηγός δεν χρειαζόταν να εισέλθει εξ ολοκλήρου στο αντίθετο ρεύμα για να προσπεράσει τον ελκυστήρα. Στο χώρο του ατυχήματος, που συνέβη ημέρα, η επαρχιακή αυτή οδός είναι ευθεία, διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση με μονή διακεκομμένη γραμμή, το πλάτος της είναι συνολικά 9,40 μέτρα, ειδικότερα το πλάτος του ρεύματος πορείας προς την ... είναι 4,60 μέτρα και του ρεύματος προς Άρτα 4,80 μέτρα, η κατάσταση της οδού είναι ξηρά, η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, ο καιρός ήταν καλός, το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 90 χιλιόμετρα για τα επιβατηγά οχήματα και τα 70 χιλιόμετρα για τις μοτοσικλέτες, βρέθηκαν θραύσματα γυαλιών και πλαστικών, αίμα στη θέση που ακινητοποιήθηκε το σώμα του οδηγού της μοτοσικλέτας και χαραγές. Δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης. Στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα έχουν αποτυπωθεί οι πιθανές πορείες του αυτοκινήτου και της μοτοσικλέτας προ του ατυχήματος, το πιθανό σημείο σύγκρουσης στο ρεύμα προς Άρτα, τα θραύσματα, η τελική θέση των οχημάτων, η θέση στο οδόστρωμα στην οποία βρέθηκε ο οδηγός της μοτοσικλέτας και οι σχετικές αποστάσεις που ήδη αναφέρθηκαν. Στην έκθεση αυτοψίας αναφέρεται επίσης ότι η μοτοσικλέτα κινήθηκε κάθετα στον επαρχιακό δρόμο δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου. Η οικία του οδηγού της μοτοσικλέτας είναι σε πολύ κοντινή απόσταση από την επαρχιακή οδό (περίπου 3-4 μέτρα), δεν υπάρχει διαμορφωμένη επίσημα έξοδος προς την οδό αυτή, υπάρχει πρανές με σημαντική υψομετρική διαφορά μεταξύ της οδού και του επιπέδου του ακινήτου επί του οποίου η οικία, η δε έξοδος από το χώρο του ακινήτου αυτού παρίσταται κατά συνέπεια ως έξοδος από παρόδιο ιδιοκτησία, οι δε εισερχόμενοι στην οδό από παρόδιο ιδιοκτησία οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σ’ αυτούς που κινούνται στην οδό (ΚΟΚ - άρθρ. 26 παρ. 5β). Ο αυτόπτης μάρτυρας Σ. Φ., ηλικίας 28 ετών στο χρόνο του ατυχήματος, στην ένορκη προανακριτική κατάθεσή του την 4-1-2007 κατέθεσε ότι... Οι παραπάνω καταθέσεις είναι αξιόπιστες και πειστικές, γιατί ο μάρτυρας ήταν αυτόπτης στο ατύχημα με βέβαιη την παρουσία του, αντελήφθη τις συνθήκες του ατυχήματος σε όλη του την έκταση και την εξέλιξή του, περιέγραψε αυτές αναλυτικά στις καταθέσεις του χωρίς κενά, με πληρότητα, σαφήνεια και ακρίβεια, δεν γνώριζε δε τον κατηγορούμενο ούτε τον αποβιώσαντα οδηγό του μοτοποδηλάτου. Αν ο οδηγός της μοτοσικλέτας διέκοπτε την πορεία έστω και ελάχιστο χρονικό διάστημα και ανέμενε στο πρανές της οδού πριν ανέλθει στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας προς την ..., ελέγχοντας την κίνηση των οχημάτων από αριστερά του, τότε θα είχε αντιληφθεί το παραπάνω αυτοκίνητο του εναγομένου να βρίσκεται σε πολύ κοντινή απόσταση στη νοητή ευθεία, κατά το πλάτος της οδού, την οποία ήθελε να διανύσει για να εισέλθει εν τέλει στο ρεύμα προς Άρτα και θα έπρεπε να αναμείνει τη διέλευση του αυτοκινήτου παραχωρώντας σ’ αυτό προτεραιότητα (26 παρ. 5β ΚΟΚ), και τότε να συνεχίσει την πορεία του με ασφάλεια. Επειδή ο οδηγός της μοτοσικλέτας εξήλθε αιφνίδια από την παρόδια ιδιοκτησία του και από τη δίοδο από την πλευρά του σπιτιού προς την ... και εισήλθε κάθετα στο οδόστρωμα με ευθεία πορεία προς το ρεύμα προς Άρτα, χωρίς να σταματήσει παντελώς πριν ανέλθει στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας προς ..., ο εναγόμενος οδηγός δεν μπορούσε να αντιληφθεί την κίνηση της μοτοσικλέτας στο χαμηλό επίπεδο της διόδου και πίσω από την οικία, χώρος για τον οποίο δεν υπάρχει ορατότητα για τους κινούμενους στην οδό και στην προκειμένη περίπτωση για τον εναγόμενο που προσέγγιζε στο ύψος της οδού όπου η οικία (βλ. τη σχετική φωτογραφία της οικίας του οδηγού της μοτοσικλέτας). Όταν πλέον η μοτοσικλέτα εμφανίστηκε αιφνίδια στο πρανές και εισερχόταν στο οδόστρωμα στο παραπάνω ρεύμα χωρίς να σταματήσει ο οδηγός του για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων, ο εναγόμενος οδηγός, αντιλαμβανόμενος την άνευ διακοπής κίνηση της μοτοσικλέτας, χρησιμοποίησε αμέσως την ηχητική συσκευή ώστε ο οδηγός του μοτοποδηλάτου να διακόψει την πορεία του, τροχοπέδησε για να μειώσει ταχύτητα και όταν πλέον είδε ότι το μοτοποδήλατο δεν σταματά την πορεία του, τότε ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση, δεν κατέστη όμως δυνατό αυτό γιατί ο οδηγός της μοτοσικλέτας συνέχιζε την πορεία του σε ευθεία και κάθετα προς τον άξονα του οδοστρώματος και με κατεύθυνση προς το αντίθετο ρεύμα, ήτοι το ρεύμα προς την Άρτα. Ο εναγόμενος οδηγός δεν μπορούσε επιπλέον να προβλέψει ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου ήθελε και θα κατευθυνόταν, χωρίς κανένα έλεγχο, από τη δίοδο από την οποία εξήλθε αιφνίδια, κατ’ ευθείαν προς το ρεύμα προς την Άρτα, γι’ αυτό και ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά. Με την 400/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας ο πρώτος εναγόμενος κηρύχθηκε ένοχος της πράξεως της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας για το θάνατο του προαναφερόμενου οδηγού της μοτοσικλέτας με την αιτιολογία ότι ήταν και αυτός υπαίτιος για τη σύγκρουση των οχημάτων και το επελθόν αποτέλεσμα, κρίνοντας ότι ο κατηγορούμενος έβαινε με υπερβολική ταχύτητα άνω των 90 χιλιομέτρων ανά ώρα, ότι αύξησε ακόμη περισσότερο την ταχύτητά του για να προσπεράσει τον ελκυστήρα και ότι η σύγκρουση έγινε στο αντίθετο ρεύμα κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος προέβαινε σε προσπέρασμα ενός γεωργικού ελκυστήρα. Το ποινικό αυτό δικαστήριο, το οποίο έλαβε υπόψη του και την εκκαλουμένη απόφαση που αναγνώσθηκε, προσκομισθείσα από τους πολιτικώς ενάγοντες, νυν εφεσιβλήτους, ενάγοντες, εκτίμησε εσφαλμένα τα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ δε αυτών την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, ως και την ένορκη μαρτυρική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο, καθόσον, ειδικότερα, ενώ αναφέρει στην αιτιολογία ότι "η κατάθεση αυτή έχει βαρύνουσα αποδεικτική αξία γιατί η προανακριτική του κατάθεση δόθηκε σε σύντομο χρόνο μετά το ατύχημα και θεωρείται το προϊόν αυθόρμητης και ειλικρινούς δηλώσεως του μάρτυρα", εν τούτοις παραβλέπει, χωρίς καμία αιτιολογία και αναφορά, το κατατιθέμενο από το μάρτυρα αυτό ότι είχε ολοκληρωθεί το προσπέρασμα, ο κατηγορούμενος οδηγός είχε επανέλθει στο ρεύμα πορείας του και ότι όταν ο κατηγορούμενος αντελήφθη τη μοτοσικλέτα, τότε ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα για την αποφυγή του ατυχήματος, ενώ δεν υπάρχει κανένα άλλο πειστικό και αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο περί του αντιθέτου. Περαιτέρω εσφαλμένα έκρινε ότι ο κατηγορούμενος έβαινε με ταχύτητα μεγαλύτερη των 90 χιλιομέτρων και ότι για να προσπεράσει τον ελκυστήρα αύξησε ακόμη περισσότερο την ταχύτητά του, είναι δε εσφαλμένη η κρίση αυτή, καθόσον ο κατηγορούμενος (νυν εναγόμενος) δεν έβαινε με ταχύτητα ανώτερη των 70 χιλιομέτρων την ώρα, για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν, ούτε χρειαζόταν να αυξήσει περισσότερο την ταχύτητά του, αφού ο γεωργικός ελκυστήρας είχε μικρή ταχύτητα (20-30 χιλιόμετρα το πολύ), έβαινε στο δεξιό άκρο της οδού και το προσπέρασμα αυτού ήταν ευχερές με την ταχύτητα με την οποία έβαινε. Εξ άλλου η παραπάνω απόφαση είναι και αντιφατική στην αιτιολογία της, γιατί δέχεται ότι "ο οδηγός της μοτοσικλέτας επέδειξε αμελή συμπεριφορά γιατί εξήλθε από την οικία του και εισήλθε στην οδό χωρίς να ελέγξει την κυκλοφορία σ’ αυτή και χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να κάνει αυτό χωρίς κίνδυνο του ιδίου και των λοιπών χρηστών της οδού, με συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και που εκείνη την ώρα επιχειρούσε προσπέραση και βρισκόταν ήδη στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας", αν όμως ο κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη στο αντίθετο ρεύμα λόγω προσπεράσματος που ενεργούσε, η ταχύτητα με την οποία έβαινε, όποια και να ήταν αυτή κατά τη στιγμή του προσπεράσματος, δεν προκάλεσε με πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια αυτή καθ’ εαυτή το ατύχημα, αλλά το γεγονός ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας εξήλθε από παρόδιο ιδιοκτησία και εισήλθε στην επαρχιακή οδό κάθετα και κατ’ ευθείαν προς το αντίθετο ρεύμα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στην οδό που θα εισερχόταν και ειδικά από αριστερά του, αφού είχε σκοπό να κατευθυνθεί προς την Άρτα, ακολουθώντας το παραπάνω αντίθετο ρεύμα. Η τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Π. Κ. είναι εσφαλμένη και αναξιόπιστη, γιατί παραβλέπει τα προαναφερθέντα στοιχεία και μεταξύ αυτών την έκθεση αυτοψίας, σχεδιάγραμμα και την προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα και θεωρεί ως αληθές ότι η σύγκρουση έγινε κατά το προσπέρασμα του γεωργικού ελκυστήρα, ενώ αυτή έγινε αφού είχε ολοκληρωθεί το προσπέρασμα, εκτιμά ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν 117 χιλιόμετρα ανά ώρα, παρά το ότι δεν υπήρξαν ίχνη τροχοπέδησης, ενώ η ταχύτητα του οχήματος με βάση όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία δεν υπερέβαινε τα 70 χιλιόμετρα. Ομοίως και για τους ίδιους λόγους δεν είναι πειστικές και αξιόπιστες οι μαρτυρικές καταθέσεις του ιδίου τεχνικού συμβούλου που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στα 400/2012 πρακτικά συνεδριάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας, αφού αναφέρεται στα ίδια εσφαλμένα στοιχεία της τεχνικής έκθεσης. Κατόπιν όλων των προαναφερομένων και με βάση όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμώμενα κατά τα παραπάνω, έστω και αν κάποια δεν αναφέρθηκαν ειδικά, κρίνεται ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας είναι αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης των οχημάτων και του επελθόντος θανάτου του ιδίου συνεπεία των σοβαρών σωματικών βλαβών που υπέστη, καθόσον οδηγούσε με αμέλεια, ήτοι έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, αφού δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, εξήλθε από παρόδιο ιδιοκτησία και εισήλθε αιφνίδια στον παραπάνω επαρχιακό δρόμο χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα προς ... και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα σ’ αυτά και συγκεκριμένα στον πρώτο εναγόμενο που οδηγούσε το αυτοκίνητό του με κατεύθυνση προς .... Δεν αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός βαρύνεται με υπαιτιότητα, καθόσον οδηγούσε με επιμέλεια στο ρεύμα του, χωρίς υπερβολική ταχύτητα αλλά εντός του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 90 χιλιομέτρων ανά ώρα και συγκεκριμένα με 70 χιλιόμετρα ανά ώρα, μόλις αντελήφθη τη μοτοσικλέτα να εισέρχεται στο ρεύμα του αμέσως χρησιμοποίησε την ηχητική συσκευή, τροχοπέδησε για να μειώσει ταχύτητα και ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση, προέβη δηλαδή σε όλες τις ενέργειες που ενδεικνύονταν για την αποφυγή της σύγκρουσης, δεν κατέστη όμως δυνατό να την αποφύγει λόγω της αιφνίδιας και ανεξέλεγκτης εισόδου του οδηγού της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα, όταν ο πρώτος εναγόμενος βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση και συγκεκριμένα σε απόσταση 20-25 μέτρα περίπου και της κάθετης πορείας του προς το αντίθετο ρεύμα πορείας όπου έγινε η σύγκρουση...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 23-5-2010 έφεση των πρώτου και τρίτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων (καθώς και τον πρόσθετο λόγο έφεσης που ασκήθηκε με τις από 7-3-2013 προτάσεις του πρώτου αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στις 8-3-2013), κατά της πρωτόδικης 601/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε αποφανθεί διαφορετικά, δεχόμενο, εν μέρει, την ένδικη, κατ’ αυτών, από 14-8-2008, αγωγή των αναιρεσειόντων για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς - αδελφού τους Ε. Γ. Σ. και, αφού την εξαφάνισε, κατά το μέρος που έκρινε επί της αγωγής αυτής, δικάζοντας περαιτέρω κατ’ ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις προπαρατιθέμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει παραδοχές που με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις καθιστούν σαφές ότι υπεύθυνος, αποκλειστικά, του επίδικου τροχαίου ατυχήματος είναι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας - θανών. Οι αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές αυτής για την αιφνίδια παρεμβολή, από δεξιά (από χωμάτινη δίοδο και παρόδια ιδιοκτησία), της μοτοσυκλέτας (που οδηγούσε ο θανών) στο ρεύμα πορείας προς ... της επαρχιακής οδού Άρτας - ...ς, όπου ο πρώτος αναιρεσίβλητος κινούνταν κανονικά με επιτρεπόμενη ταχύτητα (που δεν υπερέβαινε τα 70 χιλιόμετρα ανά ώρα) και για το ότι ο τελευταίος, ενώ βρισκόταν 20-25 μέτρα περίπου πριν από τη διασταύρωση, μόλις αντιλήφθηκε τη μοτοσυκλέτα να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας του, αμέσως χρησιμοποίησε την ηχητική συσκευή, τροχοπέδησε για να μειώσει ταχύτητα και ενήργησε τον ενδεδειγμένο, προς τα αριστερά, ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση, στηρίζουν, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, την κρίση του Εφετείου για την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος. Κατά συνέπεια, είναι απαράδεκτες οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, κατά τις οποίες το Εφετείο στην πληττόμενη απόφασή του, 1) δεν αιτιολογεί, α) από πού προκύπτει ότι η ταχύτητα των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου ήταν η "κανονική", αφού δεν παραθέτει σχετικά στοιχεία (συνθήκες οδού κατά το χρόνο του ατυχήματος, διαμόρφωση του εδάφους, κατάσταση και χαρακτηριστικά της οδού, κατάσταση και φορτίο του αυτοκινήτου αυτού, καιρικές συνθήκες και συνθήκες κυκλοφορίας), ενώ η ταχύτητά του ήταν, κατά τους αναιρεσείοντες, τουλάχιστον 150 χιλιόμετρα ανά ώρα, β) γιατί, αν και ο πρώτος αναιρεσίβλητος τροχοπέδησε (χωρίς να αναφέρεται η απόσταση από την οποία αυτός αντιλήφθηκε τη μοτοσυκλέτα) και, στη συνέχεια, προέβη σε αποφευκτικό της σύγκρουσης ελιγμό προς αριστερά, δεν σχηματίστηκαν στο οδόστρωμα ίχνη τροχοπέδησης και γ) πώς υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού της μοτοσυκλέτας - θανόντος που, αφενός μεν, δεν παραχώρησε προτεραιότητα στα κινούμενα στο ρεύμα πορείας προς ... αυτοκίνητα, αφετέρου δε, κατά την κίνησή του στη χωμάτινη δίοδο, "ανέπτυξε ταχύτητα", την οποία και δεν προσδιορίζει, και του επιβλαβούς αποτελέσματος, καθώς το τροχαίο ατύχημα έγινε στο αντίθετο, προς Άρτα, ρεύμα πορείας, 2) δεν αποσαφηνίζει α) από πόση απόσταση ο πρώτος αναιρεσίβλητος αντιλήφθηκε τη μοτοσυκλέτα να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας του, προκειμένου να διαπιστωθεί το "άμεσο" ή μη της αντίδρασής του, β) γιατί ο αποφευκτικός προς αριστερά ελιγμός του κρίθηκε ότι είναι ο ενδεδειγμένος και όχι η κίνηση προς τα εμπρός, όπου ήδη κινούνταν ή ο αποφευκτικός ελιγμός προς τα δεξιά, γ) γιατί θεωρεί "ενδεδειγμένη" την ταχύτητα των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, μολονότι το ατύχημα δεν αποτράπηκε, δ) πώς προσδιόρισε την ταχύτητα αυτή, αν και δεν αποτυπώθηκαν ίχνη τροχοπέδησης στο οδόστρωμα, ε) γιατί το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσιβλήτου, μετά τον αποφευκτικό προς αριστερά ελιγμό του, θα είχε εκτραπεί (περαιτέρω προς αριστερά) και θα είχε εξέλθει από το οδόστρωμα μόνο αν κινούνταν με ταχύτητα ανώτερη των 90 χιλιομέτρων ανά ώρα, ενώ, κατά τους αναιρεσείοντες, τούτο δεν συνέβη, επειδή, λόγω του προσπεράσματος του γεωργικού ελκυστήρα, εισήλθε στο αντίθετο, προς Άρτα, ρεύμα πορείας και κινήθηκε ευθεία μέσα σε αυτό, στ) γιατί οι βλάβες ("κτυπήματα") στο μπροστινό δεξιό φτερό του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εξαιτίας της σύγκρουσής του με τη μοτοσυκλέτα, είναι συμβατές με την είσοδό του στο πιο πάνω ρεύμα πορείας με πλάγια, προς αριστερά, κίνησή του και όχι με ευθεία κίνησή του στο ρεύμα αυτό, ζ) γιατί ο προαναφερόμενος αποφευκτικός, προς αριστερά, ελιγμός ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί μόνο με ταχύτητα 70 χιλιομέτρων ανά ώρα και όχι με μεγαλύτερη (τουλάχιστον 90 χιλιομέτρων ανά ώρα), η) γιατί το ένστικτο τροχοπέδησης του πρώτου αναιρεσιβλήτου θα λειτουργούσε με ταχύτητα 90 χιλιομέτρων ανά ώρα και δεν λειτούργησε με την ταχύτητα των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, θ) γιατί θα αποτυπώνονταν ίχνη τροχοπέδησης στο οδόστρωμα μόνο αν το αυτοκίνητο του ίδιου αναιρεσιβλήτου κινούνταν με ταχύτητα άνω των 90 χιλιομέτρων ανά ώρα και ι) γιατί, αν και ο αναιρεσίβλητος αυτός προέβη, για να αποφύγει τη σύγκρουση, σε τροχοπέδηση του αυτοκινήτου του, δεν αποτυπώθηκαν στο οδόστρωμα ίχνη από την τροχοπέδηση, έστω και με ταχύτητα 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, σύμφωνα με τη λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας και 3) α) δέχεται αντιφατικά ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου ήταν μόλις 70 (αντί τουλάχιστον 150) χιλιόμετρα ανά ώρα που όμως δεν συνάδει, σύμφωνα με τη λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με όσα προκλήθηκαν από τη σύγκρουση, όπως αυτά προεκτέθηκαν, β) αν και, αρχικά, δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος τροχοπέδησε "αμέσως" για την αποφυγή της σύγκρουσης και ότι δεν αποτυπώθηκαν στο οδόστρωμα ίχνη τροχοπέδησης, ακολούθως αναφέρει ότι αυτός "έβαινε με κανονική ταχύτητα 70 περίπου χιλιομέτρων ανά ώρα", όπως την ταχύτητα αυτή "υποδηλώνει το γεγονός ότι μετά τη σύγκρουση δεν έχουν αποτυπωθεί ίχνη τροχοπεδήσεως στην απόσταση από το πιθανό σημείο σύγκρουσης μέχρι το σημείο όπου το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε...", ενώ δεν είναι δυνατό και να τροχοπέδησε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, και μάλιστα αμέσως με ταχύτητα 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, και να μην αποτυπώθηκαν από την εν λόγω τροχοπέδηση ίχνη της, αλλά αυτός, κατά τους αναιρεσείοντες, κινούμενος με ταχύτητα τουλάχιστον 150 χιλιομέτρων ανά ώρα, δεν τροχοπέδησε και γ) μολονότι δέχεται ότι οι παραλείψεις του μοτοσυκλετιστή να ελέγξει και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα αυτοκίνητα που κινούνταν στην επαρχιακή οδό Άρτας - ...ς αφορούν την κίνηση αυτών στο ρεύμα πορείας προς ... και ότι η επίδικη σύγκρουση έγινε στο αντίθετο, προς Άρτα, ρεύμα πορείας, στη συνέχεια, κρίνει, αντιφατικά, ότι οι παραλείψεις αυτές συνδέονται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα που επήλθε. Οι αιτιάσεις αυτές είναι, ειδικότερα, αλυσιτελείς, διότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο (πόρισμα) σαφώς εκτίθεται στην απόφαση και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται, επιπλέον, σ’ αυτήν τα εν λόγω στοιχεία που οι αναιρεσείοντες παραθέτουν και θεωρούν ότι είναι απαραίτητα, ανεξάρτητα από το ότι ορισμένα από αυτά μνημονεύονται στην απόφαση. Ως εκ τούτου, ο παρών έβδομος (και τελευταίος) λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως προς τους πρώτο έως και τέταρτο των αναιρεσειόντων, ενώ οι τελευταίοι που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, με την επισήμανση ότι, λόγω του αντικειμένου της διαφοράς, δεν παρίστατο ανάγκη εκπροσώπησης των αναιρεσιβλήτων με διαφορετικούς δικηγόρους. Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχουν καταθέσει όλοι οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκήθηκε από την πέμπτη αναιρεσείουσα, ως προς την οποία η συζήτησή της κηρύχθηκε απαράδεκτη (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 60/2014).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20 Απριλίου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-4-2015 αίτησης των Ι. Γ. Σ. κ.λπ. για αναίρεση της 6494/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την πέμπτη αναιρεσείουσα Μ. Σ. - Κ..
Διατάζει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτήν.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την πιο πάνω αναίρεση ως προς τους υπόλοιπους αναιρεσείοντες.
Και
Καταδικάζει τους πρώτο έως και τέταρτο των αναιρεσειόντων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ