1953/2014 · 1953/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI generatedΑπόφαση 1953 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1953/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κ...
Headnote / Official Regeste
AI generatedFull Text of the Judgment · 1953/2014
Απόφαση 1953 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1953/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Ν. κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Β. του Ε., κατοίκου ..., 2. Μ. Ε. κατοίκου ... και 3. Γ. Ν. κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Καρπούζη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 272/2012 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-8-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος , ανέγνωσε την από 12-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης ως απαράδεκτη, άλλως αν δηλαδή αυτή είναι παραδεκτή, την απόρριψή της ως αβάσιμης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ορίζεται ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι, αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανιστεί, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο δικηγόρος που υπέγραψε την κλήση για συζήτηση ήταν εφοδιασμένος με πληρεξουσιότητα, και, σε καταφατική περίπτωση, η συζήτηση χωρεί παραδεκτά. Ειδικότερα, αν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων, αν αυτός δεν εμφανιστεί προσηκόντως στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ερευνάται, αν ο δικηγόρος, ο οποίος υπογράφει την αίτηση αναίρεσης και την κλήση και δίδει την συναφή εντολή για επίδοσή της στον αναιρεσίβλητο, διαθέτει την σχετική πληρεξουσιότητα. Στην υπό κρίση περίπτωση, με επίσπευση του αναιρεσείοντος (βλ. προσκομιζόμενες 3710 Β, 3701 Β, 3704 Β/11-10-2013, 9-10-2013 και 10-10-2013, εκθέσεις επίδοσης των Δικαστικών Επιμελητών Κορίνθου Α. Κ. και Γ. Β., αντίστοιχα, φέρεται προς συζήτηση η από 2-8-2013 αίτησή του, προς αναίρεση της 272/2012 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, και 215/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. 'Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ο αναιρεσείων δεν παρέστη νομίμως, εφ' όσον δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αλλά εμφανίστηκε αυτοπροσώπως (χωρίς να έχει την δικηγορική ιδιότητα). Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει, ότι: α) το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, όπως και την παραγγελία για επίδοσή της στους αναιρεσίβλητους και κλήση για τη συζήτηση της υπόθεσης, υπογράφει ο δικηγόρος Γεώργιος Δημ. Σκούτας. 'Όπως δε προκύπτει, από την από 7-8-2013 αίτηση-έκθεση-εμφάνισης στο κατάστημα του Δικαστηρίου τούτου, προκειμένου να προσδιορισθεί για συζήτηση η πιο πάνω αίτηση, εμφανίστηκε ο ίδιος δικηγόρος, μετά του αναιρεσείοντος. Επομένως υφίσταται σχετική πληρεξουσιότητα του παραπάνω δικηγόρου (άρθρ. 96 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), και η συζήτηση πρέπει να χωρήσει, περαιτέρω παρά την (δικονομική) απουσία του αναιρεσείοντος.
ΙΙ. Εισάγεται αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε αξίωση του ήδη αναιρεσείοντος από προβαλλόμενη από μέρους του, αδικοπρακτική συμπεριφορά των αντιδίκων του.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 566 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν με το ίδιο αναιρετήριο, προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Δηλαδή η αναίρεση πρέπει να κατατεθεί σε πρωτότυπο και στις δύο γραμματείες των παραπάνω δικαστηρίων. Η παράβαση της διατάξεως αυτής συνεπάγεται την απόρριψη της αναίρεσης ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 1573/2010, ΑΠ 1760/2005). Στην κρινόμενη περίπτωση, η αίτηση αναίρεσης στρέφεται και κατά της 215/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, χωρίς, όμως, να προκύπτει ότι έχει κατατεθεί στη Γραμματεία του πιο πάνω Δικαστηρίου. Κατά ταύτα, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. IV O αναιρεσείων με το κρινόμενο αναιρετικό δικόγραφο: α) κάνει λεπτομερή ανασκόπηση της πορείας της υπόθεσης και των προ αυτής σχέσεων των διαδίκων μερών, β) παραθέτει, κατά λέξη, το περιεχόμενο των προτάσεών του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, γ) μνημονεύει εκτενώς το περιεχόμενο προηγούμενης αίτησης αναίρεσής του, η οποία απορρίφθηκε, δ) μνημονεύει, ωσαύτως, προηγούμενη αγωγή αντιδίκων του ε) κάνει λεπτομερή μνεία των σκέψεων της 289/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, με την οποία διατάχθηκε η επανεγκατάστασή του σε μίσθιο ακίνητο, στ) αναφέρεται, ωσαύτως, λεπτομερώς, στην αγωγή ώστε "να καταδειχθεί ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως με αριθμό 215/2009 ...", ζ) επιπρόσθετα, εκθέτει αναλυτικά το περιεχόμενο της έφεσής του. Συνακόλουθα δε, πλήττει την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, η οποία έκρινε ως ακολούθως: "...Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 18-10-2007 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου ισχυρίστηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου την από 20-06-2002 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 283/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, η οποία επικυρώθηκε από την υπ' αριθμ. 68/2006 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, δικάσαντος ως εφετείου. Ότι με αυτήν υποχρεώθηκε να παραδώσει το αναφερόμενο στην αγωγή μίσθιο ακίνητο στον πρώτο εναγόμενο, λόγω, ιδιόχρησης, επειδή κρίθηκε ότι αυτός υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση λόγω μεταβίβασης του μισθίου ακίνητου σ' αυτόν. Ότι τόσο το πρωτοβάθμιο, όσο και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έσφαλαν, διότι δεν διευκρινίζεται ο χρόνος και η αιτία μεταβίβασης του μισθίου ακινήτου στον πρώτο εναγόμενο, ώστε να έχει δικαίωμα καταγγελίας της μισθώσεως, παρότι προβλήθηκε σχετική ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, για το λόγο δε αυτό έχει εκδοθεί θετική εισήγηση στην αίτηση αναίρεσης που έχει ασκήσει. Ότι επιπλέον έσφαλε, επειδή δεν αναφέρεται στην απόφαση αν είχε λήξει ο συμβατικός χρόνος και είχε παρέλθει τριετία από την έναρξη της μίσθωσης, αν ήταν αληθής ο λόγος της καταγγελίας, καθώς και αν θα χρησιμοποιούσε ο πρώτος εναγόμενος το μίσθιο σύμφωνα με το λόγο της καταγγελίας, ενώ παράλληλα απέρριψε σιωπηρώς την προβληθείσα από αυτόν ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ. Ότι περαιτέρω σε βάρος του πρώτου εναγόμενου έχει ασκηθεί αγωγή από τους .... με την οποία ζητούν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του συμβολαίου μεταβίβασης του ένδικου μισθίου σ' αυτόν, διότι έλαβε χώρα με αυτοσύμβαση μετά το θάνατο της παρέχουσας την πληρεξουσιότητα δικαιοπαρόχου του. Ότι παρότι ο τελευταίος έλαβε γνώση των λόγων αναίρεσης, έδωσε εντολή, μετά την απόρριψη της σχετικής αίτησης αναστολής από τον Άρειο Πάγο, για εκτέλεση της απόφασης, με αποβολή και εγκατάσταση και την κατάσχεση και πλειστηριασμό των κινητών πραγμάτων (φαρμάκων) που υπήρχαν στο μίσθιο, για δικαστική δαπάνη 50 €, παρότι αυτά δεν μπορούσαν να μεταβιβαστούν στον οποιονδήποτε. Ότι αυτά εκπλειστηριάστηκαν και κατακυρώθηκαν στον επισπεύδοντα -πρώτο εναγόμενο, παρά τις σχετικές αντιρρήσεις του που προέβαλε κατά την διάρκεια του πλειστηριασμού, λόγω της συγγενικής σχέσης της τελευταίας με τον πρώτο εναγόμενο. Ότι με δόλο ενεργούντες άπαντες οι εναγόμενοι, σε εκτέλεση των υπ' αριθμ. 286/2006 και 201/2006 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, επέβαλαν κατάσχεση του αναφερόμενου στην αγωγή ακινήτου ιδιοκτησίας του, για την ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεώς τους κατ' αυτού για δικαστική δαπάνη ποσού (970+970=) 1.940 ευρώ. Ότι, εξαιτίας της παραπάνω συμπεριφοράς των εναγομένων, προσβλήθηκε παράνομα η προσωπικότητα αυτού, ως ανθρώπου και ως φαρμακοποιού στην περιοχή του Λουτρακίου από το έτος 1978, με αποτέλεσμα να υποστεί ηθική βλάβη, αφού εμφανιζόταν στους συμπολίτες του ως άνθρωπος στον οποίο επιδίδονται συνέχεια έγγραφα από δικαστικό επιμελητή, εκτελέστηκε απόφαση αποβολής του από το ως άνω μίσθιο ακίνητο -φαρμακείο, κατασχέθηκαν τα φάρμακά του, καθώς και η μοναδική του οικία για ικανοποίηση απαιτήσεως από δικαστικά έξοδα, γεγονότα που είχαν δυσμενή οικονομικό και κοινωνικό αντίκτυπο, ενώ μάλιστα ο ίδιος άσκησε αιτήσεις με τις οποίες ζήτησε την αναστολή της εκτέλεσης των σε βάρος του αποφάσεων και τη διόρθωση του προγράμματος πλειστηριασμού. Με βάση το πιο πάνω ιστορικό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να του καταβάλουν έκαστος το ποσό των 300.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παραπάνω παράνομη συμπεριφορά τους, με το νόμιμο τόκο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο δεν είναι νόμιμη, διότι δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία των εναγομένων, για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και ακολούθως την απέρριψε, καταδικάζοντας τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα των εναγομένων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα με την έφεσή του ο ενάγων για τους αναφερόμενους λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνισή της , με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης για τη θεμελίωση αξίωσης από αδικοπραξία για αποζημίωση, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία (άρθρα 299 και 932 ΑΚ) απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις, α) πράξη ή παράλειψη του δράστη που είναι παράνομη δηλαδή να αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου που απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, β) η πράξη ή παράλειψη να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του δράστη, ακόμα και ελαφρά, γ) ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη) και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ, και υφίσταται όταν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ικανή να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψής της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού). Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Εξ άλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας ...
Η αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι με τα εκτιθέμενα σε αυτήν πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετείται αδικοπρακτική ή προσβλητική συμπεριφορά της προσωπικότητας του ενάγοντος εκ μέρους των εναγόμενων, ώστε να επέρχεται ως έννομη συνέπειά της η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης. Ειδικότερα η επιβολή κατάσχεσης για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης για δικαστικά έξοδα, με βάση τις εκδοθείσες αποφάσεις (283/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, που κατέστη τελεσίδικη με την 68/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου), καθώς και ενδεχόμενες πλημμέλειες κατά την διάρκεια της αναγκαστικής εκτέλεσης για την απόδοση του μισθίου, που έγινε με βάση τις παραπάνω αποφάσεις δεν στοιχειοθετούν παράνομη δραστηριότητα άνευ άλλου τινός, ούτε είναι από μόνα τους ικανά στοιχεία να οδηγήσουν αιτιωδώς στην επικαλούμενη από τον ενάγοντα προσβολή της προσωπικότητάς του, έτσι ώστε να υποστεί την επικαλούμενη ηθική βλάβη και να δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Στην αγωγή δεν αναφέρεται, πέραν των παραπάνω πραγματικών γεγονότων της διαδικασίας της εκτέλεσης των αποφάσεων, ποια είναι η παράνομη και υπαίτια ενέργεια των εναγομένων ή η παράλειψή τους, ποιο είναι το ζημιογόνο γεγονός που προσέβαλε την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος και ποιος είναι ο αιτιώδης σύνδεσμος που συνδέει το γεγονός της προσβολής με τη ζημία του ενάγοντος. Εξάλλου, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή και την επιτρεπτή επισκόπηση της δικογραφίας προέκυψε ότι με την από 19-5-2006 αίτηση αναστολής εκτέλεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο ενάγων ζήτησε την αναστολή της εκτέλεσης των παραπάνω αποφάσεων σε βάρος του, εωσότου εκδοθεί απόφαση επί της αναιρέσεως που άσκησε ο ίδιος κατ' αυτών. Πράγματι αρχικά του χορηγήθηκε αναστολή της εκτέλεσης με την 201/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου για χρονικό διάστημα δύο μηνών. Στη συνέχεια ζητήθηκε από τον ενάγοντα νέα αναστολή της εκτέλεσης, η οποία όμως απορρίφθηκε με την 286/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Επί νέας αιτήσεως αναστολής, εκδόθηκε η 99/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, που την απέρριψε, αφού είχε ήδη συντελεσθεί η εκτέλεση της απόφασης του εφετείου για την απόδοση του μισθίου. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι επί της από 18-5-2006 αναιρέσεως του ενάγοντος, εκδόθηκε η 1879/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποίο την απέρριψε ως αβάσιμη. Σύμφωνα με τα παραπάνω η εκτέλεση των αποφάσεων σε βάρος του ενάγοντος ήταν νόμιμη, αφού αυτές είχαν περιαφεί τον εκτελεστήριο τύπο και τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες προθεσμίες για την εκτέλεσή τους". Συναφώς, προβάλλεται: 1) 'Ότι το Εφετείο "παραβίασε τους ορισμούς του νόμου και δη των κανόνων ουσιαστικού δικαίου ...". Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αόριστος και εντεύθεν, απαράδεκτος εφ' όσον: α) δεν αναφέρεται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (Ολ. ΑΠ 18/2005, ΑΠ 113/2011), β) δεν αναφέρεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα και η επίδραση που είχε αυτό στο διατακτικό της υπόθεσης (Ολ. ΑΠ 32/1996, ΑΠ 495/2010). Άρα, ο με στοιχείο Α λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. 2) 'Οτι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την με αριθμό 289/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, με την οποία διατάχθηκε η επανεγκατάστασή του στο μίσθιο (αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.). 'Όμως "πράγματα", δεν αποτελούν οι δικαστικές αποφάσεις, αλλά μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1798/2008). Άρα και ο με στοιχείο β λόγος είναι απαράδεκτος 3) Ότι το "δικαστήριο δεν εκτίμησε δεόντως την με αριθμό 289/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, η οποία ουσιαστικά ακύρωσε όλον τον προηγούμενο δικαστικό αγώνα .." (προβαλλόμενη, αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ.). 'Όμως το Εφετείο έκρινε, πως καλώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη και άρα, ουδόλως καθιδρύεται ο παραπάνω λόγος, που προϋποθέτει απόφαση για την ουσία της διαφοράς (ΑΠ 376/2008, ΑΠ 381/2008, ΑΠ 2031/2007). Άρα και ο με στοιχείο Γ λόγος της αναίρεσης, είναι απαράδεκτος. 4) με τους με στοιχεία Δ, Ε, ΣΤ, Ζ και Η λόγους, ο αναιρεσείων, χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια, προβάλλει, πως ".. με βάση την απόφαση 289/2008 αποδεικνυόταν περίτρανα η προσβολή την οποία υπέστην ...", "... δεν ήταν βάσιμη η αγωγή του αντιδίκου μου με την οποία επέτυχε την έκδοση αποφάσεως ... περί ιδιοχρησιμοποιήσεως του επιδίκου ...", "... υπήρχε συνεπώς δόλος και υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου συνεπικουρουμένου προς τούτο από τους άλλους δύο εναγομένους ...", "... και μόνο η ανάγνωση της με αριθμό 289/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κορίνθου θα έλυνε κάθε νομικό ζήτημα έπρεπε το πρωτόδικο και το δευτεροβάθμιο ... να κάνουν δεκτή την αγωγή μου .." "δεν είναι απλώς πλημμέλεια η αναγκαστική κατάσχεση φαρμάκων αν δεν συνοδεύεται από έτερα έγγραφα ...", ".. ήταν η μέγιστη προσβολή σε βάρος της τιμής, υπολήψεως και προσωπικότητάς μου ...". Άπαντα, όμως, τα παραπάνω, αναφέρονται σε περιστατικά και εκτιμήσεις για την ουσία της υπόθεσης και δεν προβάλλονται παραδεκτά (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), στο παρόν δικαστήριο.
Συνεπώς, οι πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι (στοιχ. Δ' έως και Η) είναι απαράδεκτοι. Σημειώνεται εδώ, πως η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στις 1-11-2007, όπως προκύπτει από την επισκόπηση τής (άρθρ. 561παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ενώ η αναφορά στην παραπάνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, αφορά το έτος 2008, οπότε και εκδόθηκε η τελευταία, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο. Συνακόλουθα πρέπει: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, β) να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 180, 183 Κ.Πολ.Δ.), γ) να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (καταθ. αίτησης αναίρεσης στις 7-8-2013) στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 12 παρ. 2 Ν.4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-8-2013 αίτηση του Δ. Μ. του Ν. κατά των 272/2012 και 215/2009 αποφάσεων του Εφετείου Ναυπλίου και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, αντίστοιχα.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος την δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων από χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ