Legislator Case Law & Legislation
1953/2008 AI generated

1953/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1953/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1953 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1953/2008

Legislator headnote

AI generated

1953/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1953 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1953/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1953 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1953/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Καλαφάτη.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Μακρυγιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5347/1996 μη οριστική, 7232/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8221/2004 προδικαστική, 8344/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-1-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 5-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 3-1-2006 αίτηση της Χ για αναίρεση των 8344/2006 οριστικής και 8221/2004 προδικαστικής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ. β' ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα",κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και οι λόγοι έφεσης. Αντιθέτως δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια της παραπάνω διάταξης οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης καθώς και τα πραγματικά επιχειρήματα, δηλαδή οι αιτιολογίες που αποβλέπουν αμέσως στην υποστήριξη ή απόκρουση πραγματικών ισχυρισμών και δεν αποτελούν την προϋπόθεση της εφαρμογής κάποιου κανόνα δικαίου. Στην υπόθεση που κρίνεται με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε απορριπτέα ως αβάσιμη η ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας περί αναγνώρισης του κληρονομικού της δικαιώματος επί της αναφερόμενης σ' αυτήν περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της, κατά παραδοχή, ως βάσιμης ,ένστασης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τους αναφερόμενους στο λόγο αυτό ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τους οποίους από το έτος 1961 έως το έτος 1993 αυτή πραγματοποίησε τις αναφερόμενες πέντε αποδοχές της κληρονομίας του πατέρα της, γεγονός που αποδεικνύει τόσο την ανάμειξή της στην κληρονομία εκείνου και τη βούλησή της να κληρονομήσει το ένα τρίτο της κληρονομιαίας περιουσίας του, όσο και τη γνώση του αντιδίκου της ότι επιδίωκε από το έτος 1961 να ασκήσει την αξίωσή της αυτή. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά, κατά μεν το μέρος που αναφέρεται στις αποδοχές της πατρικής κληρονομίας από την αναιρεσείουσα , άρνηση της περί καταχρηστικότητας της ένδικης αξίωσης ένστασης του εναγομένου, κατά δε το μέρος που αναφέρεται στον σκοπό και στα αποτελέσματα που είχαν οι αποδοχές αυτές της κληρονομίας, πραγματικά επιχειρήματα που αποβλέπουν στην απόκρουση της ανωτέρω ένστασης του εναγομένου και όχι την προϋπόθεση της εφαρμογής κάποιου κανόνα δικαίου.

Συνεπώς, η μη λήψη αυτών υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, δεν ιδρύει τον από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, γιαυτό και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Επειδή, με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρ.559 αριθ.8βΚΠολΔ,ψέγεται το δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τον οποίο η εν λόγω διάδικος είναι, από της επαγωγής της επίδικης κληρονομίας, εκ του νόμου νομέας της κληρονομιαίας ακίνητης περιουσίας, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, ο αντίδικός της θεωρείται από το νόμο ότι κατέχει την μερίδα της αυτή επ' ονόματί της και ότι δε μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτής αποσβεστική παραγραφή ή έκτακτη χρησικτησία πριν να καταστήσει γνωστό σ' εκείνη ότι νέμεται μείζον της μερίδας του. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον με την πληττόμενη απόφαση απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή κατά παραδοχή ένστασης του εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης και όχι κατά παραδοχή ένστασης αυτού περί παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας ή περί κτήσης ιδίας κυριότητας επί των επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν" και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, Α και Β και ανταπόδειξης Γ και Δ, οι οποίες περιέχονται στην προσκομιζόμενη 1216/2001 εισηγητική έκθεση, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, και τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο πέντε αποδοχές κληρονομίας καθώς και την κατάθεση της μάρτυρος, Β, που ρητώς μάλιστα μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του για τη βασιμότητα την ένστασης του ήδη αναιρεσιβλήτου, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη το ανωτέρω αποδεικτικό στοιχείο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την άποψη του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια την οποία αυτός αποδίδει στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται, με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής. Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και μόνον ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο και εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, διότι, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αρκείται, για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου αυτού, σε αναφορά περιστατικών τα οποία κατέθεσε η μάρτυρας του αναιρεσιβλήτου(σε αποσπάσματα από την κατάθεσή της ενώπιον του Εισηγητή), που θα μπορούσαν ίσως να οδηγήσουν στην πεποίθηση αυτού ότι η ενάγουσα δεν θα ασκήσει το κληρονομικό της δικαίωμα, χωρίς όμως να αναφέρει, στην απόφαση, εάν όντως δημιουργήθηκε η πεποίθηση αυτή στον εναγόμενο και μάλιστα ευλόγως και εάν η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και μάλιστα με δεδομένες τις προ της άσκησης του ενδίκου δικαιώματος ενέργειές της ενάγουσας για την απόκτηση της κληρονομίας που της αναλογεί, όπως πέντε αποδοχές της κληρονομίας. Δεν αναφέρονται όμως ,στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, τα οποία είναι θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο της ανωτέρω ένστασης, ώστε, ενόψει αυτών, να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που του αποδίδεται το οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3 -1-2006 αίτηση της Χ για αναίρεση των 8344/2006 οριστικής και 8221/2004 προδικαστικής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ