1953/2006 · 1953/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI generatedΑπόφαση 1953 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1953/2006 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ΄ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Δημήτριο Πατιν...
Headnote / Official Regeste
AI generatedFull Text of the Judgment · 1953/2006
Απόφαση 1953 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1953/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοφανώ Παπαζήση.
Των προσθέτως παρεμβάντων: 1. Χ1 και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κοινοποιουμένης της αναίρεσης προς τον: Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 32800/2004 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης (διαδικασία Εκουσίας Δικαιοδοσίας), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30514/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1645/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 11 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος-καθού η πρόσθετη παρέμβαση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 803 ΚΠολΔ, κατά της απόφασης που υποβάλλει ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση, διορίζει τον δικαστικό συμπαραστάτη, καθορίζει την έκταση των περιορισμών που επιβάλλονται στον συμπαραστατούμενο ή τροποποιεί το είδος και την έκταση της δικαστικής συμπαράστασης, ή που αρνείται την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση και το διορισμό δικαστικού συμπαραστάτη, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν ένδικα μέσα όλα τα πρόσωπα που έλαβαν μέρος στη διαδικασία σύμφωνα με το νόμο (παρ. 1). Παρέμβαση ή τριτανακοπή μπορούν να ασκήσουν μόνο τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να ζητήσουν την υποβολή του προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση (παρ. 2). Τα πρόσωπα αυτά ορίζονται στο άρθρο 1667 ΑΚ, όπως ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 2447/1996. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή η δικαστική συμπαράσταση αποφασίζεται από το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του ιδίου του πάσχοντος ή του συζύγου του, εφόσον υπάρχει έγγαμη σημείωση ή των γονέων ή των τέκνων ή του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως. Στην περίπτωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 1666, την αίτηση μπορεί να υποβάλλει και ο επίτροπος του ανηλίκου. Όταν το πρόσωπο πάσχει αποκλειστικά από σωματική αναπηρία, το δικαστήριο αποφασίζει μόνο ύστερα από αίτηση του ιδίου. Με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1667 ΑΚ ορίζονται τα πρόσωπα τα οποία νομιμοποιούνται για την κίνηση της διαδικασίας της δικαστικής συμπαραστάσεως, των οποίων ο κύκλος είναι περιορισμένος, με την έννοια ότι πέρα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα ως άνω πρόσωπα, κανένα άλλο πρόσωπο, όπως συγγενής, δεν νομιμοποιείται σε υποβολή αίτησης για την κήρυξη σε δικαστική συμπαράσταση του πάσχοντος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1672 ΑΚ, το δικαστήριο, μπορεί οποτεδήποτε πριν ή και μετά την έναρξη της διαδικασίας για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, να διορίσει, με αίτηση ενός από τα πρόσωπα του άρθρου 1667 ΑΚ ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι νομιμοποιούμενα πρόσωπα για την άσκηση αίτησης αλλά και παρέμβασης στο δικαστήριο για το διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη, κατ΄ άρθρο 1672 ΑΚ, είναι αποκλειστικά τα οριζόμενα στο άρθρο 1667 ΑΚ πρόσωπα. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τα ακόλουθα : Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης με αίτησή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ζήτησε να τεθεί ο Χ1 , σε καθεστώς μερικής επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης για τις δικαιοπραξίες που αναφέρονται σ΄ αυτή, επειδή πάσχει από μέτρια νοητική υστέρηση με διαταραχές συμπεριφοράς, καθώς και να διορισθεί προσωρινά και οριστικά δικαστικός συμπαραστάτης ο αναιρεσείων .... , θείος από μητρική γραμμή του πάσχοντος. Ο αναιρεσείων, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως στο πιο πάνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, άσκησε παρέμβαση, με την οποία ζήτησε να τεθεί ο Χ1 σε καθεστώς μερικής επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης και να διοριστεί ο ίδιος δικαστικός συμπαραστάτης αυτού. Επί των παραπάνω αιτήσεως και παρεμβάσεως εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 20341/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, η ασκηθείσα παρέμβαση του αναιρεσείοντα και διατάχθηκε, για την ουσιαστική έρευνα της αιτήσεως και ειδικότερα για τη διαπίστωση της πνευματικής υγείας του Χ1 ιατρική πραγματογνωμοσύνη, ακολούθως δε, μετά τη διενέργεια αυτής, εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 30164/2004 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αίτηση, τέθηκε σε καθεστώς μερικής επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης ο πάσχων και διορίσθηκε, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του τελευταίου, ως προσωρινή δικαστική συμπαραστάτριά του η Χ2 ξαδέλφη αυτού από πατρική γραμμή. Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το λόγο της εφέσεως που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με το να δεχθεί, όπως και πρωτοδίκως, ότι ο αναιρεσείων δεν ενομιμοποιείτο ενεργητικά να ασκήσει παρέμβαση, καθόσον, ως εκ της ιδιότητάς του ως θείος του πασχόντος, δεν ενέπιπτε στα δικαιούμενα από τα άρθρα 802 παρ. 2 ΚΠολΔ, και 1667 ΑΚ, πρόσωπα, για την άσκηση παρεμβάσεως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1667 ΑΚ, εφόσον δέχθηκε ότι στα αναφερόμενα περιοριστικώς σ΄ αυτή πρόσωπα δεν καταλέγεται και ο θείος του υπό δικαστική συμπαράσταση προσώπου, που τυγχάνει εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού και ενισχύει την αίτηση του αιτούντος Εισαγγελέα, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναιρείται η απόφαση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή των κανόνων που ρυθμίζουν τα όργανα και τη διαδικασία παροχής έννομης προστασίας, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά την πιο πάνω διάταξη και αν προβληθεί τέτοιος λόγος πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1674 ΑΚ, το δικαστήριο προκειμένου να αποφασίσει την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση και το διορισμό δικαστικού συμπαραστάτη, καθώς και όταν πρόκειται να διορίσει προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη, συνεκτιμά την έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας σχετικά με την αναγκαιότητα του μέτρου και την καταλληλότητα του προσώπου που πρόκειται να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης ή του σωματείου ή του ιδρύματος στα οποία πρόκειται να ανατεθεί η δικαστική συμπαράσταση. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, προκειμένου να διορίσει προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη, αλλά συνεκτιμάται από αυτά. Αλλά και περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παράγρ. 4 του ν. 2521/1997, τα οριζόμενα στο άρθρο 1646 παράγρ. 2 ΑΚ και στο άρθρο 796 παράγρ. 3 ΚΠολΔ, ισχύουν και στην περίπτωση του άρθρου 1674 ΑΚ, όπου ο νόμος απαιτεί την υποβολή στο δικαστήριο και την υποχρεωτική συνεκτίμηση από αυτό έκθεσης της κοινωνικής υπηρεσίας. Στην περίπτωση αυτή αν η έκθεση δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα, το δικαστήριο δικάζει χωρίς έκθεση. Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι με τη διάταξη του άρθρου 1674 ΑΚ, καθιερώνεται υποχρέωση του δικαστηρίου για τη συνεκτίμηση της προβλεπόμενης έκθεσης της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας προκειμένου να αποφασίσει το δικαστήριο την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση και το διορισμό δικαστικού συμπαραστάτη ή προσωρινού, σχετικά με την αναγκαιότητα του μέτρου και την καταλληλότητα του προσώπου που πρόκειται να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης ή του σωματείου ή του ιδρύματος στα οποία πρόκειται να ανατεθεί η δικαστική συμπαράσταση. Επομένως πρόκειται για δικονομική διάταξη, η παράβαση της οποίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αφού η έλλειψη της έκθεσης της κοινωνικής υπηρεσίας στη δίκη για το διορισμό του δικαστικού συμπαραστάτη δεν συνιστά λόγο για την ουσιαστική απόρριψη της σχετικής αιτήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, προβάλλει, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ΄ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1674, δέχθηκε ότι παραδεκτώς εχώρησε, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αίτησης για το διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη του πάσχοντος, παρότι έλλειπε η έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας. Σύμφωνα, όμως με τα προαναφερθέντα, η διάταξη του άρθρου 1674 ΑΚ είναι δικονομική και επομένως η παραβίασή της δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1κπολδκ και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης που αναφέρεται στην πλημμέλεια της διάταξης αυτής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, προβάλλοντας ότι με την απόρριψη της παρεμβάσεώς του και κατά το αίτημά της όπως αυτός διορισθεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης παραβιάσθηκε ο κανόνας του άρθρου 68 ΚΠολΔ, με το να δεχθεί ότι λείπει το έννομο συμφέρον του παρεμβάντος. ΄Όμως ο λόγος αυτός πρέπει, προεχόντως, να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διαλαμβάνεται σ΄ αυτή ενόψει περί απορρίψεως της παρεμβάσεως του αναιρεσείοντος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος αυτού.
IV. Ακολούθως τούτων η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Μετά δε την απόρριψη της αναιρέσεως η ασκηθείσα με ίδιο δικόγραφο, στην παρούσα δίκη, πρόσθετη παρέμβαση του πάσχοντος Χ1 και της διορισθείσας προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτριας Χ2 με την οποία ζητούν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, πρέπει, κατά το μέρος της που ασκείται από μεν την προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια να απορριφθεί για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, επειδή, όπως προελέχθη, αυτή δεν εμπίπτει στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1667 ΑΚ, κατά το μέρος της δε που ασκείται από τον ως ανωτέρω πάσχοντα Χ1 πρέπει να απορριφθεί για έλλειψη εννόμου συμφέροντος αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-2-2006 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 1645/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την από 21-8-2006 πρόσθετη παρέμβαση των Χ1 και Χ2.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ