1952/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1952/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδάφ.
Full text
Απόφαση 1952 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1952/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε για παράβαση νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι το αναιρεσείον παραιτείται από τον τρίτο λόγο της από 30-9-2015 αιτήσεώς του για αναίρεση της 922/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 2) Ε. - Ζ. Π. του Β., πρώην συζ. Χ. Π., κατοίκου ..., 3) Β. Π. του Χ., 4) Χ. Π. του Χ., 5) Α. Π. του Χ., κατοίκων ..., 6) α. Ε. - Ζ. Π., πρώην συζ. Χ. Π. και β. Α. Γ., κατοίκων ..., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Α. - Μ. Γ. και 7) Α. χας Β. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 4-12-2012 (αρ. εκθ. καταθ. .../2012, ...2012) και 17-12-2012 (αρ. εκθ. καταθ. ...2012) παρεμπίπτουσες αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και με αγωγές και παρεμπίπτουσες αγωγές άλλων προσώπων και ασφαλιστικών εταιρειών, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2569/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 922/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-9-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 13-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί, κατά ένα μέρος, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η συζήτηση της υπόθεσης. Η δήλωση αυτή, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης. Επομένως, η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της ένδικης αίτησής του, ως προς τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, που έγινε πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, είναι σύννομη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης, αλλά μόνο ως προς το λόγο αυτόν της αναίρεσης, που θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, κατά τις διατάξεις των άρθρων 295 παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ (ΑΠ 798/2008, ΑΠ 430/2005).
Από το άρθρο 576 παρ. 1 - 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδάφ.
β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, άρα, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει έγκυρα τη συζήτηση ή είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, συνεπώς, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ’ αναβολή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ..., από 20-7-2016, και .../26-7-2016 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Σ. Ν., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 30-9-2015, αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 27-1-2017 που ορίστηκε αρχικά, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους αναιρεσιβλήτους, αντίστοιχα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν νόμιμα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους κατά την παραπάνω δικάσιμο, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε, με αίτημά τους, από το πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο της 6-10-2017, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευσή τους κατ’ αυτή.
Κατά συνέπεια, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β’ και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Ειδικότερα, από τις προαναφερόμενες διατάξεις (των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.
β’ και 914 ΑΚ) συνάγεται ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο ζημιογόνο αποτέλεσμα συνετέλεσε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά και τρίτου προσώπου, εκτός αν η παρεμβολή του τρίτου οφείλεται σε εντελώς εξαιρετικά και απρόβλεπτα γεγονότα, οπότε και μόνο επέρχεται διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου.
Άλλωστε, όσον αφορά τον προσδιορισμό της ακριβέστερης έννοιας του αιτιώδους συνδέσμου, με βάση τη θεωρία της πρόσφορης αιτίας από τις πολλές αιτίες που συνέβαλαν στην επέλευση της ζημίας, ξεχωρίζει εκείνη, η οποία θεωρείται ως κρίσιμη ή πρόσφορη (causa adaequata). Πρόσφορη θεωρείται η αιτία τότε μόνο όταν είχε γενικά την τάση και ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή ανθρώπινη πείρα, να προκαλέσει τη ζημία.
Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου ζημιώσαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Είναι, όμως, ενδεχόμενο ο αιτιώδης σύνδεσμος να διακοπεί, οπότε δεν οφείλεται αποζημίωση από τη μετά τη διακοπή περαιτέρω σειρά των γεγονότων.
Τέτοια διακοπή επέρχεται όταν το γεγονός ήταν, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ικανό να επιφέρει και θα επέφερε το επιβλαβές αποτέλεσμα, πλην όμως τούτο δεν επήλθε από το γεγονός αυτό, γιατί επήλθε άλλο γεγονός, εντελώς άσχετο και απροσδόκητο προς το προηγούμενο, το οποίο και επέφερε το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 719/2012, πρβλ.
ΑΠ 30/2014, ΑΠ 1479/2013). Επίσης, η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ’ αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, συνεπώς, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ’ άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911 (ΑΠ 1715/2010, ΑΠ 1253/2007). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 περ. ιβ’ του ΚΟΚ (ν. 2696/1999), η στάση ή στάθμευση οχήματος απαγορεύεται στους αυτοκινητόδρομους και τις οδούς ταχείας κυκλοφορίας, εκτός των χώρων στάθμευσης, που καθορίζονται με σήμανση, ενώ, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 29 του ίδιου Κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο "Κίνηση οχημάτων σε αυτοκινητόδρομους, οδούς ταχείας κυκλοφορίας και σήραγγες", εάν όχημα ακινητοποιηθεί αναγκαστικά επί του οδοστρώματος από βλάβη ή άλλη αιτία, ο οδηγός του υποχρεούται να καταβάλλει κάθε προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός του οδοστρώματος και, αν δεν μπορεί, να τοποθετήσει αμέσως την κατ’ άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από το όχημα ή την ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση και κατά τη νύχτα να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης.
Ως αυτοκινητόδρομος ή οδός ταχείας κυκλοφορίας νοείται, κατά το άρθρο 2 του ίδιου ΚΟΚ, "οδός ειδικής μελέτης και κατασκευής για την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και μοτοσικλετών, η οποία δεν εξυπηρετεί τις συνορεύουσες με αυτήν ιδιοκτησίες", παρά μόνο, όσον αφορά την οδό ταχείας κυκλοφορίας, με παράπλευρες βοηθητικές οδούς και κόμβους και η οποία, εκτός των άλλων, έχει χαρακτηριστεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και έχει ειδική σήμανση με πινακίδες ως αυτοκινητόδρομος ή οδός ταχείας κυκλοφορίας.
Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 4 του ΚΟΚ, "1. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες, στα άτομα με αναπηρίες (ΑμεΑ) και γενικώς στα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών... 4.
Αν οι χρήστες των οδών δεν μπορούν να αποφύγουν τη δημιουργία εμποδίου ή κινδύνου, υποχρεούνται να λαμβάνουν αμέσως τα αναγκαία μέτρα για την απομάκρυνση ή αποτροπή αυτού και, αν δεν μπορούν, οφείλουν να ειδοποιούν τους λοιπούς χρήστες της οδού για την ύπαρξη του εμποδίου ή του κινδύνου...". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, γι’ αυτό, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη 922/2015 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς τα ζητήματα των συνθηκών του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των οχημάτων που είχαν εμπλοκή σ’ αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Στις 18-12-2010, ημέρα Σάββατο και περί ώρα 5.10 π.μ., ο Γ.
Φ., οδηγώντας το... ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ιδίου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε το εναγόμενο, Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", έβαινε επί της Λεωφόρου Κηφισίας, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Κηφισιά, στο ύψος της περιοχής Χαλανδρίου.
Το ρεύμα αυτό της Λεωφόρου Κηφισίας διαθέτει στο σημείο εκείνο τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,60 μ. και έρεισμα πλάτους 1,00 μ., μετά το οποίο υπάρχουν προστατευτικά κιγκλιδώματα, ενώ σχηματίζει αριστερή, ως προς την πορεία του ανωτέρω οχήματος, καμπύλη και στη συνέχεια ευθεία προς Κηφισιά.
Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας βάσει ειδικής ρυθμιστικής πινακίδας (Ρ-32) ανέρχεται σε 70 χμ/ώρα. Σημειώνεται, ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, ο φωτισμός (τεχνητός λόγω νύχτας) ήταν επαρκής, ενώ η ορατότητα των οδηγών δεν περιοριζόταν από φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο...
Μόλις ο οδηγός του ανωτέρω οχήματος πλησίασε στο ύψος του Ο.Α. 302 της άνω λεωφόρου, όπου κορυφώνεται η ως άνω αριστερή καμπύλη αυτής, επί της γέφυρας κάτω από την οποία διέρχεται η οδός ..., αντιλήφθηκε ότι το εμπρόσθιο αριστερό ελαστικό του οχήματός του είχε υποστεί ρήξη και, επειδή ήταν αδύνατη η συνέχιση της πορείας του...
ακινητοποίησε αυτό στο άκρο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, θέτοντας σε λειτουργία τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ) και εξήλθε προκειμένου να προβεί στη διαδικασία αντικατάστασης του ελαστικού. Μετά από λίγα λεπτά έφθασε στο σημείο εκείνο ο Δ. Σ. (πέμπτος εναγόμενος), οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ...
ΔΧΕ -αυτοκίνητο (TAXI), ιδιοκτησίας της Α. Μ. και του Ν. Μ., που ήταν ασφαλισμένο- για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...." (έκτη εναγόμενη), ο οποίος έβαινε στο ίδιο ρεύμα της Λεωφόρου Κηφισίας, στη δεξιά λωρίδας κυκλοφορίας. Όταν ο τελευταίος αντιλήφθηκε το ως άνω ακινητοποιημένο όχημα, μείωσε σταδιακά την ταχύτητά του και επιχείρησε με ελιγμό προς τα αριστερά να εισέλθει στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, αφού προηγουμένως κατέστησε γνωστή την πρόθεσή του αυτή, θέτοντας σε λειτουργία τους αριστερούς δείκτες κατεύθυνσης του οχήματός του (αριστερό φλας).
Τη χρονική αυτή στιγμή και ενώ το ως άνω αυτοκίνητο (TAXI) είχε εισέλθει κατά το μεγαλύτερο μέρος του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, έφθασε στο σημείο εκείνο ο V. N. (τρίτος εναγόμενος), οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...
LIMITED", ως καθολική διάδοχο της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...), λόγω συγχωνεύσεως διά απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, ο οποίος έβαινε όπισθεν του ως άνω υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκινήτου (TAXI) στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπως ο ίδιος κατέθεσε προανακριτικά και ο οποίος ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος και έχοντας αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, άνω των 100χλμ/ω, ήτοι πολύ ανώτερη από το επιτρεπόμενο όριο, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και, αφού κτύπησε ελαφρά με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του αμαξώματος του την οπίσθια δεξιά γωνία του αμαξώματος του ως άνω υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκινήτου (TAXI), στη συνέχεια ενήργησε απότομο ελιγμό προς τα δεξιά και κτύπησε στις σιδερένιες προστατευτικές μπάρες που βρίσκονταν στο δεξιό μέρος του οδοστρώματος. Ακολούθως εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά και επέπεσε με μεγάλη σφοδρότητα στο οπίσθιο τμήμα του ακινητοποιημένου πρώτου οχήματος, ο οδηγός του οποίου βρισκόταν ακόμη στο οδόστρωμα και επιχειρούσε να αντικαταστήσει το φθαρμένο ελαστικό του.
Λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, το ως άνω ακινητοποιημένο όχημα, ακολουθώντας αριστερόστροφη πορεία μετακινήθηκε σε απόσταση 13 περίπου μέτρων από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στη μεσαία, καταλήγοντας σε διαγώνια θέση, παρεμποδίζοντας με αυτόν τον τρόπο σημαντικά τη διέλευση των οχημάτων που προσέγγιζαν στο σημείο εκείνο, ενώ το ως άνω υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο (που οδηγούσε ο V. N.) ακινητοποιήθηκε στη δεξιά λωρίδα, επίσης σε διαγώνια θέση, παρεμποδίζοντας με αυτό τον τρόπο την κυκλοφορία των οχημάτων, που κινούνταν στην ίδια λωρίδα. Αμέσως μετά, ο οδηγός του δευτέρου οχήματος (TAXI), Δ. Σ., ακινητοποίησε το όχημά του μπροστά από τα ακινητοποιημένα πρώτο και τρίτο οχήματα, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος προς Κηφισιά και, εξερχόμενος του αυτοκινήτου του, κατευθύνθηκε προς το μέρος των άλλων οδηγών, προκειμένου να διαπιστώσει αν τυχόν είχε προκληθεί κάποιος τραυματισμός.
Στο χρονικό αυτό διάστημα, λόγω της προκληθείσας κυκλοφοριακής συμφόρησης, διέκοψαν υποχρεωτικά την πορεία τους, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, όπου κινούνταν, ο Α. Γ., οδηγός του υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και όπισθεν αυτού η Ρ. - Μ. Θ., οδηγός του υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ακολούθως, κατέφθασε στο παραπάνω σημείο και ο Ε.
Π., ο οποίος οδηγούσε την υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ..., μεγάλου κυβισμού μοτοσικλέτα του στο μεσαίο ρεύμα κυκλοφορίας, κινούμενος με ιδιαίτερα αυξημένη ταχύτητα άνω των 100 χιλ/ώρα και ο οποίος, όταν αντιλήφθηκε τα δύο ακινητοποιημένα στο ρεύμα αυτό οχήματα, επιχείρησε αιφνιδίως να ανακόψει την ταχύτητά του με τη χρήση πέδησης, πλην όμως, λόγω της αριστερής καμπύλης της οδού και της υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει, απώλεσε τον έλεγχο αυτής και προσέκρουσε μετωπικά στο ακινητοποιημένο υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Το τελευταίο, λόγω της σφοδρότητας, μετακινήθηκε από το σημείο επαφής και επέπεσε στο οπίσθιο μέρος του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... οχήματος, το οποίο με τη σειρά του μετακινήθηκε σε απόσταση 13 μέτρων περίπου από το σημείο που ήταν σταματημένο και κατέληξε διαγώνια μεταξύ μεσαίας και δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας.
Αποτέλεσμα της παραπάνω μετωπικής σύγκρουσης ήταν να τραυματισθεί θανάσιμα ο οδηγός της ως άνω μοτοσικλέτας, Ε. Π. και να τραυματισθεί σοβαρά η οδηγός του τελευταίου αυτοκινήτου Ρ. - Μ. Θ.. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ένδικο ατύχημα και ο συνεπεία τούτου θανάσιμος τραυματισμός του Ε.
Π., οδηγού της υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, οφείλεται καταρχήν σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) των οδηγών των υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ και ... ΙΧΕ αυτοκινήτων, Γ. Φ. και V. N.. Ειδικότερα, η υπαιτιότητα του πρώτου συνίσταται στο ότι αυτός από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε υπό τις εκτεθείσες περιστάσεις να καταβάλει, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να προειδοποιήσει τα χρησιμοποιούντα την οδό οχήματα για την αρχική αναγκαστική ακινητοποίηση του αυτοκινήτου του λόγω βλάβης του ελαστικού του στο δεξιό άκρο της Λεωφόρου Κηφισίας και ειδικότερα, ενώ έθεσε σε λειτουργία τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ), δεν τοποθέτησε προειδοποιητικό τρίγωνο σε απόσταση 100 μέτρων από το ακινητοποιημένο όχημά του ή άλλη κατάλληλη συσκευή, όπως φακό κρατούμενο και ανακινούμενο από τον ίδιο σε κατάλληλη θέση ή με τη βοήθεια της συνοδού του, ώστε να προειδοποιούνται οι επερχόμενοι οδηγοί για την ύπαρξη εμποδίου, αλλά ούτε και αναζήτησε άλλο τρόπο προειδοποιήσεως τούτων (άρθρ. 12 παρ. 1, 4, 29 παρ. 3 ΚΟΚ).
Αντίθετα, μετά την ακινητοποίηση του οχήματος εξήλθε αυτού και ξεκίνησε τη διαδικασία για την αντικατάσταση του ελαστικού του, ενώ η συνοδός του παρέμεινε εντός του αυτοκινήτου... Αποτέλεσμα της παραπάνω δημιουργηθείσας ιδιαίτερα επικίνδυνης για την ασφάλεια της κυκλοφορίας κατάστασης, εξαιτίας της προαναφερθείσας αμελούς συμπεριφοράς του εν λόγω οδηγού, ήταν να δυσχερανθεί η κυκλοφορία στην παραπάνω οδό και να επακολουθήσουν οι ως άνω συγκρούσεις και εκτροπές των κινουμένων προς την ίδια κατεύθυνση οχημάτων.
Περαιτέρω, η υπαιτιότητα του οδηγού του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, V. N., συνίσταται στο ότι από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός και μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προσέτι δε οδηγούσε τούτο με υπερβολική για τις ανωτέρω περιστάσεις (νύχτα) ταχύτητα τουλάχιστον 120 χιλ/ώρα, αλλά και κατά παράβαση της σχετικής απαγορευτικής διάταξης του άρθρου 42 παρ. 1 του ΚΟΚ, υπό την επίδραση οινοπνεύματος.
Με αυτόν τον τρόπο δεν μπόρεσε να αντιληφθεί εγκαίρως και από ικανή απόσταση, μολονότι τούτο ήταν εφικτό, το έμπροσθεν αυτού ακινητοποιημένο λόγω βλάβης στο άκρο της δεξιάς λωρίδας όχημα του Γ. Φ. και αυτό του Δ. Σ., ώστε, μειώνοντας τουλάχιστον την ταχύτητά του, να μπορέσει να αποφύγει τη σύγκρουση αρχικά με το υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... TAXI του Δ. Σ., ακολούθως στα κιγκλιδώματα στο άκρο δεξιό της οδού και στη συνέχεια στο υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο του Γ. Φ.. Και ναι μεν δεν κατέστη εφικτό να προσδιοριστεί η ακριβής ποσότητα οινοπνεύματος που είχε καταναλώσει ο υπαίτιος οδηγός κατά τον χρόνο του ατυχήματος, διότι αρχικά δήλωσε ψευδώς στα αρμόδια όργανα της τροχαίας ότι οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο αδελφός του, A.
V., ωστόσο όμως ο τρόπος οδήγησης του οχήματός του, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, η παραδοχή του ενώπιον των ως άνω προανακριτικών οργάνων ότι είχε πιει, δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι αυτός δεν ήταν ικανός να οδηγεί λόγω της προηγούμενης χρήσης οινοπνεύματος. Περαιτέρω, η αυξημένη ταχύτητα με την οποία έβαινε ο εν λόγω οδηγός, V.
N., αποδεικνύεται κυρίως από την ένταση της πρόσκρουσης στο ακινητοποιημένο όχημα του Γ. Φ., το οποίο, πέρα από το γεγονός ότι μετακινήθηκε αριστερόστροφα σε μία απόσταση 13 περίπου μέτρων από το σημείο της κρούσης... υπέστη επιπλέον σοβαρές παραμορφώσεις σε τμήματα του αμαξώματός του, και συγκεκριμένα στην οροφή του και στο κατώτερο (μασπιέ) τμήμα του...
Ωστόσο, ο ως άνω θανάσιμος τραυματισμός του ως άνω οδηγού της μοτοσικλέτας, Ε. Π., οφείλεται και σε συντρέχουσα υπαιτιότητα του ίδιου του θανόντος, ο οποίος από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, κινούμενος από απερισκεψία με υπερβολική για τις κρατούσες συνθήκες ταχύτητα (150χ/ω), κατά πολύ ανώτερη του ως άνω ορίου ταχύτητας, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο της μοτοσικλέτας του ώστε να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρα 19, 20 παρ. 1, 2 και 12 ν. 2696/99), λόγω του ότι είχε επιπλέον καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ (1,56 γρ.
ανά λίτρο αίματος κατά την πρώτη μέτρηση και 1,64 γρ. ανά λίτρο αίματος κατά τη δεύτερη μέτρηση, σύμφωνα με την τοξικολογική εξέταση βιολογικών υγρών που ελήφθησαν από το σώμα του - 42 παρ. 1 του ΚΟΚ) αντιλήφθηκε καθυστερημένα τα ακινητοποιημένα μπροστά του οχήματα, ενώ δεν διέθετε την απαιτούμενη νηφαλιότητα και τα αντανακλαστικά για έγκαιρη και σωστή αντίδραση προς αποφυγή της μοιραίας σύγκρουσης.
Η κρίση του Δικαστηρίου ως προς τα παραπάνω ενισχύεται και από το γεγονός ότι, σύμφωνα και με την έκθεση αυτοψίας, ο θανών, πέραν της τροχοπέδησης την ύστατη στιγμή, δεν προέβη σε κανένα αποφευκτικό ελιγμό, δεξιά ή αριστερά, αλλά προσέκρουσε μετωπικά στο αμάξωμα του οχήματος της Ρ. - Μ. Θ.. Περαιτέρω, η υπερβολική ταχύτητα, με την οποία έβαινε ο ως άνω θανών, προκύπτει, ιδίως, από το ίχνος της τροχοπέδησης στο οδόστρωμα της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας, μήκους 20,30 μέτρων, από την ένταση της μετωπικής σύγκρουσης της μοτοσικλέτας στο προπορευόμενο αυτού όχημα, από την μετακίνηση αυτού σε απόσταση 14,50 περίπου μέτρων από το σημείο που βρισκόταν αρχικά και την πτώση του πάνω στο έμπροσθεν αυτού ακινητοποιημένο τέταρτο κατά σειρά όχημα του Α.
Γ., καθώς και από τις μεγάλες παραμορφώσεις στο κέντρο ακριβώς της νωτιαίας επιφάνειάς του... Επομένως, η προταθείσα πρωτοδίκως και επαναφερόμενη στον παρόντα βαθμό ένσταση των εναγομένων περί συντρέχουσας υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος (άρθρ. 300 ΑΚ), πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να καθοριστεί το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος σε 50%.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και στον εξ αιτίας αυτού θανάσιμο τραυματισμό του ως άνω Ε. Π. συνετέλεσε και αμελής συμπεριφορά του ως άνω V. N., ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο σχετικός λόγος της έφεσης της ως άνω εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος.
Επίσης, ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις δέχθηκε ότι στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του συνετέλεσε και ο ίδιος ο θανών κατά ποσοστό 50%, απορριπτόμενου του λόγου της έφεσης των εναγόντων που υποστηρίζει τα αντίθετα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμου. Έσφαλε όμως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με το να καθορίσει το ποσοστό συνυπαιτιότητας του παραπάνω οδηγού του υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου V. N. σε 50%, καθώς και με το να δεχθεί ότι ο ως άνω οδηγός του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Γ. Φ., δε συνετέλεσε στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς αυτόν και το δεύτερο εναγόμενο ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και ως εκ τούτου πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας και των εναγόντων αντίστοιχα και ως κατ’ ουσίαν βάσιμοι.
Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι στον θανάσιμο τραυματισμό του Ε. Π. συνετέλεσε και οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα του Δ. Σ., οδηγού του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... TAXI. Ο τελευταίος, κινούμενος με κανονική εντός του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητα, με την επιβαλλόμενη από τις κρατούσες συνθήκες σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, όπως θα έπραττε ο μέσος συνετός οδηγός, αντιλήφθηκε εγκαίρως το αναγκαστικά ακινητοποιημένο ως άνω όχημα και μειώνοντας σταδιακά την ταχύτητά του, θέτοντας παράλληλα σε λειτουργία τους αριστερούς δείκτες κατεύθυνσης (αριστερό φλας), επιχείρησε με ελιγμό προς τα αριστερά να εισέλθει στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, έχοντας το χρόνο να αποφύγει αυτό με ασφάλεια και να το προσπεράσει.
Το γεγονός ότι στη συνέχεια ο παραπάνω οδηγός, αμέσως μετά την πρώτη σύγκρουση του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου του V. N. και του ακινητοποιημένου ως άνω οχήματος, συνέχισε την πορεία του για λίγα μέτρα και ακινητοποίησε το όχημά του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, παραλείποντας να τοποθετήσει προειδοποιητικό τρίγωνο, ουδόλως συνέβαλε στην επακολουθήσασα σύγκρουση της μοτοσικλέτας του ως άνω θανόντος στο προπορευόμενο αυτής αυτοκίνητο της Ρ. - Μ.
Θ., καθόσον η πορεία της μοτοσικλέτας αυτής δυσχεράνθηκε από την διαμορφωθείσα κατάσταση στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, που ήταν αποτέλεσμα της αναγκαστικής διακοπής της πορείας των έμπροσθεν αυτής κινουμένων οχημάτων, λόγω της αρχικής σύγκρουσης των δύο ως άνω οχημάτων, του Γ. Φ. και του V. N., και της συνεπεία αυτής μετακίνησης του πρώτου οχήματος (εξαιτίας της ώθησης που δέχθηκε) και ακινητοποίησής του σε διαγώνια θέση στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας.
Περαιτέρω, η ως άνω μοτοσικλέτα κινείτο από την αρχή στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, ενώ η κίνηση των οχημάτων στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας παρεμποδιζόταν λόγω της ακινητοποίησης σ’ αυτό σε διαγώνια θέση του ως άνω υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο V. N., μετά την πρόσκρουσή του στο πρώτο όχημα.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο οδηγός του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκινήτου (TAXI), Δ. Σ., είχε ακινητοποιήσει το όχημά του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος προς Κηφισιά, μπροστά από τα δύο ως άνω ακινητοποιημένα οχήματα των Γ. Φ. και V. N., θέση που δεν αποτελούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση εμπόδιο και κίνδυνο για τα σχήματα που κινούνταν στη μεσαία λωρίδα, αλλά ούτε και στη δεξιά, αφού η κίνηση σ’ αυτή είχε διακοπεί λόγω της ως άνω διαγώνιας θέσης του αυτοκινήτου του V.
N.. Επομένως η παράλειψή του να προβεί στην τοποθέτηση προειδοποιητικού τριγώνου, σε απόσταση 100 μέτρων από το ακινητοποιημένο όχημά του (άρθρο 29 παρ. 3 και 81 του ν. 2696/1997), είναι ανεξάρτητη της αμέσως μετά επακολουθήσασας στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας πρόσκρουσης της μοτοσικλέτας του Ε. Π. στο υπ’ αριθμ. ...
αυτοκίνητο της Ρ. - Μ. Θ.. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια και απέρριψε την ένδικη ως άνω αγωγή ως προς τον ως άνω εναγόμενο Δ. Σ., ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο σχετικός λόγος της έφεσης των εναγόντων που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος...].
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, 1) αφενός μεν, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 6-12-2013 έφεση των αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη 2569/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει διαφορετικά, μεταξύ των άλλων, με το να απορρίψει την ένδικη, από 15-6-2012, αγωγή των αναιρεσιβλήτων, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του αναιρεσείοντος και του (μη διαδίκου τώρα) Γ.
Σ. Φ. και με το να επιδικάσει μικρότερα ποσά στους πρώτο έως και έκτο των αναιρεσιβλήτων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Ε. Χ. Π. (γιου των πρώτου και δεύτερης, αδελφού των τρίτης έως και έκτου και εγγονού της έβδομης, στην οποία επιδικάστηκε το ίδιο, όπως και πρωτόδικα, ποσό), δέχθηκε, τελικά, εν μέρει, την αγωγή, κρίνοντας υπαίτιο και τον παραπάνω Γ.
Σ. Φ., στην επέλευση του ατυχήματος, και επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για την προεκτιθέμενη αιτία και 2) αφετέρου, απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 2-1-2015 αντέφεση του αναιρεσείοντος που άσκησε με τις προτάσεις του (που κατατέθηκαν στις 7-1-2015). Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο παραβίασε, εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις προπαρατιθέμενες διατάξεις των άρθρων 10 ν.
ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδάφ. β’ , 914 ΑΚ, 4 παρ. 3 (Ρ-32), 12 παρ. 1 και 4, 19 παρ. 1, 2, 3 και 7, 20 παρ. 1, 29 παρ. 3 και 34 παρ. 2 περ. ιβ’ και παρ. 9 ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), αναφορικά με την υπαιτιότητα (αμέλεια) των οδηγών του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Γ. Φ. και της ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας Ε. Π. στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος (και, συνακόλουθα, στον θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου) και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς του πρώτου και του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των αναφερόμενων στην απόφασή του διατάξεων που, τελικά, εφάρμοσε και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα: Κατ’ αρχάς, 1) α) δεν προσδιορίζεται πόσος χρόνος μεσολάβησε από τότε που εξήλθε από το ακινητοποιημένο αυτοκίνητό του ο οδηγός Γ. Φ. μέχρι τότε που έφθασε το αυτοκίνητο - ταξί που οδηγούσε ο Δ. Σ., ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ο πρώτος είχε τη δυνατότητα να μεταβεί στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του, να λάβει από εκεί (πορτ-μπαγκάζ) το προειδοποιητικό τρίγωνο, να το συναρμολογήσει και, ακολούθως, να μεταβεί σε απόσταση 100 μέτρων για να το τοποθετήσει, β) αν ο Γ.
Φ. ή η συνοδός του ήταν εφοδιασμένοι με φακό, ώστε να προειδοποιήσουν τους επερχόμενους οδηγούς για την ύπαρξη του εμποδίου και γ) ποίο άλλο συγκεκριμένο τρόπο προειδοποίησης των οδηγών αυτών, που κινούνταν στην ίδια, δεξιά, λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου Κηφισίας, για την ύπαρξη του συγκεκριμένου εμποδίου, μπορούσε και όφειλε να αναζητήσει ο εν λόγω οδηγός και 2) δεν διαλαμβάνεται, αν η λεωφόρος Κηφισίας, όπου ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο του Γ.
Φ., έχει χαρακτηριστεί (και ειδικά σημανθεί) ως αυτοκινητόδρομος ή ως οδός ταχείας κυκλοφορίας, ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της ειδικής διάταξης του άρθρου 29 παρ. 3 του ν. 2696/1999 - ΚΟΚ (ΑΠ 828/2007, πρβλ. ΑΠ 1623/2010) και όχι μόνο της γενικής του άρθρου 12 ΚΟΚ. Περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι το πιο πάνω ακινητοποιημένο αυτοκίνητο μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τους οδηγούς που κινούνταν, πίσω απ’ αυτό, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπως, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το αντιλήφθηκε πράγματι ο οδηγός του ταξί Δ.
Σ. και μπορούσε να το αντιληφθεί και ο οδηγός Ν. Β. που ακολουθούσε, αν δεν επιδείκνυε την προπεριγραφόμενη αμελή συμπεριφορά, στη συνέχεια δέχεται, αντιφατικά, ότι το αυτοκίνητο του Γ. Φ. δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τους λοιπούς χρήστες της οδού, εξαιτίας του ότι αυτός παρέλειψε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, με την τοποθέτηση τριγώνου ή άλλης κατάλληλης συσκευής, για να προειδοποιήσει τους οδηγούς των άλλων οχημάτων που κινούνταν στην ίδια δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, πίσω απ’ αυτόν, για την αναγκαστική ακινητοποίηση του αυτοκινήτου του και ότι η παράλειψή του αυτή τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με τη σύγκρουση της μοτοσυκλέτας του Ε.
Π. με το ακινητοποιημένο, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, αυτοκίνητο της Ρ. - Μ. Θ. που επακολούθησε και τον, εξαιτίας αυτής, θανάσιμο τραυματισμό του μοτοσυκλετιστή, δεχόμενο, κατά λέξη, ότι "...αποτέλεσμα της παραπάνω δημιουργηθείσας ιδιαίτερα επικίνδυνης για την ασφάλεια της κυκλοφορίας κατάστασης, εξαιτίας της προαναφερθείσας αμελούς συμπεριφοράς του εν λόγω οδηγού - δηλαδή του Γ.
Φ. - ήταν να δυσχερανθεί η κυκλοφορία στην παραπάνω οδό και να επακολουθήσουν οι ως άνω συγκρούσεις και εκτροπές των κινούμενων προς την ίδια κατεύθυνση οχημάτων...". Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Εφετείο δημιουργείται σύγχυση για το αν η συγκεκριμένη παράλειψη του οδηγού Γ. Φ., στην κρινόμενη περίπτωση, ήταν πρόσφορη, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και καθίσταται ασαφές αν το δικαστήριο αυτό δέχθηκε, τελικά, τη νομικά σημαντική αιτιότητα μεταξύ της επίμαχης παράλειψης και του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε, γιατί η κρίσιμη παραδοχή του ότι, αν δεν είχε προηγηθεί η παράλειψη του οδηγού αυτού να τοποθετήσει το προειδοποιητικό τρίγωνο κ.λπ. (αρχικό αίτιο), δεν θα είχε λάβει χώρα, στη συνέχεια, μεταξύ άλλων, και η σύγκρουση της μοτοσυκλέτας με το αυτοκίνητο της Ρ. - Μ.
Θ. και, συνακόλουθα, ο θανάσιμος τραυματισμός του μοτοσυκλετιστή, ανάγεται σε φυσική αιτιότητα, που είναι αδιάφορη νομικά για τη θεμελίωση της απαιτούμενης, κατ’ άρθρ. 914 ΑΚ, προϋπόθεσης του αιτιώδους συνδέσμου. Η σύγχυση μάλιστα αυτή γίνεται περισσότερο έντονη από το γεγονός ότι δεν εξηγείται επαρκώς, γιατί η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου Ν. Β. που παρεμβλήθηκε δεν ασκεί έννομη επιρροή επί του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράλειψης του οδηγού Γ. Φ. και του ζημιογόνου αποτελέσματος (θανάσιμου τραυματισμού του μοτοσυκλετιστή), ούτε αναφέρεται αν η σύγκρουση αυτή των δύο οχημάτων (του Γ. Φ. και του Ν. Β.), στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ήταν ή όχι εξαιρετικό και απροσδόκητο γεγονός, ώστε να επέλθει ή όχι διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια που προηγουμένως αναπτύχθηκε, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν αποσαφηνίζεται αν η τελευταία σύγκρουση των οχημάτων, δηλαδή η πρόσκρουση της μοτοσυκλέτας στο ...
αυτοκίνητο της Ρ. - Μ. Θ., προκλήθηκε αιτιωδώς, υπό την έννοια της νομικά σημαντικής αιτιότητας, από το αρχικό αίτιο, διότι μόνο τότε θα αποτελούσε, πράγματι, μέρος της συνολικής αιτιώδους διαδρομής και δεν θα υπήρχε διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου. Κατά συνέπεια, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση οι αιτιάσεις αυτές, είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών, από τους αριθμούς 1 και 8 του ίδιου άρθρου, λόγων (πρώτου, κατά το πρώτο σκέλος του και δεύτερου), αφού καθίσταται αλυσιτελής η εξέτασή τους, εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του πιο πάνω λόγου της αναίρεσης (που έγινε δεκτός) στο σύνολο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Μετά από αυτά, αφού η ένδικη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του πρώτου, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που προεκτέθηκε και κατά το μέρος που αναφέρεται στους διαδίκους της παρούσας αναιρετικής δίκης και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον, σε αυτό (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ.
ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι η από 30-9-2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...10-2015 αίτηση του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", για αναίρεση της 922/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δεν ασκήθηκε ως προς τον τρίτο λόγο αυτής.
Αναιρεί, κατά τα λοιπά, την εν λόγω απόφαση, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στο αναιρεσείον του παραβόλου που έχει καταθέσει.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ