Legislator Case Law & Legislation
1952/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of legal basis, ruling medical capacity assessment was properly reasoned.

Case Number 1952/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed appeals by both parties against a Court of First Instance decision regarding an insurance claim and moral damages. The appellant argued the lower court failed to provide a legal basis for its finding that the plaintiff was permanently incapacitated only for piloting, citing Article 559(19) of the Code of Civil Procedure. The court held that the lower court's reasoning regarding the evaluation of evidence and the specific medical incapacity was clear and sufficient, thus rejecting the claim of lack of legal basis.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(19) K.Pol.D.; An appeal based on lack of legal basis is inadmissible if the contested decision clearly states the facts and reasoning regarding the evaluation of evidence, as only the facts proven or not proven must be explicitly stated, not the reasons for the evaluation.

Keywords

AI generated
lack of legal basis medical incapacity assessment insurance contract dispute evaluation of evidence Code of Civil Procedure moral damages claim Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(19) K.Pol.D.
Art. 178(1) K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1952 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1952/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Αμερικανικής Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΛΑΙΦ ΙΝΣΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ (AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY) και τον διακριτικό τίτλο ALICO AIG life, που εδρεύει στις Η.Π.Α και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα.

Τoυ αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σταθόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 17-10-2003 ανταγωγή δια των προτάσεων της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3606/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6035/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις α) από 28-11-2005 και β) από 8-2-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε τις α) από 16-2-2009 και β) από 13-2-2009 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινομένων αίτήσεων αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 2-5-2003 αγωγή του, ο Ψ, επικαλούμενος τη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, που είχε καταρτισθεί μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της δανείστριας αυτού τραπεζικής εταιρείας EFG EUROBANK ERGASIAS AE και στην οποία είχε υπαχθεί ως ασφαλισμένος δανειολήπτης, ζήτησε, πλην άλλων που δεν αποτελούν αντικείμενο αναιρετικού ελέγχου, να αναγνωρισθεί, αφ' ενός ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος της μόνιμης ολικής ανικανότητάς του προς κάθε εργασία, συνεπεία των ιστορουμένων στην αγωγή ασθενειών και αφ' ετέρου, η υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας προς καταβολή στην δικαιούχο δανείστρια τράπεζα του ημίσεος των άληκτων δόσεων του δανείου του κατά τα προβλεπόμενα στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και επιπλέον να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της προς καταβολή σ' αυτόν χρηματικού ποσού ως χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αναφερόμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά της.

Επί της αγωγής και της συνεκδικασθείσης με αυτή ανταγωγής της εναγομένης περί καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη, λόγω συκοφαντικής δυσφημήσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3606/2004 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και απορρίφθηκε η ανταγωγή. Κατ' αυτής άσκησαν αντίθετες εφέσεις οι διάδικοι και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου με την οποία, κατ' αποδοχή της εφέσεως της εναγομένης και αντίστοιχη απόρριψη της όμοιας του ενάγοντος, εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση και έγινε δεκτή η αγωγή μόνον κατά το περί χρηματικής ικανοποιήσεως αίτημά της, ενώ απορρίφθηκε και η ανταγωγή.

Κατά της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου οι διάδικοι άσκησαν τις από 28-11-2005 η εναγομένη και 8-2-2008 ο ενάγων αντίθετες αναιρέσεις, οι οποίες πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, κατ' εφαρμογή της και στην αναιρετική δίκη εφαρμοζόμενης διάταξης του άρθρου 246 ΚΠολΔ, διότι είναι συναφείς, ενώ ακόμη διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Επί της από 28-11-2005 αιτήσεως αναιρέσεως

Όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά τα ερειδόμενα επί της συμβατικής ευθύνης της ήδη αναιρεσείουσας αγωγικά κεφάλαια, ενώ έγινε δεκτή αυτή κατά ένα μέρος αναφορικά με το κεφάλαιο περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσείων από την αναφερόμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων αυτής και, επίσης, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η ανταγωγή της αναιρεσείουσας περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την συκοφαντική και δυσφημιστική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, συντελεσθείσα με την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Το Εφετείο, για να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά, αναφορικά με τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω ζητήματα: Η αναιρεσείουσα (εναγομένου), με την από 3/2/2001 εξώδικη απάντηση της προς τον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) και τη σύζυγό του, κοινοποιηθείσα σ' αυτόν στις 20.2.2003, σε σχέση με όσα αναφέρονταν στην από 2.1.2003 εξώδικη δήλωση τους που αφορούσε το ύψος της από αυτούς ζητουμένης ασφαλιστικής καλύψεως και τη συνδρομή των συμβατικών προϋποθέσεων για τον χαρακτηρισμό του πρώτου από αυτούς μόνιμα και ολικά ανίκανου προς εργασία ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι είχε αποστείλει στη δανείστρια τράπεζα την από 22.1.2003 επιστολή της με την οποία και ζητούσε να φροντίσει να υποβληθεί αυτός σε αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις για να αξιολογηθεί από την ιατρική υπηρεσία της ίδιας (εναγομένης), η επέλευση της αναγγελθείσας από εκείνον ασφαλιστικής περιπτώσεως, επιφυλάχθηκε δε να απαντήσει πλήρως και αιτιολογημένα μετά την ολοκλήρωση της αξιολογήσεως.

Ακολούθησαν συνεννοήσεις μεταξύ του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος και υπαλλήλων της ασφαλιστικής υπηρεσίας της δανείστριας τράπεζας καθώς και του τμήματος αποζημιώσεων ομαδικών ασφαλίσεων της εναγομένης και κανονίσθηκε να υποβληθεί με έξοδα της εναγομένης ο ενάγων σε πρόσθετες ιατρικές εξετάσεις ήτοι τονικό ακουόγραμμα, ηλεκτρονυσταγμογραφία, ακουστικά προκλητά δυναμικά εγκεφαλικού στελέχους και ψυχιατρική εκτίμηση στο νοσοκομείο ΥΓΕΙΑ, επιλογής της εναγομένης στις 26/2/2003.

Ο ενάγων δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ζήτησε να του χορηγηθούν αντίγραφα των εξετάσεων αυτών και των σχετικών γνωματεύσεων, μόλις εκδοθούν τα αποτελέσματα τους. Την επανάληψη αυτών των ιατρικών εξετάσεων ζήτησε ο ιατρός ... Χειρούργος Ωτορινολαρυγγολόγος ο οποίος εξέτασε τα αρχικά δικαιολογητικά που αφορούσαν την ανικανότητα του ενάγοντος ως χειριστή αεροσκαφών και τις προηγηθείσες ιατρικές εξετάσεις στις οποίες είχε υποβληθεί και του απέστειλαν από την εναγομένη, προκειμένου να γνωματεύσει αν ήταν μόνιμη η αναπηρία που προέκυπτε από αυτές.

Κατά τη γνώμη του άνω ιατρού οι αναφερόμενες στα πιστοποιητικά εκείνα παθήσεις (ίλιγγος θέσεως, ύδρωπας αριστερού λαβύρινθου και καταθλιπτική συνδρομή με διαταραχή πανικού) δεν επέτρεπαν μεν στον ενάγοντα να εργασθεί, ιδιαίτερα ενόψει του συγκεκριμένου επαγγέλματός του (πιλότος αεροσκαφών), αλλά επρόκειτο για παθήσεις που επιδέχοντο συντηρητική αγωγή, η οποία μπορούσε να οδηγήσει μέχρι και σε πλήρη αποθεραπεία.

Ο ενάγων μετεφέρθη στο Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο "..." και υπεβλήθη, στις 26/2/2003, σε ηλεκτρονυσταμογράφημα και σε εξέταση προκλητών δυναμικών καθώς και σε ωτονευρολογικό έλεγχο και ωτορινολαρυγγολογική εξέταση, δεν υπεβλήθη όμως την ίδια ημέρα σε ψυχιατρική εκτίμηση αλλά την επομένη ημέρα από τον νευρολόγο -ψυχίατρο ....

Ο ιατρός αυτός στην ένορκη βεβαίωσή του ανέφερε ότι ο ενάγων ολοκλήρωσε αργά το μεσημέρι της 26/2/2003 τις λοιπές εξετάσεις του και κανόνισε να τον εξετάσει την επομένη, 27/2/2003, προκειμένου να έχει τον απαραίτητο χρόνο να ενημερωθεί για τα αποτελέσματα των λοιπών εξετάσεων και να είναι σε θέση να έχει πλήρη και ακριβή εικόνα του ασθενούς μετά και τη δική του εξέταση που έγινε την 27/2/2003.......

Ο ίδιος ιατρός αναφέρει στην από 27/2/2003 γνωμάτευσή του ότι είχε εξετάσει νευρολογικά τον ενάγοντα και τον Ιούλιο του 2000 και ότι αυτός από την εξέταση του και την 27/2/2003 παρουσιάζει σύνδρομο ΜΕΝΙΕRΕ (ύδρωπας κοχλία του λαβυρίνθου) αριστερά με αυτόματες πτώσεις μετά από αριστερά στροφή του σώματος και καταθλιπτική διαταραχή λόγω του ανωτέρω προβλήματος και ότι αυτή η κατάσταση τον καθιστά ανίκανο για κάθε εργασία.

Έγιναν τηλεφωνήματα στον άνω ψυχίατρο - νευρολόγο, να αλλάξει το περιεχόμενο της από 27/2/2003 βεβαιώσεως του, όσον αφορά το συμπέρασμα του που αναφερόταν στην ικανότητα προς εργασία ή όχι του ενάγοντος, από τους υπεύθυνους του τμήματος αποζημιώσεων ομαδικών ασφαλίσεων της εναγομένης. Αυτή παρέλαβε την 28/2/2003, μέσω αρμοδίου υπαλλήλου της, από το θεραπευτήριο "Υγεία" τις γνωματεύσεις που αφορούσαν τον ενάγοντα για τις εξετάσεις στις οποίες είχε υποβληθεί εκεί τις προηγούμενες δύο ημέρες.

Εστάλη και επιστολή από την εναγομένη στον άνω ιατρό νευρολόγο-ψυχίατρο που κοινοποιήθηκε και στη διοίκηση του θεραπευτηρίου "ΥΓΕΙΑ", υπό ημερομηνία 19.3.2003 με την οποία επισημαινόταν ότι η γνωμάτευσή του, υπό ημερομηνία 27/2/2003, που έχει υποβληθεί, δεν αποτελεί το ιατρικό έγγραφο που ζητήθηκε από την εναγομένη και εζητείτο η σύνταξη και υποβολή ψυχιατρικής εκτιμήσεως για τον ενάγοντα ως ασφαλισμένου της.

Εστάλη και νεότερη από 16/4/2003 επιστολή από την εναγομένη στον ίδιο άνω νευρολόγο - ψυχίατρο σε συνέχεια απαντητικής από 9/4/2003 επιστολής του τελευταίου, με την οποία δεν δεχόταν αυτός τη διαφορά μεταξύ γνωματεύσεως και ιατρικής εκτιμήσεως και ότι τον αφορούσαν ως νευρολόγο-ψυχίατρο το ιστορικό λαβύρινθου του ενάγοντος ως ασθενούς που είχε εξετάσει την 27/2/2003 και για τον οποίο είχε εκδόσει την υπό την ημερομηνία εκείνη γνωμάτευση του.

Στη νεότερη αυτήν επιστολή της εναγομένης, επισημαινόταν ότι η γνωμάτευση του άνω νευρολόγου-ψυχιάτρου όσον αφορά την αναφερομένη στην παράγραφο 1 πάθηση του ενάγοντος είναι εκτίμηση ωτορινολαρυγγολόγου που δεν δικαιούται να κάνει νευρολόγος-ψυχίατρος και ότι το σχόλιο σχετικά με την ικανότητα ή μη του ασφαλισμένου για την εκτέλεση κάθε εργασίας δεν αποτελούσε συστατικό μιας ψυχιατρικής εκτιμήσεως και ουδέποτε ζητήθηκε από την εναγομένη.

Επίσης γινόταν η παρατήρηση ότι κατά την ιατρική υπηρεσία της εναγομένης, η αμιγώς ψυχιατρική εκτίμηση σε σχέση με τον ενάγοντα ήταν αντιδραστική καταθλιπτική συνδρομή και η πάθηση αυτή δεν είναι ισόβια αλλά κατά κανόνα αναστρέψιμη, με συνέπεια, το άνω σχόλιο του ιατρού ... για την ικανότητα ή μη του ασφαλισμένου για εκτέλεση κάθε εργασίας να μην τεκμηριώνεται επαρκώς, ενώ επιπλέον του ζητούσαν να κατανοήσει ότι η από 27/2/2003 ιατρική γνωμάτευσή του δεν ήταν το ιατρικό έγγραφο, το οποίο ζητήθηκε από την εναγομένη.

Στην από 5/5/2003 απάντησή του προς τον διευθυντή υπηρεσιών πελατών της εναγομένης που εξετάσθηκε και ως μάρτυς κατά πρότασή της πρωτόδικως, ο άνω νευρολόγος ιατρός επέμεινε ότι είναι απόλυτα αρμόδιος να εκφέρει γνώμη σχετικά με τις διαταραχές λαβύρινθου και ότι θεωρούσε αυτονόητο ότι αποτελούσε μέρος της ψυχιατρικής εκτιμήσεως του να αποφανθεί αν είναι ο ασθενής ικανός να εργασθεί ή όχι, ανεξάρτητα από το εάν του εζητήθη ή όχι να κρίνει για το θέμα αυτό και εξηγούσε ότι η χρονίσασα καταθλιπτική συνδρομή είχε άμεση σχέση με την αρχική αντιδραστική κατάθλιψη που απορρέει από την αρχική λαβυρινθική του συμπτωματολογία (σύνδρομο ΜΕΝΙΕRΕ).

Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, έκρινε το Εφετείο, ότι, ανεξάρτητα από τη θέση της αναιρεσείουσας έναντι της ως άνω γνωματεύσεως του νευρολόγου-ψυχιάτρου ... και την εμμονή της ότι αυτή δεν αποτελούσε την ψυχιατρική εξέταση που του ζητήθηκε να γίνει στον αναιρεσίβλητο, οι παθήσεις από τις οποίες έπασχε αυτός, δεν τον καθιστούσαν μονίμως ανίκανο για κάθε εργασία αλλά μόνον για εκείνη του χειριστή αεροσκαφών.........και συνεπώς δεν ήταν υποχρεωμένη η αναιρεσείουσα, ελλείψει συνδρομής των προβλεπομένων από την ασφαλιστική σύμβαση προϋποθέσεων, να καταβάλει στη δικαιούχο δανείστρια τράπεζα, από την οποία είχε δανειοδοτηθεί ο ενάγων το ποσό της ασφάλισης.

Αντίθετα, συνεχίζει το Εφετείο, οι αρμόδιοι υπάλληλοι του τμήματος αποζημιώσεων και εξυπηρετήσεως πελατών της εναγομένης, που πίεσαν τηλεφωνικώς και εγγράφως τον νευρολόγο-ψυχίατρο ... να αλλάξει την γνωμάτευσή του, απαλείφοντας το συμπέρασμα περί της ανικανότητας του ενάγοντος προς εργασία και να περιορισθεί μόνον σε ψυχιατρική εκτίμηση και πριν και μετά την αρνητική έγγραφη απάντησή της στον ενάγοντα ως προς την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και το αίτημα του για καταβολή του ασφαλίσματος και επιχείρησαν να αποκρύψουν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος ότι είχε ληφθεί η ιατρική γνωμάτευση του Ψυχιάτρου - Νευρολόγου που είχε εξετάσει τον ενάγοντα στο θεραπευτήριο Υγεία κατόπιν υποδείξεως της εναγομένης, με την αμφίσημη δικαιολογία ότι δεν είχε ληφθεί η γνωμάτευση ως προς την ψυχιατρική εκτίμηση του ασφαλισμένου που είχε ζητηθεί, ενήργησαν παρανόμως και υπαιτίως προς βλάβη των συμφερόντων του ενάγοντος, για να τον στερήσουν από αποδεικτικό στοιχείο των απαιτήσεών του, του οποίου είχε δικαίωμα να ζητήσει την επίδειξη και να επιτύχουν αλλοίωση ιατρικού πιστοποιητικού που τον αφορούσε.

Ευθύνεται η εναγομένη ως προστήσασα τους άνω υπαλλήλους της για την άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των που προσπάθησε να δικαιολογήσει ο εξετασθείς από την πλευρά της μάρτυς ... ότι δηλαδή οφείλετο σε παραδρομή του υπαλλήλου του τμήματος αποζημιώσεων ..., όταν υποστήριξε σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του υπό ημερομηνία 15.4.2003 προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος, ότι δεν είχε ληφθεί η ιατρική γνωμάτευση του άνω νευρολόγου-ψυχιάτρου από την εναγομένη σε σχέση με τον ενάγοντα παρ' ότι συνέβαινε το αντίθετο.

Υπέστη ο ενάγων ψυχική ταραχή από την άνω συμπεριφορά των προστηθέντων από την εναγομένη, ανεξάρτητα από το εάν ακολούθως εμφάνισε η αντίδικός του την εν λόγω γνωμάτευση, όπως ήταν διατυπωμένη στο αντίγραφο που είχε χορηγηθεί από τον άνω ιατρό στον ενάγοντα μετά την εξέταση του. Εδικαιούτο επομένως ο ενάγων για την ηθική βλάβη που υπέστη χρηματικής ικανοποιήσεως.

Περαιτέρω και αναφορικά με την μη βασιμότητα της ανταγωγής της αναιρεσείουσας, το Εφετείο δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα: "Τέλος, σε ότι αφορά τα υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα με την ένδικη αγωγή για αποδιδόμενη στην εναγομένη προσβλητική συμπεριφορά και ειδικότερα με την αναφερομένη ότι επιδείχθηκε ενσυνείδητη κωλυσιεργεία, για ψευδολογία, αμφισβήτηση των επικληθέντων και προσαχθέντων προς ενεργοποίηση της ασφαλιστικής του κάλυψης στοιχείων, αμφισβήτηση μεγάλου μέρους αυτής μέχρι τον Μάρτιο του έτους 2003 και της αξιοπιστίας του ως συναλλασσομένου με την αλληλογραφία που έγινε μεταξύ εναγομένης και τράπεζας και με την άρνηση της καταγγελίας του σε βάρος της στη Διεύθυνση Ασφαλιστικών Υπηρεσιών και Αναλογιστικής της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης και με την προς αποφυγή της ασφαλιστικής καλύψεως του απόκρυψη της ιατρικής γνωμάτευσης του νευρολόγου ..., τον οποίον πίεσε να αλλάξει προς το συμφέρον της την ήδη εκδοθείσα γνωμάτευση του και με εμπαιγμό του από την εναγομένη και την καταχρηστική αξίωση της να ασκήσει άλλο κοινωνικά και οικονομικά υποδεέστερο επάγγελμα δεν είναι όλα αναληθή.

Υπήρξε καθυστέρηση από πλευράς εναγομένης στον έλεγχο του αιτήματος του ενάγοντος για καταβολή αποζημιώσεως λόγω ολικής μερικής ανικανότητας που υπερέβη το έτος. Εξάλλου η εναγομένη ενημέρωσε τις ασφαλιστικές υπηρεσίες της δανείστριας τράπεζας την 7/4/2003 ότι ο ενάγων ήταν δυνατό να καλυφθεί αναδρομικά με τα αντίστοιχα ποσά των αρχικών δανείων υπό τα αναφερόμενα ετήσια ασφάλιστρα και ότι σε περίπτωση που θα ίσχυε η αναδρομική κάλυψη των δανείων δεν θα απαιτούνταν και η αναδρομική καταβολή ασφαλίστρων.

Υπήρξε εμπλοκή της εναγομένης μέσω των υπαλλήλων του τμήματος αποζημιώσεων ομαδικών συμβολαίων και του διευθυντού της υπηρεσίας εξυπηρέτησης πελατών στην προσπάθεια επηρεασμού του νευρολόγου-ψυχιάτρου που είχε εξετάσει τον ενάγοντα να αλλάξει την γνωμάτευση του και για την προσπάθεια αποκρύψεως της από 27/2/2003 γνωματεύσεως του άνω ιατρού, όπως προέκυψε από τα στοιχεία που τέθηκαν υπ' όψη του δικαστηρίου.

Οι διαμαρτυρίες του ενάγοντος στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εμπορίου για την αντίδικο του ασφαλιστική εταιρεία και οι χαρακτηρισμοί που αναφέρει στην ένδικη αγωγή έγιναν στα πλαίσια ενασκήσεως νομίμου δικαιώματος του για την προάσπιση των συμφερόντων του ως ασφαλισμένου. Η εμπλοκή που δημιουργήθηκε από την παράλειψη από τους υπαλλήλους της δανείστριας τράπεζας να αναγράψουν ότι σε συνάλλαγμα είχαν χορηγηθεί τα προς ασφάλιση δάνεια στις δύο πρώτες αιτήσεις ασφαλίσεως αυτών και η καθυστέρηση κατά τη λήψη και διαβίβαση της αιτήσεως του ενάγοντος λόγω της αναπηρίας του να ισχύσει η ασφαλιστική του κάλυψη όπως και την ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ της τράπεζας και της ασφαλιστικής εταιρείας για ύπαρξη ασφαλιστικής καλύψεως και την αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων, δημιούργησαν εύλογα στον ενάγοντα την εντύπωση ότι ακολουθούνταν παρελκυστική τακτική από την αντίδικο του.

Δεν είχε σκοπό ο ενάγων να μειώσει την φήμη και την αξιοπιστία της εναγομένης στους τρίτους με όσα υποστήριξε ούτε αποδείχθηκε ότι με ενέργειες του έγινε η δημοσίευση στο φύλλο της εφημερίδος ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ περιλήψεως της ένδικης αγωγής στο φύλλο της 15.6.2003. Συνήθιζε η εφημερίδα αυτή να δημοσιεύει περιλήψεις με τις αξιώσεις τρίτων που είχαν ασκήσει αγωγές για να αποζημιωθούν από ασφαλιστικές εταιρείες.

Δεν εδικαιούτο κατόπιν αυτών η εναγομένη χρηματική ικανοποίηση λόγω δυσφημήσεώς της από τον ενάγοντα". Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 7.455,08 ευρώ, ενώ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ανταγωγή της αναιρεσείουσας.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ ούτε εκείνες των άρθρων 186 παρ. 2, 221 και 222 και 364 ΠΚ, δεν στέρησε δε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ελλιπών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού διέλαβε σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε.

Ειδικότερα, οι εκτεθείσες αιτιολογίες στηρίζουν με επάρκεια και σαφήνεια το διατακτικό της αποφάσεώς του, έστω ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των άνω διατάξεων, κυρίως σε σχέση με την κρίση του α) για το αδίκημα της πρόκλησης στην τέλεση του πλημμελήματος της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, για τη συγκρότηση του οποίου αρκεί η παρότρυνση στην τέλεση, δηλαδή η καθ' οιονδήποτε τρόπο προσπάθεια επενέργειας επί της βουλήσεως του υποψηφίου αυτουργού, η οποία κατά το Εφετείο έλαβε χώρα και β) το αδίκημα της απόπειρας υπεξαγωγής εγγράφου, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί η απόκρυψη η οποία υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση άρνησης παράδοσης ή επίδειξης στον έχοντα προς τούτο δικαίωμα, η οποία, επίσης κατά το Εφετείο, έλαβε χώρα.

Επομένως, αμφότεροι οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέοντες, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.

Επί της από 8 Φεβρουαρίου 2008 αναιρέσεως

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε ο λόγος είναι βάσιμος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα και συγκεκριμένα α) την 3624/22-8-2000 απόφαση της Ανωτάτης Αεροπορίας Υγειονομικής Επιτροπής (Α.Α.Υ.Ε) της Πολεμικής Αεροπορίας, β) την 2213/21-9-2001 απόφαση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ και γ) την από 27-2-2003 γνωμάτευση του νευρολόγου-ψυχιάτρου ..., τα οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου, προς απόδειξη του ουσιώδους, θεμελιωτικού της αγωγής του ισχυρισμού, περί μόνιμης ολικής ανικανότητάς του προς κάθε εργασία.

Όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων κατά την πρωτόδικη δίκη μαρτύρων καθώς και από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα αλλά και από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα, τα οποία μάλιστα ρητά μνημόνευσε, για την άντληση των πραγματικών διαπιστώσεών του αναφορικά με το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η διαπιστωθείσα ασθένεια του αναιρεσείοντος, καθιστούσε αυτόν μόνιμα και ολικά ανίκανο, μόνον για την άσκηση του επαγγέλματος του χειριστή αεροσκαφών που ασκούσε μέχρι την εμφάνιση της ασθένειάς του και όχι και για την άσκηση άλλου επαγγέλματος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και είναι για το λόγο αυτό αναιρετέα, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, και, εξαιτίας αυτού, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο αν ορθά ή όχι εφαρμόσθηκε η διάταξη αυτή.

Αντίθετα, ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δε συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει αιτιολογίες ως προς την κρίση της ότι ο ιατρός ... (κατά την ιατρική γνωμάτευση του οποίου ο αναιρεσείων ήταν μόνιμα ανίκανος για την άσκηση οιουδήποτε επαγγέλματος) δεν προέβη σε ορθή ιατρική γνωμάτευση, σε αντίθεση με ορθές γνωματεύσεις των ιατρών ...

και ..., κατά τις οποίες αυτός ήταν μόνιμα ανίκανος μόνον για την άσκηση του επαγγέλματος του χειριστή αεροσκαφών. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η αποδιδόμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του με σαφήνεια διατυπούμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικού πορίσματος, ότι ο αναιρεσείων ήταν μόνιμα ανίκανος μόνον για την άσκηση του επαγγέλματος του χειριστή αεροσκαφών και όχι άλλου επαγγέλματος, με συνέπεια να μην γεννάται αξίωση αυτού εκ της συμβάσεως ασφαλίσεως για καταβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εταιρείας του ασφαλίσματος στη δανείστρια τράπεζα.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως και να συμψηφισθούν όλα τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις συνεκδικαζόμενες 1) από 28 Νοεμβρίου 2005 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΛΑΙΦ ΙΝΣΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ (AMERICAN LIFE INSURANCECOMRANY) και 2) από 8 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του Ψ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6035/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Συμψηφίζει όλα τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Αυγούστου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ