1952/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/6/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2002 προδικαστική και 212/2003 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/10/2003 αίτησή της και τους από 5/9/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 26/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής όπως συμπληρώνεται με την παρούσα εισηγητική έκθεση καθώς και του μοναδικού λόγου του πρόσθετου αναιρετηρίου. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1952/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου ο Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών, μετά από πρόταση των διοικητικών συμβουλίων των πιο πάνω εταιρειών, μπορεί με απόφασή του να προσδιορίζει κατά κατηγορία και ειδικότερα προσωπικού τον αριθμό και το χρόνο της σταδιακής αποχώρησης των δικαιουμένων να αποχωρήσουν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1952 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1952/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία-Μαγδαληνή Δολιανίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/6/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2002 προδικαστική και 212/2003 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/10/2003 αίτησή της και τους από 5/9/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 26/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής όπως συμπληρώνεται με την παρούσα εισηγητική έκθεση καθώς και του μοναδικού λόγου του πρόσθετου αναιρετηρίου. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 2 παρ.1 του Ν.2271/1994 "Εξυγίανση της Ολυμπιακής Αεροπορίας" όσοι εργαζόμενοι στην Ολυμπιακή Αεροπορία και Ολυμπιακή Αεροπλοΐα, ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ για τον κλάδο σύνταξης, έχουν συμπληρώσει ή συμπληρώνουν έως και την 31-12-1997 τον αριθμό ημερών ασφάλισης που αναφέρεται παρακάτω, μπορούν να υποβάλουν αίτηση αποχώρησης από την υπηρεσία και να λάβουν πλήρη σύνταξη από το ΙΚΑ, ανεξάρτητα από την ηλικία τους και ειδικότερα από το προσωπικό εδάφους οι άνδρες που έχουν συμπληρώσει 9.000 ημέρες ασφάλισης, από τις οποίες τουλάχιστον 4.500 ημέρες στην ΟΑ ή στην Ολυμπιακή Αεροπλοΐα, και οι γυναίκες που έχουν συμπληρώσει 7.500 ημέρες ασφάλισης, από τις οποίες τουλάχιστον 4.500 ημέρες στην ΟΑ ή στην Ολυμπιακή Αεροπλοΐα.
Κατά την παράγραφο 4 του παραπάνω άρθρου στους εργαζόμενους που συγκεντρώνουν τις παραπάνω προϋποθέσεις μέχρι την 31-12-1997, οι οποίοι αποχωρούν οικειοθελώς κατά την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου και υποβάλουν σχετική αίτηση μέσα σ' ένα μήνα από τότε που καθένας πληροί τις προϋποθέσεις αυτές ή μέσα σ'ένα μήνα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού για εκείνους που πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις κατά το χρόνο της δημοσίευσης του νόμου, καταβάλλεται η αποζημίωση του Ν.2112/1920, όπως αυτή κατεβάλλετο από τις παραπάνω εταιρείες μέχρι τη δημοσίευση αυτού του νόμου, προσαυξημένη κατά 25%, καθώς και ποσό που αντιστοιχεί στις τακτικές αποδοχές δύο μηνών, όπως αυτές διαμορφώνονται τον τελευταίο πριν από την αποχώρησή τους μήνα, χωρίς περιορισμό στο ανώτατο όριο, ούτε από τον χαρακτηρισμό της ΟΑ και της Ολυμπιακής Αεροπλοΐας ως επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας.
Κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου ο Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών, μετά από πρόταση των διοικητικών συμβουλίων των πιο πάνω εταιρειών, μπορεί με απόφασή του να προσδιορίζει κατά κατηγορία και ειδικότερα προσωπικού τον αριθμό και το χρόνο της σταδιακής αποχώρησης των δικαιουμένων να αποχωρήσουν.
Σε περίπτωση που οι υποβαλλόμενες αιτήσεις υπερβαίνουν τα όρια αυτά γίνονται δεκτές οι αιτήσεις εκείνων που συμπληρώνουν το μεγαλύτερο αριθμό ημερομισθίων μέχρι να καλυφθεί το ανώτατο όριο για κάθε περίοδο. 'Οσοι εμπρόθεσμα υποβάλουν αίτηση και παραμείνουν στις εταιρείες αυτές, σύμφωνα με τα πιο πάνω οριζόμενα όρια, και συνταξιοδοτηθούν σε άλλο χρονικό σημείο από την πλήρωση των παραπάνω προϋποθέσεων, η οποία λαμβάνει χώρα σε κάθε περίπτωση μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1997, υπάγονται στις ρυθμίσεις των παραγράφων 1, 2 και 4 του παρόντος άρθρου Εξάλλου, με την 38229/4237/24-12-1997 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, που εκδόθηκε με βάση την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 παρ.5 του Ν.2271/1994, προσδιορίσθηκε σε 157 άτομα ο αριθμός των εργαζόμενων από το προσωπικό εδάφους της αναιρεσείουσας που εδικαιούντο να αποχωρήσουν εντός του έτους 1997 κατ΄ εφαρμογή του νόμου αυτού (2271/1994).
Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχε νόμιμη βάση, ήτοι όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της ή όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη προσελήφθη από την αναιρεσείουσα (Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ) την 18-5-1972 ως υπάλληλος (προσωπικό εδάφους) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εργάσθηκε δε στην αναιρεσείουσα (πρακτορείο Ρόδου), μέχρι 3-4-1998, όταν απεχώρησε από την υπηρεσία της με την έκδοση της από 1-4-1998 διαπιστωτικής πράξης της αναιρεσείουσας, η οποία εκδόθηκε κατόπιν σχετικής από 26-3-1998 αιτήσεως της αναιρεσίβλητης προς την τελευταία για συνταξιοδότηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1759/1988, λαμβάνοντας ως αποζημίωση το ποσό των 9.840.316 δραχμών.
Η ως άνω από 26-3-1998 αίτηση συνταξιοδότησης με την προ του Ν.2271/1994 διαδικασία, ήτοι με τον Ν.1759/1988, είναι δεύτερη αίτηση. Η αναιρεσίβλητη εξαναγκάσθηκε να υποβάλει τη νέα αυτή αίτηση εξαιτίας της αρνήσεως της αναιρεσείουσας να εφαρμόσει τον Ν.2271/1994. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη άσκησε εμπροθέσμως το δικαίωμά της να συνταξιοδοτηθεί, σύμφωνα με τις ευεργητικές διατάξεις του Ν.2271/1994, υποβάλλοντας την από 30-5-1997 αίτησή της, καθώς και κατάσταση με υπολογισμό των ενσήμων του ΙΚΑ, αφού κατά την ημερομηνία αυτή (30-5-1997) είχε συμπληρώσει 7.507 ημέρες ασφαλίσεως, ξεπερνούσε δηλαδή το ζητούμενο αριθμό των 7.500 ενσήμων και μέχρι 31-12-1996 είχε συμπληρώσει στην αναιρεσείουσα 7.382 ημέρες ασφαλίσεως.
Η αίτηση αυτή περί εθελουσίας αποχώρησης, από λόγους που δεν οφείλονται στην ίδια (αναιρεσίβλητη) αλλά σε αμέλεια των οργάνων της αναιρεσείουσας δεν έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου, με αποτέλεσμα να μην εξετασθεί από την αναιρεσείουσα και να μη συνταξιοδοτηθεί η αναιρεσίβλητη σύμφωνα με τις ευεργητικές διατάξεις του Ν.2271/1994.
Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη είχε συμπληρώσει κατά την ως άνω ημερομηνία που υπέβαλε την πρώτη αίτηση (30-5-1997) περισσότερες από 7.500 ημέρες ασφάλισης, πληρούσε τις υπό του άρθρου 2 του Ν.2271/1994 τασσόμενες προϋποθέσεις και έπρεπε να λάβει την οριζόμενη από την παράγραφο του ως άνω άρθρου αποζημίωση, ήτοι την αποζημίωση του Ν.2112/1920, προσαυξημένη κατά 25% και επιπλέον ποσό που αντιστοιχεί στις τακτικές αποδοχές δύο (2) μηνών, δηλαδή συνολικά ποσό 19.416.386 δραχμών.
Την αποζημίωση όμως αυτή από αμέλεια της αναιρεσείουσας στερήθηκε η αναιρεσίβλητη. Συγκεκριμένα, η αναιρεσίβλητη, αφού η αναιρεσείουσα δεν έλαβε υπόψη της ως άνω από 30-5-1997 αίτηση, συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της σ'αυτήν, υπέβαλε δε νέα από 26-3-1998 αίτηση, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί με τις διατάξεις του Ν.1759/1988, στην οποία (αίτηση) δήλωσε ρητά ότι θα διεκδικήσει τη διαφορά αποζημιώσεως που εδικαιούτο και την οποία θα ελάμβανε με την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν.2271/1994, αν δεν συνέβαινε η προαναφερθείσα παράλειψη της υπηρεσίας.
Βάσει αυτής της δεύτερης αίτησης η αναιρεσείουσα επέδωσε στην αναιρεσίβλητη την από 1-4-1998 διαπιστωτική πράξη, στην οποία της δήλωνε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις προς αποχώρησή της από την υπηρεσία βάσει του Ν.1759/1988 και της προσέφερε την προβλεπόμενη αποζημίωση, ίση με ποσοστό 80% της αποζημίωσης του Ν.2112/1920. 'Ετσι η αναιρεσίβλητη έλαβε το ποσό των 9.840.316 δραχμών, ενώ έπρεπε να λάβει κατά τα ανωτέρω το ποσόν των 19.416.386 δραχμών.
Συνεπώς, η αναιρεσίβλητη δικαιούται την διαφορά μεταξύ της αποζημίωσης που έλαβε και της αποζημίωσης που έπρεπε να λάβει εκ δραχμών 9.576.070, ή 28.102,92 ευρώ. Ακολούθως, το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή της για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως, και δέχθηκε εν μέρει την τελευταία αυτή, επιδικάζοντας στην αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση του Ν.2271/1994 ποσό 28.102,92 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή ο Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ζήτημα της δικαιούμενης από την αναιρεσίβλητη αποζημιώσεως, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του Ν.22171/1994. Και τούτο διότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εάν κατά το έτος 1997, κατά το οποίο η αναιρεσίβλητη υπέβαλε την από 31-5-1997 αίτηση για αποχώρησή της από την υπηρεσία κατά τις ευεργητικές διατάξεις του Ν.2271/1994, είχε καλυφθεί ή δεν είχε το ανώτατο όριο των δικαιουμένων να αποχωρήσουν υπαλλήλων (προσωπικού εδάφους) της αναιρεσείουσας, που ανερχόταν για το έτος αυτό (1997) σε 157 άτομα, και επιπλέον αν η αναιρεσίβλητη είχε συμπληρώσει μεγαλύτερο αριθμό ημερομισθίων από εκείνο των άλλων 157 συναδέλφων της που τυχόν συνταξιοδοτήθηκαν κατά την ίδια περίοδο (1997), προκειμένου να κριθεί εάν η αναιρεσείουσα υπείχε κατά νόμο υποχρέωση παραδοχής της ανωτέρω αιτήσεως και συνταξιοδοτήσεώς της υπό τους όρους του Ν.2271/1994.
Επομένως, ο πρώτος (υπό στοιχεία 5.5η) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτός συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή, που εμπίπτει κατ΄ εκτίμηση στον αριθμό 19 (και όχι και στους αριθμούς 1 και 8) του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, γι' αυτό και πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο του με αριθμό 2944/7-10-2003 εντάλματος πληρωμής αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα, σε εκούσια εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρείται, υπό την επιφύλαξη της αναζητήσεως των χρημάτων σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αναιρέσεώς της, κατέβαλε στον παραστάντα κατά την έκκλητη δίκη πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης ......, που ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό εκείνης, ποσό 41.765,16 ευρώ. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία της η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, την οποία (αίτηση) υποβάλλει η αναιρεσείουσα με τις υποβληθείσες εμπροθέσμως, κατά την 8-10-2007, έγγραφες προτάσεις της (άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη σε καταβολή στην αναιρεσείουσα του παραπάνω ποσού, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της παρούσας αναιρετικής αποφάσεως.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 212/2003 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Δέχεται την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της παραπάνω αναιρουμένης αποφάσεως.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ποσό σαράντα μίας χιλιάδων επτακοσίων εξήντα πέντε ευρώ και δεκαέξι λεπτών (41.765,16), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της παρούσας αποφάσεως μέχρις εξοφλήσεως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ