Legislator Case Law & Legislation
1952/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction, ruling lower court correctly ignored non-existent building permit issues.

Case Number 1952/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed Kochen S.A.'s appeal against the Larissa Court of Appeal's eviction order. The appellant argued the lower court ignored municipal and fire service documents proving the leased premises lacked a building permit. The court found the appellate court correctly relied on these documents to determine the premises were usable despite the permit deficiency. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 11, 19, 20 C.P.D.; An appeal based on the non-consideration of evidence or document distortion is inadmissible if the lower court properly evaluated the submitted documents to reach a consistent conclusion.

Keywords

AI generated
appeal admissibility building permit deficiency document distortion evidence consideration eviction order legal costs property lease

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 11 C.P.D.
Art. 559 para. 19 C.P.D.
Art. 559 para. 20 C.P.D.
Art. 176 C.P.D.
Art. 183 C.P.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1952 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1952/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΟΧΕΝ Α.Β.Ε.Ε." (ΚOCHEN S.A.), που εδρεύει στη Ν. Ιωνία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλκιβιάδη Γρηγοριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. .... , ατομικά και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος συζύγου της ...., 2. ... , ως κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της .... και 3. .... , ως κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της .... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Καλλέ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 783/2000 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 304/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 794/2004 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Ιουνίου 2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 11 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν, ή, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, προσκομίσθηκαν απαράδεκτα ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, και κατ' εκτίμηση του λόγου αυτού, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και 1) τα υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου 5186/14-7-1999, 6445/79-1999 και 5834/1999 έγγραφα της Πολεοδομίας Λάρισας και 2) τα από 4-7-1999 και 7-9-1999 έγγραφα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Λάρισας, από τα οποία, σύμφωνα' με το λόγο αυτόν της αναίρεσης, προκύπτει το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου ακινήτου, που αναφέρεται στην έλλειψη νόμιμης άδειας ανεγέρσεως του ως κατάστημα, δυνάμενο να χρησιμοποιηθεί από την αναιρεσείουσα - εναγομένη, μισθώτρια αυτού, ως έκθεση - κατάστημα πωλήσεως επίπλων, έγγραφα τα οποία η τελευταία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια που ιδρύει τον από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Όμως από τη διαβεβαίωση στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, έλαβε υπόψη, τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το εάν το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα στην επίλυση της πιο πάνω διαφοράς, κυρίως εριστό ζήτημα της οποίας ήταν η ύπαρξη ή μη του πιο πάνω πραγματικού ελαττώματος στο μίσθιο ακίνητο, γίνεται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως αληθινά πράγματα χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα ότι α) το κτίσμα που της παραχωρήθηκε, για να χρησιμοποιήσει ως μίσθιο, νομιμοποιήθηκε μεταγενέστερα από τους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες εκμισθωτές και β) τα επίδικα μίσθια ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η χρήση τους ήταν πολεοδομικά αυθαίρετη, ήσαν από κτιριολογική άποψη κατάλληλα για να χρησιμοποιηθούν ως καταστήματα, κρίση που και στις δύο (υπό στοιχ. α' και β' ανωτέρω) περιπτώσεις προσκρούει σε αντιθέτου περιεχομένου έγγραφα δημοσίων υπηρεσιών. Ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το υπό στοιχ. (α) ανωτέρω μέρος του, αφού στην ειδική διαδικασία παραδόσεως ή αποδόσεως μισθίου (άρθρ. 648 επ. ΚΠολΔ), στην οποία υπάγεται η εκδικασθείσα με αυτήν διαφορά, και πριν την ισχύ του Ν. 2915/2001, η προαπόδειξη ήταν υποχρεωτική από το νόμο, ενώ, κατά το υπό στοιχ. (β) ανωτέρω

μέρος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί πλήσσει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των πραγμάτων.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να επιτραπεί αναίρεση, γιατί η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, πρέπει η αντίφαση να υπάρχει στο διατακτικό της αποφάσεως μεταξύ των διατάξεων αυτής, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της. Επομένως δεν επιτρέπεται αναίρεση, αν η αντίφαση υπάρχει ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό, εκτός αν η αντίφαση έχει μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε ο λόγος αναίρεσης στηρίζεται στον αριθμό 19 του άρθρου 559.

Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του, κατά τον οποίο πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση γιατί περιέλαβε αντιφατικές διατάξεις και ειδικότερα γιατί υπάρχει αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού της, που δέχεται ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία μίσθωσης δεν είναι άκυρη και του διατακτικού της, που την καταδικάζει στην πληρωμή αποζημίωσης λόγω πρόωρης λύσεως της μισθώσεως κατ' άρθρο 43 Π.Δ/τος 35/1995, είναι προεχόντως απαράδεκτος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί.

Αντιθέτως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο κατ' εκτίμηση, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της, υπάγεται στη ρύθμιση αυτού (άρθρ. 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ), πλην πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 43 Π.Δ/τος 34/1995, υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει επί πλέον των μέχρι την επέλευση αποτελεσμάτων της καταγγελίας μισθωμάτων και την αποζημίωση των τεσσάρων μηνών που προβλέπει η παραπάνω διάταξη και όχι δύο φορές την αποζημίωση της διάταξης του άρθρου 43 του ως άνω Π.Δ/τoς, όπως παραπονείται η αναιρεσείουσα.

IV. Κατά τη διάταξη ταυ άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι όμως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, την ανάλυση, δηλαδή στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο ανελέγκτως δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, σε σχέση με την ένσταση της αναιρεσείουσας και του προς απόκρουση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, περί καταβολής μισθωμάτων και αποζημίωσης τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων λόγω πρόωρης καταγγελίας της μίσθωσης, προβληθέντος ισχυρισμού της, ότι δεν οφείλει μισθώματα και αποζημίωση εξ αιτίας πραγματικού ελαττώματος, που υπήρχε κατά το χρόνο της συνάψεως της συμβάσεως της μισθώσεως και παρακώλυε τη χρήση του, ήτοι ότι το μίσθιο είχε οικοδομηθεί ως αποθήκη εμπορευμάτων και όχι ως κατάστημα, λόγος για το οποίο προέβη πρόωρα στην καταγγελία της μίσθωσης, τα ακόλουθα: "Με το από 14-7-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες εκμίσθωσαν στην αναιρεσείoυσα - εναγομένη εταιρεία τις υπ' αριθμ. 3 και 4 αίθουσες του ισογείου ακινήτου τους, έκτασης 650 τ μ.

με τις αντίστοιχες υπόγειες αίθουσες, που βρίσκεται στη .... Λάρισας αντί του προκαταβαλλομένου μισθώματος από 1.550.00 δραχμές μηνιαίως, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως έκθεση και κατάστημα πώλησης επίπλων, ειδών ξυλείας και υλικών επιπλοποιίας. Η χρονική διάρκεια της μίσθωσης συνομολογήθηκε για εννέα έτη και το μίσθιο παραδόθηκε την 1-12-1997.

Στη συνέχεια στις 123-1998 οι διάδικοι συνήψαν δεύτερη όμοια σύμβαση, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι εκμίσθωσαν στην αναιρεσείουσα τον υπόλοιπο ισόγειο χώρο του πιο πάνω κτιρίου τους με το αντίστοιχο υπόγειο, έκτασης 650 τ.μ. και συγκεκριμένα τις υπ' αριθμ. 1 και 2 αίθουσες του ισογείου με τις αντιστοιχούσες σ' αυτές αίθουσες του υπογείου.

Η μίσθωση συμφωνήθηκε επίσης για εννέα χρόνια από 1-5-1998 και με το ίδιο με την προηγούμενη από 1.550.000 δραχμές μηνιαίο μίσθωμα. Η μισθώτρια εταιρεία, αφού εξέτασε το μίσθιο και το βρήκε κατάλληλο, παρέλαβε και εγκαταστάθηκε σ' αυτό, ασκώντας τη συμφωνημένη χρήση και καταβάλλοντας το συμφωνημένο μίσθωμα μέχρι και το Νοέμβριο 1998.

Από το Δεκέμβριο 1998 και εφεξής έπαυσε να πληρώνει το μίσθωμα, συνολικού ύψους 3.100.000 δραχμών, ισχυριζόμενη με την από 14-12-1998 εξώδικη δήλωση που απηύθυνε στους μισθωτές ότι το μίσθιο είχε ήδη από το χρόνο παράδοσής του σ' αυτή πραγματικό ελάττωμα και συγκεκριμένα ότι οικοδομήθηκε βάσει της 520/1993 άδειας οικοδομής της Πολεοδομίας του Δήμου Λάρισας με τον προορισμό να χρησιμοποιηθεί ως αποθήκη εμπορευμάτων με υπόγειο και όχι ως κατάστημα.

Στις 29-10-1999 η εναγόμενη με εξώδικες δηλώσεις κατάγγειλε τις ως άνω μισθώσεις, εξακολούθησε όμως να χρησιμοποιεί τα μίσθια ανενόχλητα μέχρι της 30-4-2000, χωρίς να καταβάλλει τα μισθώματα των μηνών από Δεκέμβριο 1999 έως και Απρίλιο 2000, ανερχομένων συνολικά, (με τα τέλη χαρτοσήμου και ΟΓΑ από 558.000 δραχμές), σε 15.500.000 δραχμές, Επίσης, λόγω της πρόωρης καταγγελίας της μίσθωσης, λόγω μεταμελείας της, η εναγομένη οφείλει στους ενάγοντες αποζημίωση ίση με τέσσερα μισθώματα δηλαδή (3.100.000 Χ 4 = 12.400.000 δραχμές.

Η εναγόμενη προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής μισθώματος καθώς και αποζημίωσης λόγω πρόωρης καταγγελίας ισχυρίζεται ότι το μίσθιο, κατά το χρόνο παράδοσής του σ' αυτήν, είχε πραγματικό ελάττωμα το οποίο παρακώλυε τη χρήση του επειδή είχε οικοδομηθεί ως αποθήκη εμπορευμάτων και όχι ως κατάστημα.

Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, και κατάγγειλε τη μίσθωση και δεν οφείλει αποζημίωση. Πράγματι το μίσθιο, ολόκληρος δηλαδή ο ισόγειος χώρος, με το υπόγειό του, που εκμισθώθηκε στην εναγομένη, όταν κατασκευάστηκε το έτος 1993 από τους ενάγοντες, οικοδομήθηκε με βάση την υπ' αριθμ. .... άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας του Δήμου Λάρισας ως "αποθήκη εμπορευμάτων με υπόγειο", πράγμα που σήμαινε ότι από την πολεοδομική νομοθεσία δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα γιατί διαφορετικά θα επέσυρε διοικητικές συνέπειες.

Όμως, οι ενάγοντες μετά την κοινοποίηση της εξώδικης διαμαρτυρίας και την προθεσμία που έταξε σ' αυτούς η εναγομένη αποκατέστησαν τα πράγματα, δηλαδή νομιμοποίησαν το κτίριό τους. Με την υπ' αριθμ. .... άδεια της Πολεοδομίας του Δήμου Λάρισας (η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη αμέσως) έγινε αλλαγή χρήσης ως προς το ισόγειο από αποθήκη εμπορευμάτων σε κατάστημα.

Τα επίδικα μίσθια ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η χρήση τους ήταν πολεοδομικά αυθαίρετη, ήσαν από κτιριολογική άποψη, κατάλληλα για να χρησιμοποιηθούν ως καταστήματα, είχαν δηλαδή αντικειμενικά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις να λειτουργήσουν ως έκθεση και κατάστημα πώλησης επίπλων, ειδών ξυλείας και υλικών επιπλοποιίας όπως συμφωνήθηκε.

Τούτο έγινε άμεσα αντιληπτό γι' αυτό η εναγομένη τα παρέλαβε αφού τα βρήκε κατάλληλα για τη συμφωνημένη χρήση. Βέβαια η από πολεοδομική άποψη παρανομία του κτίσματος συνιστά πραγματικό ελάττωμα, πλην όμως μόνη η ύπαρξη του δεν μπορεί χωρίς άλλο να οδηγήσει στην απαλλαγή του μισθωτή από την υποχρέωση καταβολής του μισθώματος και δεν του δίδει δικαίωμα καταγγελίας.

Σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκαν ένα πραγματικό ελάττωμα τότε μόνο μπορεί να δικαιολογήσει τη μη καταβολή του μισθώματος από το μισθωτή, όταν επιπρόσθετα (είτε από αντικειμενικούς λόγους είτε από το νόμο ή από απαγόρευση της διοικητικής αρχής) παρακωλύει στην πράξη εντελώς ή κατά ένα μέρος τη συμφωνημένη χρήση.

Το πραγματικό ελάττωμα που επικαλείται η εναγομένη υπήρχε κατά το χρόνο κατασκευής του κτιρίου και φυσικά και κατά το χρόνο σύναψης της μίσθωσης και παρόλα ταύτα δεν εμπόδισε στην πράξη τη μισθώτρια να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα όπως συμφωνήθηκε και μάλιστα μετά την αλλαγή της χρήσης του. Βέβαια δεν έχει γίνει παθητική πυροπροστασία στο κτίριο, όπως προβλέπεται, όμως και γι' αυτό ισχύουν τα ανωτέρω, εφόσον τούτο δεν αποτελεί λόγο που να παρακωλύει τη χρήση του μισθίου, επί πλέον δε τούτο οφείλεται στην άρνηση της εναγομένης να συμπράξει ούτως ώστε οι ενάγοντες να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες γι' αυτό αρνούμενη να επιτρέψει στην εκτέλεση των εργασιών πυρασφάλειας στους μίσθιους χώρους.

Επομένως η εναγομένη δεν μπορεί να επικαλείται για την άρνησή της να καταβάλει μίσθωμα, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. ... αδείας ότι δεν υπάρχει η προβλεπομένη απ' αυτήν πυροπροστασία στο κτίριο". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 585 και 587 ΑΚ και 43 ΠΔ/τος 34/1995,για τους όρους και τις συνέπειες της καταγγελίας της συμβάσεως λόγω πραγματικού ελαττώματος στα μίσθια ακίνητα και για την υποχρέωση της αναιρεσείουσας στην καταβολή αποζημίωσης λόγω πρόωρης καταγγελίας και των μισθωμάτων έξι (6) μηνών μετά την καταγγελία και ο τ΄ αντίθετα υποστηρίζων από το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ο τρίτος λόγος αναίρεσης και κατά δεύτερο μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από το ίδιο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια για αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, γιατί δέχθηκε ότι "η από πολεοδομική άποψη παρανομία του κτίσματος συνιστά πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, πλην όμως δεν δίδει στο μισθωτή δικαίωμα καταγγελίας", είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δηλαδή στηρίζεται σε παραδοχές που δεν διέλαβε η προσβαλλομένη απόφαση, αφού όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αναφέρθηκαν παραπάνω, αυτή επακριβώς δέχθηκε ότι "η από πολεοδομική άποψη παρανομία του κτίσματος συνιστά πραγματικό ελάττωμα, πλην όμως μόνη η ύπαρξή του δεν μπορεί χωρίς άλλο να οδηγήσει στην απαλλαγή του μισθωτή από την υποχρέωση καταβολής του μισθώματος και δεν του δίδει δικαίωμα καταγγελίας", συμπληρώνοντας ακολούθως ότι το πραγματικό ελάττωμα μπορεί να δικαιολογήσει τη μη καταβολή μισθώματος όταν επιπρόσθετα παρακωλύει στην πράξη τη συμφωνημένη χρήση".

Σε σχέση με το τελευταίο γεγονός η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, χωρίς αντίφαση, ότι οι από την πολεοδομική νομοθεσία προβλεπόμενες διοικητικές κυρώσεις δεν παρεμπόδισαν στην πράξη εντελώς ή κατά ένα μέρος τη συμφωνημένη χρήση των μισθίων και επομένως ο ίδιος λόγος αναίρεσης και κατά το τρίτο μέρος του με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από το ίδιο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η αιτίαση για αντιφατικότητα των εν λόγω διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αβάσιμος και απορριπτέος Ο ίδιος λόγος αναίρεσης και κατά το τελευταίο μέρος του με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από το ίδιο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται αιτιολογιών και συγκεκριμένα περί τη συνδρομή σπουδαίου λόγου για θεμελίωση ένστασης της αναιρεσείουσας προς απόκρουση της αγωγής και κατά το μέρος της που οι αναιρεσίβλητοι επεδίωκαν την καταβολή αποζημιώσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στην αίτηση αναιρέσεως ότι οι αναιρεσείοντες είχαν προβάλει την ένσταση αυτή στο δικαστήριο της ουσίας.

V. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφόρου από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Υπάρχει, δηλαδή, παραμόρφωση εγγράφου, όταν εμφιλοχώρησε λάθος περί την ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στην επιζήμια όμως αυτή για τον αναιρεσείοντα κρίση, πρέπει να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο αυτό που φέρεται ότι έχει παραμορφωθεί, Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του ότι το πραγματικό ελάττωμα, που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα, δεν την εμπόδισε να χρησιμοποιήσει τα μίσθια ακίνητα όπως είχε συμφωνηθεί και μάλιστα μετά την κατά τα άνω αλλαγή της χρήσης του (με την 93/1999 οικοδομική άδεια), έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα και επικληθέντα, μεταξύ των οποίων τα πιο πάνω αναφερόμενα στον πρώτο λόγο αναίρεσης έγγραφα της Πολεοδομίας Λάρισας και της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας.

Επομένως αφού τα εν λόγω έγγραφα συνεκτιμήθηκαν με τα υπόλοιπα έγγραφα και δεν αποτέλεσαν ούτε καν τα κύρια αποδεικτικά έγγραφα για την πιο πάνω κρίση του, αφoύ το Εφετείο δέχεται ότι η παραπάνω έλλειψη περί την οικοδομική άδεια, δεν εμπόδισε τη αναιρεσείουσα στην ακώλυτη χρήση των μισθίων, δεν θεμελιώνεται ο επικαλούμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 πέμπτος λόγος αναιρέσεως περί παραμορφώσεως των πιο πάνω εγγράφων και πρέπει ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Ακολούθως τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.6.2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΧΕΝ Α.Β.Ε.Ε." (KOCHEN S.A.) για αναίρεση της 797/2004 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Noεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ