Supreme Court dismisses appeal due to lack of legal interest and procedural inadmissibility regarding labor contract claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the Second Instance Court's decision on labor disputes. The appellant argued for a single indefinite-term employment contract and alleged judicial errors regarding salary calculations, but the court found no legal interest in challenging the second ground of appeal since the primary claim was not transferred to the appellate court. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and unfounded, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 144(1), 564(1) & (3) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest, particularly when the underlying claim was not properly transferred to the appellate court as a ground of appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1951 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1951/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Αναστασία Καραμανίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 8η Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: A. A. του M. A., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Βερβερίδη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Β. του Σ., ως ασκούντος ατομική επιχείρηση με έδρα στα Ν. Παλάτια Ωρωπού, Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο - Ιωάννη Περλίγκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2152/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3773/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-11-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144 παρ. 1 και 564 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ (όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015) προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει από την επομένη της νόμιμης επίδοσης της απόφασης, εάν δε η απόφαση δεν επιδόθηκε η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης που περατώνει τη δίκη (ΑΠ 999/2022).
Εξάλλου, λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού (Covid 19) δεν υπολογίζονται στις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων μέσων τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 (άρθρο 74 πρ.1 εδ.α του ν. 4690/2020) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (άρθρο 83 του ν. 4790/2021, σε συνδυασμό με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 25 του ν. 4792/2021), στις οποίες (προθεσμίες) συμπεριλαμβάνεται και η διετής καταχρηστική προθεσμία άσκησης έφεσης και αναίρεσης σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του ν. 4963/2022, και οι οποίες (προθεσμίες), δεν συμπληρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ.1 του ν. 4790/2021, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 118/2024, ΑΠ 1338/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 11.11.2022 με αρ. καταθ. 8940/992/14-11-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αρ. 3773/1-6-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, με την οποία, έγιναν τυπικά και κατ'ουσία δεκτές α) η από 23.3.2019 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) η από 25-9-2019 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 2152/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσθηκε η από 16.12.2016 αγωγή του ενάγοντος, η οποία έγινε δεκτή εν μέρει ως κατ'ουσίαν βάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 14.11.2022, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, εφόσον δεν προκύπτει, η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 1.6.2020, και η οποία χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας λόγω της πανδημίας για το χρονικό διάστημα από 7.11.2020 έως 6.4.2021, θα έληγε στις 2.6.2022, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος των πέντε (5) μηνών της ως άνω αναστολής και της προσμέτρησης της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών που, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε , πρέπει να παρέλθει προκειμένου να συμπληρωθεί η προθεσμία που ανεστάλη, η καταληκτική ημερομηνία άσκησης της αίτησης αναίρεσης ήταν η 12-11-2022, που ήταν, όμως, ημέρα Σάββατο, η οποία ήταν κατά νόμο εξαιρετέα, όπως και η επόμενη ημέρα (13.11.2022) που ήταν Κυριακή και ως εκ τούτου ασκήθηκε εμπρόθεσμα στις 14.11.2022 ημέρα Δευτέρα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 παρ.1 και 3 και 145 παρ.1 ΚΠολΔ), Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. του ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την με από 16.12.2016 και με αρ. κατ. 94877/2498/2016 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθη από τον εναγόμενο τον Μάρτιο του 2010, ως βοηθός οδηγού στην ατομική επιχείρηση του εναγομένου (εμπορίας ζαχαρωδών ειδών), ότι από 22-7-2011 έως και τον Ιούλιο του 2016 απασχολήθηκε με την ιδιότητα του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, εκτελώντας και χρέη βοηθού οδηγού, με μηναίο μισθό 900 ευρώ και πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία.
Ότι κατά τα χρονικά διαστήματα από 13-1-2012 έως 26-3-2012, από 21-1-2013 έως 24-3-2013, από 6-1-2016 έως 30-3-2016, έκανε χρήση της νόμιμης άδειας ανάπαυσης που δικαιούνταν. Ότι εργαζόταν από ώρα 08.00 έως ώρα 23.00 καθημερινά και κατά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, απασχολούμενος έτσι υπερεργασιακώς κάθε εβδομάδα και υπερωριακώς κάθε ημέρα καθώς και κατά τις νυκτερινές ώρες.
Ότι ο εναγόμενος του ανακοίνωσε τηλεφωνικά στις 25-6-2016 ότι κατήγγειλε την παραπάνω σύμβαση εργασίας, ότι δεν του κατέβαλλε την αποζημίωση απόλυσης και ότι ο ίδιος προέβη σε επίσχεση εργασίας στις 28-7-2016. Ενόψει των ανωτέρω, ζήτησε κατά την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας του και κατά την επικουρική βάση της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει τα στην αγωγή αναφερόμενα ειδικότερα χρηματικά ποσά, για υπερεργασία, υπερωρία, νυχτερινή εργασία, εργασία κατά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, τα επιδόματα εορτών, γάμου και τέκνων, για μισθούς λόγω της επίσχεσης εργασίας του και για αποζημίωση απόλυσης, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 163.911,12 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών η με αρ. 2152/2018 οριστική απόφαση, η οποία, αφού απέρριψε το αίτημα για καταβολή μισθών υπερημερίας κατά το χρόνο της επίσχεσης εργασίας ως αόριστο, το αίτημα για καταβολή αποζημίωσης καταγγελίας ως απαράδεκτο (λόγω παρόδου της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955), δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη και επιδίκασε τα αναφερόμενα σ'αυτή ποσά με το νόμιμο τόκο.
Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ασκήθηκαν α) η από 23.3.2019 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) η από 25-9-2019 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με αρ. 3773/1-6-2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού δέχτηκε τυπικά τις εφέσεις, ερευνώντας στη συνέχεια κατ ουσίαν τα εκκληθέντα κεφάλαια της απόφασης, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα απορριφθέντα, από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αιτήματα περί καταβολής αποζημίωσης απόλυσης και μισθών υπερημερίας και περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη ως προς τον αναιρετικό έλεγχο:
Οτι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), υπήκοος Πακιστάν, απασχολήθηκε στην ατομική επιχείρηση του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου) με την ιδιότητα του εργάτη και με περισσότερες έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνάπτοντας κάθε φορά νέα σύμβαση αορίστου χρόνου, η οποία λυόταν με την οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντα κατόπιν έγγραφης αναγγελίας και συγκεκριμένα ότι συνήψε τις ακόλουθες συμβάσεις αορίστου χρόνου, 1)από 1-4-2011 έως 31-12-2011 υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, έναντι μικτού καταβαλλομένου ημερομισθίου 34,44 ευρώ , 2) από 14-6-2012 έως 1-11-2012 υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, έναντι μικτού καταβαλλομένου ημερομισθίου 34,99 ευρώ, ενώ από 1-11-2012 έως 25-2-2013 υπό μερική απασχόληση, ήτοι κάθε Δευτέρα, Τρίτη και Πέμπτη από ώρα 10.00 έως 14.00 και κάθε Τετάρτη και Παρασκευή από ώρα 16.00 έως 20.00, 3) από 11-5-2013 έως 31-12-2015 με πλήρη απασχόληση και δη από Τρίτη έως και Σάββατο από ώρα 8.00 έως ώρα 16.00 έναντι μικτού καταβαλλομένου ημερομισθίου ύψους 27,49 ευρώ και 4) από 12-4-2016 έως 25-6-2016 με πλήρη απασχόληση πλην όμως με διακεκομμένο ωράριο και δη τη Δευτέρα έως και το Σάββατο πλην της Τρίτης, από ώρα 8.00 έως ώρα 13.00 και από ώρα 17.00 έως ώρα 20.00, έναντι μικτού καταβαλλομένου ημερομισθίου ύψους 27,49 ευρώ, ότι οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι αποδείχθηκε ότι ο τρόπος εργασίας του ενάγοντος διευκόλυνε τον ίδιο προκειμένου να επισκέπτεται την πατρίδα του σε τακτά χρονικά διαστήματα, τα οποία δεν αποδείχθηκε ότι συμπίπτουν με τα χρονικά διαστήματα λήψης της αδείας του.
Ότι ο ενάγων δεν πραγματοποίησε υπερεργασία ούτε υπερωρίες κατά τους μήνες από Ιούνιο έως Σεπτέμβριο κάθε έτους, όπως εσφαλμένα έκρινε η εκκαλούμενη. Ότι δεν απασχολήθηκε κατά τις ημέρες του Σαββάτου ως έκτη ημέρα της εβδομάδας πενθήμερης εργασίας, για το λόγο ότι τις εβδομάδες που απασχολούνταν υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, απασχολούμενος κατά την ημέρα του Σαββάτου, δεν εργαζόταν την ημέρα της Δευτέρας ή την ημέρα της Τρίτης δηλαδή δεν εργαζόταν άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, με αποτέλεσμα η εργασία του κατά τις ημέρες του Σαββάτου να μην αποτελεί εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας, μη απασχολούμενος πέραν του πενθημέρου εβδομαδιαίως.
Περαιτέρω δέχθηκε ότι ο ενάγων αποχώρησε από την εργασία του οικειοθελώς στις 6-7-2016 (με έγγραφη δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης). Στη συνέχεια, δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται επιδόματα εορτών για τα έτη που απασχολήθηκε και κατά μερική παραδοχή της ένστασης εξόφλησης του εναγομένου, επιδίκασε στον ενάγοντα για την ως άνω αιτία το ποσό των 505,94 ευρώ. Ακολούθως, αφού δέχθηκε τυπικά τις αντίθετες εφέσεις , στη συνέχεια δέχτηκε κατ ουσίαν την έφεση του εναγομένου και εν μέρει την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση ως προς τις εκκληθείσες διατάξεις της, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ ουσίαν, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 505,94 ευρώ ως διαφορές επιδομάτων εορτών με το νόμιμο τόκο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 2/2024, ΑΠ 912/2022, ΑΠ 42/2020,). Για να είναι ορισμένος ο ως άνω αναιρετικός λόγος πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 18/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 355/2021, 1040/2022, 763/2018) όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, ΑΠ 912/2022, 326/2022). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 912/2022, ΑΠ 128/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α` του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ2/2022, ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα, α) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ή η αναφορά, ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, γ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιές είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 322/2023, ΑΠ 182/2021).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 253/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ1082/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, βάλλοντας κατά των παραδοχών αυτής α) αναφορικά με την ιδιότητά του ως εργάτη, διαλαμβάνοντας στο αναιρετήριο τον αγωγικό ισχυρισμό του ότι επρόκειτο για εργασία οδηγού φορτηγού και όχι εργάτη και β) αναφορικά με τα αιτήματά του για αμοιβή για υπερεργασιακή του και υπερωριακή του απασχόληση καθώς και για την εργασία του κατά τις ημέρες του Σαββάτου ως έκτη ημέρα της εβδομάδας, τα οποία απορρίφθηκαν ως κατ ουσίαν αβάσιμα, επικαλούμενος ότι από τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δεν προκύπτει το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο.
Περαιτέρω, με τον τρίτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια περί ευθείας παράβασης του νόμου. Ειδικότερα εκθέτει ότι εσφαλμένα υπολόγισε τα επιδόματα εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από το έτος 2011 έως το έτος 2016 και ότι εσφαλμένα απέρριψε τα κονδύλιο επιδίκασης του μηνιαίου μισθού του μηνός Ιουνίου του έτους 2016. Αμφότεροι οι λόγοι είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι δεν αναγράφονται σ'αυτούς οι διατάξεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου και το περιεχόμενο αυτών που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου (ως προς τον πρώτο λόγο) και ευθέως (ως προς τον τρίτο λόγο) και αφετέρου διότι με την επίφαση των, εκ των αριθμών 19 και 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικών πλημμελειών, αντίστοιχα πλήττεται με αυτούς η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί της ουσίας της υπόθεσης.
Με τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 ορίζεται ότι: " 1. Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλήν αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον. Το αυτό ισχύει και περί εθίμου. "2.Η αληθής έννοια της προηγουμένης παραγράφου είναι, ότι οιαδήποτε σύμβασις, συναπτομένη προ ή μετά την λύσιν της μισθώσεως εργασίας, είναι αυτοδικαίως άκυρος, πλην αν αύτη περιέχη αναγνώρισιν ή εξόφλησιν ειδικώς των εκ του νόμου τούτου αξιώσεων του υπαλλήλου ή είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον" και με την παρ. 3 ορίζεται ότι: " Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Ακόμη με το άρθρο 679 του ΑΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 49 παρ.2 του ν. 4611/2019 ορίζεται ότι "είναι άκυρη η συμφωνία με την οποία περιορίζονται τα δικαιώματα του εργαζομένου από τα άρθρα 656 έως 658, 659 παρ. 2 έως 667, 668 εδ. 2, 670, 674, 677 και 678". Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης είναι και το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναίρεσης του διαδίκου που επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης (ΑΠ 109/2022) όχι μόνο γενικώς ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης , αλλά και ειδικώς ως προς κάθε ένα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 170/2021, ΑΠ 126/2020, ΑΠ 1070/2015, ΑΠ 26/2008), θεμελιώνεται δε αυτό στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 126/2020, ΑΠ 901/2019, ΑΠ 26/2008).
Εάν, υπό τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο περιστατικά, η επιβλαβής αυτή συνέπεια δεν εκλείπει ουσιαστικώς και μετά την αναίρεση της απόφασης, ο βλαπτόμενος διάδικος δεν μπορεί να θεμελιώσει έννομο συμφέρον προς άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής (ΑΠ 492/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1532/2014, ΑΠ 26/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι αυτός είχε συνάψει με τον αναιρεσίβλητο αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920 και 281 του ΑΚ, καθότι η σύναψή τους από τον εναγόμενο έγινε για καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων, ενώ βάσει των ως άνω διατάξεων θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι αυτός υπέγραψε τις προσκομισθείσες από τον αναιρεσίβλητο αποδείξεις πληρωμής ανεπιφύλακτα και χωρίς να διαμαρτυρηθεί και από τις οποίες απεικονίζεται η πραγματική παρασχεθείσα εργασία του χωρίς υπερωρίες και πρόσθετη εργασία, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 679 του ΑΚ καθότι η αποδοχή από αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) της υπογραφής εκ μέρους του των αποδείξεων μισθοδοσίας του αναιρεσίβλητου, ως σιωπηρή παραίτηση από τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, όπως η καταβολή αμοιβών και αποζημιώσεων για υπερεργασία και παράνομη υπερωρία, είναι άκυρη.
Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Και τούτο διότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι εργαζόταν με ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στον αναιρεσίβλητο και όχι με πλείονες συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που έληγαν λόγω της οικειοθελούς αποχωρήσεως του ενάγοντος και με σκοπό να μεταβαίνει στη χώρα καταγωγής του (Πακιστάν) τελούσε σε συνάρτηση, με τις αγωγικές του αξιώσεις για ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, που απορρίφθηκε ως κατ ουσίαν αβάσιμη από το πρωτόδικο δικαστήριο, επιδίκασης μισθών υπερημερίας και αποζημίωσης απόλυσης που απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και οι οποίες (αξιώσεις) δεν μεταβιβάστηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης όπως άλλωστε κρίθηκε από αυτό με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Επομένως δεν θεμελιώνεται έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, από την επιδιωκόμενη αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τον ως άνω δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, διότι ακόμη και με την εκδοχή ότι ο αναιρεσείων τελούσε σε ενιαία σχέση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τον αναιρεσίβλητο και ότι οι πλείονες συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου συνήφθηκαν για την καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ως αορίστου χρόνου, δεν υφίσταται βλάβη τέτοια που να δικαιολογεί την άσκηση του προκείμενου λόγου αναιρέσεως, εφόσον οι ως άνω πρωτοδίκως απορριφθείσες αξιώσεις του, που στηρίζουν τον ως άνω ισχυρισμό του περί ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης.
Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς άσκηση του προκείμενου δεύτερου λόγου αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, η ύπαρξη του οποίου ως προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ως προς τις παραδοχές δε της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με το ύψος των αποδοχών του, υπό την επίφαση της εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά το μέρος τούτο του πρώτου σκέλους.
Περαιτέρω ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων με την υπογραφή των εξοφλητικών αποδείξεων παραιτήθηκε από τις ένδικες αγωγικές του αξιώσεις, αλλά συνεκτιμώντας τις ως άνω αποδείξεις σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πραγματοποίησε υπερεργασία και υπερωριακή εργασία καθώς και εργασία την έκτη ημέρα της εβδομάδας και τις Κυριακές και επομένως ορθά δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 679 του ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέα. Κατά το μέρος δε αυτό και υπό την επίφαση της εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Κατ ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2022 και με αρ. καταθ. 8940/992/14-11-2022 αίτηση αναίρεσης της με αρ. 3773/1-6-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ