Legislator Case Law & Legislation
1951/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify Article 560 grounds and orders costs against appellants.

Case Number 1951/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to appeal the first-instance court's decision regarding the administration of a will. The appellants argued the lower court contained contradictory reasoning but failed to identify specific grounds for appeal under Article 560 of the Code of Civil Procedure. The court ruled that without citing the exact legal grounds, the appeal is inadmissible and must be rejected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to clearly specify the grounds for appeal under Article 560, preventing the court from determining the legal error.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal Article 560 grounds Code of Civil Procedure specific legal error contradictory reasoning court costs will administration

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 309(a) of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1951 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1951/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Ν. Ρ. (S. D. R.) του Τ. Τ. Ρ. (J. T. R.), κατοίκου ... ως κληρονόμου της αποβιωσάσης στις 23-4-2008 συζύγου του Α., το γένος Α. Δ. και 2) Α. Ν. του Α., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Νικολόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Χ., Δικηγόρου, κατοίκου ... ως εκτελέστριας της διαθήκης της αποβιωσάσης στις 7-12-1982 Θ. συζ. Α. Δ., το γένος Ν. Κ., η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 18-5-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου και 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδος, που κατοικοεδρεύει στη Λάρισα, ως ασκούντος την εποπτεία επί των κοινωφελών ιδρυμάτων και περιουσιών που αφήνονται για κοινωφελείς σκοπούς, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2020 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδος.

Εκδόθηκε η 807/2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-12-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η 1η αναιρεσίβλητη την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 5/2001) και όχι κατά το χρόνο συζήτησης αυτής (ΑΠ 145/2011). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον παρέλθει άκαρπη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση ή παραίτηση από το ήδη κατ' αυτής ασκηθέν τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης. Μάλιστα στην τελευταία περίπτωση η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης ανατρέχει στο χρόνο άσκησης της αναίρεσης, ανεξαρτήτως αν η επίδοση του οικείου περί παραιτήσεως δικογράφου έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο από την άσκηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 5/2001, ΟλΑΠ 9/1996). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, αν ο διάδικος που δικάσθηκε διαμένει στην Ελλάδα, και εξήντα ημέρες, αν διαμένει στο εξωτερικό.

Συνεπώς η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο, αφού έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε άκαρπη η ανωτέρω, κατά περίπτωση, τριακονθήμερη ή εξηκονθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης (ή σε περίπτωση μη επίδοσης αυτής η διετής - καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευσή της, κατά την παρ. 2 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ), είτε διότι κατά τα ήδη προαναφερθέντα ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της έφεσης ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, οπότε έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β του ΚΠολΔ (ΑΠ 318/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά της υπ' αριθμ. 807/2021 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, Εκούσια Δικαιοδοσία, με την οποία η από 16-10-2020 αίτηση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες κατέθεσαν την από 05-08-2021 (αριθμ. κατάθ. 2113/06-08-2021) έφεσή τους στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν με την από 08-10-2021 (αριθμ.

κατάθ. 47/18-10-2021) παραίτηση, που κατέθεσαν με ιδιαίτερο δικόγραφο στο ίδιο Δικαστήριο, αντίγραφο του οποίου (δικογράφου παραίτησης) καθώς και της 807/2021 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών επέδωσαν στους αναιρεσίβλητους στις 27-10-2021 (βλ. υπ' αριθμ. 10277Ε'/27-10-2021 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Λάρισας Ν.

Κ., 4917Γ'και 4918Γ'/27-10-2021 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Λάρισας Δ. Τ.), ενώ περαιτέρω ο 1ος αναιρεσείων, κάτοικος ... παραιτήθηκε από το δικαίωμα άσκησης έφεσης κατά της ανωτέρω απόφασης (μετά την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης στους αντιδίκους του) με την υπ' αριθμ. 58/29-11-2021 δήλωση παραίτησης ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, Τμήμα Ενδίκων Μέσων.

Επομένως, κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση από 01-12-2021 (αριθμ. κατάθ. 02-12-2021) αίτησης αναίρεσης η 807/2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών είχε καταστεί τελεσίδικη και ασκήθηκε παραδεκτά. Κατά το άρθρο 2020 του ΑΚ έργο του εκτελεστή είναι η εκτέλεση των διατάξεων της διαθήκης. Ο εκτελεστής έχει δικαίωμα να επιχειρήσει κάθε πράξη, την οποία ρητά επέτρεψε ο διαθέτης ή είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των διατάξεών του.

Με τους ίδιους όρους έχει δικαίωμα να διαχειρίζεται την κληρονομία είτε ολόκληρη είτε κατά ένα μέρος της. Έργο του συνεπώς είναι η υλοποίηση της τελευταίας επιθυμίας του διαθέτη καθώς και η φροντίδα για το διακανονισμό διαφόρων ζητημάτων της κληρονομίας. Πρόκειται για λειτούργημα του ιδιωτικού δικαίου (άρθρα 2018, 2019 παρ. 1, 2028, 2029 του ΑΚ).

Αντίθετα, ο εκτελεστής διαθήκης, όταν πρόκειται για εκτέλεση διατάξεων διαθήκης που αφορούν κοινωφελή σκοπό, θεωρείται ότι ασκεί, μετά την αποδοχή του διορισμού του, δημόσιο λειτούργημα και υπάγεται ως προς την άσκησή του στην εποπτεία και τον έλεγχο της αρμόδιας αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 6 του Ν 4182/2013 "Κώδικας κοινωφελών περιουσιών - σχολαζουσών κληρονομιών και λοιπές διατάξεις", ο οποίος κατάργησε τον α.ν. 2039/1939 και εφαρμόζεται και στις κοινωφελείς περιουσίες, που υφίσταντο κατά την έναρξη ισχύος του (11-11-2013), όπως στην ένδικη περίπτωση (ΑΠ 639/2021).

Ακολούθως, με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν 4182/2013 ορίζεται, ότι περιουσίες που καταλείπονται υπέρ κοινωφελών σκοπών σε άλλα πρόσωπα, εκτός του Δημοσίου, γίνονται αποδεκτές πάντοτε με το ευεργέτημα της απογραφής και εκκαθαρίζονται από τους εκτελεστές που ορίζονται με τη διαθήκη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα και συμπληρωματικά τις διατάξεις των άρθρων 2020 έως 2027 του Αστικού Κώδικα.

Αν ο οριζόμενος ως εκτελεστής διαθήκης εξέλιπε χωρίς να προβλέπεται από τη συστατική πράξη η αναπλήρωσή του, η οικεία περιουσία εκκαθαρίζεται και διοικείται από εκτελεστή που διορίζεται από την αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 έως 21. Τα τελευταία άρθρα ορίζουν τη διαδικασία διορισμού και τις προϋποθέσεις έκπτωσης, αντικατάστασης και παραίτησης του εκτελεστή διαθήκης, ενώ με το άρθρο 49 παρ. 1 του ίδιου Νόμου προβλέπεται η λήξη του λειτουργήματος του εκτελεστή.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκυριότητας κληρονόμων και ιδρυμάτων ή άλλων νομικών προσώπων, που εξυπηρετούν κοινωφελείς σκοπούς, η παύση του εκτελεστή διαθήκης, ο οποίος ασκεί δημόσιο λειτούργημα, δεν γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2028 έως 2031 του ΑΚ, αλλά όπως ορίζεται στο Ν 4182/2013.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 (όπως και του άρθρου 559, αριθμός 1) του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία (ΑΠ 970/2020, ΑΠ 860/2020, ΑΠ 1241/2019).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 261/2021, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 836/2017).

Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 763/2018) και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και στην περίπτωση, που το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής, που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 718/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με την ένδικη αίτηση αναίρεσης εκθέτουν, ότι άσκησαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2031 ΑΚ και 815 του ΚΠολΔ, την από 16-10-2020 αίτηση, με την οποία ζήτησαν την παύση της πρώτης καθ' ης εκτελέστριας διαθήκης μόνο [και όχι ως προς την περιουσία που τάχθηκε υπέρ κοινωφελών σκοπών] ως προς την κληρονομική περιουσία, που περιήλθε στον αρχικό δικαιοπάροχο τους Α..

Δ. ως νόμιμη μοίρα, από την ιδιότητα της εκτελέστριας της από 14.10.1980 διαθήκης της κατά την 7-12-1982 στην Αθήνα αποβιώσασας συζύγου του Θ. συζ. Α.. Δ., το γένος Κ., αποδίδοντας με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής τους στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, καθόσον "απέρριψε ως αβάσιμη την ανωτέρω αίτησή μας, θεωρώντας {εσφαλμένα} ότι οι διατάξεις του ν. 4182/2013 και δη των άρθρων 40 επ.

αυτού, αλλά και του προϊσχύσαντος α.ν. 2039/1939 ως ειδικότερες υπερισχύουν των σχετικών διατάξεων του ΑΚ και δη αυτής του άρθρου 1829". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν προκύπτει από το αναιρετήριο, αν η από 16-10-2020 αίτηση απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη ή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, στην πρώτη δε περίπτωση οι αναιρεσείοντες δεν παραθέτουν στο αναιρετήριο την ιστορική βάση της από 16-10-2020 αίτησης, στη δε δεύτερη δεν εκθέτουν τις κρίσιμες παραδοχές της απόφασης.

Προσέτι, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι η αίτηση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, όπως κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου έκρινε το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την αιτιολογία, ότι μη νομίμως στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 2031 του ΑΚ για την παύση του εκτελεστή διαθήκης λόγω σπουδαίου λόγου, η οποία, όπως και οι λοιπές διατάξεις περί παύσης του εκτελεστή διαθήκης του ΑΚ, δεν είναι εφαρμοστέες, διότι εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του Ν 4182/2013 ως προς τον τρόπο ορισμού, παύσης, αντικατάστασης κ.λπ.

του εκτελεστή διαθήκης, εφόσον δια διατάξεων της διαθήκης καταλείπεται περιουσία υπέρ κοινωφελών σκοπών, όπως στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τη γραμματική και τελολογική ερμηνεία του νόμου αυτού. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ (όταν πρόκειται για αναίρεση κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου, όπως στην προκειμένη περίπτωση) θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 527/2020, ΑΠ 374/2020). Οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης παραπονούνται, ότι η προσβαλλόμενη "στερείται παντελώς, άλλως, περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες αδυνατώντας, κατά τα σ' αυτήν διαλαμβανόμενα, να στηρίξει δικανικά τη θέση της ότι "...η αποτελεσματική διαχείριση και εποπτεία των περιουσιών που καταλείπονται για την εκτέλεση κοινωφελών σκοπών είναι ζήτημα μέγιστης εθνικής σημασίας...ώστε να επιτελούνται οι εθνικοί σκοποί..." επιτυγχάνεται μόνο με τη διαχείρισή τους από εκτελεστή διαθήκης η εξουσία του οποίου επεκτείνεται και στην κληρονομική μερίδα του συντρέχοντος στην κληρονομία νόμιμου μεριδούχου".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν για ποιόν από τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 560 του ΚΠολΔ προσβάλλουν την παραπάνω απόφαση, αφού δεν υπάγουν, τα όσα προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε κάποιον από τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης, δεν αναφέρουν, δηλαδή, τον αριθμό ή τους αριθμούς των λόγων αναίρεσης του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για τους οποίους ψέγουν, με τα όσα της αποδίδουν, την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε αναφέρουν ακόμη και το άρθρο 560, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να διαγνωσθεί, ποιο είναι το σφάλμα που της αποδίδουν και για ποιον από τους λόγους του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ζητούν την αναίρεσή της.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν ξεχωριστές προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένη ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο κατά το μέτρο του άρθρ. 22 του Ν 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01-12-2021 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 26/02-12-2021) για αναίρεση της 807/2021 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, Εκούσια Δικαιοδοσία.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων α) της πρώτης αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και β) του δεύτερου αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ