Legislator Case Law & Legislation
1951/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal due to improper service of jurisdictional decision to absent defendant.

Case Number 1951/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the prosecutor's appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of the case. The lower court incorrectly ruled that the defendant's presence was legally established merely by his representation at a prior jurisdictional hearing, without requiring formal service of that decision. The Supreme Court held that because the defendant was absent from the current trial, the lower court must have formally served the jurisdictional ruling to validate his presence and the subsequent summons.

Legislator headnote

AI generated

Articles 120, 473, 487, 510, 515, 519 of the Code of Criminal Procedure; When a court declares itself incompetent and refers a case to a competent court, the decision serves as a referral order requiring formal service to the absent defendant to validate their presence and the validity of the summons.

Keywords

AI generated
Code of Criminal Procedure jurisdictional incompetence service of process absent defendant validity of summons appeal against dismissal improper service

Cited Legislation

AI generated
Article 120 paragraph 2 of the Code of Criminal Procedure
Article 473 paragraph 1 items a-g of the Code of Criminal Procedure
Article 487 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 paragraph 1 item H of the Code of Criminal Procedure
Article 515 paragraph 2 item a of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1951 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1951/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1660/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Α. Χ. του Ι., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαΐου 2018 και με αριθμό …2018 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γ. Σ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...18.

Αφού άκουσε

Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 120 παρ. 2 ΚΠΔ, το δικαστήριο, όταν κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει με απόφαση του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Σ' αυτή την περίπτωση ενεργεί ό,τι και το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 473 παρ. 1 εδ. α-γ. του ίδιου Κώδικα, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης.

Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και για την προθεσμία άσκησης ένδικων μέσων κατά βουλευμάτων.

Κατά το άρθρο δε 487 ΚΠΔ στον κατηγορούμενο και στον εισαγγελέα επιτρέπεται έφεση κατά της απόφασης, με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι είναι καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο ή στον εισαγγελέα (άρθρ. 120 ΚΠΔ). Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, όταν το Δικαστήριο κηρύσσει αυτό αναρμόδιο και παραπέμπει με απόφασή του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, η απόφασή του αυτή επέχει θέση παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο κοινοποιείται στον κατηγορούμενο, για την άσκηση ενδίκων μέσων, μόνο όταν ο κατηγορούμενος είναι απών.

Όταν ο κατηγορούμενος εκπροσωπείται από συνήγορο, καθώς και στις περιπτώσεις των άρθρων 344 παρ.1, 346, 347 παρ.1 και 348 ΚΠΔ, θεωρείται παρών και όχι "ωσεί" παρών και συνεπώς στην περίπτωση αυτή η απόφαση θεωρείται ότι εκδόθηκε παρουσία του κατηγορουμένου και κατ' αντιμωλία των διαδίκων, χωρίς ν' απαιτείται επίδοση της απόφασης, για να τρέξουν οι προθεσμίες του ενδίκου μέσου της εφέσεως και συνεπώς, όταν η, επέχουσα θέση παραπεμπτικού βουλεύματος, απόφαση του πολυμελούς δικαστηρίου, με την οποία κηρυσσόμενο καθύλη αναρμόδιο, παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο αρμόδιο δικαστήριο, καταστεί αμετάκλητη, εγκύρως κλητεύεται αυτός στο δικαστήριο (αρ.319 παρ.5 ΚΠΔ).

Περαιτέρω, η τυχόν αναγραφή άλλου, από το αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση δικαστηρίου, δεν καθιστά το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο (κλητήριο θέσπισμα ή κλήση) άκυρο και ανενεργές ως προς τις έννομες συνέπειές του, το έγγραφο δε αυτό, ως δηλωτικό του αμετακλήτου της εισαγωγής της υπόθεσης στο ακροατήριο, διατηρεί την ισχύ του και δεν είναι αναγκαίο για την εγκυρότητά του το αναγραφόμενο δικαστήριο να είναι πράγματι το αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση (Ολ.ΑΠ 2/1997).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 Η'ΚΠοινΔ υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι'αυτό κατά νόμον όροι (Ολ.ΑΠ 3/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής : Με την με αρ.1660/2018 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κηρύχθηκε απαράδεκτη η σε βάρος του κατηγορούμενου Α. Χ. του Ι., συζήτηση της ποινικής υπόθεσης για μη καταβολή στο Δημόσιο χρεών, άνω των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ (άρθρο 25 παρ. 1 Ν.1882/1990).

Στο Δικαστήριο αυτό, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε με την υπ. αρ. 27702/20-9-2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία το τελευταίο κηρύχθηκε καθύλη αναρμόδιο, λόγω της ειδικής δωσιδικίας του κατηγορουμένου, από την ιδιότητά του ως δικηγόρου (άρθρο 111 παρ.6 ΚΠΔ), να δικάσει την σε βάρος του ανωτέρω κατηγορία, που είχε εισαχθεί στο αρχικώς επιληφθέν Δικαστήριο εκείνο με το υπ' αρ ....

κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, που καθόριζε την πράξη και περιείχε την οικεία ποινική διάταξη που την πρόβλεπε. Κατά της κηρύξασας την αναρμοδιότητα παραπεμπτικής εκείνης απόφασης, επέχουσας θέση παραπεμπτικού βουλεύματος, ο κατηγορούμενος δεν άσκησε έφεση και, όταν αυτή κατέστη αμετάκλητη, κλητεύθηκε να δικαστεί με την υπ'αρ...2017 κλήση του Εισαγγελέα Εφετών, στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Τριμελές Εφετείο Αθηνών.

Το Δικαστήριο αυτό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε υποβληθείσα, κατά την έναρξη της συζητήσεως, από τον εκπροσωπήσαντα τον κατηγορούμενο συνήγορό του, ένσταση απαραδέκτου της συζητήσεως της υπόθεσης, που επικαλέστηκε ακυρότητα της κλήτευσης, προβάλλοντας ότι η παραπεμπτική λόγω αναρμοδιότητας απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στο οποίο (όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της) αυτός είχε εκπροσωπηθεί νομίμως από συνήγορό του, δεν του είχε επιδοθεί και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως.

Η παραπάνω ένσταση έγινε δεκτή με την εξής αιτιολογία του Δικαστηρίου: "Κατά τις διατάξεις του άρθρου 120 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., το δικαστήριο, όταν κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει με απόφαση του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο σ' αυτή την περίπτωση ενεργεί ό,τι και το συμβούλιο των πλημμελειοδικών όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται σαφώς ότι η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου περί αναρμοδιότητας του και παραπομπής της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο επέχει θέση παραπεμπτικού βουλεύματος (Α.Π. 849/2009, Α.Π. 2454/2003 Τράπ. Νομ. Πληρ.ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, στην απόφαση αυτή απαιτείται να περιλαμβάνεται η πλήρης περιγραφή της αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου (Α.Π. 1299/1983, Διάτ.

Εισ. Εφ. Πειρ. 16/1998 Τράπ. Νομ. Πληρ. ΝΟΜΟΣ). Στην προαναφερόμενη περίπτωση εξάλλου, ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο με κλήση, όπως ορίζεται στο άρθρο 320 παρ.2 του Κ.Ποιν.Δ.. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174 παρ. 2, 314, 319 παρ. 5, 320 και 321 του Κ.Ποιν.Δ., συνάγεται ότι η μη επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος στον κατηγορούμενο συνεπάγεται και την ακυρότητα της κλήσης αυτού στο ακροατήριο, η οποία μπορεί να καλυφθεί, εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης (Α.Π.570/2008 Τράπ.

Νομ. Πληρ. ΝΟΜΟΣ). Τα ως άνω ισχύουν για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην περίπτωση της απόφασης με την οποία το δικαστήριο, διαπιστώνοντας την αναρμοδιότητα του, παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο δικαστήριο. Δηλαδή και σ' αυτή την περίπτωση, για την εγκυρότητα της κλήσης, απαιτείται να έχει επιδοθεί προηγουμένως στον κατηγορούμενο η παραπεμπτική απόφαση και τούτο, ανεξαρτήτως από το αν ο κατηγορούμενος ήταν ή όχι παρών κατά την απαγγελία της.

Η παραδοχή της αντίθετης άποψης, ότι δηλαδή, όταν ο κατηγορούμενος ήταν παρών, δεν απαιτείται η επίδοση της παραπεμπτικής απόφασης, επειδή η απαγγελία της στο ακροατήριο επέχει θέση κοινοποίησης της σ' αυτόν (Α.Π. 849/2009 βλ. ανωτ.), δημιουργεί ρήγμα στο δικονομικό σύστημα που διέπει την προπαρασκευαστική της κύριας διαδικασία (άρθρα 320 επ.

του Κ.Ποιν.Δ.) και φαλκιδεύει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί την κατηγορία για την οποία καλείται να δικασθεί στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, ώστε να έχει τη δυνατότητα ανάπτυξης αποτελεσματικής υπεράσπισης. Πιο συγκεκριμένα, όταν ο κατηγορούμενος παραπέμπεται με βούλευμα, το παραπάνω δικαίωμα του ικανοποιείται πλήρως με την αναφορά του αριθμού του βουλεύματος στην κλήση, καθώς έχει ήδη επιδοθεί σ' αυτόν το ταυτάριθμο βούλευμα που περιέχει την κατηγορία.

Όταν όμως ο κατηγορούμενος παραπέμπεται δυνάμει απόφασης δικαστηρίου που κηρύχθηκε αναρμόδιο, τα προσδιοριστικά στοιχεία της οποίας (αριθμός απόφασης) δεν του έχουν γνωστοποιηθεί κατά την απαγγελία της, η επίδοση σ' αυτόν μόνο της κλήσης προς εμφάνιση στο ακροατήριο, στην οποία δεν αναφέρεται η αξιόποινη πράξη για την οποία καλείται να δικασθεί, παρά μόνον ο αριθμός της μη κοινοποιηθείσας σ' αυτόν παραπεμπτικής απόφασης, δεν συνιστά και γνωστοποίηση της κατηγορίας για την οποία καλείται να εμφανισθεί στο ακροατήριο, η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της εισαγωγής του σε δίκη και απαραίτητο όρο για την εγκυρότητα της κλήτευσης του, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Το ως άνω Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 27002/20-9-2016 απόφαση του, κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην, λόγω της δικηγορικής ιδιότητας του κατηγορουμένου (άρθρο 111 παρ. 6 του Κ.Ποιν.Δ.).

Κατά την απαγγελία της παραπάνω παραπεμπτικής απόφασης, ο κατηγορούμενος θεωρείται ότι ήταν παρών, καθώς εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο (άρθρο 340 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ.). Στη συνέχεια, η εν λόγω απόφαση συμπληρώθηκε με τα άρθρα του ποινικού νόμου που προβλέπουν την πράξη για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος, δυνάμει της υπ' αριθμ. 12249/28-3-2017 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, κατά την απαγγελία της οποίας αυτός απουσίαζε.

Σημειωτέον, ότι στην τελευταία αυτή συμπληρωματική απόφαση, δεν αναφέρεται η αξιόποινη πράξη για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος. Μετά ταύτα, επιδόθηκε στον τελευταίο στις 23-5-2017, η προαναφερομένη συμπληρωματική υπ' αριθμ. 12249/28-3-2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και στις 19-6-2017, η υπ' αριθμ...2017 κλήση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την οποία κλητεύθηκε αυτός στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, για να δικασθεί -όπως σ' αυτήν αναφέρεται- σύμφωνα με την παραπεμπτική υπ' αριθμ. 27002/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Όμως, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση στον κατηγορούμενο και της ως άνω υπ' αριθμ. 27002/2016 παραπεμπτικής απόφασης, στην οποία αναφέρεται η κατηγορία και η οποία επέχει θέση βουλεύματος. Η επίδοση αυτή είναι απαραίτητη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, προκειμένου να θεωρηθεί έγκυρη η κλήτευση του κατηγορουμένου και να εισαχθεί νόμιμα η υπόθεση προς εκδίκαση στο Δικαστήριο τούτο.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, ενόψει και των σχετικών αντιρρήσεων που προέβαλε κατά τα ως άνω ο κατηγορούμενος, δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου του, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης", που ακολούθως κήρυξε, κατά τα ήδη αναφερόμενα, απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως.

Όμως εσφαλμένα το Τριμελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι χρειαζόταν για το έγκυρο της κλήτευσης να έχει προηγηθεί επίδοση της προαναφερόμενης, με αρ. 27002/2016, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στον κατηγορούμενο, αφού ο ίδιος, εκπροσωπούμενος στο Δικαστήριο εκείνο από συνήγορο, θεωρείται ότι ήταν παρών και δεν χρειαζόταν η επίδοση της αποφάσεως αυτής για άσκηση ενδίκου μέσου (άρθρο 487 ΚΠΔ).

Η κλήση δε του κατηγορούμενου για εμφάνιση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε σ' αυτόν, όταν η κηρύξασα την αναρμοδιότητα, ανωτέρω, με αρ. 27002/2016, απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είχε καταστεί αμετάκλητη, και ο ίδιος είχε λάβει γνώση αυτής κατά τη δημοσίευση της, ενώ το κλητήριο θέσπισμα, που για την αρχική δικάσιμο του είχε επιδοθεί νομίμως, δεν είχε μεταβληθεί ως προς την περιεχόμενη κατηγορία ούτε είχε καταστεί άκυρο και ανενεργές αλλά διατηρούσε την ισχύ του, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και, επομένως, αυτός γνώριζε ακριβώς την κατηγορία και τα στοιχεία αυτής (αρθρ.320 και 321 ΚΠοινΔ) κατά τρόπο διασφαλίζοντα πλήρως τα υπερασπιστικά του δικαιώματα.

Ως εκ τούτου, παραλείποντας το Δικαστήριο της ουσίας να προχωρήσει στην περαιτέρω συζήτηση και έρευνα της υποθέσεως, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Επομένως, ο σχετικός μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (που ασκήθηκε παραδεκτά, κατ' άρθρ. 505 παρ.2 εδ.α'ΚΠΔ), από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Η' του ΚΠΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός απόντος του κατηγορουμένου, ο οποίος νομίμως και εμπροθέσμως κλήθηκε για να παραστεί κατά την ως άνω δικάσιμο, όπως προκύπτει από το από 5-7-2018 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Σκορδάκη Ανδριάνας προς τον ίδιο (δι'επιδόσεως σε ενήλικο σύνοικό του) και δικάζεται σαν να ήταν παρών (αρθρ. 515 παρ.2 εδ.α'ΚΠοινΔ).

Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθ. 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 1660/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών,

Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ