Legislator Case Law & Legislation
1951/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and inadmissibility grounds regarding property expropriation dispute.

Case Number 1951/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's decision regarding a property expropriation dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider specific facts and that the exercise of their rights was abusive, but the court found these arguments legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 330, 340-342, 343-345, 347 of the Civil Code; Article 8b, 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on abuse of right or inadmissibility is rejected if the lower court has already considered and rejected the argument, or if the facts cited do not constitute abuse of the right to sue.

Keywords

AI generated
abuse of right inadmissibility of appeal expropriation dispute civil procedure legal costs supreme court property rights

Cited Legislation

AI generated
Articles 330, 340-342, 343-345, 347 of the Civil Code
Article 8b, 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, letter e of the Code of Civil Procedure
Article 1, Article 3, paragraph 2 and 4 of Law 4335/2015
Articles 176, 183, 189, paragraph 1, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1951 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1951/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. συζ. Δ. Σ., θυγ. Σ. Μ. (εξ αδιαιρέτου ποσοστό 297,5/896), 2) Λ. Μ. του Σ., συζ. Π. Λ. (εξ αδιαιρέτου ποσοστό 59,5/896), 3) Δ. Σ. του Λ. (εξ αδιαιρέτου ποσοστό 119/896) και 4) Μ. Σ. του Δ. (εξ αδιαιρέτου ποσοστό 119/896), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χορομίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Στρούζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19255/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 484/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-8-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 330 και 340 - 342 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης περιέρχεται σε υπερημερία, όταν καθυστερεί υπαίτια να εκπληρώσει την υποχρέωσή του με τον προσήκοντα τρόπο. Ωστόσο, για την περιέλευση του οφειλέτη σε υπερημερία απαιτείται και η συνδρομή πρόσθετων υποχρεώσεων και συγκεκριμένα: 1) η παροχή να είναι έγκυρη, δυνατή, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και 2) να προηγήθηκε, δικαστική ή εξώδικη, όχληση από το δανειστή ή να υπάρχει, κατ’ άρθρ. 341 ΑΚ, δήλη ημέρα.

Οι έννομες συνέπειες της υπερημερίας ρυθμίζονται με τις διατάξεις των άρθρων 343 - 345 και 347 ΑΚ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 345 εδάφ. α’ , όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής, σε περίπτωση υπερημερίας, έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 342 του ίδιου Κώδικα, ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της οφειλής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία ως λόγοι απαλλαγής του οφειλέτη από την ευθύνη του αναγνωρίζονται η έλλειψη υπαιτιότητάς του και η πλάνη του, προκύπτει ότι 1) το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλά, αντίθετα, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεστεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσής της (ΑΠ 352/2011, ΑΠ 1460/2005) και 2) η άγνοια ή η αμφιβολία ή η πλάνη του οφειλέτη, χωρίς διάκριση αν η εν λόγω πλάνη ανάγεται στα πράγματα ή το δίκαιο, για την ύπαρξη ή το περιεχόμενο ή την έκταση της οφειλής ή το πρόσωπο του δικαιούχου μπορούν, κατά τις περιστάσεις, να καταστήσουν συγγνωστή και δικαιολογημένη την καθυστέρηση, εφόσον η άγνοια ή η αμφιβολία ή η πλάνη δεν οφείλονται σε αμέλεια του οφειλέτη (ΑΠ 207/2017).

Για την εύλογη αιτία της καθυστέρησης, η οποία αποτελεί έννοια νομική, που ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 653/2011, ΑΠ 1427/2008 - βλ., πάντως, και ΑΠ 637/1989, ΑΠ 45/1987), απαιτείται η συνδρομή περιστάσεων που να δικαιολογούν την άγνοια ή την αμφιβολία ή την πλάνη του οφειλέτη για την ύπαρξη του χρέους κ.λπ. (ΑΠ 207/2017). Περαιτέρω, ο τόκος (άρθρ. 293 ΑΚ) οφείλεται μεν παρεπομένως, επιπλέον της οφειλής του κεφαλαίου, αποτελεί όμως αυθύπαρκτη απαίτηση, η οποία μπορεί να ζητηθεί με αυτοτελή κύρια αγωγή (ΑΠ 942/2002).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να είναι ορισμένος ο παρών λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ. 28/1998, ΑΠ Ολομ. 32/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 484/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε, ανέλεγκτα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση του πρώτου λόγου αναίρεσης ζήτημα: [Με τη 1056228/4327/0010/2006 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας-Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 661/7-8-2006 Τεύχος Δ’ , απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, υπέρ της ενάγουσας εταιρίας και με δαπάνες αυτής, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή έργων του μετρό του σταθμού "..." στο Δήμο Θεσσαλονίκης, έκταση συνολικού εμβαδού 2.135,22 τ.μ.

Στην απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνονται και δύο οικοπεδικά τμήματα, εμβαδού 594,06 τ.μ. και 1.297,79 τ.μ. της με αριθμό ΚΠ 1 ιδιοκτησίας, τα οποία αποτελούν τμήματα μεγαλύτερου ακινήτου, εμβαδού 3.482,57 τ.μ., συνιδιοκτησίας των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, που περικλείεται από τις οδούς .... Με την 43937/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της 53320/2006 αίτησης των εναγομένων κατά τη διαδικασία των απαλλοτριώσεων, καθορίστηκε προσωρινά η τιμή μονάδας αποζημίωσης των ως άνω απαλλοτριωθέντων οικοπεδικών τμημάτων στο ποσό των 5.000 ευρώ και η ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα του ακινήτου στο ποσό του 20% της αξίας τους, ενώ οι εναγόμενοι αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι αυτής της αποζημίωσης.

Βάσει της ανωτέρω αποφάσεως, οι εναγόμενοι εισέπραξαν από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, όπου είχε παρακατατεθεί από την ενάγουσα η ορισθείσα αποζημίωση, το συνολικό ποσό των 7.128.405,47 ευρώ και συγκεκριμένα η πρώτη εναγομένη το ποσό των 3.564.193,86 ευρώ, η δεύτερη το ποσό των 712.843,54 ευρώ, ο τρίτος το ποσό του 1.425.683,88 ευρώ και η τέταρτη το ποσό του 1.425.683,87 ευρώ, καταθέτοντας εγγυητικές επιστολές έκαστος για ποσοστό 40% της ληφθείσας αποζημίωσης.

Στη συνέχεια, με την 421/2009 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της 5562/2007 αίτησης των εναγομένων, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων οικοπεδικών τμημάτων το ποσό των 2.700 ευρώ ανά τ.μ, ήτοι τιμή μικρότερη από την προσωρινά καθορισθείσα. Μετά την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κοινοποίησε στους τέσσερις εναγόμενους το με αριθμό πρωτοκόλλου .../25-11-2009 έγγραφό του, με το οποίο τους γνωστοποιούσε ότι θα έπρεπε να επιστρέψουν άμεσα προς την ενάγουσα εταιρία, με την επωνυμία "...

ΑΕ", το συνολικό ποσό των 3.392.027,93 ευρώ και ειδικότερα η πρώτη το ποσό του 1.868.184,38 ευρώ, η δεύτερη το ποσό των 373.638,38 ευρώ, ο τρίτος το ποσό των 747.277,39 και η τέταρτη το ποσό των 747.277,39 ευρώ, ακολούθως δε, να γνωστοποιήσουν την παραπάνω επιστροφή προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ώστε το τελευταίο να προβεί στις περαιτέρω ενέργειές του.

Η ενάγουσα, με την από 5-1-2010 νομίμως επιδοθείσα εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή της (βλ. τις 11759Ε/8-1-2010, 11760Ε/8-1-2010, .../8-1-2010 και .../8-1-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Μ. Α.), κάλεσε τους εναγομένους να της επιστρέψουν εντός πέντε (5) ημερών από την επίδοση της εξωδίκου, ήτοι μέχρι τις 13-1-2010, τα οφειλόμενα ποσά, δηλώνοντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα ασκήσει όλα τα νόμιμα δικαιώματά της εναντίον τους.

Οι εναγόμενοι, διατεινόμενοι ότι πιο ασφαλές και νομότυπο θα ήταν η παραπάνω επιστροφή να γίνει απευθείας προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Θεσσαλονίκης (και όχι προς την ενάγουσα), ώστε να τους αποδοθούν ταυτοχρόνως και οι εγγυητικές επιστολές... δεν απέδωσαν άμεσα προς την ενάγουσα τα παραπάνω χρηματικά ποσά, με αποτέλεσμα η τελευταία να τους επιδώσει στις 3-3-2010 την από 2-3-2010 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία τους δήλωνε την πρόθεσή της να αξιώσει από τις 14-1-2010, ήτοι από την παρέλευση της τεθείσας με την προηγούμενη εξώδικη δήλωσή της πενθήμερης προθεσμίας, και τους κατά νόμο αναλογούντες σε κάθε οφειλόμενο ποσό τόκους υπερημερίας και ότι σε οποιαδήποτε τυχόν καταβολή των εναγομένων θα έχει εφαρμογή το άρθρο 423 του ΑΚ.

Στις 4-3-2010, οι εναγόμενοι κατέβαλαν προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Θεσσαλονίκης το συνολικό ποσό των 3.392.027,93 ευρώ και συγκεκριμένα η πρώτη εναγομένη κατέβαλε 1.868.184,38 ευρώ, η δεύτερη 373.638,38 ευρώ, ο τρίτος 747.277,39 ευρώ και η τέταρτη εναγομένη 747.277,39 ευρώ. Ωστόσο, με την επίδοση προς αυτούς της προαναφερθείσας από 5-1-2010 (από προφανή παραδρομή αναγράφεται 8-1-2010) εξωδίκου οχλήσεως και της άπρακτης παρέλευσης της ταχθείσας από την ενάγουσα πενθήμερης προθεσμίας, οι εναγόμενοι κατέστησαν από 14-1-2010 υπαιτίως υπερήμεροι ως προς την επιστροφή του αναλογούντος σε έκαστο ληξιπρόθεσμου ποσού, συμφώνως προς το άρθρο 340 του ΑΚ, όπως βάσιμα υποστηρίζει με την ένδικη αγωγή της η ενάγουσα.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων, που επαναφέρεται και ως λόγος έφεσης, ότι δεν έχουν καταστεί υπερήμεροι, διότι η όποια καθυστέρηση οφειλόταν στην αβεβαιότητα που υπήρχε ως προς τον ορθό τρόπο επιστροφής των ποσών, καθώς η μεν ενάγουσα υποστήριζε ότι έπρεπε να καταβληθούν στην ίδια, ενώ αυτοί ότι έπρεπε να καταβληθούν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, όπως τελικώς και έπραξαν, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, διότι στο με αριθμό πρωτ. .../25-11-2009 έγγραφο του ιδίου του Ταμείου ορίζετο με σαφήνεια ότι η επιστροφή του ποσού των 3.392.027,93 ευρώ έπρεπε να γίνει άμεσα προς την "...

ΑΕ" και ότι ακολούθως το Ταμείο θα προέβαινε στις περαιτέρω ενέργειές του. Εξάλλου, ακόμη κι αν δεν ήθελαν να αποδεχθούν τον προτεινόμενο διά του ανωτέρω εγγράφου τρόπο επιστροφής, θα μπορούσαν οι εναγόμενοι να προβούν σε εμπρόθεσμη δημόσια κατάθεση του ποσού προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, σε περίπτωση δε αρνήσεως του τελευταίου να παραλάβει το ποσό αυτό, θα έπρεπε να επιδιώξουν τη λήψη σχετικής εγγράφου βεβαιώσεώς του, ώστε να αποδείξουν το απαλλακτικό της ευθύνης τους γεγονός, ενέργεια, όμως, στην οποία δεν προέβησαν...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι νόμιμοι τόκοι υπερημερίας (άρθρο 293 ΑΚ), που αντιστοιχούν στα εκ μέρους των εναγομένων οφειλόμενα χρηματικά ποσά, ανέρχονται για τις πενήντα (50) ημέρες της υπερημερίας τους, ήτοι του χρονικού διαστήματος από 14-1-2010 (ημέρα παρέλευσης πενθήμερης προθεσμίας) έως 4-3-2010 (ημέρα καταβολής τους) στα κάτωθι ποσά, τα οποία δεν αμφισβητούνται, άλλωστε, από αυτούς:

α) για την πρώτη εναγομένη, στο ποσό των 22.392,50 ευρώ..., β) για τη δεύτερη εναγομένη, στο ποσό των 4.478,50 ευρώ..., γ) για τον τρίτο εναγόμενο, στο ποσό των 8.957 ευρώ..., δ) για την τέταρτη εναγομένη στο ποσό των 8.957 ευρώ... Οι εναγόμενοι, αν και οχλήθηκαν για την καταβολή των τόκων αυτών από την ενάγουσα με την από 2-3-2010 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε σ’ αυτούς με τις .../3-3-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Μ.

Α., αρνήθηκαν να προβούν στην καταβολή τους, καταβάλλοντας στις 4-3-2010 προς το ΤΠΔΘ μόνο το ποσό του αντιστοιχούντος σε έκαστο εξ αυτών κεφαλαίου, με αποτέλεσμα να περιέλθουν ως προς αυτούς (τόκους) σε κατάσταση υπερημερίας από τις 5-3-2010...]. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε, ως αβάσιμο, τον πρώτο λόγο της από 9-5-2014 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης 19.255/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο την ένδικη, από 5-5-2010, αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνωρίζοντας ότι οι αναιρεσείοντες είναι υποχρεωμένοι να της καταβάλουν, για την προαναφερόμενη αιτία, τα ποσά των 22.392 ευρώ, 4.478,50 ευρώ, 8.957 ευρώ και 8.957 ευρώ, αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από τις 5-3-2010 μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας απόφασης, οι οποίες και ήταν εφαρμοστέες στην ερευνώμενη περίπτωση, αφού δέχεται ότι οι δικαιούχοι της αποζημίωσης αναιρεσείοντες κατέστησαν υπερήμεροι, από 14-1-2010, ως προς την επιστροφή των αναφερόμενων, για τον καθέναν, χρηματικών ποσών που έπρεπε να αποδώσουν στην αναιρεσίβλητη (υπέρ και με δαπάνες της οποίας κηρύχθηκε η πιο πάνω αναγκαστική απαλλοτρίωση), καθόσον η οριστική αποζημίωση, για το απαλλοτριωμένο ακίνητό τους, καθορίστηκε σε μικρότερη τιμή από εκείνη της προσωρινής αποζημίωσης που είχε παρακατατεθεί από την υπόχρεη αναιρεσίβλητη, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) και που είχαν εισπράξει οι δικαιούχοι αναιρεσείοντες.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση και των διατάξεων των άρθρων 3, 4, 5 και 18 του π.δ/τος 30-12-1926/3-1-1927 "Περί συστάσεως και αποδόσεως παρακαταθηκών και καταθέσεων παρά τω Ταμείω Παρακαταθηκών και Δανείων", 416, 426, 431, 434, 806, 822, 829 και 830 ΑΚ, 8 παρ. 2 εδάφ.

γ’ και 24 ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), υποστηρίζουν τα αντίθετα, προβάλλοντας, ειδικότερα, τις αιτιάσεις ότι αυτοί δεν περιήλθαν σε υπερημερία, επειδή 1) δεν ήταν νόμιμη η αξίωση της αναιρεσίβλητης να της καταβάλουν απευθείας τη διαφορά της αποζημίωσης, χωρίς την, ταυτόχρονη, απόδοση των σχετικών εγγυητικών επιστολών που εξασφάλιζαν την εκπλήρωση της υποχρέωσής τους και 2) αλλιώς, σε κάθε περίπτωση, υπεύθυνο για οποιαδήποτε τυχόν καθυστέρηση, άρα και υπερήμερο, προς την αναιρεσίβλητη ήταν μόνο το ΤΠΔ, λόγω του ότι μεταξύ αυτών είχε δημιουργηθεί πλέον, με την παρακατάθεση από την αναιρεσίβλητη της προσωρινής αποζημίωσης, μία αυτοτελής έννομη σχέση.

Κατ’ αρχάς, οι αναιρεσείοντες δεν παραθέτουν στο αναιρετήριο όλες τις κρίσιμες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, αλλά ορισμένες μόνο από αυτές που απομονώνονται, κατά τρόπο επιλεκτικό και αποσπασματικό, χωρίς να αποδίδεται το πραγματικό περιεχόμενο της απόφασης και, ειδικά, δεν αναφέρεται η κρίσιμη παραδοχή ότι το ίδιο το ΤΠΔ κοινοποίησε σε αυτούς το 50.654/25-11-2009 έγγραφό του, με το οποίο τους γνωστοποιούσε ότι θα έπρεπε να επιστρέψουν άμεσα στην αναιρεσίβλητη τις διαφορές μεταξύ οριστικής και προσωρινής αποζημίωσης που εξειδίκευσε για τον καθέναν, όπως, άλλωστε, προσδιορίστηκε και στη συναφή, από 5-1-2010, εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης και, στη συνέχεια, να του γνωστοποιήσουν την επιστροφή αυτή, ώστε να προβεί στις περαιτέρω ενέργειές του, καθώς και η επάλληλη αιτιολογία για το ότι οι αναιρεσείοντες θα μπορούσαν να προβούν σε δημόσια κατάθεση στο ΤΠΔ των οφειλόμενων ποσών, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε.

Εν πάση, όμως, περιπτώσει, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν, ανελέγκτως, δεκτά από το Εφετείο, οι επικαλούμενοι, θεμελιωτικοί του λόγου τούτου, ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν συνιστούν ανυπαίτια καθυστέρηση καταβολής των οφειλόμενων ποσών, ούτε δικαιολογούν αμφιβολία ή πλάνη αυτών για το πρόσωπο του δικαιούχου δανειστή, σύμφωνα και με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, που είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο ή από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου ή από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε απ’ αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, με βάση τις οποίες και την αδράνεια του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος, που επακολουθεί και που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό τις πιο πάνω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη.

Η αδράνεια αυτή του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην συντομότερο από εκείνο που προβλέπεται στο νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό. Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του.

Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 841/2017, ΑΠ 1724/2014). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΠ Ολομ., 6/2016, 10/2012, 5/2011, 8/2001).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 841/2017, ΑΠ 1666/2010). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009). Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν, "πράγμα" είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος.

Σε περίπτωση που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν ληφθούν υπόψη συνολικά, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενισταμένου (άρθρα 262, 269 και 527 ΚΠολΔ), αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 88/1980, ΑΠ 1080/2012, ΑΠ 429/2010, ΑΠ 66/2008).

Συνακόλουθα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εξέταση της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, παραλείπει να λάβει υπόψη και περιστατικά, που επικαλέστηκε ο ενιστάμενος, προς θεμελίωση της ένστασής του αυτής, τα οποία, μαζί με εκείνα που αυτός επικαλέστηκε και έλαβε υπόψη το δικαστήριο, καθιστούν βάσιμη την ένσταση, υποπίπτει στην πλημμέλεια του πιο πάνω άρθρου 559 αριθμ. 8 περ.

β’ του ΚΠολΔ (ΑΠ 1109/2012). Τέλος, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε.

Έτσι, παρέπεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΑΠ Ολομ. 3/1997, ΑΠ 870/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 204/2016).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 εδάφ. β’ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, κατ’ εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, ότι το Εφετείο 1) εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμη και, σε κάθε περίπτωση, με ανεπαρκή αιτιολογία την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος που προέβαλαν, παραδεκτά, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους και 2) αλλιώς, δεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται αναλυτικά στις προτάσεις τους (πρωτόδικες και εφετειακές), ήδη στις σελίδες 9η έως και 11η του αναιρετηρίου και που συγκροτούν την ιστορική βάση της ένστασης αυτής και, ειδικότερα, ότι:

α) η αναιρεσίβλητη τους οφείλει σημαντικά ποσά από πρόσθετες σε βάρος της απαιτήσεις τους και, συγκεκριμένα, από τη συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση τμήματος της ιδιοκτησίας τους, εμβαδού 65,61 τετραγωνικών μέτρων και από τη χωρίς δικαίωμα χρήση, ως εργοταξίου της, για δύο και πλέον έτη, του τμήματος της ιδιοκτησίας τους που εναπέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, εμβαδού 1.275,29 τετραγωνικών μέτρων, β) η επίδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης για επιστροφή της διαφοράς της αποζημίωσης ήταν απόλυτα εξασφαλισμένη, αφού το ΤΠΔ κατείχε τις εγγυητικές επιστολές, με βάση τις οποίες αυτοί εισέπραξαν το ποσοστό 40% της προσωρινής αποζημίωσης, γ) υπήρχε πληθώρα δημοσιευμάτων στον ημερήσιο τύπο για την οικονομική αδυναμία στην οποία είχε περιέλθει η αναιρεσίβλητη και τις δυσκολίες της να ανταποκριθεί σε εκκρεμείς υποχρεώσεις της και, συνακόλουθα, αν τούτο αποδεικνυόταν στην πορεία αληθές, θα ήταν καταστροφικό για τους ίδιους, αφού θα είχαν απολέσει ένα, μεγάλης αξίας, περιουσιακό τους στοιχείο, χωρίς να υπάρχει καμία εξασφάλιση ότι θα μπορούσαν να εισπράξουν κάποτε την όποια αποζημίωση θα προέκυπτε, αν γινόταν δεκτή η αναίρεσή τους και εκδιδόταν νέα απόφαση καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης και δ) η 421/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης σε πολύ μικρότερο ύψος από εκείνο της προσωρινής τιμής αποζημίωσης, είναι εσφαλμένη, διότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου τους, το οποίο βρίσκεται σε προνομιακό σημείο της πόλης της Θεσσαλονίκης, έχει μεγάλο εμβαδόν, πρόσοψη σε τρεις τουλάχιστον οδούς μεγάλης κυκλοφορίας και πολλαπλές δυνατότητες αξιοποίησής του, ενώ δεν περιλαμβάνει και τη σημαντική ζημία που υφίστανται τα τμήματα αυτού που απομένουν από την απαλλοτρίωση, με συνέπεια αυτοί να προσφύγουν, αρχικά, στον Άρειο Πάγο και, ακολούθως, στο ΕΔΔΑ.

Ο λόγος αυτός, κατά τα ερευνώμενα σκέλη του, είναι: 1) αβάσιμος (από τον αριθμό 1), διότι τα επικαλούμενα πιο πάνω πραγματικά γεγονότα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, δηλαδή η άσκησή του δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, 2) πρωτίστως απαράδεκτος (από τον αριθμό 8β’ ), διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και την απέρριψε, ρητά, ως νομικά αβάσιμη και, εν πάση περιπτώσει, τα επικαλούμενα, υπό στοιχ.

β’ έως και δ’ , περιστατικά που, κατά τους αναιρεσείοντες, δεν λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (παρά μόνο τα υπό στοιχ. α’ ), δεν συνιστούν "πράγματα" που καθιστούν, το καθένα χωριστά ή όλα μαζί, καταχρηστική την άσκηση του επίδικου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, αλλά συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα που στηρίζουν τον σχετικό ισχυρισμό τους και, συνεπώς, η μη λήψη αυτών από το Εφετείο δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο, από την παραπάνω διάταξη, αναιρετικό λόγο, ενώ ο ίδιος ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη, στο σύνολό του, και απορρίφθηκε από το Εφετείο, έστω και εκ του πράγματος και 3) απαράδεκτος (από τον αριθμό 19), διότι, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το Εφετείο ως μη νόμιμος, χωρίς τούτο να εισέλθει στην ουσία του ζητήματος αυτού και να διατυπώσει σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Αυγούστου 2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-9-2016 αίτηση των Λ. συζύγου Δ. Σ. κ.λπ. για αναίρεση της 484/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ