Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding insurance contract formation and insurer's duty to consider claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, ruling the appeal grounds were legally insufficient. The appellant argued the insurer failed to consider a claim regarding the absence of a security system, but the court found the lower court had already accepted contrary facts as proven. Consequently, the appeal was rejected as vague and unsupported by specific legal errors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 566(1), 118(4), 577(3) of the Code of Civil Procedure; Article 3 of Law 2496/1997; The appeal must specify the legal error; vague appeals are inadmissible; the lower court's acceptance of contrary facts negates the claim of non-consideration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1951 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1951/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "COSMOBEAUTE ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αγγελακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Π. Κ. του Δ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Νοεμβρίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30704/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1622/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Νοεμβρίου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 3 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1, 118 εδ. 4 και 577 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο στην αποδιδομένη στην απόφαση νομική πλημμέλεια, που συνιστά λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 36/1988). Διαφορετικά το δικόγραφο της αναιρέσεως είναι αόριστο, η αοριστία δε αυτή δεν είναι δυνατόν να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 2206/2009). Κατά συνέπεια η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων Π. Κ., ως προς την οποία είχε απορριφθεί η εκ μέρους της αναιρεσείουσας ασκηθείσα έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, είναι απορριπτέα ως αόριστη, καθ` όσον στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν διαλαμβάνεται κάποιος νόμιμος λόγος αναιρέσεως, και ούτε βεβαίως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οποιαδήποτε πλημμέλεια σχετικά με την απόρριψη της εφέσεως της αναιρεσείουσας ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Το άρθρο 3 του ν.2496/1997 ορίζει στις παραγράφους του 1 εδ.α`. 6 εδ.α` και β` και 7 εδ.β` και γ` τα εξής: Κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή (παρ.1 εδ.α`).
Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ.1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος (παρ.6 εδ.α` και β`).
Στην περίπτωση της παρ.6 του άρθρου αυτού, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα. Ο ασφαλιστής δικαιούται των ασφαλίστρων που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης ή κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που κατά τις παρ.5 και 6 του άρθρου αυτού περιορίζεται η ευθύνη του ή απαλλάσσεται αυτής (παρ.7 εδ.β` και γ`).
Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 36 παρ.24 περ.α` του ίδιου νόμου και των άρθρων 211 επ. και ιδίως 214 του ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως μεταξύ αφενός του ασφαλιστή, μη δυνάμενου, σημειωτέον, εκ του νόμου να έχει ως άμεσο αντιπρόσωπό του κάποιον ασφαλιστικό σύμβουλο, ώστε η από τον τελευταίο γνώση περιστατικών και της επιδράσεώς τους στη σύμβαση να λογίζεται ως γνώση εκείνου, και αφετέρου του λήπτη της ασφαλίσεως, αυτός (ο δεύτερος) υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Σε περίπτωση δε παραβάσεως εκ μέρους του λήπτη της ως άνω υποχρεώσεως από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παραβάσεως και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, επιφέροντας ασφαλώς τη λύση της, και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Ωστόσο το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παραβάσεως. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση.
Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της μηνιαίας προθεσμίας, πριν, εννοείται, από την κατά τα ανωτέρω καταγγελία, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος και, βέβαια, η εκ μέρους τούτου καταγγελία της συμβάσεως δεν απαιτείται πια για να επιφέρει την προαναφερόμενη απαλλαγή, αφού την απαλλαγή αυτή, ως κύρωση εις βάρος του λήπτη της ασφάλισης, για την από πρόθεση παράβαση της πιο πάνω υποχρέωσής του, απαγγέλλει ρητά ο νόμος, χωρίς να απαιτεί και τη συνδρομή οποιασδήποτε άλλης περαιτέρω προϋπόθεσης.
Η διάταξη δε του άρθρου 3 παρ.7 εδ.β` του ν. 2496/1997, που ορίζει ότι "στην περίπτωση της παρ.6 του άρθρου αυτού, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα", δεν υπονοεί ότι καταγγελία απαιτείται και στις δύο περιπτώσεις που ρυθμίζονται στο άρθρο 3 παρ.6 του νόμου αυτού, αλλά ρυθμίζει τα αποτελέσματα της καταγγελίας, από απόψεως χρόνου επέλευσής τους, εκεί όπου η παράγραφος 6 του άρθρου 3 την προβλέπει ως δικαίωμα του ασφαλιστή, χωρίς ακόμα να έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση.
Περαιτέρω, το ποιες είναι οι έννομες συνέπειες, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παραβάσεως δεν προβλέπεται ρητά στο νόμο. Ενόψει του ότι δεν εναρμονίζεται με τη λογική ούτε το να απαιτείται, προς επέλευση της προμνημονευόμενης απαλλαγής, η εμπρόθεσμη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εν λόγω ασφαλιστή, τη στιγμή που αυτός αγνοεί την παράβαση, που αποτελεί την αιτία της καταγγελίας, ούτε το να προστατεύεται αυτός, ο μη γνώστης της παραβάσεως ασφαλιστής, μέσω των γενικών διατάξεων του αστικού δικαίου (περί απάτης κ.λ.π.) και έτσι ενδεχομένως να βρίσκεται αυτός, από άποψη έννομης προστασίας, σε χειρότερη θέση έναντι εκείνης του προβλεπόμενου στην τελευταία ως άνω διάταξη ασφαλιστή που γνωρίζει την παράβαση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά το πνεύμα και το σκοπό των προεκτιθέμενων διατάξεων, επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή της τελευταίας εκ τούτων των διατάξεων και γι` αυτό στην υπό εξέταση περίπτωση ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 1450/2006, ΑΠ 1119/2003).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 24 του ν. 2496/1997, "Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων για την πρόσκτηση εργασιών.
Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης η ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη". Επίσης, η διάταξη της παρ. 4 του αρ. 16 του ν. 1569/1985 ορίζει ότι η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αναθέτει στον ασφαλιστικό σύμβουλο την είσπραξη ασφαλίστρων.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι μόνο η ανωτέρω επαγγελματική ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου (του παραγωγού ασφαλίσεων υπό το προϊσχύσαν δίκαιο) δεν προσδίδει σ` αυτόν και την ιδιότητα του νομίμου αντιπροσώπου ή εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας, για την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, ούτε και έχει εξουσία εκπροσώπησης αυτής ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη, οπωσδήποτε όμως στο πλαίσιο των διαγραφομένων από το νόμο καθηκόντων του, ενεργεί ως αντιπρόσωπος και εντολοδόχος της ασφαλιστικής εταιρίας κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την προπαρασκευή και τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως, με βάση την μεταξύ αυτού και της ασφαλιστικής εταιρίας σύμβαση.
Έτσι το ερωτηματολόγιο-πρόταση ασφάλισης που συμπληρώνει ο ασφαλιστικός σύμβουλος, το οποίο του έχει χορηγήσει η ασφαλιστική επιχείρηση και στο οποίο καταχωρούνται οι απαντήσεις του ενδιαφερομένου προς ασφάλιση, βάσει των οποίων ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας γνώση αυτών, μετά την αποστολή του από τον ασφαλιστικό σύμβουλο, καταρτίζει την ασφαλιστική σύμβαση, όρους της οποίας αποτελούν οι απαντήσεις που περιέχονται στο ερωτηματολόγιο, συνιστά δήλωση προς τον ασφαλιστή της κατάρτισης της ασφαλιστικής συμβάσεως του ενδιαφερομένου, οι τυχόν δε από δόλο δοθείσες αναληθείς απαντήσεις, που αποτέλεσαν ουσιώδεις όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, για την αναλήθεια των οποίων ο ασφαλιστής λαμβάνει γνώση μετά την επέλευση του ασφαλιζομένου κινδύνου, επιφέρουν και στην περίπτωση αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, απαλλαγή του από την καταβολή του ασφαλίσματος.
Τέλος, κατά το άρθρο 7 παρ. 5 εδ. α` του ίδιου πιο πάνω νόμου ( 2496/1997), ο ασφαλιστής, στην ασφάλιση ζημιών, απαλλάσσεται της υποχρέωσής του για την καταβολή ασφαλίσματος, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια του ασφαλισμένου. Βαριά αμέλεια χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η εκτροπή από τους κανόνες της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας είναι ιδιαίτερα μεγάλη ή ασυνήθιστα σοβαρή (ΑΠ 765/2009, ΑΠ 18/2009, ΑΠ 1663/2008).
Περαιτέρω, στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1α, 2 και 5 του αυτού ως άνω νόμου 2497/1997 ορίζονται τα εξής: α) "Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον αντισυμβαλλόμενο (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα), σε χρήμα, ή εφόσον υπαρχει σχετική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάταται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)"(άρθρο 1 παρ. 1), β) "Η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή" (άρθρο 2 παρ. 1α), γ) Ο ασφαλιστής υποχρεούται να παραδώσει στο λήπτη της ασφάλισης το ασφαλιστήριο ή αν έχει συμφωνηθεί προσωρινή κάλυψη, έγγραφο προσωρινής κάλυψης" (άρθρο 2 παρ. 2), δ) Αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και για το δικαίωμα εναντίωσης, γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωση εναντίωσης.
Αν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ενημερώσει ως άνω τον λήπτη και να του χορηγήσει το ως άνω υπόδειγμα, τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση" (άρθρο 2 παρ. 5). Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή.
Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη, εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης είναι τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο που σχετίζεται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), οι τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης και το ασφάλιστρο.
Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων της ασφάλισης, είναι δυνατόν, στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων, να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι εφόσον και αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί. Στην πράξη, η πρόταση προς κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης γίνεται με έγγραφη προς τούτο αίτηση προς τον ασφαλιστή που περιέχει τους όρους της υπό κατάρτιση σύμβασης, η αποδοχή της δε από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, την είσπραξη ασφαλίστρου κλπ.
Από το νόμο (άρθρο 2 ν. 2496/1997) καθιερώνεται ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν πρόσθετων όρων αυτής, το έγγραφο (ασφαλιστήριο), το οποίο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και υπογραφή του λήπτη της ασφάλισης, αφού για το κύρος αυτού αρκεί μόνο η υπογραφή του ασφαλιστή (ΑΠ1308/2007), ο οποίος δεσμεύεται και από τους τυχόν πρόσθετους όρους που τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αίτησης και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι τηρήθηκαν οι διατυπώσεις και οι όροι που αναφέρονται στο άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2496/2007, χωρίς την τήρηση των οποίων, οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί υπό τους όρους της αίτησης προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης.
Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο (ΑΠ 164/1994). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999).
Τον λόγο αυτό αναίρεσης δεν ιδρύει η αντίφαση μεταξύ επάλληλων ή επικουρικών αιτιολογιών που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό (ΑΠ 308/1999), όπως και η αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών διαφόρων κεφαλαίων (ΑΠ 153/1988) ή και διαφόρων ενστάσεων. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών οι οποίες στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως και όχι όταν η αντίφαση υφίσταται μεταξύ αιτιολογιών από τις οποίες η καθεμιά στηρίζει αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της ιδίας αποφάσεως (ΑΠ 283/1988).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 1622/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης, με αντικείμενο εμπορίας στο χώρο των καλλυντικών και συναφών ειδών, διατηρεί για τις ανάγκες της επιχείρησής της αποθήκη στην περιοχή .., επί της οδού …αριθ. .., συνολικού εμβαδού 210 τ.μ.
Ο μοναδικός εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπός της Θ. Τ. τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου του 2003 συναντήθηκε με την Π. Κ., δεύτερη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) - που πρόσφατα είχε αρχίσει να δραστηριοποιείται ως ασφαλιστική σύμβουλος της πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) ασφαλιστικής εταιρίας (βλ.
την από 29-7-2003 σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου) - προκειμένου να ασφαλίσει το περιεχόμενο της ανωτέρω αποθήκης, μεταξύ άλλων και έναντι του κινδύνου κλοπής. Ο πρώτος ενημέρωσε την ασφαλιστική σύμβουλο για τις καλύψεις, για τις οποίες ενδιαφερόταν και απάντησε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν, μεταξύ άλλων γενικών πληροφοριών και σχετικά με τον ασφαλιζόμενο χώρο (εμβαδόν, χρήση, έτος κατασκευής κτίσματος), αλλά και για τα μέτρα προστασίας που διέθετε αυτός, συμπληρώθηκε και υπογράφηκε από τη δεύτερη το έντυπο της ασφαλιστικής εταιρίας με τίτλο "Ερωτηματολόγιο και Πρόταση Ασφάλισης", που περιείχε όλες τις προαναφερόμενες πληροφορίες καθώς και αίτηση για ασφαλιστική κάλυψη για ένα χρόνο και μάλιστα από 5-9-2003 ως τις 5-9-2004, μεταξύ άλλων και κατά του κινδύνου κλοπής των εμπορευμάτων της αποθήκης μέχρι του ποσού των 800.000 ευρώ και με ετήσια καταβολή του ασφαλίσματος, που θα συμφωνούνταν και θα ορίζονταν από την ίδια την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία.
Το πιο πάνω έντυπο εστάλη από τη σύμβουλο στην τελευταία, η οποία αποδέχθηκε την πρόταση ασφάλισης για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα μέχρι του ποσού των 800.000 ευρώ έναντι ετήσιου ασφαλίστρου ποσού 3.389,14 ευρώ. Τα ανωτέρω ανενδοίαστα προκύπτουν πέραν των άλλων και από τη σαφή και λεπτομερή ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων ασφαλιστικού συμβούλου, επίσης, ο οποίος κατά την πρώτη επαφή των ανωτέρω προς λήψη των απαιτούμενων πληροφοριών συνόδευσε τη δεύτερη εναγομένη προς υποβοήθησή της λόγω της απειρίας της, εξ αιτίας της πρόσφατης δραστηριοποίησής της στο χώρο των ασφαλειών.
Ο ανωτέρω μάρτυρας του οποίου η πειστικότητα δεν αναιρείται από κανένα από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που όπως προαναφέρεται λαμβάνονται υπόψη, επιβεβαιώνει ότι σε καμία περίπτωση δεν ενεργούσε αυτή ως ασφαλιστική πράκτορας (άρθρο 4 Ν. 1569/1985) της πρώτης εναγομένης, με αντιπροσωπευτική αυτής ικανότητα, αλλά ως απλή σύμβουλος, που είχε απλώς εξουσία αφού συνεννοείται με τους πελάτες να μεταφέρει - αποστέλλει το συγκεντρωθέν εκ μέρους της υλικό στην ασφαλιστική εταιρία, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της ενάγουσας, ο οποίος συνιστά και λόγο της έφεσής της.
Αυτήν την τακτική τηρώντας, λοιπόν, η δεύτερη εναγομένη απέστειλε το υλικό στην πρώτη, η οποία και με τα δεδομένα των πληροφοριών και στοιχείων που είχαν συγκεντρωθεί και αποτυπώνονταν στο προαναφερόμενο έντυπο, όρισε ως ετήσιο ασφάλιστρο το πιο πάνω ποσό, το οποίο και κατέβαλε η ενάγουσα με ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή της, που παραδόθηκε στην ασφαλιστική σύμβουλο σε μεταγενέστερη συνάντηση και εισπράχθηκε από την ασφαλιστική εταιρία κατά την αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσής της (6-4-2004), όπως συνομολογείται εκ μέρους της.
Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 10-9-2003 η εναγομένη εταιρία εξέδωσε το με αριθμό .../10-3-2003 ασφαλιστήριο συμβόλαιο κατά το οποίο η διάρκεια της ασφάλισης ορίζεται από τη 12η μεσημβρινή της 5-9-2003 έως τη 12η μεσημβρινή της 5-4-2004, μεταξύ άλλων και για τον κίνδυνο κλοπής, για ποσό αξίας εμπορευμάτων μέχρι 800.000 ευρώ, ενώ αναγράφονται ως μέτρα προστασίας η ύπαρξη συναγερμού συνδεομένου με εταιρία φύλαξης και στην τρίτη σελίδα αυτού στους ειδικούς όρους αναγράφεται ειδικότερα ότι με αυτό (ασφαλιστήριο συμβόλαιο) καλύπτεται το περιεχόμενο καθώς και ο πάγιος εξοπλισμός καταστήματος εμπορίας καλλυντικών που βρίσκεται στο υπόγειο και στο ισόγειο οικοδομής του 1998 και ότι το κατάστημα είναι συνολικού εμβαδού 220 τ.μ.
Στη συνέχεια αναγράφονται ως μέτρα προστασίας εκτός των πυροσβεστήρων χειρός που αφορούν την κάλυψη κατά του κινδύνου πυρκαϊάς και συναγερμός συνδεδεμένος με την εταιρία "..." και ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να ισχύουν οι καλύψεις είναι να υπάρχουν τουλάχιστον τα προαναφερόμενα μέτρα προστασίας. Μετά την παρέλευση δε έτους και συγκεκριμένα στις αρχές Σεπτεμβρίου 2004 συμφωνήθηκε και πάλι με τη μεσολάβηση της ίδιας ως άνω ασφαλιστικής συμβούλου (Π.
Κ.) η παράταση του χρόνου της ασφαλιστικής σύμβασης για ένα ακόμη έτος, δηλαδή ως τις 5-9-2005 έναντι ετήσιου ασφαλίστρου 3.050,10 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε στο σύνολό του ως στις 15-4-2004, οπότε και καταβλήθηκε από την ενάγουσα σε μετρητά στην ως άνω ασφαλιστική σύμβουλο για λογαριασμό της εναγομένης που παρέδωσε στην ενάγουσα την με αριθ. 3694/15-12-2004 έγγραφη προσωρινή απόδειξη είσπραξης ασφαλίστρων εκδόσεως της εναγομένης εταιρίας ενώ η τελευταία εξέδωσε τη με αριθ. .../9-7-2004 Πρόσθετη Πράξη του με αριθμό ...
ασφαλιστηρίου συμβολαίου με διάρκεια ασφάλισης από 12ης μεσημβρινής της 5-9-2004 έως τη 12η μεσημβρινή της 5-9-2005, αντί ετήσιου ασφάλιστρου 3.050,10 ευρώ και με όλους τους υπόλοιπους όρους όπως αυτοί είχαν καθοριστεί στο ανωτέρω συμβόλαιο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 3-5-2005, άγνωστοι δράστες εισήλθαν στην ανωτέρω αποθήκη της ενάγουσας, αφού παραβίασαν ένα σιδερένιο παράθυρο του υπογείου, που βρίσκεται στη δυτική πλευρά, στο διάδρομο καθόδου (ράμπας) για τον χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων της οικοδομής, το ύψος του οποίου από το επίπεδο επιφάνειας του διαδρόμου δεν υπερέβαινε τα 50 εκατοστά, και στο οποίο δεν υπήρχαν προστατευτικά κιγκλιδώματα, και αφαίρεσαν μεταξύ άλλων και εμπορεύματα, όπως καλλυντικά, κολόνιες, είδη περιποίησης προσώπου και σώματος και συναφή είδη σε μεγάλο αριθμό και μεγάλης αξίας (βλ.
υπ' αριθ. 20050088 έκθεση πραγματογνωμοσύνης-έρευνας που διενεργήθηκε για λογαριασμό της εναγομένης από τον πραγματογνώμονα Γ. Μ.). Ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας αμέσως μόλις διαπίστωσε την κλοπή υπέβαλε μήνυση στο Α.Τ Θέρμης, ενώ επίσης υπέβαλε δήλωση προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την οποία της γνωστοποιούσε την κλοπή, δηλώνοντας ότι ο συναγερμός δεν λειτούργησε γιατί ήταν βραχυκυκλωμένος (βλ.
δήλωση της ενάγουσας προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία). Κατά την πρώτη επίσκεψη του ως άνω πραγματογνώμονα Γ. Μ., στον χώρο της αποθήκης τις πρωϊνές ώρες της 3-5-2005, αμέσως μετά τη δήλωση της ενάγουσας προς την ασφαλιστική εταιρία, και παρά την προφορική διαβεβαίωση του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας προς αυτόν, ότι υπήρχε συναγερμός, ο οποίος δεν λειτούργησε γιατί ήταν βραχυκυκλωμένος, διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία που να φανερώνουν την ύπαρξη συστήματος συναγερμού, ενώ κατά την δεύτερη επίσκεψη αυτού τις μεσημβρινές ώρες της ίδιας ημέρας, διαπιστώθηκε ότι είχε τοποθετηθεί ένα σύστημα ανιχνευτών και καλωδιώσεων, μετά την πρώτη επίσκεψη, και σε επισήμανση του πραγματογνώμονα προς το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας ότι το σύστημα αυτό δεν υπήρχε κατά την πρώτη επίσκεψη, αυτός επέμενε ότι υπήρχε αλλά δεν έγινε αντιληπτό.
Ωστόσο βεβαιώθηκε κατόπιν της έρευνας που διενήργησε ο ως άνω πραγματογνώμων, ότι την 3-5-2005 τοποθετήθηκε πρόχειρα, γρήγορα και χωρίς συνδέσεις, από το Σ. Ε. κατ' εντολή του Δ. Π. που ενεργούσε για λογαριασμό της ενάγουσας, ένας ηλεκτρονικός πίνακας συναγερμού, δύο ανιχνευτές χώρου και μια ηχητική σειρήνα στον εξωτερικό χώρο, τα οποία δεν λειτουργούσαν (βλ.
έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την από 11-5-2005 υπεύθυνη δήλωση του Σ. Ε.). Επίσης, αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα από τον Μάϊο του 2003 έως τον Μάϊο του 2004 είχε σύμβαση με τον Γ. Β. (" …"), που παρέχει υπηρεσίες ασφαλείας, φύλαξης και περιπολίας, που προέβλεπε μόνο την φύλαξη της αποθήκης της ενάγουσας και ουδέποτε τοποθετήθηκε σύστημα συναγερμού, ούτε υπήρχε σύνδεση με το κέντρο λήψης σημάτων αυτής, οποιουδήποτε συστήματος, ενώ κάθε συνεργασία τους διακόπηκε τον Μάϊο του 2004 (βλ.
βεβαίωση του Γ. Β.). Ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι ο ασφαλιζόμενος χώρος διαθέτει συναγερμό συνδεδεμένο με εταιρία φύλαξης, και ότι, αυθαίρετα αναγράφηκε από αυτήν στην πρόταση ασφάλισης, η οποία και συμπλήρωσε το έντυπο "Ερωτηματολόγιο και Πρόταση Ασφάλισης" και υπέγραψε αυτό, ότι η ενάγουσα διαθέτει το μέτρο αυτό προστασίας και συνακόλουθα αναγράφηκε ως μέτρο προστασίας του ασφαλιζόμενου χώρου και στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος.
Πέραν της ως άνω αναφερομένης συμπεριφοράς του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, ο οποίος αμέσως μόλις διαπίστωσε την κλοπή, δήλωσε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία αλλά και στον πραγματογνώμονα που επισκέφθηκε το χώρο, προσπαθώντας μάλιστα να τον πείσει, ότι υπήρχε συναγερμός αλλά δεν λειτούργησε γιατί βραχυκύκλωσε, στο ερωτηματολόγιο και πρόταση ασφάλισης που συμπληρώθηκε από την ασφαλιστική σύμβουλο, εκτός του ότι είναι σημειωμένη η ένδειξη του συναγερμού συνδεδεμένου με εταιρία προστασίας, είναι επίσης σημειωμένη και η επωνυμία της εταιρίας προστασίας "...", στοιχεία που δεν μπορεί να γνώριζε η ασφαλιστική σύμβουλος χωρίς να της δηλωθούν από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, ούτε άλλωστε δικαιολογείται από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, αλλά ούτε από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η αποδιδόμενη σ' αυτήν ενέργεια, να συμπληρώσει αυθαίρετα, χωρίς να της δηλωθεί, ότι υφίσταται συναγερμός στην επιχείρηση, συνδεδεμένος με εταιρία προστασίας.
Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε κατά την κατάρτιση της σύμβασης ή ότι σε κάθε περίπτωση γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα πριν την επέλευση του κινδύνου, ότι η ύπαρξη του ως άνω μέτρου προστασίας, αποτελεί αναγκαίο όρο για να ισχύουν οι καλύψεις της ασφαλιστικής σύμβασης, αφού δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε σχετική μνεία στην πρόταση ασφάλισης, ενώ επίσης δεν αποδείχθηκε από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, ότι αυτή παρέδωσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο στην ενάγουσα, αφού δεν προσκομίζεται απόδειξη παραλαβής αυτού από την ενάγουσα, ενώ μόνη η επιστολή της ως άνω ασφαλιστικής συμβούλου που διαμεσολάβησε στην κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, ότι παρέδωσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο στην ενάγουσα, δεν κρίνεται επαρκές στοιχείο της απόδειξης παράδοσης του ασφαλιστηρίου στην ενάγουσα.
Συνεπώς, ο όρος αυτός, που τέθηκε από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, ο οποίος δεν αποδείχθηκε ότι αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, και εφόσον δεν αποδείχθηκε, όχι μόνο ότι χορηγήθηκε στην ενάγουσα μαζί με το ασφαλιστήριο υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, αλλά ούτε αυτό το ασφαλιστήριο, δεν δεσμεύει την ενάγουσα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 2496/1997.
Πέραν τούτων, όμως και σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η ενάγουσα κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης δια του νομίμου εκπροσώπου της δήλωσε ψευδώς ότι υπάρχει ως μέτρο προστατευτικό του ασφαλιζόμενου χώρου σύστημα συναγερμού συνδεδεμένο με την ανωτέρω συγκεκριμένη εταιρία φύλαξης.
Δεν πείθεται, αντίθετα, το παρόν Δικαστήριο ότι μόνη της η ασφαλιστική σύμβουλος σχημάτισε την εντύπωση ότι πρόκειται για την ανωτέρω εταιρία από μόνο το αυτοκόλλητο με τη φίρμα αυτής που ήταν προσαρμοσμένο στην είσοδο της αποθήκης, αφού όπως και ο μάρτυρας των εναγομένων καταθέτει οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι δεν ελέγχουν το χώρο, αλλά αρκούνται στις δηλώσεις των υποψηφίων πελατών της εταιρίας, γι' αυτό και η δεύτερη εναγομένη δεν έλαβε φωτογραφίες του χώρου, αφού κάτι τέτοιο είναι αρμοδιότητα των πραγματογνωμόνων της ασφαλιστικής εταιρίας και γίνεται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, όταν πρόκειται μεταξύ άλλων να ασφαλιστούν βιομηχανικοί χώροι.
Παρέβη συνεπώς η ενάγουσα την υποχρέωσή της να δηλώσει στον ασφαλιστή κατά τη σύναψη της σύμβασης κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία η εναγομένη εταιρία αν γνώριζε την ανυπαρξία συναγερμού συνδεδεμένου με εταιρία φύλαξης ή δεν θα προέβαινε παντελώς στην κατάρτιση της σύμβασης ή θα απαιτούσε για την κατάρτισή της μεγαλύτερο ασφάλιστρο.
Εκτός δε όλων των ανωτέρω και το παρόν Δικαστήριο, συνεκτιμώντας και το σύνολο της μετέπειτα συμπεριφοράς του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας (δήλωση περί βραχυκυκλωμένου συναγερμού αν και αυτός δεν υπήρχε καν, εσπευσμένη μεταγενέστερη της κλοπής τοποθέτησης εξαρτημάτων μη λειτουργούντος συναγερμού προς εξαπάτηση του πραγματογνώμονα της εταιρίας), κυρίως όμως το γεγονός ότι με προγενέστερη της κρινόμενης αγωγής της, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (αριθ.
κατ. 145539/2006) και από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε κατά τη συζήτησή της, προέβαλλε όλως αντιφατικούς προς την κρινόμενη αγωγή ισχυρισμούς κάνοντας λόγο για κατάρτιση έγγραφης συμβάσεως ασφάλισης και ύπαρξη του όρου περί συναγερμού του οποίου στη συνέχεια ζητούσε την ακύρωση, άγεται ανενδοίαστα στην κρίση ότι στην ψευδή αυτή δήλωση περί ύπαρξης του τελευταίου ο ανωτέρω προέβη εκ δόλου, με αποτέλεσμα η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, να απαλλάσσεται, αναλογικά εφαρμοζομένου του άρθρου 7 παρ. 5 του Ν. 2496/1997 αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωσή της προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Εξάλλου, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε υποτεθεί ότι η ενάγουσα δεν παρέβη από δόλο την ως άνω υποχρέωσή της να δηλώσει στην εναγομένη την έλλειψη συναγερμού συνδεδεμένου με εταιρία φύλαξης, εφόσον αποδείχθηκε ότι και η υφισταμένη κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης ασφάλισης, σύμβαση με την εταιρία φύλαξης "..." για πραγματοποίηση περιπολιών στην ασφαλιζόμενη αποθήκη, διακόπηκε από τον Μάϊο του 2004, διακοπή, η οποία επιφέρει σημαντική επίταση του κινδύνου κλοπής και η ενάγουσα δεν δήλωσε το γεγονός αυτό της διακοπής στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, όπως επιτάσσει ο νόμος, εντός 14 ημερών από τότε που αυτή έλαβε χώρα, ενώ δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι η ενάγουσα συνήψε σύμβαση με άλλη εταιρία φύλαξης και συγκεκριμένα με τη "SYPER SECURYTY" αφού δεν προσκομίζεται πέραν του παραδεκτά προσκομιζομένου το πρώτο ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ) με ημερομηνία 1-1-2004 αντιγράφου της σύμβασης οποιοδήποτε άλλο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, όπως παραστατικό της σχετικής δαπάνης, δεν αποδεικνύεται επομένως κατάρτιση οποιασδήποτε σύμβασης με άλλη εταιρία φύλαξης, η εναγομένη εταιρία θα απαλλάσσονταν και πάλι εξ αυτού του λόγου από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος.
Άλλωστε, ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων ήταν η ύπαρξη συναγερμού συνδεδεμένου με εταιρία φύλαξης και όχι η ύπαρξη κάποιας εταιρίας, που διενεργεί περιπολίες στην περιοχή του ασφαλισμένου κτίσματος με δίωρη ή άλλη συχνότητα. Τέλος, σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και πάλι θα απαλλάσσονταν από την υποχρέωσή της προς καταβολή του ασφαλίσματος, κατ' άρθρο 7 παρ. 5 του Ν. 2496/1997, λόγω συνδρομής βαρειάς αμέλειας της ασφαλισμένης ενάγουσας, ως προς την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, δηλαδή της κλοπής των εμπορευμάτων της, αφού η συμπεριφορά αυτής, όπως εκδηλώθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπό της, σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα, και ειδικότερα από το γεγονός ότι αυτή δεν είχε λάβει κανένα μέτρο προστασίας της αποθήκης της, είτε με συναγερμό συνδεδεμένο με εταιρία φύλαξης, ή έστω και μη συνδεδεμένο, είτε έστω με πραγματοποίηση περιπολιών από εταιρία φύλαξης, αφού διεκόπη όπως προαναφέρθηκε, η σύμβαση με την εταιρία φύλαξης ήδη ένα έτος πριν την ημέρα της κλοπής, ενώ ακόμη και το παράθυρο του υπογείου από το οποίο έγινε η είσοδος των δραστών και το οποίο βρισκόταν σε ύψος 50 μόλις εκατοστών από την ράμπα, δεν έφερε κιγκλιδώματα προστασίας, παρά την μεγάλη αξία των εμπορευμάτων που φυλασσόταν στην αποθήκη, απέχει σε μεγάλο βαθμό από την απαιτούμενη επιμέλεια που ο μέσος συνετός άνθρωπος υπό τις ίδιες συνθήκες, θα κατέβαλε, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 του ως άνω νόμου.
Δεν διαφοροποιείται η κρίση αυτή του Δικαστηρίου από το γεγονός ότι η αποθήκη ήταν μισθωμένη αφού οποιαδήποτε προσθήκη προστατευτικού καγκέλου θα απέβαινε προς όφελος του μισθίου. Άλλωστε, η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ούτε και από κανένα στοιχείο της δικογραφίας προκύπτει σαφής αντίρρηση του εκμισθωτή της αποθήκης στην τοποθέτηση τέτοιου κάγκελου.
Απορριπτέοι κρίνονται μετά ταύτα από ουσιαστική άποψη οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης της τελευταίας". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή της, με την οποία επιδιώκετο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία να της καταβάλει το συμφωνηθέν από την μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως ασφάλισμα (800.000 ευρώ), λόγω επέλευσης της ασφαλιζομένης περιπτώσεως (κλοπής).
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, αναφορικά με την επιδίωξη του ασφαλίσματος με βάση τη σύμβαση ασφαλίσεως, ως προς την οποία και μόνο επικεντρώνονται οι αναιρετικοί λόγοι, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 3 παράγραφοι 1 εδ.α`, 6 εδ.α` και β` και 7 εδ.β` και γ` και 7 παρ. 5 του ν.2496/1997, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ενστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας περί απαλλαγής της από την καταβολή του ασφαλίσματος, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 6 εδ.α` και β` και 7 παρ.
β'και γ' του ν.2496/1997, λόγω της, από δόλο της αναιρεσείουσας παραπλάνησης της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, διά της δηλώσεως υπό του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης προς την τελευταία, του αναληθούς γεγονότος της ύπαρξης συναγερμού στην επίδικη αποθήκη συνδεομένου με εταιρία φύλαξης, περιστατικό το οποίο περιελήφθη ως ουσιώδης όρος στην καταρτισθείσα ασφαλιστική σύμβαση, και περί της αναληθείας του οποίου έλαβε γνώση η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως (κλοπής), αντίστοιχα δε την απόρριψη της ένδικης αγωγής, κατά το μέρος που είχε έρεισμα στην από την ασφαλιστική σύμβαση καταβολή του ασφαλίσματος λόγω επέλευσης του ασφαλιζομένου κινδύνου, ενόψει της παραδοχής της άνω ενστάσεως, η οποία οδηγούσε σε απαλλαγή της αναιρεσίβλητης από την αναληφθείσα με τη σύμβαση ασφαλίσεως υποχρέωσή της περί τούτου.
Ούτε όμως και τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 24 του ν. 2496/1997, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 211 επ. και ιδίως 214 Α.Κ., παραβίασε το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αφού κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική σύμβουλος, στο πλαίσιο των διαγραφομένων από την πρώτη των άνω διατάξεων καθηκόντων της, ενεργούσε και ως εντολοδόχος της πρώτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την προπαρασκευή και τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως, με βάση την μεταξύ αυτής και της ασφαλιστικής εταιρίας σύμβασης, αφού συμπλήρωσε, βάσει των απαντήσεων προς αυτήν του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας το έντυπο ερωτηματολόγιο-πρόταση και αίτηση προς ασφάλιση, που της είχε χορηγήσει η πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, απέστειλε αυτό στην τελευταία, η οποία πλέον, κατ' αποδοχή των αναγραφομένων στο ερωτηματολόγιο-πρόταση προς ασφάλιση απαντήσεων, κατήρτισε την ασφαλιστική σύμβαση, εκδίδοντας το αντίστοιχο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με περιεχόμενους σ' αυτό ως όρους, τα όσα δηλώνονταν προς αυτήν από την ενάγουσα, με την διαμεσολάβηση της εναγομένης ασφαλιστικής συμβούλου.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, αναφορικά με την παραδοχή της ένστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, περί απαλλαγής της από την καταβολή του ασφαλίσματος, λόγω της, από δόλο της αναιρεσείουσας παραπλάνησή της, διά της άνω δηλώσεως, του αναληθούς δηλαδή γεγονότος της ύπαρξης συναγερμού στην επίδικη αποθήκη συνδεομένου με εταιρία φύλαξης, και αντίστοιχα την απόρριψη των αγωγικών ισχυρισμών, κατά το μέρος που έχουν έρεισμα στην από την ασφαλιστική σύμβαση καταβολή του ασφαλίσματος λόγω επέλευσης του ασφαλιζομένου κινδύνου.
Και τούτο διότι, έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, καθόσον καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 3 παράγραφοι 1 εδ.α`, 6 εδ.α` και β`, 7 εδ.β` και γ`, 7 παρ. 5, 36 παρ. 24 του ν. 2496/1997 και 211 επ.
και ιδίως 214 Α.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις οι αιτιολογίες του Εφετείου, ότι η δήλωση της ενάγουσας προς ασφάλιση των εμπορευμάτων της επίδικης αποθήκης, εκτός των άλλων, και κατά του κινδύνου της κλοπής, περιήλθε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με τη διαμεσολάβηση της δεύτερης εναγομένης, η οποία ενεργώντας υπό την ιδιότητα της ασφαλιστικής συμβούλου, στο πλαίσιο της μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης συμβάσεως, αφού ενημερώθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας για τις ασφαλιστικές καλύψεις που ενδιαφερόταν, συμπλήρωσε το έντυπο (ερωτηματολόγιο-πρόταση προς ασφάλιση) που της είχε χορηγήσει η ασφαλιστική εταιρία, σύμφωνα με τις απαντήσεις που έλαβε από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, ακολούθως δε απέστειλε σ' αυτήν τούτο, βάσει του οποίου κατ' αποδοχή του, καταρτίσθηκε από την τελευταία η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, διάρκειας ενός έτους, κατά τα δηλωθέντα στο ερωτηματολόγιο, και καθορίσθηκε το ετήσιο ασφάλιστρο, μετά από συνεκτίμηση των μέτρων προστασίας που υπήρχαν στο επίδικο ακίνητο και είχαν δηλωθεί από την ενάγουσα, μεταξύ των οποίων και η ύπαρξη συστήματος συναγερμού συνδεδεμένου με την εταιρία προστασίας και φύλαξης "...", δήλωση η οποία αποτέλεσε ουσιώδη όρο του εκδοθέντος από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ασφαλιστηρίου συμβολαίου και βασικό στοιχείο αποδοχής της πρότασης ασφάλισης και καθορισμού των ασφαλίστρων.
Ομοίως, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αποσαφηνίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η δήλωση της ενάγουσας ότι στο χώρο που υπήρχαν τα ασφαλιζόμενα και για τον κίνδυνο της κλοπής εμπορεύματα υπήρχε σύστημα συναγερμού συνδεδεμένου με την εταιρία προστασίας και φύλαξης "...", και ότι αυτό δεν ανεγράφη αυθαίρετα στο "ερωτηματολόγιο-πρόταση προς ασφάλιση" από την εναγομένη ασφαλιστική σύμβουλο, η οποία δεν μπορούσε να γνωρίζει και την συγκεκριμένη εταιρία προστασίας που ήταν συνδεδεμένος ο συναγερμός, πέραν του ότι, ευθύς ως εκδηλώθηκε η κλοπή στην επίδικη αποθήκη, δηλώθηκε από την ενάγουσα προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ότι δεν λειτούργησε το σύστημα συναγερμού, για την ύπαρξη του οποίου προσπάθησε να πείσει και τον πραγματογνώμονα της ασφαλιστικής εταιρίας, όταν κατά τις πρωϊνές ώρες της ίδιας ημέρας της κλοπής επισκέφθηκε την αποθήκη που περιείχοντο τα κλαπέντα, περί της υπάρξεως συναγερμού, ενώ ο τελευταίος δεν διαπίστωσε να υπάρχουν τέτοια ίχνη.
Περί της ανυπαρξίας δε συστήματος συναγερμού συνδεδεμένου με εταιρία προστασίας, αλλά και γενικώς της ύπαρξης συναγερμού στον επίδικο χώρο, καθώς και του δόλου του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, που ενεργούσε για λογαριασμό της, περί της αναληθείας του άνω γεγονότος, προκειμένου να πετύχει την αποδοχή της πρότασής της για την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης και μάλιστα με χαμηλότερο ασφάλιστρο, ενόψει του άνω αναληθούς γεγονότος, είναι σαφείς και πλήρεις οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ενόψει των παραδοχών της, ότι τα επιχειρήματα της ενάγουσας ως προς το ζήτημα αυτό αλληλοσυγκρούονται και αυτοαναιρούνται, καθόσον, ενώ αρχικώς ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν δήλωσε στην εναγομένη ασφαλιστική σύμβουλο για την ύπαρξη συναγερμού συνδεδεμένου με κάποια εταιρία προστασίας, αλλά ότι αυτή περιέλαβε αυθαίρετα στο ερωτηματολόγιο το τελευταίο ως δήλωση του εκπροσώπου της, ακολούθως μετά την εκδήλωση της κλοπής στην αποθήκη, δηλώνει στην ασφαλιστική εταιρία ότι δεν λειτούργησε το σύστημα συναγερμού λόγω βραχυκυκλώματος και όταν τις πρωινές ώρες της ίδιας ημέρας της κλοπής ο πραγματογνώμονας δεν διαπιστώνει να υπάρχουν στην αποθήκη ίχνη συναγερμού, εξακολουθώντας να ενεργεί δόλια με σκοπό την παραπλάνηση της ασφαλιστικής εταιρίας ως προς την ύπαρξη συναγερμού, επιχειρεί εσπευσμένα να τοποθετήσει στην αποθήκη ένα ηλεκτρονικό πίνακα συναγερμού, δύο ανιχνευτές χώρου και μια ηχητική σειρήνα στον εξωτερικό χώρο, τα οποία δεν λειτουργούσαν, επιχειρώντας στην συνέχεια να πείσει τον ίδιο πραγματογνώμονα που επισκέφθηκε την αποθήκη και κατά τις μεσημβρινές ώρες της ίδιας ημέρας, ότι τα στοιχεία αυτά υπήρχαν και κατά τις πρωινές ώρες, αλλά δεν είχε προσέξει την ύπαρξή τους.
Πέραν όμως των ανωτέρω, προς αιτιολόγηση του άνω κρίσιμου ζητήματος της από πρόθεση της ενάγουσας δήλωσης περί υπάρξεως στον επίδικο χώρο συστήματος συναγερμού, ενώ τέτοιος δεν υπήρχε, δέχεται το Εφετείο, ότι η ενάγουσα με προγενέστερη της κρινόμενης αγωγής της, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε κατά τη συζήτησή της, προέβαλλε όλως αντιφατικούς προς την κρινόμενη αγωγή ισχυρισμούς κάνοντας λόγο για κατάρτιση έγγραφης συμβάσεως ασφάλισης και ύπαρξη του όρου περί συναγερμού του οποίου στη συνέχεια ζητούσε την ακύρωση, γεγονός από το οποίο, εκτός των άλλων, το οδηγεί ανενδοίαστα στην κρίση ότι η ενάγουσα στην ψευδή αυτή δήλωση περί ύπαρξης συναγερμού στον επίδικο χώρο προέβη εκ δόλου, με αποτέλεσμα η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, να απαλλάσσεται, αναλογικά εφαρμοζομένου του άρθρου 3 παρ. 6 εδ.
α'και β'και 7 εδ. β'και γ' του Ν. 2496/1997, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 5 του ίδιου νόμου, αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωσή της προς καταβολή του ασφαλίσματος. Επίσης, με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται το Εφετείο, ότι η εναγομένη για πρώτη φορά έλαβε γνώση της ανυπαρξίας συναγερμού στον επίδικο χώρο, μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως (κλοπής), όταν της δηλώθηκε αυτή από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας και επισκέφθηκε την αποθήκη ο πραγματογνώμονάς της και ενώ ήδη, είχε προβεί σε ανανέωση του αρχικού ασφαλιστηρίου για ένα ακόμη έτος και είχαν καταβληθεί τα ασφάλιστρα.
Τέλος, ούτε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, 2 και 5 του ν. 2496/1997, παραβίασε εκ πλαγίου η προσβαλλόμενη απόφαση, με αντιφατικές αιτιολογίες, με το να δεχθεί, κατά τα προεκτέθεντα, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης-αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, ότι αυτή απαλλάσσεται της καταβολής του ασφαλίσματος κατ' ανάλλογη εφαρμαγή των ως άνω διατάξεων, λόγω της από δόλο της ενάγουσας-αναιρεσείουσας παραπλάνησης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, διά της δηλώσεως υπό του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης προς την τελευταία, του αναληθούς γεγονότος της ύπαρξης συναγερμού στην επίδικη αποθήκη συνδεομένου με εταιρία φύλαξης, περιστατικό το οποίο περιελήφθη ως ουσιώδης όρος στην καταρτισθείσα ασφαλιστική σύμβαση, και περί της αναληθείας του οποίου έλαβε γνώση η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως (κλοπής), ενώ παράλληλα δέχεται, κατά την έρευνα του αγωγικού της ισχυρισμού, ότι δεν αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ή ότι σε κάθε περίπτωση γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα πριν την επέλευση του κινδύνου, ότι η ύπαρξη του ως άνω μέτρου προστασίας, αποτελεί αναγκαίο όρο για να ισχύουν οι καλύψεις της ασφαλιστικής σύμβασης, αφού δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε σχετική μνεία στην πρόταση ασφάλισης και δεν αποδείχθηκε από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, ότι αυτή παρέδωσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο στην ενάγουσα, αφού δεν προσκομίζεται απόδειξη παραλαβής αυτού από την ενάγουσα, μόνη δε η επιστολή της ως άνω ασφαλιστικής συμβούλου που διαμεσολάβησε στην κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, ότι παρέδωσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο στην ενάγουσα, δεν κρίνεται επαρκές στοιχείο της απόδειξης παράδοσης του ασφαλιστηρίου στην ενάγουσα, σε τρόπον ώστε ο όρος αυτός, που τέθηκε από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, ο οποίος δεν αποδείχθηκε ότι αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, και εφόσον δεν αποδείχθηκε, όχι μόνο ότι χορηγήθηκε στην ενάγουσα μαζί με το ασφαλιστήριο υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, αλλά ούτε αυτό το ασφαλιστήριο, δεν δεσμεύει την ενάγουσα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 2496/1997".
Και τούτο διότι, οι παραπάνω αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης, σαφώς αναφέρονται σε διαφορετικούς αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, και δεν στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά κάθε μια των αιτιολογιών αυτών στηρίζει αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της ίδιας αποφάσεως αυτοτελών ενόψει και των περαιτέρω σαφών και πλήρων αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης, ότι ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο περιληφθείς στην ασφαλιστική σύμβαση όρος (ότι η ύπαρξη του ως άνω μέτρου προστασίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να ισχύσουν οι καλύψεις της ασφαλιστικής σύμβασης), δεν δεσμεύει την αναιρεσείουσα, δικαιολογείται (η απαλλαγή της) από την καταβολή του ασφαλίσματος, εφόσον αποδείχθηκε η από δόλο της παραπλάνηση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, διά της δηλώσεως υπό του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης προς την τελευταία, του αναληθούς γεγονότος της ύπαρξης συναγερμού στην επίδικη αποθήκη συνδεομένου με εταιρία φύλαξης, περιστατικό το οποίο περιελήφθη ως ουσιώδης όρος στην καταρτισθείσα ασφαλιστική σύμβαση, και περί της αναληθείας του οποίου έλαβε γνώση η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως (κλοπής), ώστε να συντρέχει ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 6 εδ.
α'και β'και 7 εδ. α'και β' του Ν. 2496/1997. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Τέλος, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως (δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος), κατά τις εις αυτούς περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Επειδή επί επάλληλων αιτιολογιών (κύριων ή επικουρικών), κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως, αν έστω και μία δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς (ΑΠ 1312/1997, 164/1994). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά τα προεκτεθέντα, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά το μέρος που επιδιώκετο με αυτήν να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία να της καταβάλει το συμφωνηθέν από την μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως ασφάλισμα (800.000 ευρώ), λόγω επέλευσης της ασφαλιζόμενης περιπτώσεως (κλοπής), μετά την παραδοχή της ενστάσεως της εναγομένης περί απαλλαγής αυτής από την ως άνω υποχρέωσή της, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 6 εδ.
α' και β' και 7 εδ. β και γ'του ν. 2496/1997, ενόψει του ότι εκ δόλου δήλωσε προς αυτήν αναληθή στοιχεία που ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του ασφαλιζομένου κινδύνου, τα οποία αποτέλεσαν όρους της ασφαλιστικής σύμβασης. Παράλληλα, με δύο επάλληλες αιτιολογίες της απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς το παραπάνω αίτημά της, κατά παραδοχή των αντίστοιχων από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2 και 7 παρ. 5 εδ.
α` ν. 2496/1997, ενστάσεων της εναγομένης, περί απαλλαγής αυτής ως προς την καταβολή του ασφαλίσματος, αφενός μεν διότι η ενάγουσα δεν δήλωσε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, μέσα σε δεκατέσσερις (14) ημέρες από τότε που περιήλθε σε γνώση της περιστατικό (διακοπή φύλαξης ακινήτου που περιείχοντο τα ασφαλιζόμενα για τον κίνδυνο της κλοπής εμπορεύματα), το οποίο μπορούσε να επιφέρει σημαντική επίταση του κινδύνου αυτού σε βαθμό που, αν η εναγομένη το γνώριζε, θα είχε καταγγείλει την σύμβαση κατ' άρθρο 3 του ως άνω νόμου, αφετέρου δε, διότι η επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως οφείλεται σε βαριά αμέλεια της ενάγουσας, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε κανένα προστατευτικό μέτρο προς αποτροπή επέλευσης του ασφαλιζομένου κινδύνου (κλοπής).
Με τους έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους του αναιρετηρίου, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, ότι με τις επάλληλες αυτές αιτιολογίες της παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2 και 7 παρ. 5 εδ.
α` ν. 2496/1997. Ενόψει όμως του ότι η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, κατά αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη της παρούσης, δεν πλήσσεται αποτελεσματικώς, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αλυσιτελείς οι έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους πλήσσονται οι επικουρικές ως άνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που επανέφερε με λόγο της εφέσεώς της, ότι ουδέποτε περιήλθε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της περί υπάρξεως συναγερμού στην ασφαλιζομένη αποθήκη και ως εκ τούτου αυτό δεν μπορούσε να επηρεάσει κατά οποιοδήποτε τρόπο την κατάρτιση της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως δεδομένου ότι η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική σύμβουλος δεν ήταν δεκτική λήψης τέτοιων προσυμβατικών δηλώσεων απ' αυτήν (αναιρεσείουσα), σε τρόπον ώστε ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης περί ανυπαρξίας συναγερμού συνδεδεμένου με εταιρία προστασίας ως ουσιώδης όρος της ασφαλιστικής συμβάσεως να μην μπορεί να οδηγήσει σε απαλλαγή της από την καταβολή του ασφαλίσματος μετά την επέλευση του ασφαλιζομένου κινδύνου.
Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική σύμβουλος, στο πλαίσιο των διαγραφομένων από την διάταξη του άρθρου 36 παρ. 24 του ν. 2496/1997 καθηκόντων της, με βάση την μεταξύ αυτής και της ασφαλιστικής εταιρίας σύμβασης, αφού συμπλήρωσε, βάσει των απαντήσεων προς αυτήν του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας το έντυπο ερωτηματολόγιο-πρόταση και αίτηση προς ασφάλιση, που της είχε χορηγήσει η πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, απέστειλε αυτό στην τελευταία, η οποία πλέον, κατ' αποδοχή των αναγραφομένων στο ερωτηματολόγιο-πρόταση προς ασφάλιση απαντήσεων, κατήρτισε την ασφαλιστική σύμβαση, εκδίδοντας το αντίστοιχο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με περιεχόμενους σ' αυτό ως όρους, τα όσα δηλώνονταν προς αυτήν από την ενάγουσα, με την διαμεσολάβηση της εναγομένης ασφαλιστικής συμβούλου, μεταξύ των οποίων και η ύπαρξη συναγερμού συνδεδεμένου με την εταιρία προστασίας "...".
Επομένως, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα με εκείνα που συγκροτούσαν τον επίμαχο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ των πραγμάτων ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό και συνεπώς, ο ως άνω εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-11-2011 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 1622/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ