Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent appellant and substantive grounds for inadmissible arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant failed to appear at the hearing despite being legally summoned, while the appellee argued that the appeal contained inadmissible claims regarding the buyer's identity and insufficient reasoning on fictitious sale. The court ruled that the appeal was procedurally valid due to proper summons but substantively rejected the arguments as they were either already raised in lower proceedings or lacked specific factual basis.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 KPolD; Art. 562 para. 2 KPolD: The Supreme Court examines the case ex officio if the summoned appellant is absent, and an appeal argument is inadmissible if it relies on a claim not properly proposed in the court of first instance unless it concerns a non-proposable violation, a defect in the decision itself, or public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1951 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1951/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, τέως συζ. Χ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γούση - Γωνιοτάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15918/1999 μη οριστική και 29694/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2245/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-12-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 12-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην κρινόμενη υπόθεση ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, καίτοι αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της παραπάνω δικασίμου καθώς και κλήσεως για εμφάνιση κατ' αυτή, του επιδόθηκε νομίμως, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη ...... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο 'Εδεσσας ...... . Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσείοντος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, η πρόταση του ισχυρισμού πρέπει να είχε γίνει με το δικόγραφο της εφέσεως. Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο ηττηθείς πρωτοδίκως αναιρεσείων προβάλλει ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας της, είναι απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως, ο εν λόγω περί αοριστίας ισχυρισμός, που σημειωτέον δεν εμπίπτει σε κάποια από τις ως άνω εξαιρέσεις, δεν προτάθηκε με το δικόγραφο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, αλλά με τις κατ'έφεση προτάσεις του.
2. Από τη διάταξη του άρθρου 138 παρ.1 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση εικονικότητας της συμβάσεως ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, ουσιώδες στοιχείο είναι η συμφωνία ανάμεσα σε όλους τους συμβαλλομένους, εικονικούς και πραγματικούς, ότι η σύμβαση συνάπτεται, όχι με τον εμφανιζόμενο ως αγοραστή, αλλά με τον αληθινό.
Η σύμβαση αυτή ισχύει υπέρ του καλυπτόμενου προσώπου, για τον οποίο επιφέρει αμέσως αποτελέσματα. Τούτο συμβαίνει και όταν ο φαινομενικός αγοραστής εκπροσωπήθηκε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως από άμεσο αυτοπρόσωπο, οπότε, κατ'εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 214 ΑΚ, η εικονικότητα κρίνεται από τη βούληση του αντιπροσώπου.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο μέρος του δευτέρου λόγου της αναιρέσεως, όπως αυτό εκτιμάται, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έκρινε βάσιμη την από 14-12-1997 αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε ότι η επίδικη σύμβαση πωλήσεως ακινήτου, στην οποία φέρεται ως αγοραστής, αντιπροσωπευόμενος από την ενάγουσα, ο εναγόμενος πρώην σύζυγός της, είναι άκυρη ως εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή και ότι αληθής αγοράστρια του πωληθέντος ακινήτου είναι η ενεργήσασα ως αντιπρόσωπος αυτού ενάγουσα, για να καταλήξει δε στην κρίση αυτή δέχθηκε ότι στο πρόσωπο της τελευταίας υπήρχε βούληση περί της εικονικότητας κατά την άνω έννοια, χωρίς να έχει ταχθεί περί αυτού απόδειξη, αφού στα ταχθέντα με την 15918/1999 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου θέματα αποδείξεως δεν περιλαμβάνεται το γεγονός αυτό.
Ειδικότερα στο αναιρετήριο διαλαμβάνονται κατά λέξη τα ταχθέντα θέματα αποδείξεως, που έχουν ως ακολούθως: "Υποχρεώνει την ενάγουσα να αποδείξει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες τα εξής: 'Ότι η σύμβαση πωλήσεως που συνήφθη μεταξύ του Α και του εναγομένου, αντιπροσωπευθέντος από την ίδια (ενάγουσα), με την υπογραφή του υπ'αριθμ. ......
συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγέλου Σαρρή, δυνάμει της οποίας επώλησε ο πρώτος στο δεύτερο μία μαιζονέτα με κεραμοσκεπή επί του υπ'αριθμ. ... οικοπέδου του ... οικοδομικού τετραγώνου στο συνοικισμό ......, συνολικής εκτάσεως 1.152 τ.μ., συνορευομένου βόρεια με το ... οικόπεδο, νότια με την οδό ......, ανατολικά με το ...
οικόπεδο και δυτικά με το ... οικόπεδο, αποτελούμενης (της μαιζονέτας) από ημιϋπόγειο, ανώγειο όροφο, αποτελούμενο από τρία δωμάτια, χώλ, αποχωρητήριο και λουτροαποχωρητήριο, εμβαδού εκάστου ορόφου 60,30 τ.μ. με ποσοστό συμμετοχής στο όλο οικόπεδο 10%, έγινε φαινομενικά και όχι σπουδαία, ως προς το πρόσωπο του εναγομένου, ως αγοραστού, διότι κατά τη βούληση των συμβληθέντων μερών αληθής αγοράστρια ήταν αυτή (ενάγουσα)".
Από την κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ εκτίμηση του κατά τα άνω περιεχομένου της προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το φερόμενο ως παραλειφθέν θέμα αποδείξεως έχει ταχθεί. Διότι η απόφαση, ορίζοντας ότι η ενάγουσα υποχρεούται να αποδείξει ότι κατά τη βούληση του "συμβληθέντων" μερών αληθής αγοράστρια ήταν η ενάγουσα αναφέρεται προφανώς στη βούληση των πράγματι συμπραξάντων στην κατάρτιση του συμβολαίου με δηλώσεις βουλήσεως αληθών συμβαλλομένων, ήτοι της αντιπροσώπου του φερομένου ως εικονικού αγοραστή ενάγουσας και του τρίτου πωλητή, δεδομένου ότι άλλωστε εν προκειμένω δεν ενδιέφερε κατά νόμο η βούληση του αντιπροσωπευθέντος.
Επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως κατά το εξεταζόμενο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος (δεύτερος), τέλος, κατά το δεύτερο εκ του άρθρου 559 αριθ.19 μέρος του, κατά το οποίο "το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών στα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα της εικονικότητας" είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν γίνεται εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου και ειδικότερα δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ήτοι δεν αναφέρεται ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνονται στην απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18/12/2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 1245/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ