1951/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2001 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος και ήδη θανόντος ......., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1488/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1469/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26/6/2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 18/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1951/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Kατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφά΄λμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Full text
Απόφαση 1951 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1951/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1............., 2..........., 3............, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σωτηρόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1..........., 2............, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Φραγκάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2001 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος και ήδη θανόντος ......., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1488/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1469/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26/6/2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 18/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφά΄λμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., σε συσχετισμό δε με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να μνημονεύεται, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται, έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο παρά το νόμο και συγκεκριμένα κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., έλαβε υπόψη τις 8972/2005, 83974/2005 και 8973/2005 ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίσθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους, επειδή οι αναιρεσείοντες δεν είχαν κλητευθεί νομίμως να παραστούν και συγκεκριμένα α) επειδή η κλήση επιδόθηκε σε δήθεν συνεργάτη της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, η οποία δεν βρισκόταν στο γραφείο της κατά την επίδοση και β) επειδή στην κλήση δεν αναγραφόταν η ακριβής ώρα, κατά την οποία έπρεπε να παραστούν.
Στο αναιρετήριο, όμως, δεν αναφέρεται ότι τον ισχυρισμό αυτό για μη λήψη υπόψη των πιο πάνω βεβαιώσεων, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρότειναν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος.
Για να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ένορκη βεβαίωση, πρέπει να έχει γίνει νόμιμη επίκλησή της με τις προτάσεις του διαδίκου που την προσκόμισε. Η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνει κατά τρόπο ορισμένο, με σαφή προσδιορισμό των στοιχείων της, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά της.
Η παράλειψη μνείας ενός από τα προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας της ένορκης βεβαίωσης, όπως η αρχή ενώπιον της οποίας δόθηκε, δεν καθιστά άκυρη την επίκλησή της, έτσι ώστε να ιδρύεται ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος, αν από τα υπόλοιπα στοιχεία που αναφέρονται, δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα της.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που υπέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι ενώπιον του Εφετείου, αυτοί επικαλέσθηκαν τις πιο πάνω αναφερόμενες τρεις ένορκες βεβαιώσεις, που προσκόμισαν, προσδιορίζοντας τα στοιχεία της ταυτότητας τους (αριθμός, χρόνο που δόθηκαν, ονόματα μαρτύρων και ολόκληρο το περιεχόμενο τους), εκτός από την αρχή ενώπιον της οποίας δόθηκαν (Ειρηνοδίκη Αθηνών).
Η παράλειψη όμως αυτή, όπως προαναφέρθηκε, δεν καθιστά άκυρη την επίκληση τους, αφού οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις προσδιορίσθηκαν αρκούντως με τα υπόλοιπα στοιχεία τους και επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 5559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η μη νόμιμη επίκληση των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 536 Κ.Πολ.Δ. το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, τέτοια δε επιβλαβέστερη διάταξη εκδίδεται, όταν η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως νόμω αβάσιμη και το Εφετείο, μετά από έφεση του ενάγοντος, την απορρίπτει ως ουσία αβάσιμη, χωρίς έφεση του εναγομένου, οπότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πρωτόδικη 1488/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), η ένδικη αγωγή, η οποία βασιζόταν στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ως αβάσιμη ουσιαστικά και όχι ως μη νόμιμη, όπως αναφέρεται στην απόφαση, αφού η απόρριψη της έγινε μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δέχθηκε ότι, δεν είχε καταρτισθεί, ανάμεσα στους διαδίκους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σύμβαση εργολαβίας.
Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ότι, κατ' εκτίμηση της πρωτόδικης απόφασης, η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της και απέρριψε την έφεση, δεν εξέδωσε επιβλαβέστερη διάταξη για τους αναιρεσείοντες και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ 'Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το 2323/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες για απόδειξη των ισχυρισμών τους. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη το παραπάνω έγγραφο και επομένως και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως αβάσιμη και απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολο της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 881/26-6-2006 αίτηση των ........., ......... και ......... για αναίρεση της 1469/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ