Legislator Case Law & Legislation
1950/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court ruling on employment contract nature due to insufficient factual findings.

Case Number 1950/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's decision regarding the nature of the employment relationship. The Court found the lower court failed to adequately establish whether the appellant was bound by specific committee decisions or had the written consent required for the respondent to engage in other work. Consequently, the Court ruled that the factual basis for classifying the relationship as an indefinite-term employment contract was insufficient and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court fails to provide sufficient factual findings to justify its determination of the legal nature of the relationship between the parties.

Keywords

AI generated
appeal admissibility employment contract nature insufficient factual findings remittal for retrial labor law classification

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 648, 652, 681, 694 of the Civil Code
Article 6 of the Law 765/1943
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1950 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1950/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Αναστασία Καραμανίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 8η Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Σύνδεσμος των Ελληνικών Γυμναστικών και Αθλητικών Σωματείων (Σ.Ε.Γ.Α.Σ.), που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μπρέγιαννο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Α., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αλεξόπουλο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 431/2022 του ίδιου Δικαστηρίου, 104/2023 διορθωτική αυτής και 4710/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 19-3-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 19 Μαρτίου 2024, με αριθ. κατάθεσης 2973/287/22-3-2024 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 4710/11-10-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης εφέσεων και των δύο διαδίκων (της από 22-7-2022 με αριθ. καταθ. 76462/3898/27-7-2022 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και της από 27-10-2022 και με αρ. καταθ.106245/5519/29-10-2022 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου,) κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 431/3-5-2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχτηκε εν μέρει ως κατ ουσίαν βάσιμη την αγωγή, κατά τη κύρια βάση αυτής. Με την προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση, το Εφετείο, συνεκδικάζοντας τις εφέσεις των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ως κατ ουσίαν αβάσιμες τις εφέσεις. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ) στις 22-3-2024, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ καθόσον δεν προκύπτει, η , με επιμέλεια οιουδήποτε των διαδίκων, επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 11-10-2023. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων κατ ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ , προκύπτουν τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 13-12-2021 και με αριθ. κατάθ. 100230/2469/2021 αγωγή του που είχε ασκήσει κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τη 1-10-2004, ότι η από 15-9-2021 καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης εργασίας του είναι ανυπόστατη άλλως άκυρη, να του επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερθείσα εργασία του με απειλή χρηματικής ποινής και επικουρικά, αν κριθεί ότι η καταγγελία είναι έγκυρη, να του καταβληθεί η αποζημίωση απόλυσης και όλως επικουρικώς αν κριθεί ότι η σύμβαση που τους συνδέει είναι σύμβαση έργου, να του καταβάλλει το ποσό των 20.666,61 ευρώ ως αποζημίωση κατ άρθρο 673 ΑΚ καθώς και το ποσό των 13.500 ευρώ για έξοδα κίνησης, bonus Μαραθωνίου και ημιμαραθωνίου του 2021 και 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (όπως περιόρισε εν μέρει την αγωγή του σε αναγνωριστική).

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 431/3-5-2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή κατά τη κύρια βάση αυτής και α) αναγνώρισε ότι η σύμβαση που συνήψε ο ενάγων με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (Σ.Ε.Γ.Α.Σ.) είχε τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (και όχι σύμβασης έργου όπως ισχυρίζεται το εναγόμενο) από 1-1-2-2010 και μετά (ενώ για το χρονικό διάστημα από 1-10-2004 έως 1-12-2010 έκρινε ότι ήταν άκυρη η σύμβαση εργασίας), β) ότι η καταγγελία της σύμβασης αυτής είναι άκυρη λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης και λόγω καταχρηστικότητας, γ) υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος με τους ίδιους όρους, μέχρι τη νόμιμη λύση της σύμβασης, υπό την απειλή χρηματικής ποινής και δ) υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας ύψους 6.959,92 ευρώ, νομιμότοκα από τότε που κάθε επί μέρους μισθός κατέστη απαιτητός και ε) κατόπιν συμπλήρωσης του διατακτικού της απόφασης αυτής, με την με αρ. 104/2023 διορθωτική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προαναφέρθηκε, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά τις ανωτέρω εφέσεις και απέρριψε αυτές κατ ουσία. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον εργαζόμενο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές.

Εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία είναι η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτή εργαζόμενο συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο (ΟλΑΠ, 3/2021, ΟλΑΠ 28/2005), αφορά δε κυρίως το εργατοϋπαλληλικό προσωπικό (ΟλΑΠ 3/2021).

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 968/2020, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 1928/2013).

Αντικείμενο της σύμβασης αυτής μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια (ΑΠ 1469/2018, ΑΠ 44/2017). Σε κάθε όμως περίπτωση, τη μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του (ΑΠ 2186/2014).

Ακόμη, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία επίσης δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου (ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 849/2020), υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια (ΑΠ 953/2020).

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, όπως εκτίθεται ανωτέρω.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 677/2017, ΑΠ 133/2014).

Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του ή μη στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ` αυτόν βεβαιώσεων παροχής μισθωτών υπηρεσιών (ΑΠ 522/2022, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 1110/2017). Ούτε η υποχρέωση του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς, από κοινού, συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, καθιστά, χωρίς τίποτε άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς μπορεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης έργου ή και ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 522/2022, ΑΠ 1110/2017, ΑΠ 44/2017).

Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ή μίσθωσης έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος (ΟλΑΠ 3/2021, Ολ ΑΠ 13/2017, Ολ ΑΠ 8/2011, ΑΠ 117/2024, ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 849/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018,ΟλΑΠ 6/2006).

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018) Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1056/2022, ΑΠ 390/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Σύνδεσμος των Ελληνικών Γυμναστικών και Αθλητικών Σωματείων" (Σ.Ε.Γ.Α.Σ.), με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που αποτελείται από δύο σκέλη, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις εκ του αριθμού 1 και εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ισχυριζόμενο ότι εσφαλμένα έκρινε ότι συνδεόταν με τον αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, ενώ συνδεόταν με αυτόν με σύμβαση έργου, παραβιάζοντας ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.

και 681 του ΑΚ του άρθρου 6 του ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324.1946) και του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 του ν. 2112/1920 (πρώτο σκέλος του λόγου αναίρεσης) και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 681 και 694 του ΑΚ και του άρθρου 6 α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324.1946 (δεύτερο σκέλος του λόγου αναίρεσης ). Ειδικότερα με το δεύτερο σκέλος του ανωτέρω λόγου πλήττει την απόφαση του Εφετείου για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, του ποιοτικού στοιχείου της νομικής και προσωπικής εξάρτησης και της δέσμευσης του ενάγοντα από το εναγόμενο, που χαρακτηρίζουν την έννομη σχέση ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων του εργατικού δικαίου.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Το εναγόμενο είναι κοινωφελές σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και αποτελεί την ανώτατη οργάνωση των αθλητικών ενώσεων στη χώρα που καλλιεργούν τα αθλήματα και αγωνίσματα του κλασικού αθλητισμού.

Ο ενάγων, καθηγητής φυσικής αγωγής και πρώην αθλητής- ήταν από το έτος 1985 μέχρι το έτος 1993 τεχνικός σύμβουλος του εναγομένου, ενώ το 1997 εκλέχθηκε γενικός γραμματέας και από το έτος 2000 έως το 2004 είχε την ιδιότητα του αντιπροέδρου του εναγομένου. Μεταξύ του εναγομένου και του ενάγοντος υπογράφηκε η με ημερομηνία 26-2-2005 "σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου", στην οποία (μεταξύ άλλων) αναγράφεται ότι, σε εκτέλεση της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, προσλαμβάνεται ο ενάγων ως τεχνικός διευθυντής ανάπτυξης και αγώνων, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2004 έως 30-9-2005, ότι ο μισθός του ανέρχεται στο ποσό των 850 ευρώ το μήνα, ότι επιπλέον ο ενάγων θα λαμβάνει ως έξοδα κίνησης το ποσό των 300 ευρώ το μήνα και θα λάβει ως "πριμ υπογραφής συμβολαίου" και το ποσό των 7.600 ευρώ.

Ακολούθησαν μεταξύ του εναγομένου και του ενάγοντος, σε εκτέλεση αντίστοιχων αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου τέσσερεις ακόμα παρόμοιες "συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου", με ημερομηνίες 31-11-2005, 11-12-2006, 17-2-2009 και 1-10-2010, για τα χρονικά διαστήματα 1-10-2005 έως 30-9-2006, 1-10-2006 έως 30-9-2008, 1-12-2008 έως 30-11-2009 και 1-12-2009 έως 30-11-2020 αντίστοιχα, με εν μέρει διαφορετικά ποσά μισθού και πριμ υπογραφής για τον ενάγοντα, στις δύο τελευταίες των οποίων αναφέρεται ότι ο ενάγων προσλαμβάνεται ως τεχνικός διευθυντής μαραθωνίου και ότι τα ειδικότερα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις του καθορίζονται από τις αποφάσεις, τις οδηγίες και τις κατευθύνσεις του διοικητικού συμβουλίου και της οργανωτικής επιτροπής μαραθωνίου.

Έπειτα και αφού ο ενάγων εντός του έτους 2010 συνταξιοδοτήθηκε από το Δημόσιο, δεδομένου ότι μέχρι τότε εργαζόταν παράλληλα ως καθηγητής φυσικής αγωγής στη δημόσια εκπαίδευση- ακολούθησαν έξι συμβάσεις μεταξύ εκείνου και του εναγομένου, καθεμία των οποίων επιγράφεται ως "σύμβαση έργου", για τα χρονικά διαστήματα από 1.12.2010-30.11.2011, 1.1.2012-30.11.2012, 1.1.2013-31.12.2014, 1.1.2015-31.12.2016 παραταθείσα έπειτα μέχρι 31.12.2018, 1.1.2019-31.12.2020 και 1.1.2021-31.12.2022 αντίστοιχα.

Στις συμβάσεις αυτές μνημονεύονται και πάλι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου που προηγήθηκαν της κατάρτισής τους, επαναλαμβάνεται όπως και στις προηγηθείσες δύο τελευταίες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνίες 17-2-2009 και 1-2-2010, ότι ο ενάγων προσλαμβάνεται ως τεχνικός διευθυντής μαραθωνίου και ότι τα ειδικότερα καθήκοντα και υποχρεώσεις του καθορίζονται από τις αποφάσεις, τις οδηγίες και τις κατευθύνσεις του διοικητικού συμβουλίου και της οργανωτικής επιτροπής μαραθωνίου.

Στις 15-9-2021, το εναγόμενο προέβη στην καταγγελία της τελευταίας παραπάνω σύμβασης του ενάγοντος, πριν τη λήξη της αναφερόμενης συμβατικής διάρκειάς της. Περαιτέρω όλες οι παραπάνω συμβάσεις έργου κατ επίφαση χαρακτηρίστηκαν ως τέτοιες από τα συμβαλλόμενα μέρη, ενώ δεν επρόκειτο για συμβάσεις έργου (ούτε για συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών) αλλά για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας που συνήφθησαν απλώς σε συνέχεια των μέχρι τότε (1-12-2010) συμβάσεων εργασίας του ενάγοντος, χαρακτηρίστηκαν δε ως συμβάσεις έργου για μόνο το λόγο ότι ο ενάγων όπως προεκτέθηκε, συνταξιοδοτήθηκε έκτοτε από το Δημόσιο.

Κατ αρχάς σε όλες τις φερόμενες συμβάσεις έργου επαναλαμβάνεται, όσον αφορά το αντικείμενο απασχόλησης του ενάγοντος, η διατύπωση των τελευταίων δύο συμβάσεων εργασίας του ίδιου (με ημερομηνίες 17-2-2009 και 1-2-2010), δηλαδή ότι ο ενάγων προσλαμβάνεται ως τεχνικός διευθυντής μαραθωνίου (στις δύο πρώτες συμβάσεις έργου) ή ως συντονιστής τεχνικός διευθυντής μαραθωνίου-ημιμαραθωνίου (στις λοιπές συμβάσεις έργου) και ότι τα ειδικότερα καθήκοντα και υποχρεώσεις του καθορίζονται από τις αποφάσεις, τις οδηγίες και τις κατευθύνσεις του διοικητικού συμβουλίου και της οργανωτικής επιτροπής μαραθωνίου.

Αλλά και αυτό ακόμα το αναφερόμενο ως αντικείμενο απασχόλησης του ενάγοντος δεν αντιστοιχούσε σε συγκεκριμένο έργο αλλά εξαντλείτο στην πρόβλεψη της θέσης εργασίας του ενάγοντος και στη μνεία της άσκησης του εργοδοτικού δικαιώματος του εναγομένου ως προς τον καθορισμό των καθηκόντων της εν λόγω θέσης.

Μολονότι εξάλλου ο ενάγων δεν είχε στην ιεραρχία του εναγομένου άλλον υπάλληλο πάνω από αυτόν, υπόκειτο ωστόσο στις εντολές και τις οδηγίες των διοικητικών οργάνων του εναγομένου ως προς την παροχή της εργασίας του. Τα παραπάνω ενισχύονται και από στοιχεία του υπολοίπου περιεχομένου των συμβάσεων αυτών, που σαφώς προσιδιάζουν, έστω και αν από μόνα τους δεν είναι καθοριστικά, σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δηλαδή την πρόβλεψη της καταβολής της αμοιβής του ενάγοντα σε έξι ισόποσες δόσεις (στις δύο πρώτες συμβάσεις έργου) και έπειτα σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις αντίστοιχες προς τη διάρκεια των συμβάσεων (στις υπόλοιπες συμβάσεις έργου), δηλαδή σαν να πρόκειται για μισθό, επίσης τον ορισμό ως τόπο εκτέλεσης του έργου των γραφείων του εναγομένου (σε όλες τις συμβάσεις) αλλά και τη μνεία (στις τέσσερις τελευταίες συμβάσεις) περί υποχρεωτικού ωραρίου απασχόλησης του ενάγοντος (φερόμενο σε οκτώ ώρες την εβδομάδα στις τέσσερις τελευταίες συμβάσεις) και περί απαγόρευσης ανάληψης άλλου έργου ή εργασιακής σχέσης χωρίς τη γραπτή συναίνεση του εναγομένου.

Ο ενάγων από την πρόσληψή του στις 1-10-2004, απασχολείτο χωρίς διακοπή στο εναγόμενο, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού (και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες), ως τεχνικός διευθυντής αγώνων μαραθωνίου και ημιμαραθωνίου, ανεξάρτητα αν στις συμβάσεις που υπέγραφε προβλέπονταν χρονικά διαστήματα διάρκειας αυτών και τα εν λόγω χρονικά διαστήματα εμφάνιζαν μεταξύ τους σε κάποιες περιπτώσεις χρονικά κενά, οφειλόμενα στο ότι μεσολαβούσαν αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου πριν τη σύναψη των συμβάσεων.

Ωστόσο ο ενάγων για την παροχή της εξαρτημένης εργασίας του στο εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα πριν τις 1-12-2010, ήτοι πριν τη συνταξιοδότησή του από το Δημόσιο- δεδομένου ότι μέχρι τότε είχε και την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου και ειδικότερα, όπως έχει ήδη εκτεθεί, του καθηγητή φυσικής αγωγής στη δημόσια εκπαίδευση-έπρεπε να λάβει την αντίστοιχη διοικητική άδεια, κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1,2 του ν. 3528/2007 ("Κύρωση Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ", όμοια και η διάταξη του προϊσχύσαντος ν. 2683/1999).

Τούτο δεν συνέβη και η έλλειψη της άδειας αυτής καθιστά άκυρη την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του για το χρονικό διάστημα πριν τη 1-12-2010 (ΑΠ 663/2013), ανεξάρτητα αν το εναγόμενο είχε ή όχι ζητήσει από τον ενάγοντα πριν την απασχόλησή του, να του προσκομίσει αυτός τέτοια άδεια. Σημειώνεται ότι αντίστοιχη ακυρότητα δεν προβλέπεται για την εργασία των συνταξιούχων του Δημοσίου όπως η εργασία του ενάγοντος στο εναγόμενο από 1-2-2010, οι οποίοι δικαιούνται να εργάζονται λαμβάνοντας μειωμένη σύνταξη (ή και πλήρη σύνταξη σε κάποιες περιπτώσεις) και σε περίπτωση που δεν δηλώσουν την εργασία τους στον φορέα της κύριας ασφάλισής τους, τούτο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας τους αλλά τον καταλογισμό χρηματικού ποσού (άρθρο20 ν. 4387/2016).

Επομένως το αγωγικό αίτημα να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με το εναγόμενο, είναι βάσιμο για το χρονικό διάστημα από 1-12-2010 και απορριπτέο ως αβάσιμο για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, αφού η άκυρη σύμβαση εργασίας θεωρείται ως μη γενομένη (άρθρο 180 ΑΚ) διαφορετικό δε είναι το ζήτημα ότι πριν τις 1-12-2010 υπήρξε απλή σχέση εργασίας του εναγομένου με τον ενάγοντα.

Περαιτέρω, το παραπάνω συμπέρασμα, περί μιας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του εναγομένου (εργοδότη) και του ενάγοντος (εργαζομένου), ουδόλως αναιρείται από τον νομικό χαρακτήρα των συμβατικών σχέσεων που κατά περίπτωση είχε συνάψει ο ενάγων με άλλα νομικά πρόσωπα, ήτοι με διάφορα αθλητικά σωματεία για την παροχή των υπηρεσιών του προς αυτά στο πλαίσιο διοργάνωσης συγκεκριμένων μαραθωνίων (όπως με το αθλητικό σωματείο "ΜΕΑΣ ΤΡΙΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" για το οποίο γίνεται λόγος παραπάνω υπό στοιχείο IV.)" .

Κατόπιν το Εφετείο δέχτηκε ότι η από 15-9-2021 καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι άκυρη λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης και λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής. Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο δέχθηκε ότι η έννομη σχέση που συνδέει τον αναιρεσίβλητο με το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ενώ οι συμβάσεις έργου κατ επίφαση χαρακτηρίστηκαν ως τέτοιες και στη συνέχεια, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως, δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις των διαδίκων και απέρριψε αυτές ως κατ ουσίαν αβάσιμες .

Οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, είναι ανεπαρκείς και ασαφείς, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έννομης σχέσης που συνέδεε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΙΔ, το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-12-2010 έως 31-12-2022 (καθόσον οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήφθησαν από το 2004 έως το 2010 κρίθηκαν άκυρες, λόγω μη λήψης της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας από δημόσιο υπάλληλο για την απασχόλησή του στον ιδιωτικό τομέα), που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 648, 652, 691, 694 ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, στερώντας την έτσι από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: 1) ενώ δέχεται ότι, κατά τους αναγεγραμμένους όρους των συμβάσεων που συνήψαν οι διάδικοι, ο αναιρεσίβλητος ασκούσε καθήκοντα τεχνικού διευθυντή μαραθωνίου και ημιμαραθωνίου ή συντονιστή τεχνικού διευθυντή, δεν παραθέτει το αντικείμενο των καθηκόντων του με το οποίο ασχολείτο αυτός και τις ειδικότερες συνθήκες και περιστάσεις των παρεχομένων από τον αναιρεσίβλητο υπηρεσιών, προκειμένου να κριθεί αν το αντικείμενο εργασίας του αναιρεσιβλήτου ανήκε στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του αναιρεσείοντος ή αν αποτελούσε διαφορετικό αντικείμενο, το οποίο ήταν συγκεκριμένο και επρόκειτο να ολοκληρωθεί σε καθορισμένο χρονικό διάστημα, ενόψει και της επαναλαμβανόμενης κατ έτος διοργάνωσης μαραθωνίου και ημιμαραθωνίου, 2) ενώ δέχεται ότι τα ειδικότερα καθήκοντα και υποχρεώσεις του αναιρεσίβλητου καθορίζονται από τις αποφάσεις, τις οδηγίες και κατευθύνσεις του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος και της οργανωτικής επιτροπής μαραθωνίου και ότι ο αναιρεσίβλητος υπόκειτο στον έλεγχο και την εποπτεία του αναιρεσείοντος, παρέχοντας την εργασία του επί οκτάωρο εβδομαδιαίως (σύμφωνα με τις τέσσερις τελευταίες συμβάσεις) στις εγκαταστάσεις του αναιρεσείοντος, δεν αναφέρει με σαφήνεια και επάρκεια πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το διατυπούμενο ανωτέρω αποδεικτικό της πόρισμα, προκειμένου να κριθεί εάν η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση είχε όλα τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Συγκεκριμένα δεν αναφέρει αν οι συμβαλλόμενοι απέβλεπαν στην από τον αναιρεσίβλητο παρεχόμενη εργασία καθεαυτή, έναντι καταβολής μισθού ανάλογου με τον χρόνο απασχόλησής του, δεδομένου ότι η διάρκεια της απασχόλησης των οκτώ (8) ωρών την εβδομάδα, χωρίς μάλιστα αναφορά για το αν τηρούσε συγκεκριμένο υποχρεωτικό ωράριο απασχόλησης ανά ημέρα, δεν προσιδιάζει με σύμβαση παροχής εξηρτημένης εργασίας, δεν αναφέρει αν ο αναιρεσίβλητος είχε ενταχθεί στην οργανωτική δομή τμήματος ή υπηρεσίας του αναιρεσείοντος, ούτε αν δικαιούνταν ή έλαβε ετήσια άδεια αναψυχής και αν ήταν ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό φορέα.

Περαιτέρω, δεν περιέχει παραδοχές για το εάν οι, πέραν των γενικά παραδεδεγμένων κανόνων διοργάνωσης μαραθωνίου και ημιμαραθωνίου αγώνα, εντολές και οδηγίες του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος και της οργανωτικής επιτροπής μαραθωνίου, στις οποίες δέχεται ότι υπόκειτο ο αναιρεσίβλητος, ήταν δεσμευτικές γι αυτόν κατά την εκτέλεση της εργασίας που του είχε ανατεθεί, έχοντας υποχρέωση να συμμορφώνεται σ'αυτές, και 3) ενώ δέχεται ότι, στις συναφθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις, υπήρχε ρητός όρος περί απαγόρευσης ανάληψης από τον ενάγοντα (αναιρεσβλήτο) άλλου έργου ή εργασιακής σχέσης χωρίς τη γραπτή συναίνεση του εναγομένου (αναιρεσείοντος), δέχεται στη συνέχεια ότι ο ενάγων (αμαιρεσίβλητος), κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (2010-2021), τελικά είχε συνάψει με άλλα αθλητικά σωματεία συμβάσεις και παρείχε βάσει αυτών τις υπηρεσίες του στο πλαίσιο διοργάνωσης συγκεκριμένων μαραθωνίων, παραλείποντας να αναφέρει εάν είχε τη γραπτή προς τούτο συναίνεση του αναιρεσείοντος, προκειμένου να κριθεί η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και της εξάρτησης του αναιρεσίβλητου από το αναιρεσείον που δικαιολογεί την ιδιαίτερη προστασία του πρώτου από το εργατικό δίκαιο.

Επομένως, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτουν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία εξήχθη το αποδεικτικό της πόρισμα ότι η έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652, 681 και 694 του ΑΚ και του άρθρου 6 α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324.1946, που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ως προς τη φύση της μεταξύ των διαδίκων έννομης σχέσης (ως σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ή σύμβασης έργου ή σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών), είναι βάσιμος.

Συνακόλουθα, κατά παραδοχή του ως άνω δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου, καθώς και του δεύτερου λόγου, του τρίτου λόγου, του τέταρτου λόγου και του πέμπτου λόγου αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Επομένως πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του στα έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 181 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ αρ. 4710/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ