Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding excessive court costs and vague legal citations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision on procedural grounds. The appellants argued that the court costs imposed were excessive and violated specific civil code articles, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the amount of court costs is a matter of judicial discretion not subject to appellate review and that the cited legal provisions were too vague to constitute a valid ground for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 178 §1 and 179 of the Code of Civil Procedure; The amount of court costs imposed is a matter of judicial discretion regarding the interpretation of legal rules and is not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1950 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1950/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Τ. του Θ., κατοίκου Εργατικών Κατοικιών Νεοχωρόπουλου Ιωαννίνων και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Ρ. του Π., κατοίκου Ιωαννίνων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βουκελάτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2017 εν μέρει οριστική και 220/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 213/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-7-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 03-07-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 213/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία συνεκδικάστηκαν η από 28-06-2018 έφεση των εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων, και η από 03-09-2018 έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η πρώτη έφεση, έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η δεύτερη έφεση κατά των υπ' αριθμ. 220/2018 οριστικής και 186/2017 εν μέρει οριστικής αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, εξαφανίσθηκαν οι πρωτόδικες αποφάσεις, διακρατήθηκε και έγινε εν μέρει δεκτή η από 27-01-2015 αγωγή του ενάγοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αποδοχή της απόφασης, πριν από την άσκηση κάποιου ένδικου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησής του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ένδικου μέσου, και μπορεί να γίνει είτε ρητά, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 ΚΠολΔ και, συγκεκριμένα, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρά, με δηλώσεις ή πράξεις, από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο σκοπός για την αποδοχή της απόφασης (ΟλΑΠ 15/2008, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 914/2015, ΑΠ 51/2015).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, λόγω αποδοχής της απόφασης, που δεν έγινε με τον τύπο του άρθρου 297 ΚΠολΔ, μπορεί να προταθεί από τον αναιρεσίβλητο, μόνο με τις έγγραφες προτάσεις του, που καταθέτει είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο (ΑΠ 394/2021, ΑΠ 1253/2017, ΑΠ 413/2017, ΑΠ 175/2011).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένσταση του αναιρεσίβλητου περί απαραδέκτου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης λόγω σιωπηρής αποδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης, με την ολοσχερή εξόφληση των καταψηφιστικώς και αναγνωριστικώς επιδικασθέντων με αυτή ποσών, κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, από τους αναιρεσείοντες πριν από την άσκησή της είναι απαράδεκτη, διότι προβάλλεται με τις προτάσεις, που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του Αρείου Πάγου μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, ήτοι στις 25-05-2022, και όχι είκοσι (20) ημέρες πριν από αυτή, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.
Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 839/2020, ΑΠ 942/2017, ΑΠ 705/2016). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 848/2015), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 890/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 49/2019).
Άλλωστε, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1051/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).
Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 816/2021, ΑΠ 320/2021, ΑΠ 685/2020, 367/2015).
Το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα σχετικά με την υπαιτιότητα του εναγομένου στο ένδικο τροχαίο ατύχημα: "Την 19-03-2013 και περί ώρα 08.10' πμ ο πρώτος εναγόμενος Μιχαήλ Τζιουμάκας, οδηγώντας το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ΙΝΙ-1055 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία υπό την επωνυμία ...
εκινείτο επί της οδού Καραολή Δημητρίου, συνολικού πλάτους 8 μέτρων, μονής κατευθύνσεως, με κατεύθυνση την οδό Χρήστου Σούλη, ενώ την ίδια ημέρα και ώρα ο ενάγων Κ. Ρ. οδηγώντας την υπό στοιχεία κυκλοφορίας ΜΥΡ-0372 δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του, εκινείτο επί της κεντρικής οδού Σουλίου της πόλεως των Ιωαννίνων, συνολικού πλάτους 10 μέτρων, διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, με κατεύθυνση την πλατεία Πάργης.
Επί της διασταυρώσεως των οδών αυτών επισυνέβη τροχαίο ατύχημα, το οποίο οφείλεται στην υπαιτιότητα του εναγομένου, o οποίος δεν κατέβαλε την κατά αντικειμενική κρίση απαιτουμένη προσοχή την οποίαν οφείλει να καταβάλει έκαστος μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός υπό τις αυτές συνθήκες (...). Ειδικότερα επί της οδού Καραολή Δημητρίου υφίσταται σήμανση STOP (Ρ2), η οποία επιτάσσει την παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα, κινούμενα επί της κεντρικής οδού Σουλίου.
Όταν ο εναγόμενος προσέγγισε τον υφιστάμενο οδικό κόμβο, προτιθέμενος να κατευθυνθεί απέναντι προς την οδό Χρήστου Σούλη, αγνόησε παντελώς την υφισταμένη πινακίδα STOP και διέσχισε ανελέγκτως την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της κεντρικής οδού Σουλίου, με αποτέλεσμα να εμβολίσει με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος την δίκυκλη μοτοσυκλέτα, παρά την απέλπιδα προσπάθεια του ενάγοντος να αποφύγει το ατύχημα με ελιγμό προς τα αριστερά, ο οποίος (ενάγων) κατέπεσε επί του οδοστρώματος σε απόσταση δύο (2) περίπου μέτρων από το σημείο συγκρούσεως.
Η υπαιτιότητα του εναγομένου είναι προφανέστατη, όπως προκύπτει από όλα τα αποδεικτικά μέσα και ιδιαιτέρως από την με ημερομηνία 24-10-2013 ένορκη προανακριτική κατάθεση της αυτόπτου μάρτυρος Η. Τ., σύμφωνα με την οποία " Είμαι ιδιοκτήτρια καταστήματος στην δ/ση των οδών Καραολή Δημητρίου και Σουλίου. Την 19-3-13...ενώ βρισκόμουνα εντός του καταστήματός μου βλέποντας το δρόμο καθ'όσον το κατάστημά μου έχει γύρω-γύρω τζαμαρία, είδα ένα (1) Ε.Ι.Χ αυτ/το στην οδό Καραολή Δημητρίου να εισέρχεται σιγά-σιγά στην οδό Σουλίου και ενώ όλα τα αυτ/τα είχαν σταματήσει και από τα δύο (2) ρεύματα της Σουλίου αυτός ξεκίνησε απότομα για να περάσει απέναντι και εκείνη την στιγμή συγκρούστηκε με (1) μηχανάκι το οποίο ερχόταν από Πλ.
Ομήρου και κινούνταν παράλληλα με τα σταματημένα αυτ/τα....". Η εκ μέρους του εναγομένου υπαιτιότητα (άρθρ. 4 παρ. 3 και 26 παρ. 1 και 4 του Κ.Ο.Κ) δεν αίρεται από το συνομολογημένο γεγονός ότι άγνωστος οδηγός από τα ακινητοποιημένα επί της Σουλίου οχήματα με νεύμα παρεχώρησε προτεραιότητα στον εναγόμενο.
Συνεπώς έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε τον ενάγοντα συνυπαίτιο και μάλιστα κατά ποσοστό 70%, δεκτού καθισταμένου ως βασίμου του σχετικού λόγου εφέσεως". Με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, με την κρίση του το Εφετείο, ότι η εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος παράνομη και υπαίτια παραβίαση της πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP), που υπήρχε στην πορεία του, υπήρξε αιτιωδώς η μόνη αιτία του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και ότι δεν συνέτρεξε οποιαδήποτε υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου σ' αυτό (ατύχημα), ο οποίος εκινείτο κανονικά επί της οδού Σουλίου και ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση, δεν παραβίασε, ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ούτε εκ πλαγίου, τις νομικές διατάξεις που παρατίθενται στην αρχή της παρούσας σκέψης, όσον αφορά στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, που προκάλεσε το επίδικο τροχαίο ατύχημα, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και ευσύνοπτες αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του.
Ενόψει δε των ανωτέρω παραδοχών του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος υπήρξε αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, καθόσον α) έβαινε με υπερβολική ταχύτητα, β) ενήργησε προσπέραση σταματημένου αυτοκινήτου πριν από τη διασταύρωση, γ) εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Σουλίου και παρεμβλήθηκε στην πορεία του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων και ήδη αναιρεσείων, χωρίς να τροχοπεδήσει ή διενεργήσει αποφευκτικό της σύγκρουσης ελιγμό και δ) δεν κατείχε την προσήκουσα κατά νόμο άδεια οδήγησης μοτοσικλέτας, (οι αιτιάσεις αυτές) πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Ομοίως, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι το Εφετείο αναιτιολόγητα δέχθηκε, ότι ο πρώτος αναιρεσείων αγνόησε παντελώς την υφισταμένη πινακίδα STOP και διέσχισε ανελέγκτως τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της κεντρικής οδού Σουλίου, με αποτέλεσμα να εμβολίσει με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματός του τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του αναιρεσίβλητου, διότι δεν έλαβε υπόψη την αντίθετη ένορκη μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα Σ.
Τ., είναι απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Επίσης, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το Εφετείο εσφαλμένως κατά νόμο δέχεται, ότι η δήθεν εκ μέρους του πρώτου εναγομένου υπαιτιότητα δεν αίρεται από το συνομολογημένο γεγονός, ότι άγνωστος οδηγός από τα ακινητοποιημένα επί της οδού Σουλίου οχήματα με νεύμα παραχώρησε προτεραιότητα σ' αυτόν (πρώτο εναγόμενο).
Η αιτίαση αυτή είναι μη νόμιμη, διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3 και 26 παρ. 1 και 4 του ΚΟΚ, ο οδηγός, που βρίσκεται ενώπιον ρυθμιστικής πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας και υποχρεωτικής παραχώρησης προτεραιότητας (STOP) πριν από την είσοδο σε κόμβο, όπως στην ένδικη περίπτωση, ανεξάρτητα από νεύμα άλλου οδηγού για την παραχώρηση σ' αυτόν προτεραιότητας, οφείλει να συνεχίσει να ελέγχει τις κυκλοφοριακές συνθήκες της οδού προτεραιότητας και να μην παραβιάσει την πινακίδα STOP, εάν δεν έχει καταστεί προηγουμένως απολύτως βέβαιος, ότι μπορεί να εισέλθει στην οδό αυτή με ασφάλεια.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο τους, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή δεν προκύπτει αδιστάκτως, όπως υποστηρίζουν, ότι έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Σ. Τ. και τις από 21-11-2013 έγγραφες εξηγήσεις του πρώτου αναιρεσείοντος.
Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι από τη ρητή αναφορά στην απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ άλλων, οι καταθέσεις "των ενόρκως εξετασθέντων επ' ακροατηρίου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως", καθώς και όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται βέβαιο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τόσο την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Σ.
Τ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχεται στα υπ' αριθμ. 186/2017 πρακτικά αυτού, όσο και τις από 21-11-2013 έγγραφες εξηγήσεις του πρώτου αναιρεσείοντος. Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο πρώτος λόγος αναίρεσης. Μετά από αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ζητείται, μετά την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης ως βάσιμου, η αναίρεση όλων των επιδικασθέντων κονδυλίων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ. αν εκείνος που ζημιώθηκε, συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία ή στην έκτασή της, το δικαστήριο, μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για να μην επιδικαστεί από το δικαστήριο αποζημίωση στον ζημιωθέντα ή για να μειωθεί το ποσό της απαιτείται συντρέχον πταίσμα του και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος (υπαίτιας πράξης ή παράλειψης) και του επελθόντος αποτελέσματος.
Αν δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αυτός αιτιώδης σύνδεσμος, διατηρείται πλήρης η αξίωση αποζημίωσης του ζημιωθέντος. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 6 εδ. α' του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) "οι οδηγοί και οι επιβάτες μοτοποδηλάτων, μοτοσυκλετών και τρίτροχων οχημάτων χωρίς κουβούκλιο υποχρεούνται να φορούν προστατευτικό κράνος".
Η παράλειψη χρήσης προστατευτικού κράνους από πρόσωπο, που υποχρεούται προς τούτο από το νόμο, αξιολογείται ως συντρέχουσα αμέλεια του προσώπου αυτού, κατά την έννοια της προεκτεθείσας διάταξης του άρθρου 300 του Α.Κ., εφόσον η παράλειψη αυτή, ως εκ του είδους των σωματικών κακώσεων, συνδέεται αιτιωδώς με αυτές.
Αν το ίδιο αποτέλεσμα θα επερχόταν και με τη χρήση προστατευτικού κράνους ή αν πέραν των σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν στην κεφαλή του παθόντος δικυκλιστή προκλήθηκαν σωματικές βλάβες και σε άλλα μέρη του σώματός του, τότε για τις σωματικές βλάβες (εκτός εκείνων της κεφαλής) δεν συντρέχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και δεν καταλογίζεται συντρέχουσα αμέλεια για τις βλάβες αυτές στο παραλείψαν να προβεί σε χρήση κράνους πρόσωπο (ΑΠ 847/2018, ΑΠ 1741/2011).
Στην περίπτωση του συντρέχοντος πταίσματος, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση, όμως για τον καθορισμό του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 30/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα σχετικά με το συντρέχον πταίσμα του εναγομένου λόγω παράλειψης χρήσης προστατευτικού κράνους: "Ο ενάγων κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν έφερε κράνος κατά παράβαση του άρθρ. 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ. συνετέλεσε δε στην έκταση της σωματικής βλάβης και συγκεκριμένα στα θλαστικά τραύματα άνω και κάτω χείλους, θλαστικό τραύμα σιαγόνος και κατάγματα άνω κοπτήρων οδόντων.
Το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος, το οποίο ανέρχεται σε ποσοστό 5% πρέπει να ληφθεί υπ ' όψιν μόνον για τις δαπάνες του ενάγοντος επί της συγκεκριμένης σωματικής βλάβης (...). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι το συντρέχον πταίσμα (έλλειψη κράνους) ανέρχεται σε 5%, δεν έσφαλε και ως εκ τούτου ο λόγος εφέσεως ότι το συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος ανέρχεται σε ποσοστό 50% πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα ο ενάγων διεκομίσθη με ασθενοφόρο στο Π.Γ.Ν. Ιωαννίνων και υπεβλήθη σε ακτινολογικό έλεγχο, εν συνεχεία δε διεκομίσθη στην ορθοπαιδική κλινική, όπου διεγνώσθη ότι υπέστη ατελή ΜΗ ΒΙΩΣΙΜΟ ακρωτηριασμό κάτω τριτημορίου ΔΕ κνήμης, λόγος για τον οποίο εκρίθη απαραίτητη με την διαδικασία του επείγοντος η επαναγγείωση του άκρου ποδός, με παρεμβολή φλεβικών μοσχευμάτων στην οπίσθια κνημιαία αρτηρία και η οστεοσύνθεση του κατάγματος με εξωτερική οστεοσύνθεση.
Επίσης μετά από ωτορινολαρυγγολογική εκτίμηση διεγνώσθησαν θλαστικά τραύματα άνω και κάτω χείλους, θλαστικό τραύμα σιαγόνας και κάταγμα άνω κοπτήρων οδόντων και συνεστήθη συρραφή των τραυμάτων. Ακολούθως υπεβλήθη, υπό ολική αναισθησία, σε τετράωρη χειρουργική επέμβαση, κατά την οποία έγινε διερεύνηση του τραύματος και διεγνώσθη ρήξη οπισθίας αρτηρίας με έλλειμμα μήκους καθώς και του κνημιαίου νεύρου.
Έγινε ανάταξη και σταθεροποίηση του κατάγματος με σύστημα ex-fix Monotube της styker στην κνήμη και KW στην περόνη, ενώ από το αντίστοιχο κάτω άκρο ελήφθη φλεβικό μόσχευμα από την μείζονα σαφήνη και εκτελέσθηκε συρραφή αρτηρίας. Κατά την νοσηλεία στην ορθοπαιδική κλινική διεγνώσθη φαρμακευτικό εξάνθημα και λευκοπενία, λόγος για τον οποίο συνεστήθη αιματολογική εκτίμηση και νέες βιοχημικές εξετάσεις.
Την 16-04-2013 υπεβλήθη σε νέα χειρουργική επέμβαση κάλυψης με μόσχευμα Split Thickness. Την 20-04-2013 παρουσίασε κηλιδοβλατιτώδες εξάρθημα κορμού και άκρων με συνοδό κνησμό έντονο κατά περιοχές και εμφάνισε περιοχή οιδηματώδους ερυθρήματος στο ΔΕ μηρό, βλάβη κνιδωτικού τύπου από νέα φαρμακευτική αντίδραση, λόγος για τον οποίο υπεβλήθη σε φαρμακευτικές αγωγές.
Την 17-05-2013 υπεβλήθη σε νέα χειρουργική επέμβαση καθαρισμού έλκους ΔΕ πτέρνας και έγινε πλαστική περίδεση. Την 3-06-2013 και εν συνεχεία την 18-06-2013 υπεβλήθη, υπό ολική αναισθησία, σε νέες χειρουργικές επεμβάσεις. Τελικώς την 23-07-2013 μετά από τετράμηνη νοσηλεία στο ΠΓΝ Ιωαννίνων εξήλθε με διάγνωση ατελής μη βιώσιμος ακρωτηριασμός ΔΕ κάτω άκρου και εκτεταμένη νέκρωση της πτέρνας".
Οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησής τους ισχυρίζονται, ότι το Εφετείο δεχόμενο, ότι το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσίβλητου για τον τραυματισμό του κατά το τροχαίο ατύχημα λόγω μη χρήσης προστατευτικού κράνους ανέρχεται σε 5% και με βάση αυτό καθόρισε τα επιδικαζόμενα σ' αυτόν χρηματικά ποσά και όχι σε 50%, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.
Σύμφωνα όμως με τα προεκτιθέμενα, ο λόγος αυτός αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν τον τρόπο πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με το ποσοστό του συντρέχοντος πταίσματος. Σε κάθε περίπτωση, είναι και αβάσιμος, διότι η βλάβη, που υπέστη από τον τραυματισμό του στο κεφάλι, περιοριζόμενη μόνο σε κατάγματα άνω κοπτήρων οδόντων, ήταν ελάχιστης βαρύτητας σε σχέση με τις λοιπές βλάβες του (μη βιώσιμο ακρωτηριασμό ΔΕ κάτω άκρου και εκτεταμένη νέκρωση της πτέρνας), για την επέλευση των οποίων δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια η μη χρήση προστατευτικού κράνους.
Από το συνδυασμό των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αοριστία της αγωγής ερευνάται από το δικαστήριο της ουσίας αυτεπαγγέλτως, γιατί ανάγεται στην προδικασία και συνεπώς δεν απαιτείται για την έρευνα αυτής ισχυρισμός του εναγομένου και αίτημα αυτού για απόρριψη της αγωγής λόγω αοριστίας (ΑΠ 529/2017, ΑΠ 1138/2014).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία (ΑΠ 970/2020, ΑΠ 860/2020, ΑΠ 1241/2019).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 261/2021, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 836/2017).
Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 847/2015, ΑΠ 619/2014, ΑΠ 944/2013).
Περαιτέρω, από το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος.
Επομένως, εφόσον ασκηθεί αναίρεση κατ' απόφασης, που έκρινε την αγωγή ως ορισμένη, ενώ αυτή ήταν αόριστη, πρέπει ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου, να διαλαμβάνει ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής και να προσδιορίζονται οι αοριστίες αυτής (ΑΠ 1274/2009, ΑΠ 428/2008, ΑΠ 202/2004).
Οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου και όχι από τους αριθμούς 1 και 19) παραπονείται, ότι εσφαλμένα απέρριψε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ένσταση αοριστίας των κονδυλίων της αγωγής, που πρότειναν με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους.
Οι αιτιάσεις τους είναι προεχόντως απαράδεκτες, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αγωγής σχετικά με τα κονδύλια, έτσι ώστε να κριθεί, αν τα περιγραφόμενα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο τις ασκηθείσες αξιώσεις του αναιρεσίβλητου, ενώ ειδικά ως προς το κονδύλιο για την αποζημίωση του άρθρου 931 του ΑΚ δεν γίνεται επίκληση καμιάς συγκεκριμένης έλλειψης.
Επιπλέον είναι και αβάσιμες ως προς τις ακόλουθες αξιώσεις, καθόσον για το ορισμένο α) του κονδυλίου της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δεν απαιτείται ο ενάγων να επικαλείται στην αγωγή του την ήδη ή μέλλουσα πραγματοποίηση ταξιδίων αναψυχής προς απάμβλυνση του πόνου του και το κόστος αυτών, β) του κονδυλίου της απώλειας εισοδήματος, δεν απαιτείται να αναφέρεται η νομική μορφή της οικογενειακής επιχείρησης, στην οποία απασχολείτο πριν από το ατύχημα και αν ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, γ) του κονδυλίου της πλασματικής δαπάνης για αποκλειστική νοσοκόμα, δεν απαιτείται να αναφέρεται, αν η πρόσληψή της συστήθηκε από γιατρούς και από ποιους και για πόσο χρονικό διάστημα, δ) των κονδυλίων της δαπάνης για την αγορά ποδοκνημικού νάρθηκα, δαπάνης φυσικοθεραπειών και αγοράς οινοπνεύματος, ελαστικών επιδέσμων και γαζών, δεν απαιτείται η διευκρίνιση στην αγωγή, αν και ποιο ποσό κατέβαλε γι' αυτές τις δαπάνες ο ασφαλιστικός του φορέας, ο ΟΑΕΕ, ε) του κονδυλίου δαπάνης για την αποκατάσταση της δίκυκλης μοστοσικλέτας, δεν απαιτείται η αναφορά στη αγωγή της παλαιότητας της μηχανής, των διανυθέντων χιλιομέτρων μέχρι την ημέρα του ατυχήματος και της αξίας της.
Ειδικά δε, στις υπό στοιχ. β, δ και ε περιπτώσεις, η συνδρομή ή μη των επικαλούμενων περιστατικών συνιστά αντικείμενο απόδειξης. Κατά τα λοιπά, σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει, ότι το κονδύλιο της δαπάνης για βελτιωμένη διατροφή είναι επαρκώς ορισμένο, καθόσον ο ενάγων εκθέτει, ότι αναγκάσθηκε, κατόπιν συστάσεων των ιατρών, να δαπανά από την έξοδό του από το νοσοκομείο και επί 201 ημέρες (από 23-07-2013 έως 13-02-2014) για τη λήψη βελτιωμένης διατροφής επιπλέον 10€ ημερησίως, λαμβάνοντας τροφή, την οποία προσδιορίζει κατ' είδος (πλούσια σε κρέας, ψάρια, γαλακτοκομικά προϊόντα, φρούτα) και συστατικά (που περιέχουν βιταμίνες, πρωτεϊνες και υδατάνθρακες), διότι έπρεπε να λαμβάνει τροφή 3.500 θερμίδων περίπου, ήτοι 1.000 θερμίδες περισσότερο από εκείνες, που θα ελάμβανε (2.500), αν ήταν υγιής.
Ομοίως, το κονδύλιο δαπάνης για την αποκατάσταση της βλάβης στην οδοντοστοιχία του ενάγοντος είναι ορισμένο, διότι αναφέρεται στην αγωγή, ότι εξαιτίας του ένδικου τροχαίου ατυχήματος καταστράφηκε το εμπρόσθιο τμήμα αυτής, λόγος για τον οποίο ο ενάγων υποβλήθηκε σε θεραπεία ανασύστασης με ρητίνη και καρφίδα στον κεντρικό (220) τομέα και στους υπόλοιπους τομείς με ρητίνη ανασύστασης, τις οποίες πραγματοποίησε η αναφερόμενη χειρουργός οδοντίατρος, στην οποία κατέβαλε το ποσό των 250 ευρώ.
Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο τέταρτος λόγος αναίρεσης. Κατά το άρθρο 298 εδαφ. α' ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 929 εδαφ. α' ΑΚ, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που ήδη έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του.
Ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος, όπως είναι, εκτός των άλλων, η δαπάνη για την πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου είτε στην οικία του είτε στο νοσοκομείο και η δαπάνη για τη λήψη βελτιωμένης τροφής, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, που ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε και η οποία αποτελεί εκδήλωση της νομοθετικής βούλησης να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι κάποιος άλλος υποχρεούται από το νόμο ή από άλλο λόγο να αποζημιώσει ή να διατρέφει τον παθόντα, συνάγεται ότι στην περίπτωση που, εξαιτίας του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του τελευταίου, αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου-οικιακής βοηθού, για τη φροντίδα και την εξυπηρέτησή του, έργο το οποίο αναλαμβάνει, με εντατικοποίηση των δυνάμεων του, συγγενικό ή φιλικό του πρόσωπο, το οποίο, με τις προς τον παθόντα υπηρεσίες του, καλύπτει την πιο πάνω ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού ή αποκλειστικής νοσοκόμου, θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου.
Τέτοια συγγενικά πρόσωπα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, μπορεί να είναι και η σύζυγος, οι γονείς, τα πεθερικά ή άλλα ή άλλοι στενοί συγγενείς, αλλά και φιλικά πρόσωπα.
Συνεπώς, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις αναγκαίως αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες αυτών, προς αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο προς αποζημίωση, το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, που θα προσλάμβανε για το σκοπό αυτόν, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν κατέβαλε κανένα ποσό στους ως άνω οικείους του, οι οποίοι με υπερένταση των δυνάμεών τους και σε βάρος άλλων ενασχολήσεών τους, ασχολούνται με τη φροντίδα για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος συγγενούς ή φίλου τους (ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1622/2013).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, σε περίπτωση βλάβης της υγείας ή του σώματος εργαζομένου, ο οποίος κατέστη ανίκανος προς εργασία, η αποζημίωση αυτού περιλαμβάνει και το ποσό το οποίο θα στερείται στο μέλλον, συνεπεία του ότι αδυνατεί να ασκήσει την επαγγελματική δραστηριότητα, την οποία ασκούσε προηγουμένως και την οποία, με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, εάν δεν ελάμβανε χώρα ο τραυματισμός του (ΑΠ 874/2021, ΑΠ 206/2020, ΑΠ 1199/2017, ΑΠ 120/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με τις δαπάνες πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμας, λήψης βελτιωμένης διατροφής και απώλειας εισοδημάτων λόγω ανικανότητας για εργασία, έγιναν δεκτά τα εξής: "Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από την 19-03-2013 έως την 13-02-2014 ο ενάγων αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, με συνέπεια να δαπανήσει, λόγω των αυξημένων περιποιήσεων και φροντίδων εκ μέρους της μητέρας του Κων/νας Ρίνη και μάμμης του Βάιας Σταύρου, κατ' αναπλήρωση αποκλειστικής νοσοκόμου, το ποσόν των 9.900 ευρώ (330 ημέρες Χ 30 ευρώ την ημέρα) και όχι το ποσόν των 3.960 ευρώ, όπως εσφαλμένως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεκτού καθισταμένου του σχετικού λόγου εφέσεως ως βασίμου.
Επίσης κατά το χρονικό διάστημα από την 23-07-2013 έως την 13-12-2014 ο ενάγων εδαπάνησε για ιατρικώς επιβαλλομένη βελτιωμένη διατροφή το ποσόν των 1.206 ευρώ (201 ημέρες Χ 6 ευρώ την ημέρα). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε το κονδύλιο αυτό ως αβάσιμο, έσφαλε και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως. [...] O ενάγων, προ του σοβαροτάτου τραυματισμού του, εργαζόταν κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο έως Οκτώβριο ως σερβιτόρος στην οικογενειακή επιχείρηση (εστιατόριο - καφετέρια), την οποία διατηρεί ο πατέρας του Π.
Ρ. στην περιοχή Νικιάνα Λευκάδας (βλ. την από 24-12-1998 άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας) και απεκέρδαινε μηνιαίως το ποσόν των 1.000 ευρώ.
Συνεπώς απώλεσε λόγω της ανικανότητος προς εργασία επί επτά (7) μήνες, μετά βασίμου πιθανότητος και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (άρθρ. 298 του ΑΚ), το ποσόν των 7.000 ευρώ ( 7 μήνες Χ 1.000 ευρώ), ήτοι η συνολική υλική ζημία του ενάγοντος ανέρχεται σε 19.683 ευρώ (κατά στρογγυλοποίηση).
Συνεπώς ο σχετικός λόγος εφέσεως ότι το αιτούμενο κονδύλιο περί διαφυγόντος κέρδους είναι αόριστο και ότι ο ενάγων δεν εργαζόταν πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο σχετικά με τη δαπάνη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμας, λήψης βελτιωμένης διατροφής και διαφυγόντων εισοδημάτων λόγω ανικανότητας για εργασία, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 297, 298, 928, 929 και 930 παρ. 3 ΑΚ και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τους από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
πέμπτο, έκτο και έβδομο λόγους της αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Επίσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις ακόλουθες αιτιάσεις: 1) σχετικά με τη δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμας ότι α) ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε ανάγκη αποκλειστικής νοσοκόμας επί 11 μήνες, β) ότι μη νόμιμα επιδίκασε πλασματική δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμας για το τετράμηνο διάστημα νοσηλείας του στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, όπου παρέχονται και επαρκούν οι άρτιες εξειδικευμένες υπηρεσίες του νοσηλευτικού προσωπικού και γ) μη νόμιμα υπολόγισε κατά ημέρα την πλασματική αυτή δαπάνη, παρότι το χρονικό διάστημα της νοσηλείας κατ' οίκον υπερέβη το μήνα, και μη νόμιμα υπολόγισε τη σχετική δαπάνη προς 30 ευρώ ημερησίως, ενώ έπρεπε να την υπολογίσει προς 300 ευρώ μηνιαίως, 2) σε σχέση με τη δαπάνη βελτιωμένης διατροφής, ότι το Εφετείο έκρινε μεν ότι η δαπάνη αυτή ήταν ιατρικώς επιβεβλημένη, πλην όμως δεν αναφέρεται σε ουδεμία ιατρική γνωμάτευση, που να την καθιστά επιβεβλημένη και 3) σε σχέση με τα διαφυγόντα εισοδήματα λόγω ανικανότητας για εργασία, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν έως το ένδικο ατύχημα στην οικογενειακή επιχείρηση (ταβέρνα) του πατέρα του ούτε ότι λάμβανε την επιδικασθείσα αμοιβή.
Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του".
Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής επιστήμης αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.
Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει κατ' ανάγκην πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, κατά την ορθή ερμηνεία της ίδιας διάταξης, με αυτή προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν μπορεί να προσδιοριστεί, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
Συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ο προσδιορισμός του επιδικαζόμενου εύλογου κατά την κρίση του Δικαστηρίου χρηματικού ποσού της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής εναπόκειται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η περί αυτού κρίση του τελευταίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.
Επιβάλλεται όμως να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 187/2021, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 1430/2018).
Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη έγιναν δεκτά, σχετικά με τις κατά τα άρθρα 931 και 932 του ΑΚ αξιώσεις του αναιρεσίβλητου, τα ακόλουθα: "Πέραν των ανωτέρω υλικών ζημιών από το εκτεθέν ιατρικό ιστορικό προκύπτει σαφώς ότι ο ενάγων υπέστη μόνιμη αναπηρία (άρθρ. 931 του ΑΚ), η οποία θα προκαλέσει στο μέλλον βάσιμες δυσχέρειες στις επαγγελματικές και κοινωνικές υποχρεώσεις του, ιδίως λόγω του επαγγελματικού του προσανατολισμού.
Συνεπώς πρέπει να επιδικασθεί σε αυτόν ως εύλογη αποζημίωση το ποσόν των 25.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επεδίκασε υπέρ του ενάγοντος το αυτό ποσόν, δεν έσφαλε και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί αντίθετοι λόγοι εφέσεως. Πέραν τούτου ο ενάγων υπέστη ένεκα της τελεσθείσης αδικοπραξίας ηθική βλάβη, λόγω της οποίας η εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία πρέπει να επιδικασθεί σε αυτόν, λαμβάνοντας υπ' όψιν τις εν γένει συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, τον βαθμό αμελείας του υπαιτίου οδηγού, το ψυχικό άλγος και την ταλαιπωρία, την οποία υπέστη, την ηλικία του ενάγοντος κατά το χρόνο, μόλις δέκα εννέα (19) ετών, καθώς επίσης και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (πλην εννοείται της ασφαλιστικής εταιρείας), ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου σε 40.000 ευρώ.
Συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο επεδίκασε το ποσόν των 25.000 ευρώ, έσφαλε και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο για την κατ' άρθρο 931 του ΑΚ χρηματική παροχή και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα τα ποσά των 25.000 και των 40.000 ευρώ αντίστοιχα, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει καταφανώς εκείνα, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις αποζημίωσης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.
Σχετικά δε με τη μόνιμη αναπηρία του ο αναιρεσίβλητος, μετά από αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις και τετράμηνη νοσηλεία στο νοσοκομείο διαγνώσθηκε από το ΠΓΝ Ιωαννίνων, ότι υπέστη ατελή μη βιώσιμο ακρωτηριασμό ΔΕ κάτω άκρου και εκτεταμένη νέκρωση της πτέρνας, έτσι ώστε δεν ήταν απαραίτητη η διαπίστωση της αναπηρίας του από την Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕΠΑ (Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας), όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Συνακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 931 και 932 του ΑΚ και 25 του Συντάγματος, αλλά, με το σύνολο των προεκτιθέμενων παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και οι όγδοος και ένατος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Το άρθρο 346 του ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).
Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.
Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως.
Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι' αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.
ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ' εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας (ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 308/2017).
Με βάση αυτά, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ' εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1114//2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1059/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω παραδοχών του, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε τις εκκαλούμενες αποφάσεις, διακράτησε και δίκασε την από 27-01-2015 αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν, αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα το ποσό των 34.683 ευρώ, τους υποχρέωσε εις ολόκληρον να του καταβάλουν το ποσό των 50.000 ευρώ και μετά ταύτα επιδίκασε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να επιδικάσει τόκους επιδικίας κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάστασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτού, καθόσον δεν έκρινε, ότι υπάρχει εύλογη αντιδικία που να δικαιολογεί, κατά τη δυνητική ευχέρεια του δικαστηρίου, την εφαρμογή του άρθρου 346 εδάφ.
δ' και ε' του ΑΚ, απορρίπτοντας σιγή τους αντίθετους ισχυρισμούς των εναγομένων, ενώ ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, λόγο μη επιδίκασης τόκων επιδικίας, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση αυτών είναι το εύλογο της αντιδικίας.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο δέκατος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως αβάσιμος. Η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρ. 176 ΚΠολΔ, ενώ η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου κατά το άρθρ. 178 §1 ΚΠολΔ ή ο συμψηφισμός τους, εν όλω ή εν μέρει, κατά το άρθρ. 179 του ίδιου Κώδικα λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου, που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν ελέγχεται συνεπώς αναιρετικά (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), εφόσον στην απόφαση βεβαιώνεται, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων (ΑΠ 1195/2018, AΠ 192/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδεται με τον ενδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι η, με την προσβαλλόμενη απόφαση, επιβληθείσα σε βάρος των αναιρεσειόντων δικαστική δαπάνη ποσού 3.000 ευρώ ήταν υπερβολική, αν και υπήρχε δυσχέρεια στην ερμηνεία των εφαρμοσθεισών διατάξεων και έτσι παραβίασε τα άρθρα 179-181 του ΑΚ, ενώ ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε οποιοδήποτε έγγραφο στοιχείο, όπως απαιτεί ο Ν 3919/2011, από το οποίο να προκύπτει τυχόν συμφωνία αυτού με το δικηγόρο του για μεγαλύτερη δικαστική αμοιβή του σε σχέση με την τυπική δικαστική δαπάνη.
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, διότι δεν ελέγχεται αναιρετικά η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ότι δεν συμψήφισε μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη, την οποία καλώς επέβαλε σε βάρος των αναιρεσειόντων, ενώ κατά το μέρος που προβάλλεται παράβαση του Ν 3919/2011 κατά την επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζεται η παραβιασθείσα διάταξη του νόμου αυτού.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο σχετικός λόγος αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Το υποβληθέν με την αίτηση αναίρεσης αίτημα των αναιρεσειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, κατ' άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, και αφορά στην καταβολή από αυτούς στον αναιρεσίβλητο του επιδικασθέντος σε βάρος τους ποσού σε εκτέλεση της εφετειακής απόφασης, καθίσταται πλέον αβάσιμο, γιατί ένα τέτοιο αίτημα προϋποθέτει την αποδοχή της αίτησης και την αναίρεση της απόφασης που εκτελέσθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 03-07-2020 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 23/08-07-2020) για αναίρεση της 213/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καθώς και το υποβληθέν με αυτήν αίτημα των αναιρεσειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ