1950/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ι. Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1950/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές, η εν λόγω ειδική αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1950 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1950/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ι. Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Π. Καραγιάννη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Κ. Φ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εμφανίστηκε με τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της Αριστείδη Τσαβδαρίδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 259, 335/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Mε πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Κ. του Π., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της Νικόλαο Κυπριώτη.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2018 και με αριθμό 13/2018 αίτησή της αναιρέσεως, που ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς και στους από 3 Σεπτεμβρίου 2018 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 679/2018.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους ως αβάσιμοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη υπ' αριθμό έκθεσης 13 από 10-05-2018 αίτηση αναίρεσης της Κ. Φ. του Π. και Π., ..., που ασκήθηκε με δήλωση αυτής ενώπιον του Γραμματέα του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 259, 335/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 9 του Ν. 969/1979 στις 30-4-2018, καθώς και οι επ' αυτής με χρονολογία κατάθεσης 3-9-2018 πρόσθετοι λόγοι της τελευταίας για αναίρεση της ίδιας ως άνω καταδικαστικής απόφασης, έχουν κατατεθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 3, 474 παρ. 1 και 2 και 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ). Επομένως, έχουν ασκηθεί παραδεκτά και πρέπει, λόγω της υπάρχουσας συνάφειας, να συνεκδικαστούν περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των αναιρετικών λόγων που προβάλλονται με αυτά [αίτηση και πρόσθετους λόγους].
ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Στοιχεία του ως άνω εγκλήματος είναι α) η καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά είτε με τον τύπο του άρθρου 42 ΚΠοινΔ είτε με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής αναγγελίας, αν πρόκειται για αδίκημα που διώκεται αυτεπαγγέλτως ή για πειθαρχικό αδίκημα, β) η καταμήνυση να έγινε ενώπιον της αρχής, γ) η καταμήνυση πρέπει να αναφέρεται σε τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, δ) η καταμήνυση να είναι ψευδής και ε) δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθές και ότι αφορά αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό του ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, αδιαφόρως αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε.
Έτσι για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η με γνώση ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση).
Έτσι, για το αξιόποινο της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης, όπου απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, ήτοι η γνώση ορισμένου περιστατικού και ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές, η εν λόγω ειδική αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών.
Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επίσης, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς με το σκεπτικό της προαναφερθείσας υπ' αριθμό 259, 335/2018 προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως, κατά πιστή μεταφορά, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος (ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και το σύνολο των εγγράφων που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δια του από 12-12-1980 ιδιωτικού συμφωνητικού συστάσεως ομορρύθμου εταιρείας μεταξύ του Π.
Φ. του Κ. και των δύο θυγατέρων αυτού, ήτοι της Ε. Π. Φ. (πολιτικώς εναγούσης) και της Κ. Π. Φ. (κατηγορουμένης), το οποίον κατεχωρήθη στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Πειραιώς υπ' αύξοντα αριθμόν 3513 /15-12-1980, συνεστήθη ομόρρυθμος εταιρεία υπό την επωνυμίαν "....", η οποία είχε ως έδρα της το επί της ... ... και εμπορεύετο υαλικά, είδη οικιακής χρήσεως και συναφούς χρήσεως και άλλα είδη εμπορίας.
Η διάρκεια της ωρίσθη δέκα ετών (αρχομένη από 1ης Ιανουαρίου 1980) και τα εταιρικά μερίδα καθορίσθησαν σε 30% διά τον πατέρα και σε 35% και 35% δι' εκάστην θυγατέρα αντιστοίχως. Εν τοις πράγμασιν, όμως, η ως άνω εταιρεία είχε ιδρυθεί και λειτουργήσει διά κεφαλαίων του ως άνω πατρός, ο οποίος είχε ορισθεί αποκλειστικός διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας.
Ακολούθως διά του από 12-11-1990 ιδιωτικού συμφωνητικού παρατάσεως (και τροποποιήσεως) του αρχικού εταιρικού μεταξύ των ως άνω εταίρων, το οποίον κατεχωρήθη στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Πειραιώς υπ' αύξοντα αριθμόν 3841/26-11-1990, συνεφωνήθη η παράτασις της διαρκείας της εταιρείας επί πέντε ακόμη έτη και εν συνεχεία η ανά πενταετία (μετά την λήξιν της πρώτης και εκάστης επομένης πενταετίας) αυτόματος παράτασις της εταιρείας εκάστην φοράν επί πέντε ακόμη έτη δι' αόριστον χρόνον, εφ' όσον δεν συνέτρεχε σοβαρός λόγος προς λύσιν της εταιρείας (όπως, ενδεικτικώς ηδύνατο να συνιστούν η έλλειψις αντικειμένου εργασίας ή η ζημιογόνος χρήσις κατ' εξακολούθησιν).
Επί πλέον, ως έδρα της εταιρείας ωρίσθη το κατάστημα επί της .... Εν συνεχεία διά του από 30-12-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποιήσεως μεταξύ των ως άνω εταίρων, το οποίον κατεχωρήθη στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Πειραιώς υπ' αύξοντα αριθμόν 1856/30-12-1996, συνεφωνήθη η αποχώρησις του ως άνω πατρός και οι δύο θυγατέρες του Ε.
σύζυγος Ι. Κ. (...) και Κ. σύζυγος Χ. Μ. (...), εκ των οποίων η πρώτη έχει γεννηθεί το έτος 1956 και η δευτέρα έχει γεννηθεί το έτος 1958, παρέμειναν αποκλειστικές (ομόρρυθμοι) εταίροι και αποκλειστικές (από κοινού και ουχί εκάστη κεχωρισμένως) συνδιαχειρίστριες και νόμιμοι εκπρόσωποι της ως άνω εταιρείας, της οποίας η επωνυμία μετεβλήθη εις "...
Ο.Ε.". Η έδρα της εταιρείας αναμετεφέρθη εντός του επί της ... καταστήματος, το οποίον είχε ορισθεί ως αρχική έδρα της εταιρείας και συνεφωνήθη το επί της ... κατάστημα να λειτουργεί ως υποκατάστημα και το επί της ... υπόγειο να λειτουργεί ως αποθήκη της εμπορικής επιχειρήσεως της ομορρύθμου εταιρείας. Το επί της ...
κατάστημα, το οποίον πλέον ελειτούργει ως υποκατάστημα της εμπορικής επιχειρήσεως της ως άνω ομορρύθμου εταιρείας, συνέκειτο από δύο (υπ' αριθ. 11 και 12) όμορες οριζόντιες ιδιοκτησίες (ισόγεια καταστήματα), εκ των οποίων η (βορειοανατολικώς κειμένη) υπ' αριθ. 12 οριζόντιος ιδιοκτησία, αποτελούμενη από ισόγειον αίθουσαν (επιφανείας 61,75 μ2) και έχουσα ως παρακολούθημα τον υπ' αριθ. 12 χώρον παταριού του ημιώροφου (επιφανείας 73,86 - μ2), είχε περιέλθει εις την πλήρη κυριότητα της πολιτικώς εναγούσης (...
το γένος Π. και Π. Φ.) εξ αγοράς παρά των μέχρι τότε αποκλειστικών συγκυρίων Γ. Γ., Σ. Γ., Μ. Γ. και Α. Γ. δυνάμει του υπ' αριθ. 6517 /24-10-1986 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Γ.-Μ. (νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς) και η (νοτιοδυτικώς κειμένη) υπ' αριθ. 11 οριζόντιος ιδιοκτησία, αποτελούμενη ωσαύτως από ισόγειον αίθουσαν (επιφανείας 34,82 μ2) και έχουσα ως παρακολούθημα τον υπ' αριθ. 11 χώρον παταριού του ημιώροφου (επιφανείας 38,20 μ2), είχε περιέλθει εις την αποκλειστικήν κυριότητα της κατηγορουμένης (Κ.
συζύγου Χ. Μ. το γένος Π. και Π. Φ.) εξ αγοράς παρά των ιδίων ως άνω μέχρι τότε αποκλειστικών συγκυρίων (Γ. Γ., Σ. Γ., Μ. Γ. και Α. Γ.) δυνάμει του υπ' αριθ. 6518/24-10-1986 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου (νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς). Οι ισόγειες αίθουσες των δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών επικοινωνούσαν μεταξύ αλλήλων διά εσωτερικής θύρας ανοιγείσης επί του μεσολαβούντος διαχωριστικού τοίχου αυτών.
Ο υπ' αριθ. 11 παρακολουθηματικός χώρος παταριού του ημιώροφου επικοινωνούσε διά εσωτερικής κλίμακος μετά της υπ' αριθ. 11 κυρίας ισογείου αιθούσης της αντιστοίχου οριζοντίου ιδιοκτησίας της κατηγορουμένης, ενώ ο υπ' αριθ. 12 παρακολουθηματικός χώρος παταριού του ημιώροφου δεν επεκοινώνει εσωτερικώς μετά της υπ' αριθ. 12 κυρίας ισογείου αιθούσης της αντιστοίχου οριζοντίου ιδιοκτησίας της πολιτικώς εναγούσης αλλά είχεν αυτοτελή είσοδο - κλίμακα από την κεντρική είσοδο του κτιρίου της πολυκατοικίας, η οποία (πολυκατοικία) απετελείτο από υπόγειο, ισόγειο, ημιώροφο παταριών, πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο υπέρ το ισόγειον ορόφους και δώμα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι διά των ως άνω αγοραπωλητηρίων συμβολαίων είχαν περιέλθει επιπροσθέτως από τους ιδίους πωλητές συγκυρίους ως αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες: εις μεν την αποκλειστική κυριότητα της πολιτικώς εναγούσης τα υπ' αριθ. 1,2,13,14 και 15 γραφεία του πρώτου υπέρ το ισόγειον ορόφου (αντιστοίχων επιφανειών 26,69 μ2, 33,84 μ2, 8,64 μ2, 13 μ2 και 26 μ2), εις δε την αποκλειστικήν κυριότητα της κατηγορουμένης τα υπ' αριθ. 3, 4, 8, 9, 10, 11 και 12 γραφεία (αντιστοίχων επιφανειών 18,64 μ2, 19,85 μ2, 19,85 μ2, 19,85 μ2, 19,85 μ2, 19,85 μ2 και 43,46 μ2).
Οι υπ' αριθ. 11 και 12 οριζόντιες ιδιοκτησίες του ισογείου ορόφου (μετά των αντιστοίχων υπ' αριθ. 11 και 12 παρακολουθηματικών παταριών του ημιώροφου) είχαν παραχωρηθεί δια χρησιδανείου άνευ ανταλλάγματος από εκάστην αποκλειστικήν κυρίαν ομόρρυθμον εταίρον αδελφήν προς την ομόρρυθμον εταιρείαν προς ενοποιημένην χρήσιν αυτών ως ενιαίου υποκαταστήματος της επιχειρήσεως της προαναφερομένης ομορρύθμου εταιρείας, της οποίας μετά τις ως άνω τροποποιήσεις του εταιρικού της οι ιδιοκτήτριες αδελφές των ως άνω δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών ήσαν αποκλειστικοί εταίροι.
Εντός του έτους 2001 ο σύζυγος της κατηγορουμένης (Χ. Μ.) απέστειλε προς τις δύο αδελφές και νομίμους εκπροσώπους της ομορρύθμου εταιρείας την από 10-1-2001 έγγραφη επιστολή, διά της οποίας εγνωστοποίησε προς αυτές την βούλησίν του διά ίδρυσιν και λειτουργίαν αυτοτελούς ατομικής επιχειρήσεως. Ακολούθως δε κατόπιν ενεργειών του συζύγου της κατηγορουμένης συνεστήθη δια του υπ' αριθ. 1093/5-11-2004 συμβολαιογραφικού εγγράφου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.
Θ. εν συνδυασμώ προς την υπ' αριθ. 9798 /2004 απόφασιν του Νομάρχου Πειραιώς, η οποία κατεχωρήθη στο Μητρώον Ανωνύμων Εταιρειών υπ' αύξοντα αριθμόν 57617 /02 /Β /04 /138 /11 -11 -2004 και εδημοσιεύθη διά του ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ 13788 /17-11-2004 και ελειτούργησε η ανώνυμος εταιρεία υπό την επωνυμίαν "...", η οποία είχε την έδρα της σε υπέρτερον όροφον της πολυκατοικίας στεγάσεως του υποκαταστήματος της ομορρύθμου εταιρείας "..." επί της ....
Εντός του έτους 2007 η συγκεκριμένη επιχείρησις έπαυσε να λειτουργεί και τα εμπορεύματα της μετεφέρθησαν πρωτοβουλία της κατηγορουμένης και εστεγάσθησαν εντός του ισογείου υποκαταστήματος της ομορρύθμου εταιρείας των δύο αδελφών. Συν τη παρόδω του χρόνου οι σχέσεις των ως άνω ομορρύθμων εταίρων αδελφών εντός της επιχειρήσεως της ομορρύθμου εταιρείας έπαυσαν να είναι ομαλές.
Τούτο ωφείλετο προεχόντως εις την πλημμελή συνδιαχείρισιν της ομορρύθμου εταιρείας από την κατηγορουμένη, η οποία μέχρι του μηνός Μαΐου έτους 2008 εκράτει και ετήρει τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας (από του μηνός Ιουνίου έτους 2008 ανέλαβε τα λογιστικά της επιχειρήσεως ο λογιστής Ε. Ε.), και επιπροσθέτως εις τον μη ορθό χειρισμό των ατομικών οικονομικών υποθέσεων αυτής, γεγονός το οποίον επηρέαζε δυσμενώς και την ομαλή λειτουργίαν της ομορρύθμου εταιρείας, καθ' όσον ειδικώτερον, όπως η (εγκαλούσα) πολιτικώς ενάγουσα επ' ακροατηρίω κατέθεσεν προς υποστήριξιν του περιεχομένου της ερευνωμένης εγκλήσεως και αποδεικνύεται επιπροσθέτως διά των επιστηριξάντων το περιεχόμενον της ως άνω εγκλήσεως και επ' ακροατηρίω αναγνωσθέντων εγγράφων προέκυψεν ότι:
α) δυνάμει της υπ' αριθ. 2405/24-10-2007 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητού της περιφερείας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Γ. επεβλήθη αναγκαστική κατάσχεσις (δια χρηματικόν ποσόν 33.978 ευρώ επί τη βάσει του εκτελεστού τίτλου της υπ' αριθ. 7939 /2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υπέρ του επισπεύδοντος δανειστού Δ.
Η.) επί της υπ' αριθ. 11 οριζοντίου ιδιοκτησίας της ως άνω διαδίκου, η οποία συναποτελεί και συναπαρτίζει ομού μετά της υπ' αριθ. 12 οριζοντίου ιδιοκτησίας της πολιτικώς εναγούσης το υποκατάστημα της ομορρύθμου εταιρείας επί της ... (ορισθείσης ως ημέρας πλειστηριασμού της 12πς Δεκεμβρίου 2007 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ά.
Δ.), ενώ ακολούθως δυνάμει της υπ' αριθ. 2426/5-3-2008 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητού ενεγράφη νέα κατάσχεσις διά την αυτήν απαίτησιν επί της ιδίας ως άνω αυτοτελούς οριζοντίου ιδιοκτησίας (ορισθείσης ως ημέρας του πλειστηριασμού της 5ης Μαρτίου 2008 ενώπιον της αυτής ως άνω Συμβολαιογράφου), όπερ είχεν αποκρύψει η κατηγορουμένη από την πολιτικώς ενάγουσα, η οποία, πληροφορηθείσα το δυσμενές και δια την ομόρρυθμον εταιρείαν αυτό γεγονός, εμερίμνησε να καταβάλει την τοιαύτην οφειλήν διά χρημάτων της ομορρύθμου εταιρείας προς αποτροπήν της εκθέσεως εις δημόσιον αναγκαστικόν πλειστηριασμόν της ως άνω κατασχεθείσης οριζοντίου ιδιοκτησίας, η οποία απετέλει λειτουργικό μέρος του υποκαταστήματος της ομορρύθμου εταιρείας, β) δυνάμει των εκθέσεων αναγκαστικής κατασχέσεως υπ' αριθ. 1242/11-6-2008 του δικαστικού επιμελητού της περιφερείας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι.
Τ., υπ' αριθ. 1259/2008 εκθέσεως της δικαστικής επιμελήτριας Κ. Δ. και υπ' αριθ. 1710/22-2-2007 της δικαστικής επιμελήτριας της περιφερείας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Μ. είχε επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεσις: ι. δια χρηματικόν ποσόν 55.337 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθ. 598/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς εις βάρος των εις την κατηγορουμένην ανηκουσών οριζοντίων ιδιοκτησιών των υπ' αριθ. 4, 8, 9 και 10 οριζοντίων ιδιοκτησιών γραφείων του πρώτου ορόφου της ιδίας ως άνω πολυκατοικίας, ιι.
δια χρηματικόν ποσόν 33.211,52 ευρώ δια οφειλήν της κατηγορουμένης προς την Τράπεζα Γιούρομπανκ Α.Ε. δυνάμει της υπ' αριθ. 689/2008 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς εις βάρος των υπ' αριθ. 3, 11 και 12 γραφείων του πρώτου ορόφου και ιιι. δια χρηματικόν ποσόν 11.976,55 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθ. 193/2007 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκου Πειραιώς υπέρ του Β.
Κ. και εις βάρος του υπό στοιχεία "Α-1" διαμερίσματος (οριζοντίου ιδιοκτησίας) του πρώτου ορόφου επί της ..., γ) την 10η Απριλίου 2007 κατηγγέλθη και έκλεισε οριστικώς η υπ' αριθ. 950801/9-3-2004 σύμβαση καταναλωτικού δανείου της κατηγορουμένης μετά της Γενικής Τραπέζης Α.Ε., η οποία είχε οριστικόν κατάλοιπον 13.722,73 ευρώ, δ) εντός του μηνός Απριλίου 2008 η πολιτικώς ενάγουσα ηναγκάσθη να καταβάλει δια χρημάτων της ομορρύθμου εταιρείας χρηματικόν ποσόν 7.222,60 ευρώ πλέον προσαυξήσεων εκ ποσού 951,35 ευρώ δια ρύθμισιν βεβαιωμένων οφειλών του συζύγου της κατηγορουμένης Χ.
Μ.η προς το Ελληνικό Δημόσιο, δεδομένου ότι λόγω της υποβολής κοινής φορολογικής δηλώσεως της κατηγορουμένης μετά του ως άνω συζύγου αυτής, η πολιτικώς ενάγουσα δεν ηδύνατο να λάβει το απαιτούμενον δια την ομαλήν λειτουργίαν της επιχειρήσεως της ομορρύθμου εταιρείας πιστοποιητικόν φορολογικής ενημερότητος, ε) την 25η Φεβρουαρίου 2010 η ομόρρυθμος εταιρεία, η οποία διατηρεί τραπεζικό λογαριασμόν όψεως στην ...., υπέβαλε αίτηση προς το Υποκατάστημα ...
της ως άνω Τραπέζης διά έκδοσιν τραπεζικού βιβλιαρίου (δεσμίδος) επιταγών εντός του πλαισίου συνήθους ανανεώσεως του βιβλιαρίου των τραπεζικών επιταγών της εταιρείας, η οποία, όμως, αίτησις απερρίφθη λόγω της εγγραφής ατομικώς της κατηγορουμένης (ομορρύθμου εταίρου) εις το διατραπεζικό σύστημα δυσμενών οικονομικών στοιχείων "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ" δια οφειλήν αυτής από ακάλυπτον τραπεζικήν επιταγήν εκδόσεώς της δια ποσόν 38.000 ευρώ, όπερ γεγονός η κατηγορουμένη δεν είχε γνωστοποιήσει προς την πολιτικώς ενάγουσα και επέφερεν προσωρινώς αρνητικήν επίπτωσιν εις την ομαλήν λειτουργίαν της ομορρύθμου εταιρείας, στ) η κατηγορουμένη δεν είχε καταβάλει τα αναλογούντα δημοτικά τέλη διά την χρήση του πεζοδρομίου και τα πρόστιμα υπερβάσεως χρήσεως πεζοδρομίου από το υποκατάστημα της ...
και μάλιστα παρέλειψε να ενημερώσει δια το εν λόγω χρέος την πολιτικώς ενάγουσα, η οποία, μόλις ενημερώθηκε περί αυτού, εξώφλησε τούτο δια χρημάτων της ομορρύθμου εταιρείας (δια των την έγκλησιν της πολιτικώς εναγούσης επιστηριζόντων εγγράφων προκύπτει έγγραφη οφειλή ποσών 243 ευρώ, 486 ευρώ και 2.748 ευρώ διά πρόστιμα παραβάσεως καταλήψεως κοινοχρήστου δημοτικού χώρου από τα εμπορεύματα του υποκαταστήματος επί της ...
δια τα έτη 2006 και 2007 και δια οφειλή καταλήψεως - χρήσεως πεζοδρομίου από τα εμπορεύματα του ως άνω υποκαταστήματος εντός του έτους 2008) και ζ) είχε παραλείψει να καταβάλει προς το Ταμείον Ασφαλίσεως Εμπόρων τις εις αυτήν από την συμμετοχήν της στην εταιρεία αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές του έτους 2008 χρηματικού ύψους 2.900 ευρώ, οι οποίες κατεβλήθησαν επιμέλεια της πολιτικώς εναγούσης διά χρημάτων της ομορρύθμου εταιρείας, καθώς και τις εργοδοτικές εισφορές του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων (Τ.Ε.Α.Υ.Ε.Κ.) χρηματικού ύψους 13.124,64 ευρώ από το συνολικώς οφειλόμενο δια την ως άνω αιτίαν χρηματικόν ποσόν βεβαιωμένων οφειλών μετά προσθέτου τέλους εκ ποσού 13.486,99 (= 11.590,63 + 1.896,36) ευρώ διά την χρονική περίοδον από 1-11-2004 έως 31-3-2007, οι οποίες ωσαύτως κατεβλήθησαν διά χρημάτων του κεντρικού ταμείου του καταστήματος της ομορρύθμου εταιρείας εντός του έτους 2007.
Διά τούτο η πολιτικώς ενάγουσα απέστειλε προς την κατηγορουμένη την από 16-4-2008 επιστολή, δια της οποίας κατελόγισε εις την συνεταίρον υπεύθυνη λειτουργίας του υποκαταστήματος της ομορρύθμου εταιρείας: α') ότι είχε οφειλές προς την εφορία, ότι το υποκατάστημα της εταιρείας εξέδιδε αθεώρητα τιμολόγια, και ότι, εάν δεν εμερίμνει η ιδία (πολιτικώς ενάγουσα) δια την πληρωμήν των ατομικών χρεών της κατηγορουμένης (προς λήψιν πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητος και θεωρημένων τιμολογίων), εγκυμονείτο κίνδυνος επιβολής σημαντικού φορολογικού προστίμου εις βάρος της ομορρύθμου εταιρείας, β') ότι το υποκατάστημα ώφειλε σε προμηθευτές από εμπορεύματα αγορασθέντα και ήδη μεταπωληθέντα χρηματικό ποσό περίπου 100.000 ευρώ, το οποίο εκ των πραγμάτων έχει μετακυλισθεί και επιβαρύνει το κεντρικό κατάστημα δια εξόφλησιν προς αποφυγήν δυσμενών συνεπειών δια την ομόρρυθμον εταιρείαν, γ') ότι δεν κατέβαλε το ατομικό της ΤΑΕ, δ') ότι δεν κατέβαλε προς τον Δήμο Πειραιώς τα τέλη χρήσεως πεζοδρομίου διά τα έτη 2005 έως 2008 και το επιβληθέν πρόστιμο, ε') ότι ουδέποτε απέδωσε τον φόρο προστιθεμένης αξίας, στ') ότι δεν κατέβαλε το ΤΕΑΥΚ και ότι ένεκα τούτου ηναγκάσθη η ομόρρυθμος εταιρεία να καταβάλει σημαντικό πρόστιμο και ζ') ότι διά των ως άνω πράξεων δυσφημεί την ομόρρυθμον εταιρεία και προσβάλει το οικογενειακό επίθετο αυτών (Φ.).
Επεσήμανε δε προς την αδελφήν της ότι δια του βάρους των προαναφερομένων χρεών και λόγω της καθοδικής πορείας του υποκαταστήματος η ομόρρυθμος εταιρεία δεν ηδύνατο να συνεχίσει την ομαλήν λειτουργίαν αυτής και προέτεινε την μεταβίβασιν του εταιρικού μεριδίου της κατηγορουμένης προς την ιδίαν αντί της αναλόγου αμοιβής και να παύσει τελειωτικώς η λειτουργία του υποκαταστήματος και να λειτουργεί μόνον το κεντρικό κατάστημα.
Εν συνεχεία η πολιτικώς ενάγουσα απέστειλε προς την κατηγορουμένην την από 8-1-2009 έγγραφη επιστολή, δια της οποίας έγραψε προς αυτήν τα ακόλουθα: "αποφάσισα να στα γράψω και όχι να στα πώ, για να μπορέσω να ολοκληρώσω αυτά, που θέλω να σου πώ, χωρίς να με διακόπτεις με διάφορες επιχειρηματολογίες. Ανακεφαλαιώνω:
Όπως σου είπα, τα παιδιά μας μεγάλωσαν και δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Σου ζήτησα να κάνεις αποχώρηση εταίρου από την εταιρεία, να αναλάβω εγώ όσα την επιβαρύνουν και σου παραχωρούσα το μαγαζί μου μέχρι να πάρεις σύνταξη χωρίς ενοίκιο. Επειδή δεν συμφωνείς με τα παραπάνω (και δεν πουλάς τον εαυτό σου, όπως λές), θα προβώ σε άλλες λύσεις.
Το μαγαζί μου δεν το παραχωρώ πλέον στην επιχείρηση. Από την 17-1-2009 θα αλλάξω λουκέτο και θα μπαίνεις από το δικό σου μαγαζί. Μέσα σε δύο μήνες το μαγαζί μου θα πρέπει να έχει αδειάσει. Το πεζοδρόμιο, που βρίσκεται μπροστά, από 19-1-2009 θα είναι κενό. Όσον αφορά το δικό σου μαγαζί, για να συνεχίσει να είναι στην επιχείρηση, θα βγουν όλα τα εμπορεύματα του Χ.
Διαφορετικά κλείνει τελείως το μαγαζί, έρχεσαι από εδώ και συνεχίζουμε. Από 1-2-2009 θα πάω στην ΔΕΗ και θα κάνω διακοπή του ρολογιού. Θα πρέπει να πάς στην εφορία σου και να κάνεις αίτηση ή ό,τι άλλο χρειαστεί για να κάνεις φορολογική δήλωση μόνη σου (ρώτησα την εφορία και γίνεται). Αντιθέτως, το μαγαζί κλείνει τελείως......".
Την 24η Φεβρουαρίου 2009 επεδόθη προς την κατηγορουμένη η από 22-2-2009 εξώδικος απάντησις - διαμαρτυρία - δήλωσις της πολιτικώς εναγούσης (επί της από 17-2-2009 εξωδίκου δηλώσεως της κατηγορουμένης), δια της οποίας η πολιτικώς ενάγουσα αφ' ενός επεσήμανε προς την κατηγορουμένη ότι ουδέποτε είχε αποστερήσει εκείνην από την από κοινού άσκηση των διαχειριστικών καθηκόντων της ομορρύθμου εταιρείας αλλά ότι αντιθέτως η κατηγορουμένη ενήργει μόνη διαχειριστικές πράξεις (όπως υπογραφή και κατάθεση φορολογικών δηλώσεων προς την αρμοδία οικονομική υπηρεσία και παραγγελίες εμπορευμάτων δια το υπ' εκείνης εποπτευόμενο υποκατάστημα της ...), αφ' ετέρου έθεσε εις την αδελφήν της προθεσμίαν τριών μηνών διά να καταστήσει κερδοφόρο το υπό την εποπτείαν της λειτουργούν ως άνω υποκατάστημα, επί πλέον εζήτησε την απομάκρυνσιν από το ως άνω υποκατάστημα όλων των εντός αυτού αποθηκευμένων και διακινουμένων εμπορευμάτων του συζύγου της κατηγορουμένης, και εν τέλει δήλωσε προς την αδελφήν της ότι εν αντιθέτω περιπτώσει αναμένεται να προβεί εις καταγγελίαν της επ' αόριστον χρόνον ισχυούσης εταιρικής συμβάσεως της ομορρύθμου εταιρείας και να ζητήσει αποζημίωσιν διά πάσαν ζημίαν.
Ακολούθως, την 17η Ιουνίου 2009 (μετά παρέλευσιν πενταμήνου από την σύνταξη και αποστολή της ως άνω επιστολής ή άλλως μετά παρέλευσιν δωδεκαετίας και πλέον από της τελευταίας τροποποιήσεως του εταιρικού της ομορρύθμου εταιρείας) η πολιτικώς ενάγουσα (αδελφή της κατηγορουμένης) μετεβίβασε προς τον υιόν αυτής Θ.
Κ. (γεννηθέντα το έτος 1982) την προπεριγραφείσαν υπ' αριθ. 12 οριζόντιον ιδιοκτησίαν του ισογείου ορόφου μετά του παρακολουθηματικού υπ' αριθ. 12 παταριού του ημιώροφου δυνάμει της υπ' αριθ. 14069/17-6-2009 γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Γ. - Μ. (νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς).
Ακολούθως, ο υιός της πολιτικώς εναγούσης (Θ. Κ.) άσκησε κατά των πολιτικώς εναγούσης και κατηγορουμένης (ομορρύθμων εταίρων - αδελφών) την υπ' αριθ. καταθ. 453/2009 αίτησιν ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, δια της οποίας εζήτει την λήψιν ασφαλιστικών μέτρων περί αποδόσεως της νομής της ως άνω οριζοντίου ιδιοκτησίας.
Επί της ως άνω αιτήσεως εξεδόθη η υπ' αριθ. 356/2009 απόφασις διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, διά της οποίας η αίτηση απερρίφθη ως απαράδεκτος (λόγω αοριστίας). Εν συνεχεία, την 18η Ιανουαρίου 2010 (μετά παρέλευσιν σχεδόν επταμήνου από της συντελέσεως της ως άνω γονικής παροχής) ο ως άνω υιός της πολιτικώς εναγούσης επέδωσε προς την μητέρα αυτού και την αδελφήν αυτής (κατηγορουμένην), ως αποκλειστικές (ομορρύθμους) εταίρους και από κοινού συνδιαχειρίστριες και νομίμους εκπροσώπους της εκμεταλλευόμενης το ως άνω υποκατάστημα ομορρύθμου εταιρείας, την από 14-1-2010 εξώδικον δήλωσιν, δια της οποίας, αφού ανέφερεν, ότι η - το υποκατάστημα επί του ...
συναποτελούσα - υπ' αριθ. 12 οριζόντιος ιδιοκτησία (ισόγειος αίθουσα και χώρος παταριού του ημιωρόφου) είχε παραχωρηθεί από την άμεσο δικαιοπάροχο μητέρα του προς την ομόρρυθμον εταιρεία προς χρήσιν από του έτους 1990 δια συμβάσεως χρησιδανείου αορίστου χρόνου άνευ ανταλλάγματος και ότι δια της ως άνω γονικής παροχής έχει ήδη ο ίδιος καταστεί αποκλειστικός κύριος της συγκεκριμένης οριζοντίου ιδιοκτησίας, κατήγγειλεν εγγράφως την σύμβασιν χρησιδανείου και εζήτησεν την απόδοσιν της χρήσεως της συγκεκριμένης οριζοντίου ιδιοκτησίας.
Λόγω αρνήσεως της κατηγορουμένης ως νομίμου συνεκπροσώπου της χρησαμένης ομορρύθμου εταιρείας προς απόδοσιν της οριζοντίου ιδιοκτησίας προς αυτόν εντός της υπ' αυτού εξωδίκως ταχθείσης μηνιαίας προθεσμίας από της επιδόσεως της εξωδίκου καταγγελίας του χρησιδανείου, ο τελευταίος άσκησεν την υπ' αριθ.
καταθ. 822/65/18-2-2010 αίτησιν ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, δια της οποίας, αφού εξέθεσεν επιπλέον ότι η άρνησις της αντιδίκου ομορρύθμου εταιρείας συνιστούσε αντιποίησιν της νομής του επί της ως άνω οριζοντίου ιδιοκτησίας και ότι παραλλήλως υπήρχε κατεπείγων λόγος συνιστάμενος εις την αναγκαιότητα μετεγκαταστάσεως της ατομικής επιχειρήσεως εισαγωγής και εμπορίας ανοξείδωτων ειδών οικιακής χρήσεως, η οποία μέχρι τότε είχε την έδραν αυτής εντός του υπογείου του διαμερίσματος εγκατοικήσεως αυτού επί της ... ..., εντός της ως άνω οριζοντίου ιδιοκτησίας (επισημάνας μάλιστα ότι δια τον συγκεκριμένον λόγον είχε γίνει η μεταβίβασις λόγω γονικής παροχής της ως άνω οριζοντίου ιδιοκτησίας υπό της μητρός του προς τον ίδιον), εζήτησε να αναγνωρισθεί προσωρινώς νομεύς αυτής και να αποδοθεί η νομή αυτής προς αυτόν.
Δικάσιμος της ως άνω αιτήσεως προσδιωρίσθη η 4η Μαρτίου 2010 και μετ' αναβολήν η 29η Απριλίου 2010, οπότε και η υπόθεσις εξεδικάσθη. Κατά την συζήτησιν της υποθέσεως η εκ των ομορρύθμων εταίρων Ε. Κ. (νύν πολιτικώς ενάγουσα) κατέθεσεν το από 3-5-2010 σημείωμα, δια του οποίου εξέθεσεν, ότι έχουν δημιουργηθεί έριδες και φιλονικίες μεταξύ της ιδίας και της αδελφής της, δια τον λόγον ότι εκείνη πολλάκις δεν εμερίμνει διά την έκδοσιν θεωρημένων τιμολογίων, δεν κατέβαλε τις προς τον Δήμο (Πειραιώς) αναλογούσες εισφορές από την χρήσιν του πεζοδρομίου και δεν απέδιδε τον οφειλόμενο φόρο προστιθεμένης αξίας της επιχειρήσεως της ομορρύθμου εταιρείας.
Παρά ταύτα προς υποστήριξιν των συμφερόντων της ομορρύθμου εταιρείας και εις προσπάθειαν εξομαλύνσεως της σχέσεως αυτής μετά της κατηγορουμένης αδελφής της ανέφερε διά του εν λόγω σημειώματος ότι η ως άνω αίτησις ασφαλιστικών μέτρων νομής του υιού της εναντίον της ομορρύθμου εταιρείας ησκήθη καταχρηστικώς, διά τον λόγον, κατά τον τότε προβληθέντα αντίστοιχον ισχυρισμόν της, ότι δεν ήτο αναγκαία η μετεγκατάστασις της ατομικής επιχειρήσεως του υιού της (από το επί ...
υπόγειον) εις την επί της ... κειμένη ως άνω ισόγειον οριζόντιον ιδιοκτησίαν μετά παταριού. Προς υποστήριξιν της ως άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων εξητάσθη ως μάρτυς αποδείξεως ο Ε. Ε., ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατέθεσεν ότι τυγχάνει λογιστής και ότι εγνώριζε τον αιτούντα από του έτους 2001, όταν ο ίδιος εδίδασκε σε Ι.Ε.Κ.
και ο αιτών (ήδη πολιτικώς ενάγων) ήτο μαθητής αυτού, ότι "αργότερα έκανε εταιρεία (επιχείρηση) με έδρα στο σπίτι, που του δώρισε η μητέρα του", ότι συνεργάσθηκαν λόγω της ιδιότητος του μάρτυρος ως λογιστού, ότι από κοινού απεφάσισαν (μάρτυς και υιός της πολιτικώς εναγούσης) να αποκτήσει η επιχείρησις κανονική εμπορική στέγη, ότι το (υπο)κατάστημα επί της ...
είναι το υποκατάστημα της αντιδίκου ομορρύθμου εταιρείας και δεν εξάγει αυτοτελές λογιστικόν αποτέλεσμα, ότι επί της ... λειτουργεί το κύριο κατάστημα της αντιδίκου και ότι μεταξύ αυτών παρεμβάλλεται άλλο κατάστημα, ότι το ένα μέρος του υποκαταστήματος ανήκει στην Κ. Φ. (κατηγορουμένη) και το άλλο ανήκει στον Θ.
Κ. (υιόν της πολιτικώς εναγούσης), ότι ήσαν δύο αυτοτελείς (οριζόντιες) ιδιοκτησίες, εκ των οποίων η μία ανήκε στην Ε. (πολιτικώς ενάγουσα) και η άλλη στην Κ. (κατηγορουμένη), ότι παλαιότερον ήσαν δύο αυτοτελή και ότι εν συνεχεία ανοίχθηκε μεταξύ αυτών μία θύρα, ότι, επειδή "το (υπο)κατάστημα δεν πηγαίνει καλά οικονομικά", θέλουν (οι αδελφές) να κλείσει το κατάστημα (υποκατάστημα) και να δοθεί στα παιδιά τους και παραλλήλως να περιορισθούν οι δύο αδελφές στο κεντρικό κατάστημα (επί της ...), όπως ήθελε και ο πατήρ αυτών, ότι η Ε. (Κ.) δεν έχει αντίρρησιν, ότι υπάρχει μία θύρα (μεταξύ των επικοινωνουσών οριζοντίων ιδιοκτησιών) αλλά χωρίζονται (είναι δυνατόν να χωρισθούν), δίχως να υπάρχει πρόβλημα, ότι ο ίδιος (μάρτυς) πληρώνεται από την (αντίδικον) ομόρρυθμον εταιρείαν ως λογιστής αυτής, ότι η (Ε.) Κ.
έστειλε μία επιστολή προς την αδελφήν αυτής, ότι δεν γνωρίζει την νομική σχέσιν της (αντιδίκου ομορρύθμου) εταιρείας μετά του υποκαταστήματος, ότι, εάν κλείσει το υποκατάστημα, η συγκεκριμένη εταιρεία θα έχει κέρδος και όχι ζημία, ότι, εάν (το υποκατάστημα) διαχωρισθεί, "το ένα θα πάει στον Θ. (υιόν της πολιτικώς εναγούσης) και το άλλο στον άλλο γιό (της κατηγορουμένης)", θα υπάρχει οικονομία (λογιστικής) κλίμακος και θα υπάρχει καλύτερη διαχείριση", ότι ο υιός της πολιτικώς εναγούσης πωλεί (εμπορεύεται) προκατασκευασμένα ξύλινα οικήματα εισαγόμενα από το εξωτερικό, καθώς και βιβλία και δοχεία και ότι ποσοστόν 20% του κύκλου εργασιών της επιχειρήσεως του υιού της πολιτικώς εναγούσης αναφέρεται σε εμπορευόμενα είδη παρεμφερή προς τα αντίστοιχα του αντικειμένου της αντιδίκου ομορρύθμου εταιρείας, όπως τυγχάνουν τα ανοξείδωτα δοχεία λαδιού (ελαιολάδου).
Επί της ως άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής εξεδόθη η υπ' αριθ. 119/2010 απόφασις διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων νομής του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, δια της οποίας, αφού, κατά το σκεπτικόν αυτής, έγινε δεκτή η νόμιμη εκπροσώπησις της καθ' ής ομορρύθμου εταιρείας ουχί υπ' αμφοτέρων των συνδιαχειριστριών και νομίμων εκπροσώπων ομορρύθμων εταίρων αδελφών αλλά, κατ' άρθρον 751 ΑΚ, μόνον από την κατηγορουμένη (απορριφθέντος του δια του ως άνω σημειώματος αντιστοίχου ισχυρισμού της μητρός του τότε αιτούντος περί εκπροσωπήσεως της καθ' ής από εκείνην), έγινε δεκτή η αίτησις ασφαλιστικών μέτρων (μετ' απόρριψιν ως κατ' ουσίαν αβασίμου της ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος) και ανεγνωρίσθη ο αιτών (υιός της πολιτικώς εναγούσης) προσωρινώς νομεύς της ως άνω οριζοντίου ιδιοκτησίας και υπεχρεώθη η καθ' ής ομόρρυθμος εταιρεία εις απόδοσιν ταύτης προς αυτόν (πρέπει να σημειωθεί ότι κατά της αμέσως ως άνω αναφερομένης υπ' αριθ. 119/2010 αποφάσεως διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Πειραιώς ησκήθη εκ μέρους της καθ' ής η αίτησις ομορρύθμου εταιρείας αφ' ενός η υπ' αριθ.
καταθ. 210/27-5-2010 αίτησις αναστολής εκτελέσεως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, εφ' ής εξεδόθη η δεξαμένη την ως άνω αίτησιν αναστολής εκτελέσεως υπ' αριθ. 212/2010 απόφασις διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, και αφ' ετέρου η από 25-5-2010 έφεσις της καθ' ής η αίτησις ομορρύθμου εταιρείας, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθ. 6527/2010 απόφαση διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διά της οποίας εκρίθη ότι είχε ανακληθεί αυτοδικαίως το ως άνω ασφαλιστικό μέτρον περί προσωρινής αποδόσεως της νομής, ενώ μετά την τοιαύτην εξέλιξιν ησκήθη εκ μέρους του υιού της πολιτικώς εναγούσης Θ.
Κ. η υπ' αριθ. καταθ. 17/17-1-2011 αίτησις περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, η οποία έγινε δεκτή και υπεχρεώθη η καθ' ής ομόρρυθμος εταιρεία εις απόδοσιν της ως άνω οριζοντίου ιδιοκτησίας προς τον αιτούντα υιόν της πολιτικώς εναγούσης. Την 9ην Ιουνίου 2010 (είκοσι και πλέον ημέρες μετά την δημοσίευσιν της υπ' αριθ. 119/2010 αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής του Ειρηνοδικείου Πειραιώς) η νυν κατηγορουμένη (ομόρρυθμος εταίρος της ομορρύθμου εταιρείας) υπέβαλε την υπό στοιχεία Α10/1174 /9-6-2010 έγκλησιν (κατ' ουσίαν μηνυτήριον αναφοράν) προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, διά της οποίας ενεκάλεσεν (εμήνυσεν) τον μεν κατά την συζήτησιν της υπ' αριθ.
καταθ. 822/65/18-2-2010 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής εξετασθέντα μάρτυρα αποδείξεως Ε. Ε. δια ψευδορκία μάρτυρος και δια απιστίαν, την δε αδελφήν αυτής ομόρρυθμον εταίρον της καθ' ής η αίτησις ασφαλιστικών μέτρων ομορρύθμου εταιρείας και τον υιόν της τελευταίας Θ. Κ. δια ηθικήν αυτουργίαν εις ψευδορκία μάρτυρος και εις απιστίαν (αμέσως παθούσα δια της ενόρκου εξετάσεως του προαναφερθέντος λογιστού κατά την προηγηθείσαν δίκην ασφαλιστικών μέτρων νομής και συνακολούθως δικαιούχος υποβολής εγκλήσεως ήτο η καθ' ής η αίτησις ασφαλιστικών μέτρων ομόρρυθμος εταιρεία και ουχί ατομικώς η υποβαλούσα την ως άνω έγκλησιν - ήτοι μηνυτήριον αναφοράν - ομόρρυθμος εταίρος Κ.
σύζυγος Χ. Μ. ...). Επί τη βάσει της ως άνω εγκλήσεως (κατ' ορθήν εκτίμησιν μηνυτήριου αναφοράς) οι ως άνω τρείς μηνυθέντες ήχθησαν σε ποινική δίκη διά ψευδορκία μάρτυρος και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρος, η οποία εφέρετο ότι συνίστατο σε φυσική αυτουργία του πρώτου και σε ηθική αυτουργία της δευτέρας και του τρίτου εξ αυτών αναφορικώς προς το χωρίον της ως άνω ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρος αποδείξεως της προηγηθείσης δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, δια του οποίου, όπως κατεχωρήθη στα υπ' αριθ. 119/2010 πρακτικά διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, αναφέρεται αφ' ενός ότι η (Ε.) Κ. (μήτηρ του νυν πολιτικώς ενάγοντος) εξεμεταλλεύετο το κατάστημα επί της ...
και αφ' ετέρου ότι τούτο δεν πήγαινε καλά οικονομικώς. Επί της ως άνω κατηγορίας εξεδόθη η υπ' αριθ. AT 4453/2013 απόφασις του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, δια της οποίας άπαντες οι κατηγορούμενοι εκηρύχθησαν αθώοι. Η ως άνω απόφασις έχει καταστεί αμετάκλητος. Παραλλήλως, όμως, δια το σκέλος της υπό στοιχεία Α10/1174/9-6-2010 εγκλήσεως της τότε εγκαλεσάσης και νυν κατηγορουμένης Κ.ς Φ.
κατά των Ε. Ε., Ε. Κ. και Θ. Κ. δια ψευδορκία και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρος, δια την οποίαν κατηγορίαν και οι τρεις μηνυθέντες ηθωώθησαν, κατά τα αμέσως ως άνω αναφερόμενα, δια της υπ' αριθ. AT 4453/2013 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η τότε εγκαλέσασα (μηνύσασα) Κ. σύζυγος Χ. Μ. ...
ήχθη εις δίκην ως κατηγορουμένη διά ψευδή καταμήνυσιν και ψευδορκία μάρτυρος (επί τη βάσει της υπό στοιχεία Α13/817/22-8-2013 εγκλήσεως του ασκήσαντος την ως άνω αίτησιν ασφαλιστικών μέτρων Θ. Κ.), επί της οποίας κατηγορίας εξεδόθη πρωτοβαθμίως η υπ' αριθ. AT 58/2017 απόφασις του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, δια της οποίας αύτη (Κ.
Φ.) εκηρύχθη ένοχη, και δευτεροβαθμίως η υπ' αριθ. 1225/2017 απόφασις του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, δια της οποίας αύτη εκηρύχθη αθώα (κατά πλειοψηφίαν). Περαιτέρω, διά της προρρηθείσης υπό στοιχεία Α10/1174/10-6-2010 εγκλήσεως προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς) η νυν κατηγορουμένη (Κ. Φ.) είχεν, κατά τα προαναφερθέντα, επιπροσθέτως καταμηνύσει τον λογιστήν της ως άνω ομορρύθμου εταιρείας Ε.
Ε., καθώς και την ομόρρυθμον εταίρον αδελφήν της Ε.ν Κ. και τον ασκήσαντα την ως άνω αίτησιν ασφαλιστικών μέτρων νομής ανηψιόν της Θ. Κ. αντιστοίχως διά απιστία και ηθική αυτουργία σε απιστία (άρθρα 46 § 1α και 390 ΠΚ). Ειδικώτερον, η κατηγορουμένη κατελόγισε εναντίον των ως άνω προσώπων ότι ο άνω λογιστής είχε προσληφθεί δια λογαριασμόν της εταιρείας από την ομόρρυθμον εταίρον και συνδιαχειρίστριαν αδελφήν της Ε.
Κ., δίχως η ιδία (κατηγορουμένη συνδιαχειρίστρια και ομόρρυθμος εταίρος) να ερωτηθεί περί τούτου, ότι αποτέλεσμα της τοιαύτης προσλήψεως ήτο μία σειρά δυσάρεστων γεγονότων, ότι ο ως άνω λογιστής πέραν της τηρήσεως και του ελέγχου των λογιστικών βιβλίων της ομορρύθμου εταιρείας ενήργησεν, ώστε να συνδεθεί η ταμειακή μηχανή του κεντρικού καταστήματος (...) μετά της ταμειακής μηχανής του υποκαταστήματος (επί της ...) κατά τέτοιον τρόπον, ώστε η έχουσα την ευθύνην της λειτουργίας του κεντρικού καταστήματος αδελφή της Ε.
Κ. (ομόρρυθμος εταίρος) να δύναται να ενημερώνεται πλήρως και καθημερινώς δι' άπασες τις συναλλαγές του υποκαταστήματος, ενώ αντιθέτως η ιδία (κατηγορουμένη) ως υπεύθυνη της λειτουργίας του υποκαταστήματος να μην δύναται να έχει ηλεκτρονικώς αντίστοιχη πρόσβασιν εις τις συναλλαγές του κεντρικού καταστήματος, ότι κατ' αυτόν τον τρόπον εστερείτο της δυνατότητος ελέγχου της εμπορικής δραστηριότητος του κεντρικού καταστήματος και ηναγκάζετο να παραμένει σε πλήρη άγνοιαν διά τις συναλλαγές του κεντρικού καταστήματος από τον ως άνω λογιστή και την αδελφήν της, οι οποίοι απέκρυπταν από εκείνην τα κέρδη του κεντρικού καταστήματος από τις διενεργούμενες πωλήσεις, ότι η συμπεριφορά του λογιστού ήτο τελείως αντιεπαγγελματική και λίαν βλαπτική διά τα συμφέροντα της ομορρύθμου εταιρείας, ότι αυτός ενεργούσε και εκτελούσε αποκλειστικώς εντολές της αδελφής της και υπήκουε στις προσταγές της, δίχως να συμμερίζεται τα συμφέροντα της εταιρείας, ότι ήτο αδύνατον στην ιδία να ενημερωθεί διά τα οικονομικά στοιχεία της ομορρύθμου εταιρείας, δια τον λόγον ότι τα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας κατείχοντο υπό του ως άνω λογιστού, ότι ο ως άνω λογιστής απεδείκνυε καθημερινώς δια εξωτερικών πράξεων δικαιοπρακτικής φύσεως, οι οποίες γίνονταν αντιληπτές από την κατηγορουμένην, ότι ενεργούσε κατά τρόπον καθαρώς επιζήμιον διά την εταιρείαν, καταχρώμενος την εξουσία, η οποία παρείχετο εις αυτόν εκ της ιδιότητος του ως λογιστού της ομορρύθμου εταιρείας, δίχως να έχει οιανδήποτε ανησυχίαν, αφού ενεργούσε υπό τις "ευλογίες" της αδελφής της, ότι δια των πράξεων του παρεβίασε κανόνες επιμελούς διαχειρίσεως και παρέκαμπτε σκοπίμως επιλογές σαφώς επωφελέστερες δια την εταιρείαν, δεν ετήρησε οιαδήποτε διαδικασία επιβαλλομένην εις αυτόν εκ της ιδιότητος του και αγνόησε όλα τα περιθώρια διαπραγματεύσεως, ότι αποκορύφωμα της (εναντίας προς τα συμφέροντα της εταιρείας) συμπεριφοράς του λογιστού ήτο η ένορκη κατάθεσή του ως μάρτυρος αποδείξεως της προρρηθείσης αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής του υιού της αδελφής της (Θ.
Κ.) κατά της ομορρύθμου εταιρείας, ο οποίος καθοδηγούμενος προφανώς από την αδελφήν της ετοποθετήθη ρητώς εις βάρος της εταιρείας, επιθυμών την ζημίαν και την οικονομικήν καταστροφήν αυτής, ότι κατ' εκείνην την δίκην εκείνος είπε: "έχει γίνει γονική παροχή, για επέκταση της επιχείρησης από την Ε., έχει εισαγωγές ανοξείδωτα, το χρειάζεται για δική του χρήση, πρέπει να το χρησιμοποιήσει, γιατί θέλει να κάνει επέκταση, η κυρία Ε.
με πληρώνει", ότι εκ μόνου του γεγονότος ότι κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κατέθεσεν υπέρ του ασκήσαντος την αίτησιν ασφαλιστικών μέτρων υιού της αδελφής της και ουχί υπέρ της καθ' ής η αίτησις ομορρύθμου εταιρείας έγινε ευκόλως αντιληπτόν ότι ενεργεί κατά τρόπον βλαπτικόν, αν όχι επικίνδυνον, δια τα συμφέροντα της εταιρείας και ότι ευλόγως έχουν δημιουργηθεί εις την ιδίαν αμφιβολίες αναφορικώς προς την τήρησιν των λογιστικών βιβλίων της εταιρείας και δεν αποκλείεται η πλημμελής τήρηση αυτών να αποτελεί μέρος σχεδίου της συνεταίρου αδελφής της περί οικονομικού αφανισμού της εταιρείας με απώτερον σκοπόν την οικονομικήν καταστροφήν της ιδίας της κατηγορουμένης, ότι επιπροσθέτως ο ως άνω λογιστής έπραξε εν γνώσει, διότι εγνώριζε την επαγωγή της ζημίας τέτοιων επιλογών και πράξεων, ότι κατεσκόπευε πάσα κίνησιν των συναλλαγών της δια της συνδέσεως των ταμειακών μηχανών του κεντρικού καταστήματος και του υποκαταστήματος και ότι κρατούσε την ιδίαν εις σκότος αναφορικώς προς τα κέρδη του κεντρικού καταστήματος, καθώς και ότι ηθικοί αυτουργοί εις όλες τις προαναφερόμενες πράξεις του ως άνω λογιστού ήσαν η ομόρρυθμος εταίρος αδελφή της Ε.
Κ. και ο ως άνω υιός της τελευταίας Θ. Κ.. Όμως, άπαντα τα ως άνω ήσαν αναληθή, καθ' όσον: α') ουδέποτε η κατηγορουμένη παρημποδίσθη υπό της πολιτικώς εναγούσης αδελφής της να έχει πρόσβασιν εις τα οικονομικά στοιχεία της επιχειρήσεως της ομορρύθμου εταιρείας αλλά αντιθέτως διά της από 30-6-2010 εξωδίκου δηλώσεως της πολιτικώς εναγούσης η κατηγορουμένη εκλήθη να προσέλθει και να λάβει γνώσιν απάντων των οικονομικών στοιχείων της επιχειρήσεως της ομορρύθμου εταιρείας, πλην, όμως αυτή ηρνήθη την τοιαύτην πρόσκλησιν, β') ο Ε.
Ε., ο οποίος προσελήφθη ως εξωτερικός συνεργάτης και ανέλαβε καθήκοντα λογιστού της ομορρύθμου εταιρείας με την σύμφωνη γνώμη της κατηγορουμένης, ουδέποτε κατείχε τα βιβλία και στοιχεία της επιχειρήσεως αλλά αυτά ευρίσκοντο και ετηρούντο σε ηλεκτρονική μορφή εντός των γραφείων του κεντρικού καταστήματος της εταιρείας, ενώ το συμφωνηθέν και προσφερθέν έργον του ως άνω λογιστού συνίστατο εις την μετάβασίν του στα γραφεία της εταιρείας, στον έλεγχον ορθής καταχωρήσεως των αγορών και πωλήσεων, στον υπολογισμόν του καταβλητέου φόρου προστιθεμένης αξίας προς την αρμοδία δημοσίαν οικονομικήν υπηρεσίαν και στον έλεγχον των καταχωρήσεων μισθοδοσίας προς τον σκοπόν υπολογισμού και αποδόσεως των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων, δίχως ο ίδιος να έχει οιανδήποτε ανάμειξιν εις την συγκέντρωσιν των παραστατικών αγορών και πωλήσεων και των λοιπών κρισίμων οικονομικών παραστατικών και εγγράφων, η οποία συγκέντρωσις εγίνετο από τις νομίμους εκπροσώπους και τους υπαλλήλους της εταιρείας επί καθημερινής βάσεως, γ') τόσον εντός του κεντρικού καταστήματος όσον και εντός του υποκαταστήματος υπήρχαν και λειτουργούσαν δύο αυτόνομες μεταξύ αλλήλων αντιστοίχως ταμειακές μονάδες, εντός των οποίων κατεγράφοντο οι αγορές και οι πωλήσεις της ομορρύθμου εταιρείας και κατεχωρούντο ως αυτοτελή συγκεντρωτικά στοιχεία εκάστης ημέρας, δίχως να συνδεθεί υπό του ως άνω λογιστού η ταμειακή μηχανή του κεντρικού καταστήματος μετά της αντίστοιχης του υποκαταστήματος, και χωρίς να υπάρχει δυνατότης ενημερώσεως της πολιτικώς εναγούσης μέσω της ταμειακής μηχανής ή άλλου μηχανογραφικού μέσου του κεντρικού καταστήματος περί των κινήσεων αγοραπωλησίας του υποκαταστήματος, δ') ουδέποτε ο ως άνω λογιστής είχε την επιμέλειαν της περιουσίας της ομορρύθμου εταιρείας και ε') ουδέποτε η πολιτικώς ενάγουσα και ο ως άνω υιός αυτής προεκάλεσαν προς τον ως άνω λογιστήν την απόφασιν να καταθέσει ενόρκως όσα εκείνος κατέθεσεν κατά την προμνησθείσαν δίκην ασφαλιστικών μέτρων περί νομής και ουδέποτε ο ως άνω λογιστής διέπραξεν οιανδήποτε διαχειριοτικήν πράξιν απιστίας εις βάρος της ομορρύθμου εταιρείας ούτε η πολιτικώς ενάγουσα και ο προαναφερθείς υιός αυτής προεκάλεσαν τέτοιαν απόφασιν εις τον ως άνω λογιστήν.
Η κατηγορουμένη εγνώριζεν ότι όσα κατελόγισεν διά της προμνησθείσης μηνύσεως εις βάρος των ως άνω προσώπων ήσαν αναληθή και υπέβαλεν την ως άνω μήνυσιν και εβεβαίωσεν ενόρκως ως αληθές το περιεχόμενόν της εν γνώσει της αναληθείας αυτού, επιχειρήσασα ούτως εκ προθέσεως να καταμηνύσει ψευδώς τα ως άνω πρόσωπα και να συκοφαντήσει, πλην των λοιπών δύο, και το πρόσωπον της πολιτικώς εναγούσης αδελφής της.
Η κρίσις αυτή επιρρωνύεται και εκ του ότι: ι) δια της από 14-6-2010 εξωδίκου γνωστοποιήσεως (εις απάντησιν του προς αυτόν υπό του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατηγορουμένης αποσταλέντος εγγράφου, δια του οποίου η κατηγορουμένη αμφισβήτησε το κύρος των υπ' αυτού τηρηθέντων βιβλίων της ομορρύθμου εταιρείας) ο λογιστής Ε.
Ε. εγνωστοποίησεν προς αμφότερες τις διαχειρίστριες αδελφές της ως άνω ομορρύθμου εταιρείας, ότι τα βιβλία και στοιχεία και παν φορολογικόν ή ασφαλιστικόν έγγραφον της ομορρύθμου εταιρείας ουδέποτε ετηρήθησαν ή ενημερώθησαν εντός του λογιστικού του γραφείου αλλά πάντοτε παρέμεναν εντός των γραφείων της ομορρύθμου εταιρείας, ότι η ενημέρωση και η τήρηση των βιβλίων εγίνετο συμφώνως προς τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (προεβλέπετο μηχανογραφημένο βιβλίο εσόδων - εξόδων δευτέρας κατηγορίας) και ότι ένεκα της τοιαύτης αμφισβητήσεως εκ μέρους της κατηγορουμένης ομορρύθμου εταίρου ο ίδιος απεφάσισε να παύσει να είναι υπεύθυνος της τηρήσεως του βιβλίου εσόδων - εξόδων της ομορρύθμου εταιρείας και να παρέχει οιαδήποτε ασφαλιστική ή φορολογική συμβουλή προς την ομόρρυθμον εταιρείαν, ιι) ενώ δια της από 23-3-2009 εξωδίκου δηλώσεως η κατηγορουμένη κατελόγισε εναντίον της πολιτικώς εναγούσης αδελφής της ότι ο λογιστής Ε.
Ε. κατ' εντολήν της πολιτικώς εναγούσης είχε συνδέσει την ταμειακή μηχανή του υποκαταστήματος με την αντίστοιχη του κεντρικού καταστήματος και ότι ούτως η εντός του κεντρικού καταστήματος ευρισκομένη πολιτικώς ενάγουσα ηδύνατο να παρακολουθεί και να λαμβάνει καθημερινώς άπαντα τα στοιχεία του ταμείου του υποκαταστήματος, δίχως, όμως, η ιδία (κατηγορουμένη) να δύναται να λαμβάνει στο υποκατάστημα τα αντίστοιχα στοιχεία από την ταμειακή του κεντρικού καταστήματος, εν τούτοις δια της από Μαρτίου 2015 εκθέσεως του οικονομολόγου φοροτέχνου πρώτης τάξεως Λ.
Α. περί οικονομικού ελέγχου επί της ομορρύθμου εταιρείας, η οποία συνετάγη κατ' εντολήν και κατά παραγγελίαν της ιδίας της κατηγορουμένης, αναφέρεται κατά αντίθετον τρόπον αφ' ενός ότι το κατάστημα και το υποκατάστημα της επιχειρήσεως της ομορρύθμου εταιρείας διαθέτουν ξεχωριστά ταμεία - ταμειακές μηχανές και δεν συνδέονται μηχανογραφικώς ("on line") μεταξύ αλλήλων και αφ' ετέρου ότι εδόθησαν υπό της κατηγορουμένης προς αυτόν (χάριν διενεργείας του οικονομικού ελέγχου) χειρόγραφα σημειώματα (ανυπόγραφα) της χρονικής περιόδου από 1-1-1999 έως και 31-12-2014, τα οποία, όπως η ιδία η κατηγορουμένη εδήλωσεν προς αυτόν, εκατέρα εκ των ομορρύθμων εταίρων αδελφών παρέδιδε προς την άλλην ως απόδειξιν των αντιστοίχων χρηματικών αναλήψεων τόσον της πολιτικώς εναγούσης από το κεντρικόν κατάστημα όσον και της κατηγορουμένης από το υποκατάστημα και τα οποία έφεραν αναγραφήν ημερομηνίας και χρηματικού ποσού και είχαν συνταχθεί ιδιοχείρως υπό εκατέρας των αντιδίκων αδελφών (ανεξαρτήτως της μη θέσεως υπογραφής υπό των ως άνω αδελφών επ' αυτών), ιιι) δια της υπ' αριθ. 5569/2010 αποφάσεως διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς απερρίφθη κατ' ουσίαν η υπ' αριθ.
καταθ. 3919/9-6-2010 (από 7-6-2010) αίτησις της κατηγορουμένης εναντίον της πολιτικώς εναγούσης και του λογιστού Ε. Ε. δια επίδειξιν των βιβλίων και στοιχείων της επιχειρήσεως της ως άνω ομορρύθμου εταιρείας υπό το σκεπτικόν αφ' ενός ότι ο ως άνω λογιστής από της από 14-6-2010 παραιτήσεως αυτού ως δια συμβάσεως έργου λογιστού της ως άνω εταιρείας έπαυσεν να έχει οιανδήποτε ανάμειξιν εις την τήρησιν αυτών των ως άνω βιβλίων και αφ' ετέρου ότι η πολιτικώς ενάγουσα ομόρρυθμος εταίρος ουδέποτε ηρνήθη να επιδείξει τα στοιχεία του βιβλίου εσόδων - εξόδων, τα οποία τηρούνται εν ηλεκτρονική μορφή, ιν) δια της κατ' εντολήν της κατηγορουμένης εκπονηθείσης από Μαρτίου 2015 εκθέσεως του οικονομολόγου φοροτέχνου Λ.
Α. περί οικονομικού ελέγχου επί της ομορρύθμου εταιρείας, διεπιστώθη ότι οι πωλήσεις του κεντρικού καταστήματος ήσαν πολλαπλάσιες των αντιστοίχων του υποκαταστήματος, ότι από την χρήση του έτους 1999 έως την χρήση του έτους 2013 η ομόρρυθμος εταιρεία ενεφάνιζε κερδοφορίαν της τάξεως των 70.000 ευρώ έως 100.000 ευρώ κατά μέσον όρον ανά χρήσιν, ότι καθ' όλα τα προαναφερθέντα έτη η συνολική επιχειρηματική αμοιβή, η οποία οφείλεται εις αμφότερες τις ομορρύθμους εταίρους ανέρχεται σε 814.380,59 ευρώ (ήτοι σε 407.190,30 ευρώ ανά εταίρον) και ότι αντιστοίχως τα επ' ονόματι της ομορρύθμου εταιρείας δηλωθέντα και φορολογηθέντα κέρδη ανέρχονται σε 708.037,12 ευρώ (ήτοι σε 354.018,56 ευρώ ανά εταίρον), καθώς και ότι εξ αυτών των κερδών έχει αποδοθεί εις την κατηγορουμένη ποσόν 483.919,84 ευρώ και στην πολιτικώς ενάγουσα ποσόν 409.044,97 ευρώ και ότι συνακολούθως οφείλεται στην κατηγορουμένη ποσόν 277.289,89 ευρώ και στην πολιτικώς ενάγουσα ποσόν 352.163,89 ευρώ και ν) διά των από 15-7-2008 της "...", είχαν διατυπωθεί από τις ως άνω προμηθεύτριες εταιρείες "προς την κατηγορουμένην, ως εποπτεύουσαν υπεύθυνην του υποκαταστήματος επί της ..., αφ' ενός αιτιάσεις δια μη εξόφληση ήδη αγορασθέντων από το υποκατάστημα εμπορευμάτων και αντίστοιχες προειδοποιήσεις δια κίνησιν δικαστικής διαδικασίας προς είσπραξιν, αφ' ετέρου γνωστοποιήσεις δια μη εκτέλεσιν άλλων παραγγελιών του υποκαταστήματος λόγω εκκρεμούς υπολοίπου οφειλής από προηγούμενες παραγγελίες.
Πρέπει εν τέλει να επισημανθεί ότι η κατηγορουμένη, η οποία κατείχε την υπ' αριθ. 0027788 /12-6-2002 άδεια ασκήσεως επαγγέλματος λογιστού - φοροτεχνικού Γ' τάξεως, ετήρει πλημμελώς τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας από του έτους 2000 και του Μαΐου έτους 2008, με αποτέλεσμα, όπως διευκρίνισεν η πολιτικώς ενάγουσα να πληρώσει η ομόρρυθμος εταιρεία πρόστιμο 17.000 ευρώ λόγω μη πληρωμής Φ.Μ.Υ., όπερ δεν ημφισβητήθη υπό της πλευράς της κατηγορουμένης, όπως επίσης κατέθεσεν (η πολιτικώς ενάγουσα) ότι κατά τον χρόνον λειτουργίας επιχειρήσεως του συζύγου της εντός του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας επί της ...
η κατηγορουμένη είχε αφοσιωθεί περισσότερο στην επιχείρηση του συζύγου της και παραμελούσε το ισόγειο υποκατάστημα της ομορρύθμου εταιρείας. Επί πλέον λαμβανομένου υπ' όψιν ότι η κατηγορουμένη δεν εγνώριζε να διενεργήσει μηχανοργάνωση των βιβλίων και στοιχείων της επιχειρήσεως της ομορρύθμου εταιρείας, ένεκα τούτου τη συναινέσει αυτής προσελήφθη καθ' υπόδειξιν της πολιτικώς εναγούσης ο δεύτερος μάρτυς κατηγορίας και λογιστής Ε.
Ε., ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα λογιστού βάσει συμβάσεως έργου από 1ης Ιουνίου 2008 και οργάνωσε την μηχανοργάνωσιν της επιχειρήσεως και την τήρησιν σε ηλεκτρονικήν μορφήν των ως άνω βιβλίων και στοιχείων, όπως επίσης συνέτασσε και τις απαραίτητες δηλώσεις ΦΠΑ λόγω μη επάρκειας των αντιστοίχων γνώσεων της κατηγορουμένης.
Εντός δε του πλαισίου παροχής των ως άνω υπηρεσιών μετέβαινε περί το τέλος εκάστου ημερολογιακού μηνός στο λογιστήριον της ομορρύθμου εταιρείας, το οποίον ευρίσκετο εντός του κεντρικού καταστήματος της επιχειρήσεως και προέβαινε βάσει των συγκεντρωθεισών καταστάσεων πωλήσεων και αγορών εκάστου μηνός, οι οποίες κατεχωρούντο από τους υπαλλήλους της ομορρύθμου εταιρείας και από τις ομορρύθμους εταίρους (από την πολιτικώς ενάγουσαν ως υπεύθυνη του κεντρικού καταστήματος και από την κατηγορουμένην ως υπεύθυνη του υποκαταστήματος) επί καθημερινής βάσεως, έλεγχε την ορθή καταχώρηση των στοιχείων και προέβαινε σε υπολογισμό του αναλογούντος φόρου προστιθεμένης αξίας (υποβαλλομένου διά τριμηνιαίων περιοδικών δηλώσεων), ενώ πάντοτε ευρίσκετο πλησίον του πρόσωπο της επιχειρήσεως (πολιτικώς ενάγουσα, κατηγορουμένη ή υπάλληλος) προς γνωστοποίησιν του κωδικού αριθμού εκάστου προϊόντος.
Δια δε την οργάνωσιν της μηχανογραφήσεως και του κεντρικού συστήματος αυτής ο ως άνω λογιστής ευρίσκετο σε συνεχή επαφήν μετά της κατηγορουμένης, οι ταμειακές μηχανές του κεντρικού καταστήματος και του υποκαταστήματος συνεδέθησαν σε κεντρική βάσιν υπολογιστού (σέρβερ), ενώ κατά την υποβολήν των δηλώσεων προς την αρμοδίαν δημοσίαν οικονομικήν υπηρεσίαν ήσαν θεωρημένα τα βιβλία και του κεντρικού καταστήματος και του υποκαταστήματος.
Κατέθεσεν δε επιπροσθέτως ο ως άνω μάρτυς λογιστής ότι, όταν εκείνος ανέλαβε το ως άνω έργο, η κατηγορουμένη δεν εγνώριζε δια την καταβολήν των εισφορών προς το ΤΕΑΥΕΤ ούτε τα υπό των συλλογικών συμβάσεων εργασίας οριζόμενα ελάχιστα όρια, με συνέπεια να υφίστανται και διαφορές εν σχέσει προς τις ασφαλιστικές (εργοδοτικές και εργατικές) εισφορές προς το ΙΚΑ.
Διευκρίνισε μάλιστα ότι η εξέτασίς του ως μάρτυρος αποδείξεως της προαναφερθείσης αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής του υιού της πολιτικώς εναγούσης κατά της ομορρύθμου εταιρείας κατέθεσεν επειδή ως λογιστής της ομορρύθμου εταιρείας είχε παρατηρήσει ότι το κεντρικό κατάστημα είχε ακαθάριστα έσοδα του κεντρικού καταστήματος ανήρχοντο σε 600.000 ευρώ και του υποκαταστήματος σε μόλις 30.000 ευρώ και ότι, όπως επεβεβαίωσεν και η πολιτικώς ενάγουσα, ο ως άνω λογιστής είχε επανειλημμένως βάσει των τεχνικών γνώσεων αυτού και της παρατηρήσεως των εσόδων κεντρικού καταστήματος και υποκαταστήματος συστήσει εις αμφότερες τις αδελφές να κλείσουν το υποκατάστημα και να περιορίσουν την λειτουργίαν της επιχειρήσεως της ομορρύθμου εταιρείας εις το κεντρικόν κατάστημα.
Η κατηγορουμένη, έχουσα δικαίωμα παραστάσεως δια πληρεξουσίου, δεν προσήλθε να υποβληθεί εις την βάσανον της αυτοπροσώπου απολογίας και να καταλείψει αμφιβολίες δι' όσα η πολιτικώς ενάγουσα διά της ενδίκου εγκλήσεως έχει καταλογίσει εις βάρος της, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι κατά την δεκαετίαν από 2000 έως και Ιουνίου 2010 ο ως άνω λογιστής ετήρησεν τα βιβλία και στοιχεία της επιχειρήσεως μόνον κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2008 έως 14-6-2010, όταν και θιγείς εξ όσων εν γνώσει αναληθών ανέφερεν εκ προθέσεως η κατηγορουμένη εις βάρος του εδήλωσεν παραίτησιν από των καθηκόντων του λογιστού της ομορρύθμου εταιρείας (δια καταγγελίας της υφισταμένης συμβάσεως έργου παροχής λογιστικών υπηρεσιών).
Άλλωστε δια της ενδίκου εγκλήσεως η κατηγορουμένη πέραν της ενόρκου εξετάσεως αυτού ως μάρτυρος κατά την προδιαληφθείσαν δίκην ασφαλιστικών μέτρων νομής, διά της οποίας εξέφρασε την λογιστικήν γνώμην αυτού περί περιορισμού της επιχειρήσεως της ομορρύθμου εταιρείας εις το κεντρικόν κατάστημα, όπως επανειλημμένως είχε εκφράσει αυτήν εις ανύποπτον χρόνον κατά το παρελθόν εις τις αντιδίκους ομορρύθμους εταίρους αδελφές, ουδέν συγκεκριμένον πραγματικόν γεγονός ηδυνήθη να καταλογίσει η κατηγορουμένη εις βάρος του ως άνω λογιστού δι' απιστίαν και ουδέν επιπλέον στοιχείον ηδυνήθη να προσάψει κατά της αδελφής της, δια του οποίου να θεμελιούται ηθική αυτουργία αυτής εις απιστίαν, εξ ού καταδεικνύεται επιπροσθέτως το εν γνώσει ψευδές της ως άνω εγκλήσεως.
Πρέπει, επομένως, η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως, ενώ δια την πράξιν της συκοφαντικής δυσφημήσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτος η συζήτησις της αντιστοίχου κατηγορίας κατ' άρθρον 9 Ν. 4411/2016.". Στη συνέχεια, με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για το ότι: "την 9η Ιουνίου 2010 στον Πειραιά εν γνώσει της καταμήνυσε εκ προθέσεως ψευδώς ενώπιον αρχής άλλο πρόσωπο ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις επί σκοπώ να προκαλέσει την καταδίωξη του δι' αυτές.
Ειδικότερα, κατά τους ως άνω χρόνο και τόπο επί σκοπώ προκλήσεως της ποινικής διώξεως, πλην άλλων, και της εγκαλούσης ..., το γένος Π. και Π. Φ. υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιώς την υπό στοιχεία Α10/1174/9-6-2010 (από 9-6-2010) έγκλησιν (κατ' ουσίαν μηνυτήριον αναφοράν), δια της οποίας, μεταξύ άλλων, ενεκάλεσεν (εμήνυσεν) την ως άνω νυν εγκαλούσαν αδελφήν αυτής (ομόρρυθμον εταίρον της ομορρύθμου εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Ε. ...
Ο.Ε.") δια ηθικήν αυτουργίαν (ως έτερος ηθικός αυτουργός είχε καταμηνυθεί διά της αυτής εγκλήσεως - μηνύσεως ο υιός της εγκαλούσης Θ. Ι. Κ.ς) εις απιστίαν εις βάρος της ως άνω ομορρύθμου εταιρείας, της οποίας πράξεως (απιστίας) φυσικός αυτουργός είχε - δια της αυτής εγκλήσεως- (ωσαύτως ψευδώς) κατονομασθεί ο λογιστής Ε.
Ε. του Σ. Συγκεκριμένως δια του εν γνώσει ψευδούς περιεχομένου της ως άνω εγκλήσεως (κατ' ορθήν εκτίμησιν μηνύσεως) η ως άνω κηρυχθείσα ένοχη είχε εκ προθέσεως αναφέρει εις βάρος της πολιτικώς εναγούσης επί σκοπώ καταδιώξεώς της ως ηθικής αυτουργού απιστίας τα ακόλουθα: Εν γνώσει της καταμήνυσε ψευδώς ενώπιον της Αρχής άλλο πρόσωπο ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτές.
Ειδικότερα, κατά τον άνω τόπο και χρόνο, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της εγκαλούσας Ε. Κ., το γένος Φ., υπέβαλε ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά, την από 9-6-2010 μήνυσή της, μεταξύ άλλων και κατ' αυτής, με την οποία κατήγγειλε τα εξής: "Παρά ταύτα, το καλοκαίρι του 2008, εμφανίστηκε ο κύριος Ε.
Ε., προσληφθείς από την αδελφή μου, με αποκλειστικά και μόνο δική της πρωτοβουλία και χωρίς να ερωτήσει εμένα, την συνδιαχειρίστρια της εταιρείας μας! Ενήργησε και πάλι σαν να ήταν ο μοναδικός εταίρος της ομορρύθμου εταιρίας μας! Αποτέλεσμα αυτής της πράξης ήταν μια σειρά δυσάρεστων γεγονότων. Ο Ε. Ε., πέρα από την τήρηση - και τον έλεγχο φυσικά - των λογιστικών βιβλίων της εταιρίας μας, φρόντισε να συνδέσει την ταμειακή μηχανή του κεντρικού καταστήματος (στο οποίο στεγάζεται η αδελφή μου και δεύτερη των μηνυομένων) με εκείνη του υποκαταστήματος (στο οποίο στεγάζομαι εγώ) με τέτοιο τρόπο, ώστε η αδελφή μου και συνεταίρος μου να ενημερώνεται πλήρως και καθημερινά για όλες τις συναλλαγές του υποκαταστήματος, αλλά φυσικά, εγώ να μη μπορώ να ενημερωθώ αντιστοίχως για την κίνηση και τις συναλλαγές στο κατάστημα που στεγάζεται εκείνη! Κάθε δε φορά που επιχειρούσα να προσέλθω στο κεντρικό κατάστημα της εταιρίας μας, δημιουργούσαν επεισόδια στη μέση της αγοράς, με αποτέλεσμα να με αποτρέπουν με αυτόν τον τρόπο να εισέρχομαι στο κεντρικό κατάστημα και να παραμένω στο υποκατάστημα, χωρίς κατά συνέπεια να μπορώ να ελέγχω τη δραστηριότητα του κεντρικού καταστήματος, παρά να με αναγκάζουν να έχω πλήρη άγνοια για τις συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα εκεί καθώς επίσης και να μου αποκρύπτουν τα κέρδη που αποκομίζουν από τις πωλήσεις.
Η συμπεριφορά του Ε. Ε., τον οποίο - θα επαναλάβω για ακόμη μία φορά - προσέλαβε χωρίς να με ερωτήσει η αδελφή και συνεταίρος μου!!, μπορεί επιεικώς να χαρακτηριστεί αντιεπαγγελματική και λίαν βλαπτική για τα συμφέροντα της εταιρίας μας. 0 ανωτέρω λογιστής εκτελεί αποκλειστικά και μόνο εντολές που λαμβάνει από την αδελφή μου, χωρίς να συμμερίζεται τα συμφέροντα της εταιρίας.
Δρα σαν να είναι αποκλειστική και μοναδική εταίρος της ομορρύθμου εταιρίας μας η αδελφή μου και υπακούει μόνο στις προσταγές της! Πλέον μου είναι αδύνατο να ενημερωθώ για τα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρίας μέσω των εμπορικών της βιβλίων και των οικονομικών της στοιχείων διότι τα βιβλία και στοιχεία της εταιρίας κατέχει ο λογιστής Ε.
Ε.! Θεωρώ φυσικά περιττό να αναφέρω ότι δεν έχει ποτέ δώσει σημασία σε υποδείξεις ή προτάσεις μου. Αποκορύφωμα αυτής του της συμπεριφοράς ήταν το εξής γεγονός: στις 29-4-2010, και ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά κατά τη συζήτηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων του Θ. Κ. (τρίτος των μηνυομένων), ο ως άνω λογιστής κατέθεσε ως μάρτυρας υπέρ αυτού και σε βάρος των συμφερόντων της εταιρίας, προφανώς καθοδηγούμενος από την αδελφή και συνεταίρο μου, εναντίον των συμφερόντων της εταιρίας, τοποθετούμενος ρητά σε βάρος της εταιρίας, επιθυμώντας προφανώς τη ζημία αυτής μέσω της αποδοχής της υπό κρίση τότε αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής και συνεπώς την οικονομική καταστροφή της εταιρίας.
Ακολούθως παραθέτω τα λεχθέντα του Ε. Ε., κατά την εξέτασή του ως μάρτυρα στο ακροατήριο: "Έχει γίνει γονική παροχή. Για επέκταση της επιχείρησης από την Ε.. Έχει εισαγωγές ανοξείδωτα. Το χρειάζεται για δική του χρήση. Πρέπει να το χρησιμοποιήσει γιατί θέλει να κάνει επέκταση". "Η κυρία Ε. με πληρώνει", (σχετ. 4).
Από την ανωτέρω παράθεση προκύπτει με σαφήνεια ότι ο ανωτέρω λογιστής ενεργεί σε βάρος της εταιρίας, για συμφέρον της αδελφής μου και του υιού της και ουδόλως μεριμνά για τα συμφέροντα της εταιρίας και προς όφελος της. Εν γνώσει του προβαίνει σε όλες αυτές τις πράξεις, ακολουθώντας τις εντολές της αδελφής μου και του υιού της που ως μόνο σκοπό βέβαια έχουν να με εκπαραθυρώσουν από την εταιρία με κάθε τρόπο.
Με βάση τα όσα εξέθεσα ανωτέρω, οι πράξεις του λογιστή Ε. Ε. συνιστούν παράβαση του άρθρου 390 ΠΚ "Όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
Εάν η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσόν των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ, ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
Εν προκειμένω, ο Ε. Ε. είχε την επιμέλεια της περιουσίας της ομορρύθμου εταιρείας μας. Έστω και αν δεν ρωτήθηκα ποτέ, έστω και αν ουδέποτε δόθηκε η συγκατάθεσή μου, η ιδιότητά του αυτή πήγαζε από δικαιοπραξία που είχε συνάψει με την αδελφή μου και συνεταίρο της εταιρίας και η ιδιότητα του αυτή υπήρχε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξης του.
Ο Ε. Ε. αποδείκνυε καθημερινά με εξωτερικές πράξεις δικαιοπρακτικής φύσης που γίνονταν αντιληπτές σε εμένα, πως ενεργούσε με τρόπο καθαρά ζημιογόνο για την εταιρία, καταχρώμενος την εξουσία που του παρείχε μια τέτοια ιδιότητα και μη έχοντας καμία ανησυχία αφού ενεργούσε υπό τις "ευλογίες" της αδελφής μου.
Με τις πράξεις του αυτές παραβίασε κανόνες επιμελούς διαχείρισης, παρακάμπτοντας σκοπίμως επιλογές σαφώς επωφελέστερες για την εταιρία, δεν τήρησε σχεδόν καμία διαδικασία που του επιβάλει η ιδιότητά του και αγνόησε όλα τα περιθώρια διαπραγμάτευσης. Στην δε διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων που προανέφερα παραθέτοντας τμήματα της καταθέσεως του, γίνεται εύκολα αντιληπτό από μόνο το γεγονός ότι κατέθεσε υπέρ του τρίτου των μηνυομένων και ανιψιού μου, Θ.
Κ. και όχι υπέρ της εταιρείας όπως θα περίμενε κανείς, ένεκα της ιδιότητάς του ως λογιστή της εταιρείας, ενεργεί κατά τρόπο βλαπτικό, αν όχι επικίνδυνο, για την εταιρία! Από πουθενά από τα λεγόμενα του δεν προκύπτει το ενδιαφέρον του για την εταιρία, το αντίθετο μάλιστα, φαίνεται να επικροτεί τις κινήσεις, τις πρωτοβουλίες και τις απαιτήσεις του ανιψιού μου (τρίτου των μηνυομένων) και σκοπίμως να τις κρίνει ως τις πιο κατάλληλες για βιωσιμότητα της εταιρίας, ενώ αποδεδειγμένα είναι οι πιο λανθασμένες και ακατάλληλες! Εύλογα μου έχουν προκληθεί αμφιβολίες όσον αφορά τη σωστή τήρηση των λογιστικών βιβλίων της εταιρίας και δεν αποκλείεται η πλημμελής τήρησή τους να αποτελεί μέρος του σχεδίου της συνεταίρου μου περί οικονομικού αφανισμού της εταιρίας με απώτερο σκοπό τη δική μου οικονομική καταστροφή.
Δεν διστάζει καν να συμφωνήσει μεροληπτώντας με έμμεσο τρόπο πως για το ακίνητο για το οποίο μου επέδωσε στις 10-9-2009 εξώδικο δήλωση -καταγγελία ο ανιψιός μου, έπραξε σωστά διότι "το χρειάζεται το ακίνητο για δική του χρήση", αντί να διαπραγματευτεί όρους συμφέροντες για την εταιρία όσον αφορά τον τρόπο αξιοποίησης του ακινήτου.
Επιπροσθέτως, ο Ε. Ε. έπραξε με γνώση διότι γνώριζε την επαγωγή της ζημίας που θα επέφεραν τέτοιου είδους επιλογές και πράξεις, ήτοι γνώριζε πως με το να μη λαμβάνει εμένα καθόλου υπόψη του, να δέχεται εντολές μόνον από τη αδελφή μου και τον υιό της, να κατασκοπεύει κάθε κίνηση των συναλλαγών μου με το να συνδέσει τις ταμειακές μηχανές των καταστημάτων, με το να με κρατά στο σκοτάδι όσον αφορά τα κέρδη από το άλλο κατάστημα, με το να λαμβάνει μισθό μόνο από αυτούς, με το να παίρνει αδιάκριτα το μέρος τους και όχι το μέρος της εταιρίας! σε μαρτυρίες ενώπιον Δικαστηρίου και να προασπίζει τα ατομικά τους συμφέροντα θέτοντας σε δεύτερη μοίρα την ευμάρεια της εταιρίας, γνώριζε πέραν πάσης αμφιβολίας, την βλάβη που επερχόταν στην περιουσία της εταιρίας.
Η ζημία, λοιπόν, που έχει υποστεί από αυτές του τις πράξεις η εταιρία, συνδέεται αιτιωδώς με την παραβίαση των κανόνων της επιμελούς διαχείρισης της περιουσίας. Οφείλω ταυτόχρονα σε αυτό το σημείο να κατονομάσω ως ηθικούς αυτουργούς των ανωτέρω πράξεων, και κατά συνέπεια της παραβάσεως του άρθρου 390 ΠΚ, τη δεύτερη και τον τρίτο των μηνυομένων, καθόσον ήταν εκείνοι ακριβώς που γνώριζαν και εξακολουθούν να γνωρίζουν τον τρόπο λειτουργίας της εταιρίας, με αποτέλεσμα να τους είναι πολύ εύκολο να την καταστήσουν τρωτή και να επιτύχουν αυτό που επιθυμούν εδώ και τόσο καιρό:
την αποχώρησή μου από την εταιρία και την οικονομική μου καταστροφή. Η δε ηθική τους αυτουργία που προβλέπεται στο άρθρο 46 παρ. 1 α' Π.Κ, συνίσταται στην εκ δόλου πρόκληση απόφασης στον Ε. Ε. να τελέσει την παράνομη πράξη που ορίζει το άρθρο 390 Π.Κ., πράξη την οποία με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα πράγματι τέλεσε.
Η δεύτερη και ο τρίτος των μηνυομένων, με το να προσλάβουν αυθαίρετα τον εν λόγω λογιστή και με το να τον κατευθύνουν με τη μορφή υποδείξεων και εντολών, επέτυχαν να του δημιουργήσουν τη βούληση στο να προτιμά να υπερασπίζεται τα δικά τους ατομικά και προσωπικά συμφέροντα, παραμερίζοντας εκείνα της εταιρίας και θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά της.
Ο δόλος της δεύτερης και του τρίτου των μηνυομένων συνίσταται στη συνείδηση του ότι παρήγαγαν στον λογιστή Ε. Ε. την απόφαση να εκτελέσει την παράβαση του άρθρου 390 Π.Κ, επιδιώκοντας την πλήρη βεβαίως τέλεση της. Είναι δε σαφής η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της δράσεως τους ως ηθικοί αυτουργοί και της τελεσθείσας πράξης από τον ανωτέρω λογιστή, διότι εάν έλειπε η δόλια συμπεριφορά τους, δεν θα επερχόταν το αποτέλεσμα της καταφανούς "προτιμήσεως" προάσπισης των συμφερόντων της δεύτερης και του τρίτου των μηνυομένων και ο υποβιβασμός - ποδοπάτηση των συμφερόντων της ομορρύθμου εταιρείας μας.
Επειδή οι ανωτέρω μηνυόμενοι τέλεσαν ο μεν πρώτος, με βάση τα όσα πραγματικά γεγονότα εξέθεσα, απιστία, καθόσον με την εν γένει απαξιωτική συμπεριφορά του σε βάρος των συμφερόντων της εταιρίας και στραφείς εναντίον της εταιρίας μας (καταθέτοντας ως μάρτυς) υπέπεσε στο εν λόγω αδίκημα το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται στο άρθρο 390 Π.Κ Επειδή η δεύτερη και ο τρίτος των μηνυομένων που τυγχάνουν αδελφή μου και ανιψιός μου αντίστοιχα, τέλεσαν το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε απιστία (άρθρο 46 παρ.1 α Π.Κ σε συνδυασμό με άρθρο 390 Π.Κ), για τους λόγους που με σαφήνεια εξήγησα παραπάνω, με απώτερο πάντα σκοπό την εκδίωξή μου από την εταιρία και τον οικονομικό αφανισμό τόσο της εταιρίας, όσο και τον δικό μου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Μηνύω τους ως άνω έναντι αναφερόμενους για τις πράξεις που τέλεσαν σε βάρος μου και ζητώ την κατά νόμο, εκ μέρους σας, άσκηση ποινικής δίωξης και την παραδειγματική τους τιμωρία. Δηλώνω ότι παρίσταμαι ως πολιτικώς ενάγουσα για την υλική και ηθική βλάβη που μου προκλήθηκαν αιτιωδώς από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις τους και για χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 €".
Την ανωτέρω έγκληση της την υπέβαλε η κατηγορουμένη με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της εγκαλούσας για το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε απιστία, πλην όμως ήταν ψευδής και η κατηγορουμένη γνώριζε το ψευδές αυτής, αφού γνώριζε ότι: 1) ουδέποτε η κατηγορουμένη παρεμποδίστηκε από την εγκαλούσα ως προς την πρόσβασή της στα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησής τους, 2) Με την από 30.6.2010 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση η εγκαλούσα κάλεσε την κατηγορουμένη να προσέλθει να λάβει γνώση όλων των φορολογικών και οικονομικών στοιχείων τα οποία ζητούσε και εκείνη αρνήθηκε να ανταποκριθεί στην πρόσκληση, 3) ο Ε.
Ε. προσελήφθη ως εξωτερικός συνεργάτης και ανέλαβε καθήκοντα λογιστή της εταιρείας με τη σύμφωνη γνώμη και της κατηγορουμένης, 4) ουδέποτε αυτός κατείχε βιβλία και στοιχεία της εταιρείας, γιατί αυτά βρίσκονται και παραμένουν πάντοτε στα γραφεία της εταιρείας και τηρούντο σε ηλεκτρονική μορφή, 5) οι λογιστικές του υπηρεσίες συνίσταντο στη μετάβασή του στην εταιρεία, στον έλεγχο της ορθής καταχώρησης των πωλήσεων και των αγορών, στον υπολογισμό του Φ.Π Α.
που έπρεπε να καταβληθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και στον έλεγχο των καταχωρήσεων μισθοδοσίας, ώστε να υπολογισθούν οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων και να αποδοθούν, δεν είχε δε καμία απολύτως ανάμιξη στη συγκέντρωση των στοιχείων, δηλαδή των παραστατικών αγορών και πωλήσεων, η οποία γινόταν από την εταιρεία σε καθημερινή βάση, 6) τόσο στο κεντρικό κατάστημα όσο και στο υποκατάστημα υπάρχουν και λειτουργούν 2 αυτόνομες ταμειακές μονάδες, όπου καταγράφονται οι αγορές και οι πωλήσεις της εταιρείας και καταχωρούνται ως αυτοτελή συγκεντρωτικά στοιχεία κάθε ημέρας, 7) ο ανωτέρω λογιστής ουδέποτε συνέδεσε την ταμειακή του κεντρικού καταστήματος με την αντίστοιχη του υποκαταστήματος, όπου ήταν υπεύθυνη η κατηγορουμένη, ώστε να ενημερώνεται η εγκαλούσα για τις κινήσεις του υποκαταστήματος, 8) ουδέποτε ο ανωτέρω λογιστής είχε την επιμέλεια της περιουσίας της ομορρύθμου εταιρείας της εγκαλούσας και κατηγορουμένης, 9) ουδέποτε η εγκαλούσα έλεγχε τις κινήσεις των συναλλαγών της κατηγορουμένης, 10) η εγκαλούσα δεν υπήρξε ηθικός αυτουργός της απιστίας του ανωτέρω λογιστή και ο τελευταίος δεν διέπραξε το έγκλημα της απιστίας.".Και "
Κηρύσσει απαράδεκτη (άρθρο 9 Ν.4411/2016), τη συζήτηση της κατηγορίας για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, ήτοι δια το ότι ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για άλλο πρόσωπο ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, ενώ γνώριζε ότι το γεγονός αυτό δεν ήταν αληθινό και ειδικότερα υπέβαλε ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά την από 9-6-2010 έγκλησή της σε βάρος μεταξύ άλλων και της εγκαλούσας, της οποίας έλαβαν γνώση οι γραμματείς της Εισαγγελίας Πειραιά, ο Εισαγγελικός Λειτουργός που τη χειρίστηκε, και οι προανακριτικοί υπάλληλοι, ενώ γνώριζε, ότι οι αναφερόμενοι στην υπό στοιχεία 1 ισχυρισμοί που διέλαβε σ' αυτή για την εγκαλούσα ήταν ψευδείς και πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, αφού την παρουσίαζαν ως ηθική αυτουργό στην απιστία που καταγγέλλεται ότι διέπραξε ο λογιστής της εταιρείας.".
IV. Με όλα αυτά τα οποία δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρούμενα αποτελούν ενιαίο σύνολο, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, με πληρότητα, σαφήνεια και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, για το οποίο έχει καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις με βάση τις οποίες υπήγαγε στις ισχύουσες ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α', 27, 51, 53, 79 και 229 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε πλαγίως, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, εκτίθενται ο τρόπος με τον οποίον τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, ότι, δηλαδή, η αναιρεσείουσα υπέβαλε ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά την υπό στοιχεία Α10/1174/9-6-2010 από 09-06-2010 μήνυσή της κατά των εκεί προσώπων, μεταξύ των οποίων και της εγκαλούσας πολιτικώς ενάγουσας, αδελφής της, Ε.ς Φ.
συζ. Ι. Κ., εν γνώσει της αναληθείας του περιεχομένου της και με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή της για ηθική αυτουργία σε απιστία, καθώς και τα αναλυτικώς προπαρατεθέντα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται σ' αυτήν και ήταν ψευδή με παράλληλη αναφορά των αληθών. Ο υπερχειλής δόλος της κατηγορουμένης αιτιολογείται με επάρκεια και πληρότητα, καθώς και ο σκοπός της που ήταν να προκαλέσει με την κατάθεση της ψευδούς μήνυσής της την ποινική δίωξη της εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας, η οποία τελικώς αθωώθηκε αμετακλήτως με την υπ' αριθμό ΑΤ 4453/2013 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Αναφορικά με τη σχετική ως προς το σημείο αυτό αιτίαση της αναιρεσείουσας ως προς την εκ μέρους της γνώση της αναλήθειας των καταμηνυθέντων και κατατεθέντων από αυτήν πραγματικών περιστατικών υπάρχει πλήρης αιτιολογία, αφού από τις παραδοχές της απόφασης σαφώς προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα, από τη φύση της υπόθεσης, πηγή της οποίας αποτελούν η ανακύψασα έντονη διαμάχη ως προς τη διαχείριση της εταιρείας "Ε.
Κ. - Κ. Φ. Ο.Ε." και η δημιουργηθείσα οξεία αντιδικία μεταξύ της τελευταίας (αναιρεσείουσας) και της πολιτικώς ενάγουσας, που ήσαν αδελφές, συνδιαχειρίστριες από κοινού και ομόρρυθμα μέλη της εν λόγω εταιρείας, είχε προσωπική αντίληψη και γνώση των πραγματικών περιστατικών, που κατήγγειλε και κατέθεσε, οπότε δεν απαιτείτο περαιτέρω αιτιολογία για τον άμεσο δόλο με την παράθεση σχετικών ως προς τη γνώση περιστατικών, όπως προκύπτει από το όλο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδιαίτερα το σχετικό απόσπασμα στη σελίδα 31 αυτής, όπου σημειώνεται, ότι η κατηγορουμένη γνώριζε, ότι, όσα καταλόγισε με την προμνησθείσα μήνυση εις βάρος των ως άνω προσώπων, μεταξύ των οποίων και εκείνου της πολιτικώς ενάγουσας, αδελφής της, ήσαν αναληθή και παρόλα αυτά υπέβαλε την παραπάνω μήνυση και βεβαίωσε ενόρκως ως αληθές το περιεχόμενό της εν γνώσει της αναληθείας του καταμηνύοντας έτσι ψευδώς τα εν λόγω πρόσωπα.
Επιπλέον εκτίθεται ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη αποσκοπούσε με τη διαπραχθείσα ψευδή καταμήνυση στην άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της άνω εγκαλούσας στην οποία απέδιδε την προαναφερόμενη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απιστία. Ήδη η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της ένδικης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμελή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 46 παρ. 1, 224 παρ. 2, 229, παρ. 1 και 390 ΠΚ που θεμελιώνουν, κατ' αυτήν, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' αναιρετικό λόγο της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διότι, ενώ αυτή καταμήνυσε την πολιτικώς ενά¬γουσα, αδελφή της, για ηθική αυτουργία σε απιστία του άρθρου 390 ΠΚ, ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος της τελευταίας όχι για ηθική αυτουργία σε απιστία αλλά σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' άρθρο 224 παρ.2 ΠΚ και για την πράξη αυτή δικάστηκε και αθωώθηκε η μηνυθείσα από αυτή πολιτικώς ενάγουσα, στη συνέχεια δε, παρόλα αυτά εις βάρος της αναιρεσείουσας ασκήθηκε ποινική δίωξη και δικάστηκε και καταδικάστηκε αυτή με την προσβαλλόμενη απόφαση για ψευδή καταμήνυση της πολιτικώς ενάγουσας κατά το άρθρο 229 παρ. 1 ΠΚ όχι για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα (224 παρ. 2 ΠΚ), πράξη για την οποία διώχθηκε, δικάστηκε και αθωώθηκε αλλά για ηθική αυτουργία σε απιστία του άρθρου 390 ΠΚ.
Εν προκειμένω από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και την επισκόπηση των εγγράφων που αναγνώστηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του εκδώσαντος αυτή Δικαστηρίου, που γίνεται παραδεκτώς για την εξέταση της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προέκυψαν τα ακόλουθα: Στις 9-6-2010 η νυν κατηγορουμένη, ομόρρυθμος εταίρος και συνδιαχειρίστρια της άνω ομόρρυθμης εταιρείας "Ε.
Κ. - Κ. Φ. Ο.Ε." υπέβαλε την υπό στοιχεία Α10/1174/9-6-2010 έγκληση, αλλά κατ' ουσία μηνυτήρια αναφορά προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, με την οποία μήνυσε αφενός μεν τον εξετασθέντα κατά τη συζήτηση της υπ' αριθμό κατάθεσης 822/65/18-2-2010 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής μάρτυρα απόδειξης Ε. Ε. για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της απιστίας, αφετέρου δε την αδελφή της, ομόρρυθμο εταίρο και συνδιαχειρίστρια της άνω καθής η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ομόρρυθμης εταιρείας και τον υιό της τελευταίας Θ.
Κ. για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της απιστίας. Αμέσως παθούσα με την ένορκη εξέταση του προαναφερθέντος λογιστή κατά την προηγηθείσα δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής και κατ' επέκταση δικαιούχος υποβολής έγκλησης ήταν η καθής η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ομόρρυθμη εταιρεία και όχι ατομικά η υποβαλούσα την άνω έγκληση, κατ' ουσία μηνυτήρια αναφορά, ομόρρυθμη εταίρος, Κ.
σύζυγος Χ. Μ. το γένος Π. Φ.. Με βάση την εν λόγω μηνυτήρια αναφορά οι άνω τρεις τον αριθμό μηνυθέντες ήχθησαν σε ποινική δίκη για ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, η οποία φερόταν, ότι συνίστατο σε φυσική αυτουργία του πρώτου (λογιστή) και σε ηθική αυτουργία της δεύτερης και του τρίτου από αυτούς σχετικά με την περικοπή - χωρίο της άνω ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης της προηγηθείσας δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, στο οποίο, όπως αυτό καταχωρήθηκε στα υπ' αριθμό 119/2010 πρακτικά διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, αναφέρεται ότι η πολιτικώς ενάγουσα, Ε.
Κ., εκμεταλλευόταν το κατάστημα επί της ... και ότι τούτο δεν προόδευε οικονομικώς. Επί της ως άνω κατηγορίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό AT 4453/2013 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που έχει καταστεί αμετάκλητη, με την οποία όλοι οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της τελευταίας αθωωτικής απόφασης (ΑΤ 4453/2013), που αναγνώστηκαν ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, στη διάρκεια εκείνης της δίκης οι εκεί κατηγορούμενοι, δηλαδή η νυν πολιτικώς ενάγουσα, Ε.
Κ., ο υιός της τελευταίας, Θ. Κ. και ο λογιστής της άνω ομόρρυθμης εταιρείας, Ε. Ε., υπέβαλαν ένσταση - αυτοτελή ισχυρισμό ζητώντας την ακύρωση του κλητηρίου θεσπίσματος, για τον λόγο ότι κλήθηκαν κατά την προκαταρκτική εξέταση για να παράσχουν εξη¬γήσεις για το αδίκημα του άρθρου 390 ΠΚ, ενώ τελικά, χωρίς να κληθούν εκ νέου να παράσχουν εξηγήσεις, παραπέμφθηκαν για να δικαστούν για το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν.
Το Δικαστήριο απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό τους, αφού δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έγκλησης της Κ.ς Φ., ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Πειραιά διέταξε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης σε βάρος των κατηγορουμένων και μετά την παροχή εξηγήσεων από αυτούς, έκρινε ότι υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις για την τέλεση εκ μέρους τους, των αξιοποίνων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα (ο πρώτος) και της ηθικής αυτουργίας στην παραπάνω πράξη (οι λοιποί), ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εγκαλούσα τους καταμήνυσε για το αδίκημα της απιστίας, για το οποίο προφανώς δεν υπήρχαν ενδείξεις ενοχής και έτσι δεν ασκήθηκε σε βάρος τους αντίστοιχη ποινική δίωξη.
Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". [σελ. 5 της υπ' αριθμό AT 4453/2013 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς]. Στο διατακτικό της τελευταίας απόφασης κρίνονται αθώοι ο λογιστής Ε.
Ε. για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρας και οι Ε. Φ. συζ. Κ., πολιτικώς ενάγουσα και Θ. Κ., υιός της, για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη και οποιαδήποτε ακυρότητα, αν υπήρξε, από τον προαναφερθέντα λόγο έχει καλυφθεί. Ανεξάρτητα από αυτό δεν προκύπτει, ότι προβλήθηκε λόγος αντιμαχόμενος την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου της ουσίας με την προαναφερθείσα βάση, ώστε να είναι ορισμένος και να καθίσταται παραδεκτός ο προαναφερθείς πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της ένδικης αναίρεσης.
Εξάλλου, μετά την έκδοση της ΑΤ4453/2013 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και την αθώωση των Ε. Ε., Ε. Κ. και Θ. Κ. για τις πράξεις της ψευδορκίας (ο 1ος) και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα οι λοιποί, η τότε εγκαλέσασα - μηνύσασα, Κ. σύζυγος Χ. Μ. το γένος Π. Φ. ήχθη σε δίκη ως κατηγορουμένη για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα σύμφωνα πλέον με την υπό στοιχεία Α13/817/22-8-2013 έγκληση του Θ.
Κ., που είχε ασκήσει την παραπάνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Επί της κατηγορίας αυτής εκδόθηκε πρωτοβαθμίως η υπ' αριθμό AT 58/2017 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία η νυν πολιτικώς ενάγουσα, Κ. Φ., κηρύχθηκε ένοχη και δευτεροβαθμίως η υπ' αριθμό 1225/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την οποία αυτή κηρύχθηκε αθώα (κατά πλειοψηφία).
Εγκαλών στην υπόθεση της ψευδούς καταμήνυσης, για την οποία αθωώθηκε η αναιρεσείουσα για το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης σε ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σ' αυτήν ήταν ο Θ. Κ., ανιψιός της. Υπήρξαν όμως κατά της αναιρεσείουσας αυτοτελείς μηνύσεις για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης και εκ μέρους του λογιστή, Ε.
Ε. και της αδελφής της, Ε. Κ., νυν πολιτικώς ενάγουσας. Κατά συνέπεια τα πρόσωπα που καταμήνυσαν την αναιρεσείουσα ως παθόντα είναι περισσότερα του ενός, οπότε δεν υφίσταται μία πράξη καταμήνυσης. Σημειωτέον, ότι για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης ενδιαφέρει ποινικώς η μηνυτήρια αναφορά περί τέλεσης αξιόποινης πράξης να γίνεται ενώπιον αρχής, με το τύπο του άρθρου 42 ΚΠοινΔ ή της προφορικής ή γραπτής αναγγελίας, να αφορά αδίκημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως, να είναι ψευδής και δόλια και να πραγματοποιείται με τη θέληση περιέλευσης της αναφοράς στην αρχή, με σκοπό να κινηθεί η ποινική διαδικασία, ενώ είναι αδιάφορο, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε.
Επομένως, μετά από όσα προαναφέρθηκαν, είναι πρόδηλο, ότι, αφού υποβλήθηκε η υπό στοιχεία Α10/1174/9-6-2010 από 9-6-2010 μηνυτήρια αναφορά, με την οποία, μεταξύ άλλων, η αναιρεσείουσα μήνυε την νυν πολιτικώς ενάγουσα, αδελφή της, ομόρρυθμο εταίρο και συνδιαχειρίστρια από κοινού με αυτή, της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. ...
Ο.Ε.", καθώς και τον υιό της τελευταίας, Θ. Ι. Κ., για ηθική αυτουργία σε απιστία εις βάρος της άνω ομόρρυθμης εταιρείας, πράξη για την οποία ως φυσικός αυτουργός είχε με την αυτή μήνυση, ομοίως ψευδώς, κατονομασθεί ο λογιστής, Ε. Ε. Σ., με σκοπό να επιτευχθεί η καταδίωξή τους για τις πιο πάνω πράξεις και ειδικώς της πολιτικώς ενάγουσας για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απιστία και εκδόθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας εις βάρος της αναιρεσείουσας η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, η οποία καταλήγοντας στο πόρισμά της ανέφερε, ότι "...ουδέν συγκεκριμένον πραγματικόν γεγονός ηδυνήθη να καταλογίσει η κατηγορουμένη εις βάρος του ως άνω λογιστού δι' απιστίαν και ουδέν επιπλέον στοιχείον ηδυνήθη να προσάψει κατά της αδελφής της, δια του οποίου να θεμελιούται ηθική αυτουργία αυτής εις απιστίαν, εξ ού καταδεικνύεται επιπροσθέτως το εν γνώσει ψευδές της ως άνω εγκλήσεως...", δεν υφίσταται λόγος ακύρωσης της διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως αυτός διατυπώνεται στον πρώτο αναιρετικό λόγο, που είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Ακολούθως, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο του κυρίου δικογράφου της ένδικης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι εσφαλμένα συνδύασε την εφαρμογή του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ με την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 390 ΠΚ αντί με εκείνη του άρθρου 224 παρ. 1, την οποία παρέλειψε να εφαρμόσει.
Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν κατά την εξέταση του προηγηθέντος αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 51, 53, 79 και 229 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ουδόλως παραβίασε η προσβαλλόμενη απόφαση ευθέως ή κατά πλάγιο τρόπο ή με αντιφατική αιτιολογία και συνεπώς ο εν λόγω δεύτερος αναιρετικός λόγος του κυρίου δικογράφου της ένδικης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επίσης, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας ως προς τον άμεσο δόλο [εν γνώσει] στη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης, για το οποίο καταδικάστηκε [ΚΠολΔ 510 παρ. 1 περ.
Δ']. Σε συνέχεια των προαναφερθέντων κατά την εξέταση του πρώτου αναιρετικού λόγου, ο δόλος της αναιρεσείουσας συνίστατο στη γνώση της στο χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της υπό στοιχεία Α10/1174 από 9-6-2010 μήνυσής της ήταν αναληθές και ότι αφορούσε αξιόποινη πράξη, στη θέληση να περιέλθει η μηνυτήρια αναφορά στην αρχή και στο σκοπό της (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική διαδικασία, χωρίς να ενδιαφέρει το αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε.
Η αναιρεσείουσα με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γνώριζε και ήθελε να κινηθεί η ποινική διαδικασία κατά της πολιτικώς ενάγουσας για όσα αναληθή ανέφερε στην παραπάνω μήνυσή της, ως αναγκαία συνέπεια της πράξης της. Ο γενόμενος από την εισαγγελική αρχή χαρακτηρισμός της αναφερόμενης στην παραπάνω μήνυση πράξης, που αποδιδόταν στην ψευδώς καταμηνυθείσα από την αναιρεσείουσα, πολιτικώς ενάγουσα, ως ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία και η έκδοση της καταστάσας πλέον αμετάκλητης ΑΤ4453/2013 απόφασης του Α' τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, δεν ακύρωσε τις ψευδείς αναφορές της παραπάνω μήνυσης ως προς την αποδιδόμενη στην πολιτικώς ενάγουσα από την αναιρεσείουσα πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απιστία του άρθρου 390 ΠΚ ως προς τις οποίες υπήρξαν πλήρεις, εναργείς και σαφείς παραδοχές στην προσβαλλόμενη απόφαση [σελ. 31-35 των πρακτικών] και αιτιολογήθηκε επαρκώς ο σκοπός της αναιρεσείουσας να προκαλέσει την ποινική δίωξη της εγκαλούσας, αδελφής της, Ε.
Κ.. Εξάλλου, με τους πέντε πρώτους και τον ένατο λόγους αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι ακόλουθες αιτιάσεις: α) υπέρβαση εξουσίας, διότι αυτή δικάστηκε και για την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφήμησης ως προς την οποία έπρεπε η έφεσή της να είχε τεθεί εξ αρχής στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα και όχι να εισαχθεί και να εκδικαστεί από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς (άρθρο 9 του Ν. 4411/2016), β) υπέρβαση εξουσίας, διότι το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς την κήρυξε ένοχη του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης βάσει σκεπτικού που στηρίχθηκε σε ενιαία κρίση για την ενοχή της και για το αδίκημα τη συκοφαντικής δυσφήμησης, γ) απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω παράνομης παράστασης της αδελφής της ως πολιτικώς ενάγουσας για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, δ) αρνητική υπέρβαση εξουσίας, διότι η κατηγορία εις βάρος της, για συκοφαντική δυσφήμηση, ούτε δικάστηκε, ούτε τέθηκε στο αρχείο και ε) υπέρβαση εξουσίας λόγω χειροτέρευσης της θέσης της ως εκκαλούσας κατηγορουμένης (άρθρο 470 ΚΠοινΔ), διότι με την προσβαλλόμενη [υπ' αριθμό 259 και 335/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς] υποχρεώθηκε να καταβάλει για χρηματική ικανοποίηση της πολιτικώς ενάγουσας, αδελφής της, το ποσό των 44 € για ένα έγκλημα, ενώ με την εκκαλούμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς είχε υποχρεωθεί να της καταβάλει για την ίδια αιτία το ίδιο ποσό, δηλαδή 44 €, για δύο όμως εγκλήματα και στ) απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω παραβίασης του δικαιώματός της να δικαστεί δια συνηγόρου.
Επί των ανωτέρω λεκτέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο ένατο (παραγραφή και μη εκτέλεση ποινών υπό όρο) του Ν. 4411/2016 "1. Ποινές διάρκειας μέχρι έξι (6) μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών.
Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα, και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. 2. Οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου.
Η παραγραφή των ποινών δεν κωλύει την επιβολή των προβλεπόμενων από το νόμο διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές.". Το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε απαράδεκτη κατά το άνω άρθρο του προαναφερθέντος νόμου [9 Ν. 4411/2016] τη συζήτηση της κατηγορίας για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης της αναιρεσείουσας, δηλαδή για το ότι αυτή ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για άλλο πρόσωπο ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, ενώ γνώριζε ότι το γεγονός αυτό δεν είναι αληθινό και ειδικότερα υπέβαλε, ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά, την από 9-6-2010 έγκλησή της σε βάρος μεταξύ άλλων και της εγκαλούσας, της οποίας έλαβαν γνώση οι γραμματείς της Eισαγγελίας Πειραιά, ο εισαγγελικός λειτουργός που τη χειρίστηκε, και οι προανακριτικοί υπάλληλοι, ενώ γνώριζε, ότι οι αναφερόμενοι στην υπό στοιχείο 1 κατηγορία ισχυρισμοί που διέλαβε σ' αυτή για την εγκαλούσα ήσαν ψευδείς και πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, αφού την παρουσίαζαν ως ηθική αυτουργό στην απιστία που καταγγέλλεται, ότι διέπραξε ο λογιστής της εταιρείας.".
Από τις ανωτέρω οι υπό στοιχεία α' και δ' συναφείς αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, καθόσον προβάλλονται χωρίς την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, δικονομικού ή ουσιαστικού από την παραδοχή τους και την προσδοκία βελτίωσης της θέσης της αναιρεσείουσας, ενώ δεν επήλθε βλάβη σ' αυτήν από την αναφερόμενη κήρυξη ως απαράδεκτης της συζήτησης για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης από το ως άνω Δικαστήριο, το οποίο από παραδρομή δεν διέλαβε διάταξη περί παραπομπής, ως προς την άνω πράξη που περιλαμβανόταν στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 9 του Ν. 4411/2016, στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, προκειμένου να τεθεί αυτή στο αρχείο, είναι δε πρόδηλο, ότι η τελευταία κατηγορία θα αρχειοθετηθεί από τον αρμόδιο Εισαγγελέα ή μετά από αίτηση της αναιρεσείουσας.
Επίσης, ομοίως αβάσιμη και απορριπτέα είναι η υπό στοιχείο β' αιτίαση, καθόσον η συμπερίληψη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 31 των πρακτικών) της φράσης "...επιχειρήσασα ούτως εκ προθέσεως να καταμηνύσει ψευδώς τα ως άνω πρόσωπα και να συκοφαντήσει, πλην των λοιπών δύο, και το πρόσωπον της πολιτικώς εναγούσης αδελφής της" οφείλεται σε προφανή παραδρομή και πρόδηλη αβλεψία, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν δικάσθηκε για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αλλά η συζήτηση αυτής κηρύχθηκε απαράδεκτη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 του Ν. 4411/2016.
Ακολούθως οι υπό στοιχεία γ' και ε' συναφείς αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες και απορριπτέες, διότι είναι προφανές, ότι η πολιτική αγωγή αφορούσε στην παράσταση ως πολιτικώς ενάγουσας της εγκαλούσας, αδελφής της, για το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης, για το οποίο και μόνον εκδικάσθηκε η έφεση της εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας) και για το οποίο κρίθηκε και καταδικάσθηκε αυτή σε φυλάκιση ενός (1) έτους, η δε επιδίκαση του ποσού των 44 € ως χρηματικής ικανοποίησης λόγω της προκληθείσας εις βάρος της ηθικής βλάβης, δεν χειροτέρευσε τη θέση της αναιρεσείουσας, αφού το αιτηθέν και επιδικασθέν χρηματικό ποσό των 44 € ήταν το ελάχιστο προβλεπόμενο, χωρίς καταβολή δικαστικού ενσήμου, για την παράσταση, η οποία έγινε με τη ρητή επιφύλαξη της πολιτικώς ενάγουσας να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματά της στα πολιτικά δικαστήρια.
Περαιτέρω, με τις υπό στοιχεία στ' και ζ' αιτιάσεις, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αφενός μεν έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν προκύπτει, αν λήφθηκε υπόψη η υπ' αριθμό 1225/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την οποία απαλλάχθηκε της κατηγορίας της ψευδούς καταμήνυσης για την ίδια μήνυση και αφετέρου αντιφατική αιτιολογία, διότι, ενώ δέχθηκε, ότι δεν υπήρχε μηχανογραφική σύνδεση της ταμειακής μηχανής του κεντρικού καταστήματος και της ταμειακής μηχανής του υποκαταστήματος, ώστε να μην μπορεί να ενημερωθεί η αδελφή της για τις συναλλαγές του υποκαταστήματος, δέχθηκε συγχρόνως, αντιφατικά, ότι ο λογιστής είχε αναλάβει και οργάνωσε από 1-7-2008 την μηχανοργάνωση της επιχείρησής τους και οι ταμειακές μηχανές του κεντρικού καταστήματος και του υποκαταστήματος συνδέθηκαν σε κεντρική βάση υπολογιστή (server).
Οι εν λόγω αιτιάσεις είναι ομοίως αβάσιμες και απορριπτέες, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, δεν ελλείπει από την προσβαλλόμενη απόφαση η απαιτούμενη από τις διατάξεις 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, και συνεκτίμησε προσηκόντως τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και την προσκομισθείσα από το συνήγορο υπεράσπισης της κατηγορουμένης, ήδη αναιρεσείουσας, επισημαινόμενη, κατά τα άνω, υπ' αριθμό 1225/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς [σελ. 14 και 17 των πρακτικών της προσβαλλόμενη απόφασης].
Σημειωτέον, όπως προαναφέρθηκε η παραπάνω απόφαση εκδόθηκε μετά από έφεση κατά της 58/2017 απόφασης του Α' τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε την αναιρεσείουσα για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα που αποδόθηκαν σ' αυτήν επί τη βάσει της υπό στοιχεία Α13/817/22-08-2013 έγκλησης του Θ.
Κ., ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά την υπ' αριθμό 945/14.11.2013 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμό ΒΤ 6178/14.11.2013 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης,σ που αποδόθηκαν στην αναιρεσείουσα επί τη βάσει της υπό στοιχεία Α11/931/14.6.2011 έγκλησης της αδελφής αυτής, Ε.
Κ., ήδη πολιτικώς ενάγουσας. Επίσης με την 1679, 1749/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, τις οποίες τέλεσε αυτή με βάση την από 9-6-2010 ψευδή μήνυσή της σε βάρος του παθόντος, λογιστή, Ε.
Ε.. Μάλιστα με την υπ' αριθμό 877/2018 ποινική απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η με αριθμό 8/2018 από 16-3-2018 αίτηση της αναιρεσείουσας για αναίρεση της άνω 1679, 1749/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς. Κατά συνέπεια δεν υπήρξε μία μήνυση για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης εις βάρος της αναιρεσείουσας, ώστε για όσα εξέθεσε στις παραπάνω αιτιάσεις να ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης αιτιολογίας και της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Ως προς την τελευταία από τις αναφερθείσες πλημμέλειες, που στηρίζεται στην αντιφατική, κατά την αναιρεσείουσα, τοποθέτηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο θέμα της μηχανοργάνωσης των επίμαχων καταστημάτων, η οποία δημιουργεί, κατά τη σχετική αιτίαση, αντιφατική αιτιολογία και ιδρύει εξ αυτού τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, λεκτέα τα ακόλουθα:
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι, πράγματι, στη σελίδα 30 αυτής αναγράφτηκαν τα ακόλουθα επί λέξει "...τόσον εντός του κεντρικού καταστήματος όσον και εντός του υποκαταστήματος υπήρχαν και λειτουργούσαν δύο αυτόνομες μεταξύ αλλήλων αντιστοίχως ταμειακές μονάδες, εντός των οποίων κατεγράφοντο οι αγορές και οι πωλήσεις της ομορρύθμου εταιρείας και κατεχωρούντο ως αυτοτελή συγκεντρωτικά στοιχεία εκάστης ημέρας, δίχως να συνδεθεί υπό του ως άνω λογιστού η ταμειακή μηχανή του κεντρικού καταστήματος μετά της αντίστοιχης του υποκαταστήματος, και χωρίς να υπάρχει δυνατότης ενημερώσεως της πολιτικώς εναγούσης μέσω της ταμειακής μηχανής ή άλλου μηχανογραφικού μέσου του κεντρικού καταστήματος περί των κινήσεων αγοραπωλησίας του υποκαταστήματος,..", στη συνέχεια στη σελίδα 31 καταγράφεται στη σειρά των αιτιολογιών που ενδυναμώνουν την κρίση του δικαστηρίου περί της αναλήθειας των εκεί προπαρατεθέντων πραγματικών περιστατικών, κατά λέξη, ότι "ιι) ενώ δια της από 23-3-2009 εξωδίκου δηλώσεως η κατηγορουμένη κατελόγισε εναντίον της πολιτικώς εναγούσης αδελφής της ότι ο λογιστής Ε.
Ε. κατ' εντολήν της πολιτικώς εναγούσης είχε συνδέσει την ταμειακή μηχανή του υποκαταστήματος με την αντίστοιχη του κεντρικού καταστήματος και ότι ούτως η εντός του κεντρικού καταστήματος ευρισκομένη πολιτικώς ενάγουσα ηδύνατο να παρακολουθεί και να λαμβάνει καθημερινώς άπαντα τα στοιχεία του ταμείου του υποκαταστήματος, δίχως, όμως, η ιδία (κατηγορουμένη) να δύναται να λαμβάνει στο υποκατάστημα τα αντίστοιχα στοιχεία από την ταμειακή του κεντρικού καταστήματος, εν τούτοις δια της από Μαρτίου 2015 εκθέσεως του οικονομολόγου φοροτέχνου πρώτης τάξεως Λ.
Α. περί οικονομικού ελέγχου επί της ομορρύθμου εταιρείας, η οποία συνετάγη κατ' εντολήν και κατά παραγγελίαν της ιδίας της κατηγορουμένης, αναφέρεται κατά αντίθετον τρόπον αφ' ενός ότι το κατάστημα και το υποκατάστημα της επιχειρήσεως της ομορρύθμου εταιρείας διαθέτουν ξεχωριστά ταμεία - ταμειακές μηχανές και δεν συνδέονται μηχανογραφικώς ("on line") μεταξύ αλλήλων και αφ' ετέρου ότι εδόθησαν υπό της κατηγορουμένης προς αυτόν (χάριν διενεργείας του οικονομικού ελέγχου) χειρόγραφα σημειώματα (ανυπόγραφα) της χρονικής περιόδου από 1-1-1999 έως και 31-12-2014, τα οποία, όπως η ιδία η κατηγορουμένη εδήλωσεν προς αυτόν, εκατέρα εκ των ομορρύθμων εταίρων αδελφών παρέδιδε προς την άλλην ως απόδειξιν των αντιστοίχων χρηματικών αναλήψεων τόσον της πολιτικώς εναγούσης από το κεντρικόν κατάστημα όσον και της κατηγορουμένης από το υποκατάστημα και τα οποία έφεραν αναγραφήν ημερομηνίας και χρηματικού ποσού και είχαν συνταχθεί ιδιοχείρως υπό εκατέρας των αντιδίκων αδελφών (ανεξαρτήτως της μη θέσεως υπογραφής υπό των ως άνω αδελφών επ' αυτών)..." και τέλος, στις σελίδες 33-34 σημειώνεται, ομοίως επί λέξει, ότι "...
Επί πλέον λαμβανομένου υπ' όψιν ότι η κατηγορουμένη δεν εγνώριζε να διενεργήσει μηχανοργάνωση των βιβλίων και στοιχείων της επιχειρήσεως της ομορρύθμου εταιρείας, ένεκα τούτου τη συναινέσει αυτής προσελήφθη καθ' υπόδειξιν της πολιτικώς εναγούσης ο δεύτερος μάρτυς κατηγορίας και λογιστής Ε. Ε., ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα λογιστού βάσει συμβάσεως έργου από 1ης Ιουνίου 2008 και οργάνωσε την μηχανοργάνωσιν της επιχειρήσεως και την τήρησιν σε ηλεκτρονικήν μορφήν των ως άνω βιβλίων και στοιχείων, όπως επίσης συνέτασσε και τις απαραίτητες δηλώσεις ΦΠΑ λόγω μη επάρκειας των αντιστοίχων γνώσεων της κατηγορουμένης.
Εντός δε του πλαισίου παροχής των ως άνω υπηρεσιών μετέβαινε περί το τέλος εκάστου ημερολογιακού μηνός στο λογιστήριον της ομορρύθμου εταιρείας, το οποίον ευρίσκετο εντός του κεντρικού καταστήματος της επιχειρήσεως και προέβαινε βάσει των συγκεντρωθεισών καταστάσεων πωλήσεων και αγορών εκάστου μηνός, οι οποίες κατεχωρούντο από τους υπαλλήλους της ομορρύθμου εταιρείας και από τις ομορρύθμους εταίρους (από την πολιτικώς ενάγουσαν ως υπεύθυνη του κεντρικού καταστήματος και από την κατηγορουμένην ως υπεύθυνη του υποκαταστήματος) επί καθημερινής βάσεως, έλεγχε την ορθή καταχώρηση των στοιχείων και προέβαινε σε υπολογισμό του αναλογούντος φόρου προστιθεμένης αξίας (υποβαλλομένου διά τριμηνιαίων περιοδικών δηλώσεων), ενώ πάντοτε ευρίσκετο πλησίον του πρόσωπο της επιχειρήσεως (πολιτικώς ενάγουσα, κατηγορουμένη ή υπάλληλος) προς γνωστοποίησιν του κωδικού αριθμού εκάστου προϊόντος.
Δια δε την οργάνωσιν της μηχανογραφήσεως και του κεντρικού συστήματος αυτής ο ως άνω λογιστής ευρίσκετο σε συνεχή επαφήν μετά της κατηγορουμένης, οι ταμειακές μηχανές του κεντρικού καταστήματος και του υποκαταστήματος συνεδέθησαν σε κεντρική βάσιν υπολογιστού (σέρβερ), ενώ κατά την υποβολήν των δηλώσεων προς την αρμοδίαν δημοσίαν οικονομικήν υπηρεσίαν ήσαν θεωρημένα τα βιβλία και του κεντρικού καταστήματος και του υποκαταστήματος. ...".
Η σύνδεση ή μη των ταμειακών μηχανών του κεντρικού συστήματος και του υποκαταστήματος σε κεντρική βάση υπολογιστή (server) δεν μπορεί να ανατρέψει ούτε να ακυρώσει την κατηγορία της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος της αναιρεσείουσας, καθόσον αυτή στηρίζεται, λαμβανομένων υπόψη των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, σε σειρά αιτιολογιών, όπως αυτές παρατίθενται στο σκεπτικό της. 'Αλλωστε από τις παραδοχές των προπαρατεθεισών περικοπών δεν συνάγεται απιστία του λογιστή, Ε.
Ε., αφού στη μεν πρώτη περικοπή ο οικονομολόγος - φοροτεχνικός Λ. Α. συνέταξε την από μηνός Μαρτίου 2015 οικονομική του έκθεση για την οικονομική κατάσταση της ομόρρυθμης εταιρείας κατ' εντολή και παραγγελία της κατηγορουμένης και σ' αυτήν αναφέρεται σε ξεχωριστά ταμεία που δεν συνδέονται μηχανογραφικώς, στη δε δεύτερη ότι ο άνω λογιστής για την οργάνωση της μηχανογράφησης και του κεντρικού συστήματος ευρίσκετο σε συνεχή επαφή με την κατηγορουμένη, οι ταμειακές μηχανές συνδέθηκαν και κατά την υποβολή των δηλώσεων στην Εφορία ήσαν θεωρημένα τα βιβλία καταστήματος και υποκαταστήματος.
Η μηχανογραφική ή μη σύνδεση καθ' εαυτή συνιστά επουσιώδες γεγονός και δεν μπορεί να αναιρέσει το σύνολο των επάλληλων αιτιολογιών που αναπτύσσονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και στηρίζουν τις παραδοχές της. Άλλωστε, στο διατακτικό αυτής, που έχει ήδη προπαρατεθεί, συνδέεται δε και συνέχεται με το σκεπτικό, εφόσον αλληλοσυμπληρώνονται, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι "...7) ο ανωτέρω λογιστής ουδέποτε συνέδεσε την ταμειακή του κεντρικού καταστήματος με την αντίστοιχη του υποκαταστήματος, όπου ήταν υπεύθυνη η κατηγορουμένη, ώστε να ενημερώνεται η εγκαλούσα για τις κινήσεις του υποκαταστήματος,...".
Τέλος, οι υπό στοιχεία η', θ' και ι' αιτιάσεις του δικογράφου των προσθέτων, με τις οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, αντίστοιχα, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 229 πα. 1 ΠΚ (ΚΠοινΔ 510 παρ. 1 Ε), της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω παραβίασης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας να δικαστεί δια συνηγόρου (ΚΠοινΔ 510 παρ. 1 Α' σε συνδυασμό με άρθρο 6 παρ. 3γ της ΕΣΔΑ) και επιδίκασης στην πολιτικώς ενάγουσα περισσοτέρων των ζητηθέντων (ΚΠοινΔ 510 παρ. 2 και ΚΠολΔ 559 αρ. 9β') είναι αβάσιμες και απορριπτέες, καθόσον ορθά ερμηνεύθηκε και εφαρμόστηκε η προαναφερθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, κάτι που σημειώθηκε και κατά την εξέταση των αναιρετικών λόγων του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, με αναφορά των στοιχείων του εγκλήματος και των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική του υπόσταση, ενώ η διαλαμβανόμενη στο πολυσέλιδο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και έχουσα διηγηματικό χαρακτήρα παρατήρηση, ότι "...
Η κατηγορουμένη, έχουσα δικαίωμα παραστάσεως δια πληρεξουσίου, δεν προσήλθε να υποβληθεί εις την βάσανον της αυτοπροσώπου απολογίας και να καταλείψει αμφιβολίες δι' όσα η πολιτικώς ενάγουσα διά της ενδίκου εγκλήσεως έχει καταλογίσει εις βάρος της, ..", ουδόλως επηρέασε τα αποδειχθέντα και δεν παραβίασε το δικαίωμά της να παρασταθεί δια συνηγόρου, αφού, άλλωστε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών, της είχε επιτραπεί η εκπροσώπηση από συνήγορο (ΚΠοινΔ 340 παρ. 2), τέλος δε, επίσης από τα ίδια ως άνω πρακτικά (σελ. 44-46) αποδεικνύεται, ότι η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε μόνον για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, για την οποία της επιβλήθηκε η εκεί ποινή φυλάκισης, και υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στην πολιτικώς ενάγουσα, αδελφή της, Ε.
σύζυγο Ι. Κ. το γένος Π. και Π. Φ., το χρηματικό ποσό των 44,00 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της προκληθείσας σ' αυτήν ηθικής βλάβης. Επομένως, ενόψει μεν του ότι το ποσό αυτό είναι το ελάχιστο, υπήρξε δε και επιφύλαξη εξ αρχής από την πλευρά της πολιτικώς ενάγουσας να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματά της ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, δεν επιδικάσθηκαν στην τελευταία περισσότερα από αυτά που ζήτησε.
Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι ως άνω συναφείς με τους λόγους αυτής πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας νομίμως πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμό 13/2018 από 10-05-2018 αίτηση της Κ. Φ. του Π. και Π., εμπόρου... καθώς και τους από 03-09-2018 πρόσθετους λόγους της τελευταίας, για αναίρεση της υπ' αριθμό 259, 335/2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, Ε. Κ., από πεντακόσια (500) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ