1950/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2297/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4463/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 2/9/2011 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 907/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 26/6/2013 κλήση τους.
Legislator headnote
AI generated1950/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): σχέσεως, κατά το χρονικό διάστημα από 1999 έως 2005 στο οποίο αφορούν οι επίδικες αξιώσεις, ως συμβάσεως μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας. Κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ περί του αντιθέτου πρώτος λόγος, πρώτο μέρος, της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1950 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1950/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Ν. Π. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου-καθ' ου η κλήση: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γεωργόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2297/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4463/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 2/9/2011 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 907/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 26/6/2013 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 4/5/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου-καθ' ου η κλήση ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ ο πρώτος αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την 819/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η συνδέουσα αυτόν με το αναιρεσίβλητο σχέση είναι αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Eφετείο έλαβε υπόψη και το ως άνω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της φύσεως της συνδέουσας τον αναιρεσείοντα αυτό (πρώτο) και το αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ.
σχέσεως, κατά το χρονικό διάστημα από 1999 έως 2005 στο οποίο αφορούν οι επίδικες αξιώσεις, ως συμβάσεως μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας. Κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ περί του αντιθέτου πρώτος λόγος, πρώτο μέρος, της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ. 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιάς εξ αυτών, ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η ενέργεια του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει, ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στην ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή, ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Περαιτέρω, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, παρά το γεγονός ότι προτάθηκε τέτοιος ισχυρισμός νόμιμα, ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση ο πρώτος αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον ισχυρισμό του, περί υπάρξεως δεδικασμένου σχετικά με το ότι η σχέση που συνδέει αυτόν με το αναιρεσίβλητο Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Περίθαλψης είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, τον οποίο ισχυρισμό πρότεινε τόσο ενώπιον του Πρωτοδικείου, όσο και ενώπιον του Εφετείου.
Από την επισκόπηση των προτάσεων του εν λόγω αναιρεσείοντος στο Εφετείο (και στο Πρωτοδικείο) προκύπτει ότι αυτός (πρώτος αναιρεσείων) προς θεμελίωση του περί δεδικασμένου ισχυρισμού του επικαλέστηκε και προσκόμισε την 819/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από την οποία προκύπτει, ότι εργαζόταν στο αναιρεσίβλητο Ταμείο ως ιατρός ορθοπεδικός από 1-1-1989 και ότι του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της δίμηνης προσωρινής παύσης εργασίας χωρίς καταβολή αποδοχών διότι δεν προέβη την 21-10-1999 σε ιατρική εξέταση ασθενούς, ασφαλισμένης στο αναιρεσίβλητο Ταμείο.
Στην απόφαση αυτή, όμως, δεν υπάρχει καν παραδοχή, ότι ο πρώτος αναιρεσείων εργαζόταν ως ιατρός με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως αυτής, δεν προκύπτει ταυτότητα αντικειμένου (ιστορικής και νομικής αιτίας) της διαφοράς εκείνης, που αφορούσε σε αγωγή αποζημίωσης του αναιρεσείοντος αυτού λόγω αδικοπραξίας (ΑΚ 914, 926, 71 ΑΚ) μελών του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου Ταμείου που του επέβαλαν παράνομα, κατά την άποψή του, πειθαρχική ποινή, με την κριθείσα διαφορά, που αφορά στο χαρακτηρισμό της απασχόλησης του πρώτου αναιρεσείοντος ιατρού (και του δεύτερου) ως απασχόλησης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν αποτελεί δηλαδή πράγμα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ορθώς δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ.Ν ΑΚ), συνάγεται ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας, και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.
Εξάλλου, η σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από τα στοιχεία αυτά.
Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτή εργαζόμενο, συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ.
ΑΠ 28/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Το εναγόμενο Ταμείο (ήδη αναιρεσίβλητο) είναι επαγγελματικό σωματείο το οποίο συστήθηκε και λειτουργεί από το έτος 1934, με σκοπό σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού του όπως ισχύει σήμερα, την παροχή στα μέλη του, υπαλλήλους και συνταξιούχους της Τράπεζας της Ελλάδος, ιατρικής, φαρµακευτικής, προληπτικής και νοσοκοµειακής περίθαλψης, ιατρικών επιδοµάτων, βοηθηµάτων και κοινωνικής προστασίας, πρόνοιας και αντίληψης.
Προκειµένου το εναγόµενο να εξυπηρετήσει τον παραπάνω σκοπό παροχής ιατρικής περίθαλψης στους ασφαλισµένους του, απασχολεί ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων και οδοντιάτρους οι οποίοι κατόπιν ειδικών συµφωνιών που καταρτίζουν µαζί του προσφέρουν τις υπηρεσίες τους είτε στο κεντρικό είτε στα περιφερειακά ιατρεία του σε καθορισµένες ηµέρες και ώρες, έναντι συµφωνηθείσας αµοιβής.
Στο Γενικό Κανονισµό του εναγοµένου που εγκρίθηκε κατά την υπ' αριθ. 93/15-10- 1997 συνεδρίαση του Διοικητικού Συµβουλίου και εγκρίθηκε από τη Δ/νση Απασχόλησηςτης Νοµαρχίας Αθηνών µε το 2325/11-9-1998 έγγραφο, στο άρθρο 5 αυτού καθορίζονται οι κατηγορίες του προσωπικού σε διοικητικό παιδαγωγικό, τεχνικό, νοσηλευτικό, ειδικό ασφαλείας, βοηθητικό και καθαριότητας, ενώ στο τελευταίο εδάφιο αυτού ορίζεται ότι: "τέλος υπάρχει και η κατηγορία του ιατρικού προσωπικού για το οποίο γίνεται ειδική περιγραφή των όρων συνεργασίας σε ειδικό κανονισµό του Ταµείου".
Τέτοιος ειδικός κανονισµός δεν έχει καταρτισθεί µέχρι σήµερα. Περαιτέρω στο άρθρο 9 του ως άνω Κανονισµού ορίζεται το µισθολόγιο του µόνιµου προσωπικού του Ταµείου, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Αυτό απαρτίζεται α) από το βασικό µισθό που καθορίζεται σύµφωνα µε τα ισχύοντα στην Τράπεζα της Ελλάδος, β) τα οικογενειακά επιδόµατα, γ) το επίδοµα πολυετούς υπηρεσίας, δ) το επίδοµα ευθύνης, και ε) τα λοιπά επιδόµατα.
Σύµφωνα µε το ίδιο άρθρο τα ως άνω υπό στοιχεία β, δ και ε επιδόµατα καθορίζονται µε αποφάσεις του Διοικητικού Συµβουλίου του Ταµείου κατά τα ισχύοντα στην Τράπεζα της Ελλάδος κατά περίπτωση. Στο άρθρο 20 του ιδίου Κανονισµού ορiζεται ότι "κάθε προηγούµενη διάταξη ή απόφαση του Διοικητικού Συµβουλίου που αντίκειται στον Κανονισµό αυτό, καταργεiται".
Στα ανωτέρω πλαίσια απασχόλησης ιατρικού προσωπικού, το εναγόµενο κατάρτισε µε καθένα των εναγόντων ιατρών συµβάσεις παροχής υπηρεσιών. Ειδικότερα ο πρώτος ενάγων (ήδη πρώτος αναιρεσείων) απασχολείται στο εναγόµενο από το έτος 1988 ως ορθοπαιδικός επί 6 ώρες εβδοµαδιαίως, αµειβόµενος µε µηνιαία µισθό που ανερχόταν σε 410,88 ευρώ το έτος 1999, 450 ευρώ τα έτη 2000 έως 2003 και 467, 76 ευρώ τα έτη 2004 και 2005, ο δεύτερος ενάγων (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) απασχολείται από το έτος 1985 ως δερµατολόγος, µέχρι το έτος 2003 επί 10 ώρες και έκτοτε επί 11 ώρες εβδοµαδιαίως αντί µηνιαίας αµοιβής 508,17 ευρώ το έτος 1999, 560 ευρώ τα έτη 2000 και 2001, 562 ευρώ το έτος 2002, 753,28 ευρώ το έτος 2003 και 787,57 ευρώ τα έτη 2004 και 2005 ......
Οι ενάγοντες διατηρούν παράλληλα και ιδιωτικά ιατρεία, ο δε πρώτος προσφέρει τις υπηρεσίες του και σε ιδιωτική κλινική. Κατά τη πρόσληψή τους, οι ενάγοντες συνήπταν µε το εναγόµενο έγγραφες συµβάσεις ορισµένου χρόνου, οι οποίες χαρακτηρίζοντο συµβάσεις παροχής υπηρεσιών και προέβλεπαν καταβολή µηνιαίας αµοιβής, πέραν της οποίας ο προσλαµβανόµενος δεν εδικαιούτο επιπλέον αποδοχών.
Μετά τη λήξη του χρόνου των συµβάσεων, ορισµένες ανανεούντο µε νέες, επίσης ορισµένου χρόνου, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η απασχόληση εξακολουθούσε µε τους ίδιους όρους χωρίς την υπογραφή νέων συµφωνητικών. Οι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στα ιατρεία του εναγοµένου επί της οδού ... στην Αθήνα. Οι ώρες και οι ηµέρες της εβδοµάδας που θα παρείχαν οι ενάγοντες την εργασία τους καθορίζοντο κατά κανόνα κατόπιν προτάσεως του ιατρού κατά τρόπον ώστε η κάλυψη των αναγκών των ασφαλισµένων να γίνεται σε ωράριο το οποίο διευκολύνει τους ενάγοντες ιατρούς και το οποίο αποδέχεται το εναγόµενο Ταµείο.
Αυτός ο χρόνος µπορεί να τροποποιηθεί µε µεταγενέστερη συµφωνία, κατόπιν σχετικού αιτήµατος κάθε ιατρού. Οι ενάγοντες παρέχουν τις ιατρικές τους υπηρεσίες στα ασφαλισµένα µέλη του Ταµείου µε πλήρη ελευθερία και ανεξαρτησία χωρίς να υπόκεινται στον έλεγχο, ή εποπτεία του επιστηµονικού τους έργου από το εναγόµενο Ταµείο.
Και ναι µεν αποδείχθηκε ότι τόσο ο αρχίατρος Β. Σ. όσο και η διευθύντρια διοικητικών υπηρεσιών του εναγοµένου εκδίδουν ενίοτε ανακοινώσεις προς τους ιατρούς, πλην όµως οι ανακοινώσεις αυτές χαρακτηρίζονται ως διοικητικής φύσεως και το περιεχόµενό τους αφορά την εύρυθµη λειτουργία του Ταµείου, όπως ενδεικτικά µε την ακριβή τήρηση του ωραρίου προσέλευσης, του οποίου όµως, όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες έχουν ελευθερία επιλογής και καθορισµού του καθώς και ιατρικές οδηγίες γενικού χαρακτήρα και υποδείξεις συνταγογράφησης.
Οι ενάγοντες αµείβονται µηνιαίως µε πάγια αντιµισθία, εκδίδουν όµως και κατόπιν δικής τους επιλογής δελτίο παροχής υπηρεσιών στο όνοµα των ασφαλισµένων ασθενών του ταµείου. Τα δελτία αυτά είναι για διάφορα ποσά και το άθροισµά τους ανέρχεται στην συµφωνηµένη µηνιαία αµοιβή, η οποία ποικίλει για καθένα ιατρό.
Πέραν της πάγιας αυτής αντιµισθίας ή του µηνιαίου αθροίσµατος των ποσών των δελτίων παροχής υπηρεσιών, υπάρχει ρητή συµφωνία κατά την οποίαν πέραν αυτής της αµοιβής ουδεµία άλλη µισθολογική αξίωση έχουν οι ιατροί κατά του Ταµείου. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ιατροί δέχονται τους ασφαλισµένους και στα ιδιωτικά τους ιατρεία, όπου οι τελευταίοι καταβάλλουν την αµοιβή του ιατρού, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα ιατρικών επεµβάσεων από τους ενάγοντες στους ασθενείς του Ταµείου σε ιδιωτικές κλινικές.
Την καταβληθείσα αµοιβή των ιατρών για τις ιατρικές πράξεις τους οι ίδιοι οι ασφαλισµένοι εισπράττουν στη συνέχεια από το Ταµείο µε την κατάθεση του δελτίου παροχής υπηρεσιών που έχουν εκδώσει οι ενάγοντες και απασχολούµενοι από το εναγόµενο Ταµείο ιατροί. Με βάση τα ανωτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχτηκε ότι οι ενάγοντες ιατροί, κατά τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους δεν τελούσαν υπό την εξάρτηση του εναγοµένου και κατά συνέπεια η έννοµη σχέση που τους συνδέει µε το εναγόµενο είναι αυτή της συµβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών.
Το γεγονός ότι οι ενάγοντες υπάγονται στον πειθαρχικό έλεγχο του εναγοµένου δεν αρκεί στην συγκεκριµένη περίπτωση για τον χαρακτηρισµό της εργασίας τους ως εξαρτηµένης, καθόσον το γεγονός αυτό δεν µπορεί από µόνο του να µεταβάλει τη φύση των παρεχόµενων υπηρεσιών, έστω και αν γίνει δεκτό ότι µε την υπαγωγή αυτή εντάχθηκαν οι ενάγοντες, υπό τους συµφωνηµένους για την παροχή των υπηρεσιών τους όρους, στο οργανωτικό πλαίσιο του εναγοµένου.
Διότι η ανωτέρω υπό όρους ένταξη στην οργανωµένη εκµετάλλευση του εργοδότη αποτελεί µεν σοβαρή ένδειξη της προσωπικής εξαρτήσεως του εργαζοµένου, δεν συνιστά όµως αποκλειστικό και ασφαλές κριτήριο της υπάρξεως τέτοιας εξαρτήσεως και δεν έχει γι' αυτό ως αυτοδίκαιη συνέπεια την εν λόγω εξάρτηση, ενώ και ως απλή ένδειξη αυτής αποδυναµώνεται στις περιπτώσεις που προβλέπεται από την ίδια την οργάνωση της εκµεταλλεύσεως η ένταξη σ' αυτήν και του προσωπικού που δεν παρέχει εξαρτηµένη εργασία.
Ενδεικτικό δε στοιχείο της φύσης των παρεχοµένων υπηρεσιών των εναγόντων αποτελεί και το γεγονός ότι στο άρθρο 5 του εσωτερικού κανονισµού του εναγοµένου, έτους 1998, ορίζεται για το ιατρικό προσωπικό ότι πρόκειται να γίνει ειδική περιγραφή των όρων "συνεργασίας" σε ειδικό Κανονισµό. Ο ειδικός όµως Κανονισµός µπορεί να αφορά και την έννοµη σχέση και αυτών που δεν απασχολούνται µε σχέση εξαρτηµένης εργασίας, ενώ και ο όρος "συνεργασία" που επιλέχθηκε για να περιγράψει τη σχέση που δηµιουργείται µεταξύ αυτής της κατηγορίας ιατρικού προσωπικού και του εναγοµένου παραπέµπει στην έννοια της φύσεως των ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι σε εκείνη της εξαρτηµένης εργασίας.
Μετά ταύτα, καταλήγει το Εφετείο, δεν εφαρµόζονται στις πιο πάνω ένδικες συµβάσεις οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, ούτε οι ενάγοντες υπάγονται στο πεδίο ισχύος των κλαδικών ΣΣΕ και ΟΤΟΕ που αφορούν τους απασχολούµενους στις Τράπεζες µε σχέση εξαρτηµένης εργασίας τραπεζοϋπαλλήλους. Επίσης ούτε και το µισθολόγιο της Τράπεζας της Ελλάδος είναι εφαρµοστέο επί των εναγόντων ιατρών, καθόσον κατά το άρθρο 9 του Κανονισµού έτους 1998 τα µισθολογικώς ισχύοντα στην Τράπεζα της Ελλάδος εφαρµόζονται µόνο στο προσωπικό του Ταµείου πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και τέτοιο προσωπικό δεν αποτελούν οι ενάγοντες".
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή τους, δέχθηκε δε την έφεση του αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή με την οποία οι αναιρεσείοντες ιατροί επιδίωκαν την ικανοποίηση εργατικών αξιώσεων (διαφορές αποδοχών, επιδόματα γάμου, τέκνων, πολυετίας κλπ.) στηριζομένων στην ύπαρξη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτών και του αναιρεσίβλητου.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες), κατά τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους δεν τελούσαν υπό την εξάρτηση του αναιρεσίβλητου (εναγοµένου) και ότι η υπαγωγή τους στον πειθαρχικό έλεγχο του τελευταίου δεν αρκεί από μόνη της να µεταβάλει τη φύση των παρεχόµενων από αυτούς υπηρεσιών και ότι ως εκ τούτου δεν συνδέονταν με αυτό (αναιρεσίβλητο) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, τρίτο μέρος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η σχέση που συνέδεε τους αναιρεσείοντες ιατρούς με το αναιρεσίβλητο Ταμείο ήταν εκείνη της συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα και συγκεκριμένα: την 03615/7-7-1994 επιστολή του αναιρεσίβλητου προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, αντίγραφο της από 1.1.1988 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του δεύτερου αναιρεσίβλητου, αντίγραφα αιτήσεών τους για χορήγηση ημερών αδείας, αντίγραφο αποσπάσματος του βιβλίου ασθενείας τους, αποδείξεις μισθοδοσίας τους και βεβαιώσεις αποδοχών τους, την από 23-1-2002 ανακοίνωση του Β.
Σ. αρχιάτρου του Ταμείου προς το ιατρικό - οδοντιατρικό προσωπικό, την από 20-3-2002 ανακοίνωση του ιδίου αρχιάτρου, την χωρίς ημερομηνία ανακοίνωση της δ/τριας διοικητικών υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου Α. Β. και του αρχιάτρου Β. Σ., τα ωράρια λειτουργίας του Ταμείου της περιόδου 1996,1998,1999 έως και 2007, την 1741/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την2732/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 7-2-2008 εξώδικη δήλωση - καταγγελία του Ταμείου προς τον ιατρό μικροβιολόγο Α.
Δ. και την από 29-10-2008 εντολή πληρωμής του. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ., περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρετικής αιτήσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-9-2011 αίτηση των Ν. Π. και Ι. Μ. για αναίρεση της 4463/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών .
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ