Legislator Case Law & Legislation
1950/2009 AI generated

1950/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1950/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1950/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση αυτού του λόγου απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό.

Keywords

AI generated
enforcement of maintenance revocation of pension termination of benefits bank resolution rent deduction in supplementary benefits unemployment fund
AI generated
1657/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
4/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
918/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1254/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
409/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1950 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1950/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Αικατερίνη Γαλάνη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τερζούδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-1996 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11796/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 3203/1999 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 26-6-2000 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 7-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 26.6.2000 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 3203/1999 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά την έκδοση και εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του Εφετείου αυτού της 801/2000 θετικής γνωμοδοτήσεως του αρμοδίου Γ' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από τα άρθρα 28 παρ. 3 ν. 2579/1998 και 42 ν. 2721/1999).

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556 παρ. 2, 562 παρ. 2, 570 παρ. 1 και 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δεν είναι παραδεκτή μετά την τελεσίδικη απόφαση η έρευνα στην αναιρετική δίκη καταλυτικών του αγωγικού δικαιώματος ισχυρισμών. Η έρευνα των ισχυρισμών αυτών δεν είναι επιτρεπτή, ούτε με τη δικαιολογία της εκλείψεως του εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Αντίθετη εκδοχή θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού, γεγονός που δεν εναρμονίζεται με το ισχύον νομοθετικό καθεστώς. Επομένως, ο προβαλλόμενος, με τις παραδεκτώς κατ' άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ κατατεθείσες στο Δικαστήριο τούτο έγγραφες προτάσεις της, ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί εξοφλήσεως των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου και δη της ΔΟΥ Γιαννιτσών κατά του αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία <<Συνεταιρισμός Επεξεργασίας και Πωλήσεως Καπνών BURLEY Γιαννιτσών και Επαρχίας - ΣΥΝΠΕ>> και εντεύθεν περί απαραδέκτου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως διότι εξέλιπεν το έννομον συμφέρον αυτού προς άσκησή της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση αυτού του λόγου απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ανώνυμη εταιρεία "Καπνική Α. Μιχαηλίδης Α.Ε.", στα χέρια της οποίας, ως τρίτης, κατασχέθηκαν από την καθ' ης η ανακοπή (ΑΤΕ) στις 18-01-1994, από τον Διευθυντή του Α' Τελωνείου Θεσσαλονίκης στις 21-11-1994 και από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Γιαννιτσών στις 24-01-1994 τα μισθώματα που αυτή, ως μισθώτρια, όφειλε και θα οφείλει στον οφειλέτη των δανειστών τούτων, ως άνω Συνεταιρισμό, από την μίσθωση των αποθηκευτικών χώρων του κατά το διάστημα από 16-11-1993 μέχρι 15-11-1994, υπέβαλε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης στις 25-01-1994 τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 7, 8 και 9 δηλώσεις της, με τις οποίες δήλωσε την ύπαρξη της κατασχεθείσας στα χέρια της χρηματικής απαίτησης του Συνεταιρισμού και τις κατασχέσεις που επέβαλαν σε αυτήν οι παραπάνω δανειστές.

Στη συνέχεια, λόγω μη επάρκειας της κατασχεμένης απαίτησης για την ικανοποίηση των δανειστών που επέβαλαν την κατάσχεση, παρακατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης) το ποσό των μισθωμάτων που κατασχέθηκαν στα χέρια της και συγκεκριμένα στις 8-02-1994, 9.851.359 δραχμές, στις 6-07-1994, 3.510.000 δραχμές και στις 18-11-1994, 2.900.000 δραχμές, δηλαδή συνολικά παρακατέθεσε το ποσό των 16.261.359 δραχμών.

Οι κατασχέσεις που επέβαλαν στη χρηματική αυτή απαίτηση, ως εκπρόσωποι του Δημοσίου, κατά το άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, ο Διευθυντής του Α' Τελωνείου Θεσσαλονίκης και ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ Γιαννιτσών, έλαβαν χώρα μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου κοινοποιήθηκε στον καθ' ου η εκτέλεση Συνεταιρισμό και στην τρίτη μισθώτρια το από 17-01-1994 κατασχετήριο έγγραφο, με το οποίο η ΑΤΕ είχε επιβάλει την αρχική κατάσχεση της ίδιας απαίτησης και, επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η διανομή του ποσού, που κατασχέθηκε και κατατέθηκε δημοσίως από τη μισθώτρια, έπρεπε να γίνει μεταξύ των εν λόγω δανειστών σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ.

ΚΠολΔ, όπως προβλέπει το άρθρο 988 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τη σύγκριση των απαιτήσεων των δανειστών προκύπτει α) ότι οι απαιτήσεις της καθ' ης η ανακοπή (ΑΤΕ) έναντι του καθ' ου η εκτέλεση Συνεταιρισμού, συνολικού ποσού 190.510.000 δραχμών, οι οποίες προέρχονται από τη χορήγηση δανείων, βάσει των προαναφερομένων δανειστικών συμβάσεων, δεν είναι εξασφαλισμένες με το υπέρ αυτής προβλεπόμενο από το άρθρο 8 του ν. 4332/1929 προνόμιο πρωτοπραξίας και δικαίωμα γεωργικού ενεχύρου, αφού, όπως αναπτύχθηκε στη μείζονα πρόταση, το προνόμιο τούτο και δικαίωμα γεωργικού ενεχύρου υφίσταται μόνο στα αναφερόμενα στο άρθρο αυτό κινητά πράγματα του οφειλέτη της ΑΤΕ και δεν εκτείνεται και στις προσόδους που έχει ο οφειλέτης της από το ακίνητό του, βάσει κάποιας έννομης σχέσης (πολιτικούς καρπούς), όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση και η κατασχεθείσα απαίτηση μισθωμάτων που είχε ο οφειλέτης της ΑΤΕ Συνεταιρισμός έναντι της μισθώτριας των αποθηκευτικών χώρων του και β) ότι οι απαιτήσεις του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά του καθ' ου η εκτέλεση Συνεταιρισμού, ποσού 6.988.500 και 7.417.550 δραχμών αντίστοιχα, για την ικανοποίηση των οποίων επιβλήθηκαν από τον Διευθυντή του Α' Τελωνείου Θεσσαλονίκης και τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Γιαννιτσών οι παραπάνω κατασχέσεις της ίδιας απαίτησης μισθωμάτων, ήταν όλες ληξιπρόθεσμες κατά την ημέρα επιβολής των κατασχέσεων και επομένως απολαμβάνουν, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), του κατά το άρθρο 975 αριθμ. 6 ΚΠολΔ γενικού προνομίου.

Ενόψει των ανωτέρω, από το μετά την αφαίρεση των εξόδων απομένον για διανομή ποσό 16.216.299 δραχμών της κατασχεμένης απαίτησης, έπρεπε να ικανοποιηθούν πρώτα οι πιο πάνω αναφερόμενες προνομιακές απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και το υπόλοιπο του ποσού τούτου να διατεθεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της καθ' ης η ανακοπή ΑΤΕ, η οποία δεν ήταν εξοπλισμένη με προνόμιο.

Συνεπώς, η κατάταξη στον προσβαλλόμενο πίνακα διανομής μόνο της καθ' ης η ανακοπή σε ολόκληρο το διανεμητέο ποσό της κατασχεμένης απαίτησης δεν είναι νόμιμη (άρθρο 977 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ). Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ανακοπή ως ουσιαστικά βάσιμη, και να μεταρρυθμισθεί ο προσβαλλόμενος πίνακας διανομής, έτσι ώστε να καταταγούν σ' αυτόν Α) το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο για το ποσό των 14.406.050 δραχμών, από το οποίο 6.988.500 δραχμές για την ικανοποίηση της απαίτησής του, που βεβαιώθηκε στο Α' Τελωνείο Θεσσαλονίκης και 7.417.550 δραχμές για την ικανοποίηση της απαίτησής του, που βεβαιώθηκε στην ΔΟΥ Γιαννιτσών και Β) η καθ' ης η ανακοπή ΑΤΕ για το υπόλοιπο ποσό των (16.216.299 - 14.406.050 =) 1.810.249 δραχμών.

Από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό προς το διατακτικό της, σύμφωνα με το οποίο το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή, με την οποία το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε να καταταγεί στο σύνολο του διανεμητέου ποσού για απαίτηση του ύψους μετά των προσαυξήσεων 16.820.611 δραχμών, δεν καταλείπεται αμφιβολία, μολονότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν διαλαμβάνεται περί αυτού ιδιαίτερη αιτιολογία, ότι δικάσθηκε και απορρίφθηκε το αίτημα της ανακοπής για κατάταξη του ανακόπτοντος και για το ποσό των προσαυξήσεων που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης μέχρι 9-3-1995, το οποίο σημειωτέον δεν εισήχθη ως αυτοτελές αίτημα, αλλά ως ενιαίο με αυτό της κατάταξης για τις λοιπές απαιτήσεις του Δημοσίου.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι δεν άφησε αδίκαστο το επίμαχο αίτημα και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που, υπό την επίκληση του αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 988 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 974 και 975 του ίδιου ως άνω Κώδικα, συνάγεται ότι επί κατασχέσεως εις χείρας τρίτου, στην περίπτωση που ο τρίτος προέβη σε δημόσια κατάθεση του ποσού της απαίτησης που κατασχέθηκε στα χέρια του, λόγω του ότι αυτή δεν επαρκεί για την ικανοποίηση όλων των δανειστών που επέβαλαν την κατάσχεση, ο συμβολαιογράφος, που ορίσθηκε με απόφαση του αρμόδιου Ειρηνοδίκη για να προβεί στη διανομή, συντάσσει πίνακα κατάταξης και διανομής, στον οποίο κατατάσσει μόνο τους δανειστές που μετέχουν νόμιμα στη διανομή, δηλαδή εκείνους που επέβαλαν κατάσχεση μέσα στην οριζόμενη από την παρ. 1 του άρθρου 988 ΚΠολΔ προθεσμία.

Για την κατάταξη αυτή, το ποσό που κατασχέθηκε διανέμεται συμμέτρως μεταξύ του πρώτου κατάσχοντος και των δανειστών, των οποίων οι κατασχέσεις έλαβαν χώρα εντός της ανωτέρω προθεσμίας. Αν μεταξύ των περισσοτέρων απαιτήσεων κάθε ομάδας δανειστών συντρέχουν και προνομιακές απαιτήσεις, αυτές κατατάσσονται προνομιακά έναντι των απαιτήσεων των δανειστών της ίδιας ομάδας που δεν διαθέτουν προνόμιο, κατά την τάξη και σειρά που καθορίζουν τα άρθρα 975 επ.

ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 975 ΚΠολΔ, στην πέμπτη σειρά (ήδη μετά την τροποποίηση από το άρθρο 4 παρ. 17 εδ. β' του ν. 2298/1998 ο αριθμός της σειράς έγινε 6) κατατάσσονται "οι απαιτήσεις του δημοσίου .... από φόρους που ορίσθηκαν από την αξία της προσόδου ή από το είδος των πραγμάτων που πλειστηριάσθηκαν και που αφορούν το έτος που έγινε ο πλειστηριασμός και το προηγούμενο", ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 61 παρ. 1 εδ.α.

του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), η οποία μετά την κατάργηση της παρ. 2 του ίδιου άρθρου από το άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 2093/1992, ρυθμίζει αποκλειστικά το προνόμιο του Ελληνικού Δημοσίου, "το Δημόσιο κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου δια τας ληξιπροσθέσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ' αριθμ. 5 σειρά του άρθρου 975 του ΚΠολΔ" .

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διευρύνθηκε το επί της αναγκαστικής εκτέλεσης προνόμιο του Δημοσίου, το οποίο, διατηρούμενο στην ίδια σειρά, περιλαμβάνει τις από κάθε αιτία απαιτήσεις αυτού, με τις προσαυξήσεις και τους τόκους. Το περιοριστικό όριο που οι ανωτέρω διατάξεις ορίζουν για τον χρόνο μέχρι τον οποίο ισχύει το προνόμιο, δηλαδή η ημέρα του πλειστηριασμού και στην εκδικαζόμενη περίπτωση, κατά την οποία δεν ακολουθεί πλειστηριασμός, αλλά ο πίνακας συντάσσεται κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 988 παρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγω της αδυναμίας ικανοποιήσεως όλων των επιβαλλόντων κατάσχεση δανειστών, λόγω ανεπάρκειας του δημοσίως παρακατατεθέντος ποσού, μέχρι της επιβολής της κατάσχεσης στα χέρια του τρίτου, αναφέρεται και στις προσαυξήσεις της κυρίας απαίτησης, προς την οποία αμέσως συνδέονται, ώστε έσχατο όριό τους να είναι η ημέρα του πλειστηριασμού και συνεπώς να μην εξακολουθούν να παράγονται ασφαλισμένες με το προνόμιο και να ικανοποιούνται προνομιακώς, είτε μέχρι την ικανοποίηση της κυρίας απαίτησης, είτε μέχρι την κατάταξη στον πίνακα κατάταξης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δηλαδή με το να απορρίψει το αίτημα του Ελληνικού Δημοσίου για κατάταξη στον ανακοπτόμενο πίνακα και ως προς το ποσό των 2.414.552 δραχμών που αφορούσε προσαυξήσεις του χρονικού διαστήματος από την επιβολή της κατάσχεσης (24-1-1994) μέχρι 9-3-1995 (χρόνο συντάξεως του πίνακας διανομής) και απολάμβαναν του σχετικού προνομίου και επομένως, κατίσχυαν των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975 παρ. 5 ΚΠολΔ και 61 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ).

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του πρώτου λόγου, το Εφετείο με το να δεχθεί τα ανωτέρω, ορθά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ειρημένες διατάξεις και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.6.2000 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 3203/1999 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Αυγούστου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ