Legislator Case Law & Legislation
1950/2008 AI generated

1950/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1950/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά έχει εισαχθεί με την από 29-2-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.

Legislator headnote

AI generated

1950/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1950 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1950/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ... έως και Χ56δ, Χ57) Εργατικού Κέντρου Ευβοίας, με έδρα τη ......, που εκπροσωπείται νόμιμα, Χ58, κατοίκου ...... έως και Χ66, κατοίκου ......, Χ67) Σωματείου Εργατοτεχνιτών και Υπαλλήλων εργοστασίου ΣΕΛΜΑΝ με έδρα το ......, που εκπροσωπείται νόμιμα. Απαντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Θεοδώρα Πέτρου - Πετρούλα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ψ2, κατοίκου ...... και 3) Ψ3, κατοίκου ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Κοντοβαζαινίτη.

Η ένδικη διαφορά έχει εισαχθεί με την από 29-2-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.

Εκδόθηκε η απόφαση 260/2001 του παραπάνω δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-9-2001 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 15 Φεβρουαρίου 2003 έκθεση του κωλυομένου να παραστεί Αρεοπαγίτη Ελευθερίου Τσακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή νομίμως και παραδεκτώς οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από του δικαιώματος ασκήσεως εφέσεως κατά της αναιρεσιβαλλόμενης, όπως τούτο προκύπτει από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα ειδικά συμβολαιογραφικά έγγραφα, γεγονός το οποίον καθιστά παραδεκτή την ένδικη αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, Ολομ.

ΑΠ 9/1996 Δνη37. 1054) Επειδή, κατά τα άρθρα 1 και 8 εδ. 4 του καταστατικού της Τραπέζης της Ελλάδος που κυρώθηκε με το ν. 3424/1927, η εν λόγω Τράπεζα είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και λειτουργεί με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας. Ωστόσο όμως, λόγω των προνομίων που της έχουν παραχωρηθεί και των αρμοδιοτήτων που της ανατέθηκαν, έχει προσλάβει, ως προς την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών, δημόσιο χαρακτήρα (Ολομ.

ΣτΕ 2080/1987). Μία από τις εν λόγω αρμοδιότητές της είναι και ο έλεγχος της πίστεως, που ανατέθηκε σ' αυτή με τις διατάξεις του ν.δ. 588/1948, του α.ν. 1387/1950 και του ν. 1266/1982. Ειδική μορφή του ελέγχου τούτου αποτελεί η χορήγηση άδειας για την ίδρυση και η εποπτεία της λειτουργίας όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων, τόσο των Τραπεζών, κατά τον α.ν. 1665/1951, όσο και των αμιγών πιστωτικών συνεταιρισμών του ν. 1667/1986.

Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3, 5 παρ. 2, 8 παρ. 1 και 18-22 του ν. 2076/1992, που αποτελεί μεταφορά στην εσωτερική νομοθεσία της κοινοτικής οδηγίας 89/646/ΕΟΚ, η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί, ως προς τον έλεγχο αυτό, δημόσια εξουσία, εκδίδοντας εκτελεστές διοικητικές πράξεις, με τις οποίες χορηγεί ή ανακαλεί την άδεια για την ίδρυση όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων και εποπτεύει την κατά τη λειτουργία αυτών τήρηση των διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας, ιδίως όσον αφορά τη ρευστότητα, φερεγγυότητα, κεφαλαιακή επάρκεια και τη συγκέντρωση των κινδύνων.

Ορίζεται δε στο άρθρο 8 παρ. 2 περ. ι του ν. 2076/1992 ότι "οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, σχετικά με τη χορήγηση ή μη της άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος ή την ανάκληση της, υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 περ. η' του ν. 1406/1983, στην κατά το άρθρο 94 του Συντάγματος δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, πλην άλλων, και οι διοικητικές διαφορές ουσίας οι οποίες αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ν.π.δ.δ.

προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ. Όπως δε κρίθηκε με τις υπ' αριθμ. 5 και 53/1995 αποφάσεις του ΑΕΔ, παρά τη συσταλτική διατύπωση του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, που αναφέρεται σε πράξεις ή παραλείψεις κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας, η έννοια της διατάξεως αυτής είναι ότι η αγωγή αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου, των ΟΤΑ ή άλλων ν.π.δ.δ.

για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους παρέχεται όχι μόνο στις περιπτώσεις ευθύνης από την έκδοση ή την παράλειψη εκδόσεως εκτελεστών διοικητικών πράξεων, αλλά και από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξ αιτίας αυτής και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας των πιο πάνω προσώπων, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων.

Εν προκειμένω, με την απορριφθείσα αγωγή των αναιρεσειόντων ζητήθηκε να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι και τους καταβάλουν τα ποσά που αναφέρονται σ' αυτή ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για τη ζημία που υπέστησαν από την πτώχευση του καταναλωτικού πιστωτικού συνεταιρισμού "Ο ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ", που εδρεύει στη ......, και την εντεύθεν απώλεια των καταθέσεων τους.

Ως λόγος που ιδρύει την ευθύνη της Τραπέζης και των συνεναχθέντων οργάνων της φέρεται το γεγονός ότι, καίτοι ήταν γνωστό σ' αυτούς πως ο ανωτέρω συνεταιρισμός λειτουργούσε παρανόμως, γιατί δεν ήταν αμιγώς πιστωτικός, όπως αξιώνει το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 2076/1992, και περαιτέρω ότι ως καταναλωτικός μετήρχετο παραλλήλως και την εμπορία, η άσκηση της οποίας απαγορεύεται από το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 5076/1931, όπως τροποποιήθηκε με τον α.ν. 259/1936 και η ισχύς του επεκτάθηκε σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα με το άρθρο 29 του ν. 2076/1992, εν τούτοις, κατά παράβαση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, τα όργανα της εναγομένης όχι μόνο παρέλειψαν να επιβάλουν τις δέουσες κυρώσεις και ν' αποτρέψουν το κοινό, αλλ' αντίθετος, παρέσχον σε αυτόν συμβουλές για την καταστρατήγηση των δημοσίας τάξεως περιορισμών που αφορούν την προσέλκυση κεφαλαίων, υποδεικνύοντας την εμφάνιση των καταθέσεων ως "δανείων" επιστρεπτέων εντόκως και με επιτόκιο υπέρτερο του τραπεζικού ή ως "προαιρετικών συνεταιριστικών μερίδων".

Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζητήθηκε η αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από τις πιο πάνω παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων της αναιρεσιβλήτου Τραπέζης, κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, τουτέστιν του ελέγχου της πίστεως, η πλημμελής άσκηση του οποίου ιδρύει ευθύνη από τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και θεμελιώνει διοικητική διαφορά ουσίας, η εκδίκαση της οποίας απόκειται στη δικαιοδοσία των κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (ΣτΕ 2938/2001).

Συνεπώς, με το να δεχθεί τα ίδια και η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ακολουθίαν των οποίων απέρριψε την εναντίον των αναιρεσιβλήτων αγωγή, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ο δε τοιαύτην έννοιαν έχων μοναδικός από το άρθρο 559 αριθμ. 14 (και όχι 4) ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, που αιτιάται για αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, και συνακόλουθα απορριπτέα είναι και η αίτηση αναιρέσεως. Ως προς τα δικαστικά έξοδα, αυτά πρέπει, λόγω της ήττας τους, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσως από 24-9-2001 κατά της υπ' αριθμ. 260/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, εκ χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ