Supreme Court allows appeal against insurance company's refusal to return funds paid under annulment order.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court of Athens, annulling the Second Instance Court's decision that rejected the insurance company's request. The appellant, an insurance company, had paid over 138,000 euros to the appellee under a prior court order which was subsequently annulled. The court ruled that the appellee must return the full amount plus interest from the date of the annulment decision, as the payment was made solely due to the annulment of the executed judgment. Consequently, the court ordered the return of funds and awarded legal costs to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 579 and 581 of the Code of Civil Procedure; When a judgment is annulled, any payments made to the opposing party under that judgment must be returned, including interest accruing from the date of the annulment decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 194 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 194/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως μετονομάστηκε η εταιρεία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κυριακού, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η ως άνω εταιρεία μετονομάστηκε σε "...", όπως προκύπτει και από τις με ημερομηνία κατάθεσης 10-11-2023 προτάσεις ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-11-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 19-3-2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την σωρευομένη σε αυτή αίτηση επαναφοράς πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, κατά της υπ' αριθμ. ...
οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 21-12-2015 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εταιρία που εδρεύει στη ..., με την από 21-12-2015 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθεσε ότι δυνάμει της υπ' αριθ. ...
ασφαλιστικής σύμβασης, ασφάλισε τον όμιλο ... (ήτοι την εταιρία ... ... και τις θυγατρικές εταιρίες αυτής) για το χρονικό διάστημα από ... έως και ..., μεταξύ άλλων για υλικές ζημίες, μέχρι του ποσού των 400.000 λιρών Αγγλίας και ότι στο άρθρο 7 της εν λόγω σύμβασης προβλεπόταν το δικαίωμα υποκατάστασης της ασφαλιστικής εταιρίας στα δικαιώματα του ασφαλισμένου πριν ή μετά την πραγματοποίηση οποιασδήποτε πληρωμής.
Ότι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ''... - ...'', θυγατρική του ομίλου ... ..., με έδρα στην Ελλάδα, συνήψε με την εταιρία με την επωνυμία ...'' και το διακριτικό τίτλο ..., την από 28-3-2011 σύμβαση - πλαίσιο, δυνάμει της οποίας ανέθεσε σ' αυτή, μεταξύ άλλων, και την εκτέλεση των ένδικων οικοδομικών, ηλεκτρομηχανολογικών και τηλεπικοινωνιακών εργασιών για την κατασκευή σταθμών βάσης του δικτύου της στη θέση ...
του Δήμου ... του Νομού ... Κρήτης. Ότι η σύμβαση αυτή είχε χρονική διάρκεια από 1-7-2010 έως 30-6-2012 και ότι οριζόταν σε αυτήν η υποχρέωση του εργολάβου (...) να ασφαλίσει το εν λόγω έργο σε ασφαλιστική εταιρία κοινής αποδοχής και ότι ο εργολάβος θα είχε την πλήρη αστική και ποινική ευθύνη για κάθε ζημία που αφορά στο έργο.
Ότι η εργολάβος εταιρία ... συμμορφούμενη με την ως άνω σύμβαση έργου, ασφάλισε το έργο, έναντι καταβολής ασφαλίστρου, στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, που τότε είχε την επωνυμία ..., δυνάμει του υπ'αριθ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου και ότι η εναγομένη ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη παντός κινδύνου (ανάμεσα στους οποίους περιλαμβανόταν και ο κίνδυνος πυρκαγιάς από εμπρησμό) του έργου κατασκευής νέων σταθμών κινητής τηλεφωνίας στην ύπαιθρο, μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των 200.000 ευρώ.
Ότι κατά τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης προκλήθηκε στις 29-5-2011, λόγω εμπρησμού από άγνωστους δράστες, πυρκαγιά με αποτέλεσμα την πρόκληση εκτεταμένων υλικών ζημιών στις εγκαταστάσεις του έργου στη θέση ... του Δήμου ... του Νομού ..., ιδιοκτησίας της εργοδότριας εταιρίας ''... - ...'', όπως αυτές αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή.
Ότι μετά από το ανωτέρω συμβάν, η τελευταία ενημέρωσε την εργολάβο εταιρία ... καθώς και την ενάγουσα για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης. Ότι συνεπεία του ενδίκου γεγονότος η εργοδότρια και ασφαλισμένη στην ενάγουσα εταιρία υπέστη τις ως άνω περιγραφόμενες αναλυτικά στην αγωγή υλικές ζημίες, ύψους 116.792,04 ευρώ, για την αποκατάσταση των οποίων η ενάγουσα κατέβαλε σ' αυτή, στις 9-12-2015, αφαιρουμένης της συμβατικά προβλεπόμενης απαλλαγής, το ποσό των 105.188,19 ευρώ και έτσι υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της ασφαλισμένης της εταιρίας.
Ότι ακολούθως απέστειλε στην εναγομένη εξώδικη αναγγελία στις 17-12-2015 με την οποία της ανήγγειλε την υποκατάστασή της στα δικαιώματα της εργοδότριας ανώνυμης εταιρίας (''... - ...'') και κάλεσε την εναγομένη να της καταβάλει το παραπάνω καταβληθέν από αυτή ποσό, πράγμα που η εναγομένη δεν έπραξε. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το προαναφερθέν ποσό των 105.188,19 ευρώ, που κατέβαλε ως ασφαλιστική αποζημίωση στην ασφαλισμένη της εταιρία, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της εξώδικης όχλησης (17-12-2015), άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. ... οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 104.388,19 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της εξώδικης όχλησης προς αυτήν έως την εξόφληση.
Κατά της ανωτέρω απόφασης η εναγομένη άσκησε την από 19-3-2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγομένη - αναιρεσείουσα με την κρινόμενη από 5-11-2020 αίτηση αναίρεσης και τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους.
Κατά το άρθρο 25 ΑΚ οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο, στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη, και, αν δεν υπάρχει τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν στα δικαιώματα του δανειστή από σύμβαση υποκαθίσταται από τον νόμο τρίτος γενικά και ειδικότερα ασφαλιστής, που έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει και ικανοποίησε το δανειστή, η νόμιμη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του δανειστή, εάν δεν υπάρχει άλλη συμβατική δέσμευση της πολιτείας, δεν διέπεται αναγκαίως (εκτός αντίθετης πρόβλεψης στην ασφαλιστική σύμβαση συνάδουσας με το ενωσιακό δίκαιο) από το δίκαιο της πολιτείας που εφαρμόζεται για τη διαφορά από τη σύμβαση, από την οποία προκύπτει η αξίωση αποζημίωσης (ομοίως και από αδικοπραξία), αφού η αξίωση του τρίτου ασφαλιστή έχει άμεσο έρεισμα τον νόμο και δεν απορρέει από τη σύμβαση από την οποία προέκυψε η αξίωση αποζημίωσης, αλλά από το δίκαιο, που διέπει τη σχέση στην οποία στηρίζεται η ικανοποίηση του δανειστή από τον τρίτο, δηλαδή από το δίκαιο που διέπει την ασφαλιστική σχέση την επιστηρίζουσα την υποκατάσταση του τρίτου- ασφαλιστή στα δικαιώματα του δανειστή.
Το δίκαιο αυτό θεωρούμενο ως lex causae της υποκατάστασης εφαρμόζεται κατ' άρθρο 25 ΑΚ (βλ. και ΟλΑΠ 19/1995, ΑΠ 1710/2022, ΑΠ 736/2019, 640/2019, 684/2011). Το αναφερόμενο δε στις συμβάσεις ασφάλισης (όχι αντασφάλισης) άρθρο 7 παρ. 2, 3 περ. α και β, 6 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι), που εφαρμόζεται στις συμβάσεις που συνήφθησαν μετά την 17-12-2009 (όπως στην ένδικη περίπτωση) και που εφαρμόζεται στις συμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου στις περιπτώσεις που εμπεριέχουν σύγκρουση νόμων, προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι:
Οι συμβάσεις ασφάλισης που καλύπτουν μεγάλους κινδύνους, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 στοιχείο δ' της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, διέπονται από το δίκαιο που έχουν επιλέξει τα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού.
Στο μέτρο που τα μέρη δεν έχουν επιλέξει το εφαρμοστέο δίκαιο, η σύμβαση ασφάλισης διέπεται από το δίκαιο της χώρας όπου ο ασφαλιστής έχει τη συνήθη διαμονή του. Όταν από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης προκύπτει ότι η σύμβαση (ασφάλισης) προδήλως συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας (παρ. 2).
Σε περίπτωση σύμβασης ασφάλισης, πλην της ασφάλισης που εμπίπτει στην παράγραφο 2, τα μέρη μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 3, να επιλέξουν μόνο μεταξύ των εξής δικαίων: α) του δικαίου οιουδήποτε κράτους μέλους όπου βρίσκεται ο κίνδυνος κατά τη χρονική στιγμή σύναψης της σύμβασης, β) του δικαίου της χώρας όπου ο ασφαλισμένος έχει τη συνήθη διαμονή του... (παρ. 3).
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η χώρα όπου βρίσκεται ο κίνδυνος προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο δ της δεύτερης οδηγίας 88/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1988 (παρ. 6), ενώ στο άρθρο 2 στ. δ' της τελευταίας αυτής Οδηγίας ορίζεται ότι για τους σκοπούς της ως κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος νοείται, μεταξύ άλλων, το κράτος μέλος καταχώρισης, όταν η ασφάλιση αφορά κάθε είδους μεταφορικά μέσα, και το κράτος μέλος όπου ο ασφαλισμένος έχει τη συνήθη διαμονή του ή, εάν ο ασφαλισμένος είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος όπου βρίσκεται η εγκατάσταση αυτού του νομικού προσώπου στο οποίο αναφέρεται το ασφαλιστήριο, σε όλες τις περιπτώσεις που δεν αναφέρονται ρητά στις προηγούμενες περιπτώσεις (αφορώσες ασφαλίσεις ακινήτων, ασφαλίσεις διαρκείας μέχρι 4 μηνών για κινδύνους που ανακύπτουν κατά τη διάρκεια ταξιδίου ή διακοπών).
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του ανωτέρω κανονισμού ως συνήθης διαμονή εταιρείας ή άλλης ένωσης, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, νοείται ο τόπος της κεντρικής της διοίκησης, αυτή δε η "διαμονή" του ασφαλισμένου εγκαθιδρύει αυτοτελή δυνατότητα επιλογής του δικαίου της χώρας όπου βρίσκεται κατά το ανωτέρω άρθρο 7 παρ. 3 στ.
β. Εξάλλου κατ' άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α του ίδιου κανονισμού, εφόσον δεν πρόκειται περί συμβάσεων που ρυθμίζονται ειδικότερα (συμβάσεις μεταφοράς: άρθ. 5, συμβάσεις καταναλωτών : άρθ. 6, συμβάσεις ασφάλισης: άρθ. 7, ατομικές συμβάσεις εργασίας: άρθ. 8), η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 στ.
β, ελλείψει επιλογής του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 3 το εφαρμοστέο δίκαιο στη σύμβαση παροχής υπηρεσιών διέπεται κατ' αρχήν από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο πάροχος υπηρεσίας έχει τη συνήθη διαμονή του, κατά το άρθρο δε 12 παρ. 1 στ. γ το εφαρμοστέο δίκαιο (μέσα στα όρια των εξουσιών που παρέχει στο επιληφθέν δικαστήριο το δικονομικό δίκαιό του, ως προς το οποίο κατ' αρχήν δεν εφαρμόζεται ο κανονισμός), διέπει, μεταξύ άλλων, τις συνέπειες της μη εκπλήρωσης, ολικής ή μερικής, των ενοχών αυτών, συμπεριλαμβανομένου του υπολογισμού της αποζημίωσης, εφόσον ρυθμίζονται από κανόνες δικαίου.
Τέλος κατ' άρθρο 15 του ως άνω κανονισμού, που αφορά την εκ του νόμου υποκατάσταση, όταν, δυνάμει μιας συμβατικής ενοχής, ένα πρόσωπο ("ο δανειστής") έχει απαίτηση έναντι άλλου προσώπου ("ο οφειλέτης"), και ένα τρίτο πρόσωπο έχει την υποχρέωση να ικανοποιήσει τον δανειστή, ή τον έχει πράγματι ικανοποιήσει εκπληρώνοντας την υποχρέωση αυτή, το δίκαιο, που διέπει την υποχρέωση του τρίτου να ικανοποιήσει τον δανειστή, καθορίζει αν και σε ποιο βαθμό αυτός ο τρίτος δικαιούται να ασκήσει κατά του οφειλέτη τα δικαιώματα που είχε ο δανειστής κατά του οφειλέτη σύμφωνα με το δίκαιο, που διέπει τη σχέση τους.
Από τη σχετική ρύθμιση προκύπτει ότι, βάσει του ανωτέρω κανονισμού, το δίκαιο, που είναι εφαρμοστέο για τη σχέση μεταξύ του αρχικού, ήδη υποκατασταθέντος εκ του νόμου, δανειστή και του τρίτου, που τον υποκατέστησε, καθορίζει αν και σε ποιο βαθμό αυτός ο τρίτος δικαιούται (νομιμοποιείται ενεργητικώς) να ασκήσει κατά του οφειλέτη του αρχικού δανειστή τα δικαιώματα που είχε ο τελευταίος κατ' εκείνου, αυτό δε το δίκαιο δεν συμπίπτει αναγκαίως με το δίκαιο, που διέπει την υποχρέωση του οφειλέτη να ικανοποιήσει τον αρχικό δανειστή βάσει της μεταξύ τους σχέσεως, το οποίο και θα εφαρμοσθεί για την κρίση ως προς την ύπαρξη οφειλής.
Σύμφωνα με αυτά, επί αγωγής ασκούμενης από ασφαλιστή, που αποκατέστησε τη ζημία ασφαλισμένου του δυνάμει συμβάσεως ασφαλίσεως, διεπόμενης από το δίκαιο άλλου κράτους μέλους και καταρτισθείσας νομίμως σύμφωνα με ένα από τους καθιερούμενους με τον παραπάνω κανονισμό συνδέσμους (π.χ. τη συνήθη, κατά την προδιαλαμβανόμενη έννοια της διαμονής του ασφαλισμένου), η υποκατάσταση μεν του ασφαλιστή και κατ' επέκταση η ενεργητική του νομιμοποίηση να στραφεί κατά του ευθυνόμενου για τη ζημία οφειλέτη θα κριθεί σύμφωνα με εκείνο το δίκαιο, η ευθύνη όμως του τελευταίου από τη σύμβαση μεταξύ αυτού και του ασφαλισμένου, στις αξιώσεις του οποίου υποκαταστάθηκε ο ασφαλιστής, και η τυχόν οφειλόμενη εξαιτίας παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων του οφειλέτη υποχρέωση αποζημίωσης θα κριθεί κατά το δίκαιο που ενδεχομένως επέλεξαν τα μέρη για τη σύμβαση από την οποία απορρέει η σχετική αξίωση, ελλείψει δε σχετικής συμφωνίας και, εφόσον η ευθύνη απορρέει από σύμβαση παροχής υπηρεσιών, κατά το δίκαιο του κράτους μέλους, στην οποία ο πάροχος έχει την κατά την έννοια του κανονισμού τη συνήθη διαμονή του, χωρίς να καταλείπεται περιθώριο προσφυγής σε άλλους επικουρικώς προβλεπόμενους συνδέσμους (ιδίως του συνδέσμου της χαρακτηριστικής παροχής).
Με αυτό τον τρόπο το κοινοτικό δίκαιο ουσιαστικά ταυτίζεται με την προδιαλαμβανόμενη ρύθμιση του εθνικού ιδιωτικού δικαίου κατά το άρθρο 25 ΑΚ, όπως αυτό κατά τα προδιαλαμβανόμενα ερμηνεύεται (ΑΠ 1710/2022). Οι ανωτέρω όμως διατάξεις δεν αποκλείουν τον μετασυμβατικό καθορισμό του εφαρμοστέου σε μια ενοχική δικαιοπραξία δικαίου, ακόμη και "εν επιδικία", ρητώς ή σιωπηρώς.
Ρητώς, αν οι συμβαλλόμενοι ορίσουν ενώπιον του δικαστηρίου το δίκαιο που θέλουν να διέπει τη συγκεκριμένη σύμβαση που έχουν καταρτίσει, σιωπηρώς δε αναφερόμενοι στις διατάξεις ενός δικαίου, έτσι ώστε να συνάγεται ευκρινώς η βούλησή τους στο να θεωρηθεί το δίκαιο αυτό εφαρμοστέο στη σύμβασή τους (A.Π. 1115/2015, ΑΠ 1383/2008).
Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Κανόνες ουσιαστικού δικαίου αποτελούν και οι κανονισμοί της ΕΕ, οι οποίοι από τότε που τίθενται σε ισχύ είναι άμεσης εφαρμογής και αποτελούν εσωτερικό ελληνικό δίκαιο (ΑΠ 93/2017), η παραβίαση των οποίων ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ1405/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 7 του Κανονισμού αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο στις συμβατικές ενοχές δίκαιο, δέχθηκε ως εφαρμοστέο επί των εκ της ένδικης συμβάσεως αξιώσεων της αναιρεσίβλητης το Ελληνικό Δίκαιο, κατ'εφαρμογή του οποίου έκρινε τη νομική βασιμότητα της αγωγής, παραλείποντας να προσφύγει και να εφαρμόσει τις διατάξεις του ανωτέρω Κανονισμού, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, που εφαρμόζεται επί ασφαλιστικών συμβάσεων όταν ο κίνδυνος ή ο λήπτης της ασφάλισης ή και ο ασφαλιστής βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες της ΕΕ, όπως στην προκειμένη περίπτωση, όπου, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή και κατά της παραδοχές της προσβαλλομένης, ο ασφαλιστής εδρεύει στη ..., ο λήπτης της ασφάλισης ( όμιλος ...) στη ..., όπου εδρεύει και η εταιρία ...
που συνήψε ως μεσίτης ασφαλειών τη σύμβαση, ενώ ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος εκτείνεται σε όλους τους τόπους όπου υπάρχει επιχείρηση και εγκατάσταση της .... Άλλως επικουρικά προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστέο δίκαιο είναι το Ελληνικό, παρ' όλα αυτά δεν παραθέτει κανένα περιστατικό από το οποίο κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα και ειδικότερα δεν αναφέρει εάν τα συμβαλλόμενα μέρη όρισαν το επιθυμητό δίκαιο που θα διέπει την ένδικη σύμβαση, αν αυτό είναι το Ελληνικό ή το δίκαιο άλλης χώρας και σε ποιο κράτος μέλος της ΕΕ βρισκόταν ο κίνδυνος κατά τη χρονική στιγμή της σύναψης της σύμβασης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι πρωτίστως αόριστος καθόσον η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει ποιο δίκαιο έπρεπε να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τον ανωτέρω Κανονισμό και κυρίως για ποιο λόγο το Ελληνικό Δίκαιο (που τελικά εφαρμόστηκε) δεν ήταν εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν η αποδιδόμενη πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης.
Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου των προτάσεων που κατέθεσε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει σαφώς ότι έλαβε χώρα μετασυμβατικός καθορισμός του ελληνικού δικαίου ως εφαρμοστέου επί των ένδικων αξιώσεων, συναγόμενος σιωπηρώς, από την παράλειψη της αναιρεσείουσας, κατά την ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου πρώτη συζήτηση της αγωγής, να εναντιωθεί στην εφαρμογή του Ελληνικού Δικαίου.
Αντιθέτως μάλιστα η τελευταία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου των προτάσεών της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρόβαλε σχετικές ενστάσεις βασιζόμενες στην εφαρμογή του Ελληνικού Δικαίου επί της αγωγής, την οποία προφανώς εκτίμησε ως θεμελιούμενη επί του Ελληνικού Δικαίου και ειδικότερα επί του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 και για το λόγο αυτό δεν επικαλέστηκε την εφαρμογή άλλου δικαίου για την εκ της ένδικης συμβάσεως βάση της αγωγής.
Το γεγονός δε ότι η αναιρεσείουσα, αναφέρει παρεπιπτόντως και επιγραμματικά στις σελίδες 28 και 34 του δικογράφου της εφέσεώς της ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ''απολύτως εσφαλμένα εφάρμοσε τον Ελληνικό Νόμο, ήτοι τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 αφού το ασφαλιστήριο της ενάγουσας διέπεται από αλλοδαπό δίκαιο'', χωρίς καμία μνεία περί παραβίασης των σχετικών διατάξεων του ανωτέρω Κανονισμού, δεν μπορεί να θεωρηθεί θεμελιωτικό της βουλήσεως της αναιρεσείουσας περί του εφαρμοστέου δικαίου.
Σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 1 παρ. 1 του ν. 2496/1997, με την ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου, στον αντισυμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή, σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).
Ασφαλισμένος στη σύμβαση ασφάλισης ζημιών (όπως είναι η ασφάλιση πυρκαγιάς, κατ' αρ. 19 του ίδιου νόμου), είναι το πρόσωπο που έχει συμφέρον στη διατήρηση του πράγματος, αυτός δηλαδή του οποίου η οικονομική σχέση με το πράγμα θα θιγεί με την επέλευση του κινδύνου και χάριν του οποίου συνάπτεται η σύμβαση ασφάλισης.
Κατά κανόνα, οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Αν, όμως, οι παραπάνω ιδιότητες δεν συμπίπτουν στο αυτό πρόσωπο, όπως συμβαίνει στην ασφάλιση ξένου συμφέροντος, η ασφάλιση συνάπτεται για λ... άλλου και είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τα αρ. 410 επ.
ΑΚ (ΑΠ 1895/2008 ). Στην περίπτωση αυτή, τρίτος δικαιούχος του ασφαλίσματος είναι ο ασφαλισμένος που ορίστηκε από τη σύμβαση, ότι απειλείται από τον ασφαλιστικό κίνδυνο και πλήττεται από την πραγματοποίησή του. Αυτός (τρίτος) είναι ο μόνος που μπορεί να ζητήσει την καταβολή του ασφαλίσματος, απευθείας, στον ίδιο (βλ.
ΑΠ 501/2010) και ως εκ τούτου νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της σχετικής περί καταβολής του ασφαλίσματος αγωγής κατά του ασφαλιστή (ΑΠ 336/2021, ΑΠ 1392/2019, ΑΠ 2052/2014, ΑΠ 596/2013, ΑΠ 1895/2008). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 ''Εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημιάς κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε''.
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι ο ασφαλιστής, από τότε που θα καταβάλει το ασφάλισμα, υποκαθίσταται στη θέση εκείνου και μπορεί να ενασκήσει κατά του υπαίτιου της ζημίας τρίτου, τις αξιώσεις του τελευταίου. Η ασφαλιστική υποκατάσταση αποτελεί εκχώρηση από το νόμο και επέρχεται αυτοδικαίως, από το χρόνο καταβολής της ασφαλιστικής αποζημιώσεως στο λήπτη της ασφαλίσεως, η αξίωση δε περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε.
Επομένως ο ασφαλιστής, που κατέβαλε το ασφάλισμα, υποκαθίσταται στη θέση ακριβώς που βρισκόταν ο ασφαλισμένος έναντι του τρίτου, εναντίον του οποίου αυτός δικαιούται να στραφεί συνεπεία της από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου ζημίας. Στο νόμο δεν προβλέπεται άλλη, πρόσθετη προϋπόθεση για την επέλευση της υποκαταστάσεως, όπως π.χ.
συμφωνία μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή ή αναγγελία της πληρωμής από τον ασφαλιστή στον υπόχρεο προς αποζημίωση τρίτο. Τρίτος, κατά το άρθρο 14 του Ν. 2496/1997, είναι κάθε πρόσωπο το οποίο δεν είναι αντισυμβαλλόμενος (ή λήπτης της ασφαλίσεως, κατά τη νέα διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2496/1997) ή ασφαλισμένος στη σύμβαση ασφαλίσεως (ΑΠ 1089/2022).
Ειδικότερα ''τρίτος'', στον οποίο αναφέρεται η ρύθμιση του ανωτέρω άρθρου, είναι το πρόσωπο που είναι υπαίτιο για την πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου (ή ο ασφαλιστής της αστικής ευθύνης του) και κατά του οποίου ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος έχει αξίωση για αποζημίωση είτε από αδικοπραξία είτε από σύμβαση είτε απ' ευθείας από το νόμο.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2496/1997, αν η ασφαλισμένη περιουσία έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου σε περισσότερους ασφαλιστές (πολλαπλή ασφάλιση), οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας και, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρον (άρθρο 481 επ.
Α.Κ.), μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους. Πολλαπλή ασφάλιση υπάρχει και στην περίπτωση, που, αυτοτελώς, ο κύριος του πράγματος ασφαλίζει αυτό για τον κίνδυνο βλάβης ή απώλειάς του και, στη συνέχεια, τρίτος ασφαλίζει σε άλλο ασφαλιστή το ίδιο πράγμα, για τον ίδιο χρόνο και κατά του ίδιου κινδύνου για λ...
του κυρίου, οριζομένου και ως δικαιούχου του ασφαλίσματος, δυνάμει σχετικής σύμβασης μεταξύ τους, αφού και στις δύο συμβάσεις ασφάλισης ο κύριος του πράγματος είναι φορέας του αυτού ασφαλιστικού συμφέροντος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 487 Α.Κ. "μεταξύ τους οι περισσότεροι συνοφειλέτες ευθύνονται κατά ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση", ενώ κατά το άρθρο 488 Α.Κ., εφόσον ένας από τους συνοφειλέτες ικανοποίησε το δανειστή και έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών, υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή.
Επομένως, υπό την ισχύ του ανωτέρω άρθρου 15 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2496/1997, σε περίπτωση πολλαπλής ασφάλισης οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές και, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρον (άρθρο 481 επ. Α.Κ.), μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους, ενώ στις μεταξύ τους εσωτερικές σχέσεις ευθύνονται κατ' ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, και εάν ένας από τους περισσότερους ασφαλιστές ικανοποίησε το δανειστή έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών (ΑΠ 942/2021).
Ικανοποίηση (με την έννοια της ΑΚ 483) του δανειστή και ύπαρξη δικαιώματος κύριας αναγωγής συνεπάγονται από κοινού, για τον ικανοποιήσαντα και δικαιούχο αναγωγής συνοφειλέτη, αυτοδίκαιη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του δανειστή. Δηλαδή, η υποκατάσταση εξαρτάται όχι μόνο από την ύπαρξη των δικαιωμάτων του δανειστή, αλλά και από την ύπαρξη και έκταση του δικαιώματος κύριας αναγωγής.
Συνεπώς, στον ασφαλιστή, που πλήρωσε, παρέχεται δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών, με μερική υποκατάστασή του, κατά την έκταση του δικαιώματος αναγωγής, στα δικαιώματα του ασφαλισμένου έναντι αυτών ( ΑΠ 1336/2011). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), που τυγχάνει ασφαλιστική εταιρεία με έδρα την αλλοδαπή, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... ασφαλιστικής σύμβασης, ασφάλισε τον όμιλο ... (ήτοι την εταιρεία ... ...
και τις θυγατρικές εταιρίες αυτής) για το χρονικό διάστημα από ... έως ..., μεταξύ άλλων, για υλικές ζημίες μέχρι του ποσού των 400.000 λιρών Αγγλίας. Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...-...", με την ιδιότητά της ως εργοδότη, ανέθεσε στην ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... με το διακριτικό τίτλο "...", ως εργολάβο, την κατασκευή και ενεργοποίηση σταθμού βάσης του δικτύου της, στην περιοχή του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., του Δήμου ..., του Νομού ...
Κρήτης, σε μισθωμένο οικόπεδο έκτασης 500 μ2, σε ακίνητο που είχε μισθώσει, δυνάμει της από 28-3-2011 και με αριθμό ... σύμβασης-πλαίσιο, που υπεγράφη μεταξύ των μερών, με διάρκεια από 1-7-2010 έως 30-6-2012. Στο πλαίσιο αυτής της σύμβασης, η εργολάβος εταιρεία ανέλαβε την εκτέλεση οικοδομικών, ηλεκτρομηχανολογικών και τηλεπικοινωνιακών εργασιών για την κατασκευή, ενεργοποίηση και παράδοση του νέου σταθμού του δικτύου της εργοδότριας εταιρείας.
Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι την ευθύνη του έργου (αστική-ποινική) έναντι τρίτων θα φέρει η εργολάβος εταιρεία, η οποία υποχρεούτο επίσης, να ασφαλίσει το έργο σε ασφαλιστική εταιρεία κοινής αποδοχής. Σύμφωνα με αυτή την υποχρέωση, η εργολάβος ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... με το διακριτικό τίτλο "..." συνήψε με την εναγομένη (αναιρεσείουσα), όταν αυτή διατηρούσε την παλαιά επωνυμία της, "...", το υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου η εναγομένη-εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε, έναντι ασφαλίστρου, την ασφαλιστική κάλυψη από τον κίνδυνο οποιασδήποτε απρόοπτης και αιφνίδιας ζημίας του αντικειμένου ασφάλισης. Στο, εν λόγω, ασφαλιστήριο συμβόλαιο ορίζεται ρητά, ότι ασφαλισμένος είναι η ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...
με το διακριτικό τίτλο "..." ως κύριος εργολάβος, ή ο εκάστοτε κύριος του έργου καθώς και υπεργολάβοι ή προμηθευτές. Αντικείμενο δε της ασφάλισης ορίστηκε, ανάμεσα σε άλλα, και η κατασκευή νέων σταθμών κινητής τηλεφωνίας στην ύπαιθρο, έναντι του ασφαλιστικού ποσού των 200.000 ευρώ. Η διάρκεια της σύμβασης ορίσθηκε ενιαύσια, αρχόμενη την 31η-12-2010 και λήγουσα την 31η-12-2011, μεταξύ, δε, των καλυπτόμενων ασφαλιστικών περιπτώσεων συμπεριλήφθηκε και ο κίνδυνος φωτιάς, έκρηξης, κακόβουλης ενέργειας.
Το ασφάλιστρο συμφωνήθηκε στο ποσό των 9.000 ευρώ. Αποδείχθηκε επίσης, ότι οι εργασίες στο μισθωμένο οικόπεδο στην περιοχή του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., του Δήμου ..., του Νομού ... Κρήτης, άρχισαν την 21η-2-2011, όπως σχετικά προκύπτει από τα ημερολόγια έργου, με την εκσκαφή- απομάκρυνση προϊόντων του χώρου μίσθωσης για τη σωστή τοποθέτηση του σταθμού, ενώ η εργολάβος εταιρεία στη συνέχεια, την 2α και 3η Μαρτίου του 2011 συνέχισε το έργο με τη διάνοιξη οδού για την πρόσβαση των φορτηγών και την απομάκρυνση λάσπης.
Το έργο συνεχίστηκε την 30η Μαρτίου 2011, με την εργολάβο εταιρεία να μεταφέρει οικίσκο και λοιπό εξοπλισμό στο χώρο του οικοπέδου. Κατά την ίδια χρονική περίοδο, κάτοικοι της περιοχής ... κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με αίτημα τη διακοπή των εργασιών για την εγκατάσταση του σταθμού της εργοδότριας εταιρείας και πέτυχαν την αυθημερόν έκδοση της προσωρινής διαταγής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., για τη διακοπή των εργασιών.
Εξαιτίας αυτής της προσωρινής διαταγής, οι εργασίες διακόπηκαν και ο εξοπλισμός της εργοδότριας εταιρείας παρέμεινε στο χώρο του οικοπέδου, συγκεκριμένα τα τηλεπικοινωνιακά υλικά παρέμειναν στον οικίσκο, ενώ, ο λοιπός εξοπλισμός, παρέμειναν στο χώρο του οικοπέδου. Για τη φύλαξη δε του χώρου, η εργολάβος εταιρεία ανέθεσε σε ιδιωτική εταιρεία να εποπτεύει το χώρο, σε τρίωρες ημερήσιες βάρδιες των δύο ατόμων.
Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, που ήδη αναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι κατά την διάρκεια της ισχύος της ασφαλιστικής συμβάσεως επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος πυρκαγιάς. Ειδικότερα, την 29η-5-2011 και περί ώρα 00:40 το βράδυ, εκδηλώθηκε πυρκαγιά στον χώρο του οικοπέδου, συνεπεία της οποίας επήλθε ολοσχερής καταστροφή των κτιρίων λοιπών εγκαταστάσεων, των τηλεπικοινωνιακών εγκαταστάσεων, των αποθηκών, του οικίσκου-κοντέινερ ..., του σταθμού της βάσης τηλεπικοινωνιακής εγκατάστασης, εντός και εκτός του κοντέινερ, ενώ καταστράφηκαν όλα τα είδη εξοπλισμού της εργοδότριας εταιρείας που είχαν τοποθετηθεί εκεί.
Όπως προέκυψε μεταγενέστερα, η ανωτέρω πυρκαγιά προκλήθηκε από πράξη εμπρησμού αγνώστου ατόμου και αποδίδεται σε κακόβουλη ενέργεια που έγινε με εύφλεκτο υλικό (βενζίνη) και δεν οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια της εργοδότριας εταιρείας.... Για το συμβάν αυτό σχηματίστηκε από την, ως άνω, Υπηρεσία προανακριτική δικογραφία, η οποία υπεβλήθη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών ......
για τη διερεύνηση των αιτιών της πυρκαγιάς. Στα πλαίσια της προανάκρισης διενεργήθηκε πραγματογνωμοσύνη από τον Γ. Π., πτυχιούχο ηλεκτρολόγο-μηχανικό, σύμφωνα με την οποία, το κοντέινερ καταστράφηκε ολοσχερώς, μαζί με το σύνολο του εξοπλισμού που περιείχε. Επίσης, διαπιστώθηκαν, ευρήματα παραβίασης της πόρτας αυτού, καθώς και αρκετή ποσότητα άκαυστου πετρελαίου σε λακκούβες στο έδαφος γύρω από την εγκατάσταση του κοντέινερ.
Η πραγματογνωμοσύνη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, η πυρκαγιά οφείλεται σε σκόπιμη ενέργεια από αγνώστους που ήθελαν να αποτρέψουν τη λειτουργία της εγκατάστασης (σταθμού κινητής τηλεφωνίας) στην περιοχή. Συνεπεία της προαναφερθείσας πυρκαγιάς, που προκλήθηκε, λόγω εμπρησμού, από άγνωστο άτομο, η ασφαλισμένη στην ενάγουσα εργοδότρια εταιρεία με την επωνυμία "...-..." υπέστη εκτεταμένες υλικές ζημιές, ενώ παράλληλα από την εν λόγω πυρκαγιά, ματαιώθηκε η εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου για την εγκατάσταση του σταθμού κινητής τηλεφωνίας αυτής στην περιοχή.
Για την αποκατάσταση της συνολικής ζημίας της, η εργοδότρια εταιρεία έλαβε, την 9η-12-2015, ως ασφαλιστική αποζημίωση από την ενάγουσα εταιρεία, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας και εν γένει εξόδων, που υπέστη από την εκδήλωση της ένδικης ασφαλιστικής περίπτωσης πυρκαγιάς, το ποσό των 105.188,19 ευρώ, ήτοι 116.792,04 ευρώ (σύνολο ζημιών) - 11.603,85 ευρώ (συμφωνηθείσα απαλλαγή).
Μετά την καταβολή του ανωτέρω ασφαλίσματος, η ενάγουσα - εφεσίβλητη υποκαταστάθηκε στη θέση της ασφαλισμένης της εταιρείας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, αλλά και τη σχετική περί εκχώρησης διάταξη, που εμπεριέχεται στον υπ' αριθμ. 7 όρο της υπ' αριθμ. ... ασφαλιστικής σύμβασης, που υπεγράφη μεταξύ των μερών.
Η ενάγουσα-εφεσίβλητη, μετά από την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης στην εργοδότρια εταιρεία, απέστειλε στην εναγομένη-εκκαλούσα την από ... εξώδικη δήλωση- αναγγελία, η οποία επιδόθηκε στην τελευταία την 17η-12-2015,..., με την οποία ανήγγειλε σε αυτήν την υποκατάστασή της στα δικαιώματα της εργοδότριας εταιρείας με την επωνυμία "...-...", που απορρέουν από την υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστική σύμβαση, στην οποία είχε οριστεί δικαιούχος η εργοδότρια εταιρεία. Παράλληλα, κάλεσε την εναγομένη-εκκαλούσα να καταβάλει σε αυτήν το καταβληθέν ποσό των 105.188,19 ευρώ, εντός 5 ημερών, σε λ..., που της υπέδειξε. Η εναγομένη-εκκαλούσα, όμως, δεν συμμορφώθηκε και έτσι η ενάγουσα άσκησε την κρινόμενη αγωγή κατά της εναγομένης εταιρείας.
Το περιεχόμενο της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης είναι σαφές και πλήρες, δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια ώστε να αναζητηθεί η ερμηνεία των όρων αυτού, κατά τη διάταξη του άρθρου 200 ΑΚ, η οποία παρίσταται αναγκαία, όταν ως προς την έννοια των δηλωθεισών βουλήσεων υπάρχει αμφιβολία ή υπάρχει κενό στη σύμβαση του οποίου η πλήρωση επιτρέπει την αναγωγή στον κανόνα της ως άνω διάταξης.
Συνεπώς, απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη είναι η ένσταση της εναγομένης για μείωση του ασφαλιστικού ποσού στο ύψος των 20.000 ευρώ, διότι ασφαλιστέο ήταν το έργο εγκατάστασης σταθμού κινητής τηλεφωνίας της εργοδότριας εταιρείας ως το ποσό των 200.000 ευρώ, και ο όρος περί ορίου στο ασφάλισμα ως το ποσό των 20.000 ευρώ για υλικές ζημίες προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι μετά από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ματαιώθηκε η εκτέλεση του έργου, και η εν λόγω αξίωση δεν αφορά μόνο σε υλικές ζημίες.
Τέλος, απορριπτέα ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη τυγχάνει η ένσταση της εναγομένης, βασιζόμενης στο γεγονός ότι αυτή ειδοποιήθηκε για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης στην ασφαλισμένη της, σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο, ήτοι στις 30-7-2013, διότι η καθυστερημένη ειδοποίηση του ασφαλιστή για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης δεν οδηγεί σε νόμιμη περίπτωση απαλλαγής αυτού από την καταβολή ασφαλίσματος στον ασφαλισμένο, ούτε στη μείωση αυτού, όπως σχετικά αναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας για τη δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή, αλλά είναι ασφαλιστικό βάρος του ασφαλισμένου.
Επίσης απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη είναι η ένσταση απαλλαγής ή μείωσης της υποχρέωσης της εναγομένης για καταβολή του ασφαλίσματος επειδή υπήρξε παράλληλα ασφάλιση του έργου. Και αυτό διότι δεν συμφωνήθηκε απαλλαγή της εναγομένης ή μείωση της ευθύνης της σε περίπτωση που δεν δηλωθεί η όποια τυχόν παράλληλη ασφάλιση του έργου, αλλά και επίσης διότι δεν υπήρξε παράλληλη ασφάλιση του συγκεκριμένου έργου, αφού αυτό είχε ασφαλιστεί μόνο μια φορά, ήτοι με την επίδικη υπ' αριθμ. ...
σύμβαση, μεταξύ της εναγομένης και της εργολάβου ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... με το διακριτικό τίτλο "...", ενώ η ασφαλιστική σχέση που συνδέει την ενάγουσα με την εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...- ..." (που τυγχάνει να είναι λήπτρια του ασφαλίσματος στην επίδικη σύμβαση) δεν έχει αντικείμενο σύμβασης το εν λόγω έργο...
Με τον τρίτο λόγο εφέσεώς της η εκκαλούσα παραπονείται ότι κατά εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κακή εφαρμογή του νόμου και με ανεπαρκή αιτιολογία, η εκκαλουμένη απέρριψε την ένστασή της περί εξαιρέσεως και απαλλαγής του ενδίκου ζημιογόνου συμβάντος από την ασφαλιστική κάλυψη, σύμφωνα με το άρθρο 11.3 των Γενικών ...
σε συνδυασμό με το άρθρο 15.3 του Ν. 2496/1997 λόγω σκόπιμης-δολίως παράλειψης δήλωσης και γνωστοποίησης ιδίως από την ασφαλισμένη κυρία του Ασφαλιζόμενου έργου, σύμφωνα με τα άρθρα 11.12 και 11.2 των Γενικών Όρων, της ύπαρξης πολλαπλής παράλληλης ασφάλισης από τη ... του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων κατά του ιδίου κινδύνου (υλικών ζημιών) τόσο στην ...
όσο και στην ... Ως και πρωτοδίκως έχει αποδειχθεί ότι ούτε δόλος υπήρξε ούτε βαριά αμέλεια επιδείχθηκε από την πλευρά της ασφαλισμένης ... ή της λήπτριας ... για τη μη έγκαιρη ενημέρωση της εκκαλούσας-εναγομένη περί παράλληλης ασφάλισης. Ούτε άλλωστε η εκκαλούσα-εναγομένη αποδεικνύει την ύπαρξη όποιας υπαιτιότητας από πλευράς ...
και ΕΓΝΑΤΙΑ. Η εφεσίβλητη-ενάγουσα, με την επωνυμία "..." ασφάλισε την "... ... και τις θυγατρικές της" σε παγκόσμιο επίπεδο και όχι μόνο για το ένδικο έργο. Η εκκαλούσα-εναγομένη, εξάλλου έχει ασφαλίσει την εταιρία με την επωνυμία ... και τον εκάστοτε Κύριο του Έργου για όλα τα έργα που η ... αναλαμβάνει να κατασκευάσει.
Τα συναλλακτικά ήθη και η συνεπής επαγγελματική συμπεριφορά οδήγησαν την εφεσίβλητη-ενάγουσα, η οποία έχει ισχυρή παρουσία στη διεθνή ασφαλιστική αγορά, στην καταβολή της αποζημίωσης στην ..., αφού διαπίστωσε βέβαια τη συνδρομή των απαιτούμενων προϋποθέσεων. Η εκκαλουμένη, δεχθείσα τα ανωτέρω, έκρινε "....απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη είναι η ένσταση απαλλαγής ή μείωσης της υποχρέωσης της εναγομένης για καταβολή του ασφαλίσματος επειδή υπήρξε παράλληλα ασφάλιση του έργου.
Και αυτό διότι δεν συμφωνήθηκε απαλλαγή της εναγομένης ή μείωση της ευθύνης της σε περίπτωση που δεν δηλωθεί η όποια τυχόν παράλληλη ασφάλιση του έργου, αλλά και επίσης διότι δεν υπήρξε παράλληλη ασφάλιση του συγκεκριμένου έργου, αφού αυτό είχε ασφαλιστεί μόνο μια φορά, ήτοι με την επίδικη υπ' αριθμ. ...
σύμβαση, μεταξύ της εναγομένης και της εργολάβου ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... με το διακριτικό τίτλο "...", ενώ η ασφαλιστική σχέση, που συνδέει την ενάγουσα με την εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...-..." (που τυγχάνει να είναι λήπτρια του ασφαλίσματος στην επίδικη σύμβαση) δεν έχει αντικείμενο σύμβασης το εν λόγω έργο.".
Εφόσον, λοιπόν, δεν στοιχειοθετείται, κατά συνέπεια, πολλαπλή ασφάλιση ή διπλή ασφάλιση, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, ο τρίτος λόγος εφέσεως της εκκαλούσας τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, καταβάλοντας στην ασφαλισμένη εταιρεία με την επωνυμία "...- ..." την ασφαλιστική αποζημίωση λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, υπεισήλθε, ως προς ολόκληρο το καταβληθέν ποσό, στα δικαιώματα της ανωτέρω ασφαλισμένης κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, που επίσης είχε ασφαλίσει το προαναφερόμενο έργο, παραβίασε αφενός μεν τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 και 3 του ν. 2496/1997, την οποία δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση.
Και τούτο, διότι, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά (ταυτιζόμενα με αυτά που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής), η αναιρεσείουσα και η αναιρεσίβλητη ασφαλιστικές εταιρίες ασφάλισαν το ίδιο συμφέρον, για τον ίδιο χρόνο, κατά του ίδιου κινδύνου, και ειδικότερα η μεν αναιρεσίβλητη ασφάλισε, κατά παντός κινδύνου, την περιουσία της πιο πάνω εταιρείας ("...- ..."), δυνάμει της υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστικής σύμβασης, που κατήρτισε με τον όμιλο ..., ήτοι την εταιρεία ... ..., μεταξύ άλλων, και για υλικές ζημίες μέχρι του ποσού των 400.000 λιρών Αγγλίας, για το χρονικό διάστημα από ... έως ..., η δε αναιρεσείουσα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου μεταξύ αυτής και της εργολάβου εταιρείας με την επωνυμία "..., ασφάλισε κατά του κινδύνου οποιασδήποτε απρόοπτης και αιφνίδιας ζημίας του αντικειμένου ασφάλισης, ήτοι της κατασκευής νέων σταθμών κινητής τηλεφωνίας στην ύπαιθρο, για το χρονικό διάστημα από 31-12-2010 και λήγουσα την 31η-12-2011, έναντι του ασφαλιστικού ποσού των 200.000 ευρώ, με δικαιούχο του ασφαλίσματος την ίδια ως άνω, ασφαλισμένη στην πρώτη σύμβαση, εταιρεία (... - ...), ως κυρία του έργου κατασκευής σταθμού βάσης, στη θέση ...
του Νομού ..., στο χώρο του οποίου η τελευταία είχε εναποθέσει πάγια περιουσιακά της στοιχεία (καλώδια, μπαταρίες, κονέκτορες κ.λ.π.), και συνεπώς, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, υφίστατο στη συγκεκριμένη περίπτωση πολλαπλή (διπλή) ασφάλιση του ίδιου ασφαλιστικού συμφέροντος της εταιρείας ... - ... και δη των ίδιων περιουσιακών στοιχείων αυτής και, ως εκ τούτου, η επέλευση στις 29-5-2011 του ασφαλιστικού κινδύνου (εμπρησμός από κακόβουλη ενέργεια) και η καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης από την αναιρεσίβλητη στην πιο πάνω εταιρεία, παρέχει στην αναιρεσίβλητη δικαίωμα αναγωγής, κατά της αναιρεσείουσας, με μερική υποκατάστασή της (κατά την έκτα¬ση του δικαιώματος αναγωγής) στα δικαιώματα του ασφαλισμένου, έναντι αυτής, κατά τη διάταξη του αρ. 15 παρ. 3 ν. 2496/1997 και όχι δικαίωμα πλήρους υποκατάστασης κατ' άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2496/1997.
Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει και τους υπόλοιπους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Μονομελές Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστή άλλο από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Αναιρουμένης δε στο σύνολό της της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα που κατέθεσε τούτο και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου της λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Το δικαίωμα του διαδίκου να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση, που αναιρέθηκε, στην περίπτωση του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχει ως μόνο γενεσιουργό λόγο την αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέστηκε και δεν στηρίζεται σε άλλη αιτία, όπως ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 1175/2017), ενώ εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 και 581 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων σε εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής αποφάσεως, γιατί από το χρόνο της επιδόσεως αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 5/2001).
Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκουσίας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, με την επικύρωσή της από το Εφετείο, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 11/2007, 22/2006, ΑΠ134/2020, 591/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη (αναιρεσείουσα), συμμορφούμενη προς το διατακτικό της υπ` αριθμ. ...
αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κηρύχθηκε εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 50.000 ευρώ, καθώς και προς το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ` αριθμ. ... αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της εναγομένης κατά της παραπάνω απόφασης και κατέστη αυτή τελεσίδικη, κατέβαλε στην ενάγουσα, μετά τις σχετικές παρακρατήσεις:
α) το ποσό των 50.000 ευρώ και β) το ποσό των 88.577,06 ευρώ και συνολικά 138.577,06 ευρώ. Το ως άνω ποσό καταβλήθηκε στην ενάγουσα με σχετική κατάθεση στον διατηρούμενο από αυτήν υπ` αριθμ....... στην ... (βλεπ. αποδείξεις κατάθεσης ποσών 50.000 και 88.577,06 ευρώ στην ... με ημερομηνία 28-3-2018 και 23-10-2020 αντίστοιχα). Επομένως, ενόψει των εκτεθέντων, η υποβληθείσα με τις προτάσεις αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι βάσιμη και πρέπει, κατά παραδοχή αυτής, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιστρέψει το ως άνω ποσό των 138.577,06 ευρώ στην αναιρεσείουσα, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ` αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. -Διατάζει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το καταβληθέν από αυτήν παράβολο. -Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση.
-Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των εκατό τριάντα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα επτά ευρώ και έξι λεπτών (138.577,06), με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής. Και -
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ