Supreme Court allows appeal on Saturday work admission but dismisses second appeal for vagueness.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece joined two concurrent appeals challenging a labor dispute judgment and allowed the first appeal regarding Saturday work admission while dismissing the second appeal. The appellant argued that the lower court ignored a specific admission made by the opposing party in the first instance, but the court found this claim vague and unsupported by the appellate record. Consequently, the court set aside the contested portion of the lower judgment on the admitted facts but rejected the second appeal due to lack of specificity in citing the evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 246 and 573 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specifically cite the evidence relied upon in the lower court and demonstrate its decisive impact on the judgment, as vague references to admissions without proof of their consideration in the appellate proceedings are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 194 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 194/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α)Του αναιρεσείοντος: Μ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Λ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Διονυσοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Β)Του αναιρεσείοντος: Λ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Διονυσοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Μ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2016 αγωγή του ήδη B) αναιρεσείοντος-A)αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1231/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 303/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο Α)αναιρεσείων-Β)αναιρεσίβλητος με την από 26-2-2020 αίτησή του και ο Β) αναιρεσείων-Α) αναιρεσίβλητος με την από 1-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Οι πληρεξούσιοι των Α)αναιρεσείοντος-Β)αναιρεσίβλητου και Β)αναιρεσείοντος -Α) αναιρεσίβλητου, ζήτησαν την παραδοχή των αίτησεών τους και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις υπό στοιχεία Α) από 26.2.2020 και με αριθμό κατάθεσης 2945/333/2020 και Β) από 1.7.2020 και με αριθμό κατάθεσης 3883/462/2020 αιτήσεις αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος καθώς και του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 303/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 25.10.2017 και με αριθμό κατάθ. 588451/26.10.2017 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφανίσθηκε στο σύνολό της η υπ' αριθμ. 1231/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την από 22.6.2016 και με αριθμ.
κατάθ. 34314/1142/2016 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτές (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 § 3).
Με την από 18.7.1996 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, ξενοδοχείων κ.λπ. όλης της χώρας", που κηρύχθηκε έκτοτε υποχρεωτική με την 12311/1996 ΑΥΕ (ΦΕΚ Β' 698), καθορίσθηκαν στα εκεί αναφερόμενα ποσά οι βασικοί μισθοί και ημερομίσθια των μαθητευομένων ηλεκτροτεχνιτών, αδειούχων βοηθών ηλεκτροτεχνιτών, αδειούχων ηλεκτροτεχνιτών, των αδειούχων αρχιτεχνιτών με θέση, των αδειούχων εργοδηγών με θέση και των πτυχιούχων επίβλεψης συντηρητών ή εγκαταστατών.
Σύμφωνα με την ίδια ΣΣΕ: (1) Οι εργαζόμενοι που αφορά η σύμβαση αυτή δικαιούνται "επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών", υπολογιζόμενο σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού, εκτός από τους εργαζομένους στις νέες εγκαταστάσεις των οικοδομών, οι οποίοι δικαιούνται τέτοιο επίδομα 7% επί του βασικού μισθού.
Σε περίπτωση που χορηγούνται σε άλλους εργαζομένους, του ίδιου με αυτούς εργοδότη, επιδόματα ανθυγιεινής εργασίας ή ειδικών συνθηκών με νόμο, ΣΣΕ, ΔΑ, υπουργική απόφαση, διμερή συμφωνία, απόφαση του εργοδότη, μεγαλύτερα από το ποσοστό αυτό, τότε στους ηλεκτροτεχνίτες χορηγείται το μεγαλύτερο (άρθ. 8). Το ως άνω επίδομα ποσοστού 7%, για τους εργαζομένους στις νέες εγκαταστάσεις, με το άρθ. 2 της από 24.5.2001 παρόμοιας ΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 5.5.2001 με την 12067 ΥΑ (ΦΕΚ Β' 1214) ορίσθηκε σε 10% (επί του βασικού μισθού) και με την ΔΑ 15/2002 σε 11%. (2) Σε όλους τους βοηθούς ηλεκτροτεχνίτες, αρχιτεχνίτες, εργοδηγούς, πτυχιούχους επίβλεψης συντηρητές ή εγκαταστάτες κ.λπ.
χορηγείται "επίδομα επικίνδυνης εργασίας" σε ποσοστό 20%, υπολογιζόμενο επί του συνόλου των αποδοχών. Πάντως, οι εργαζόμενοι στην εκτέλεση νέων ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων ή επέκταση αυτών δεν θεωρούνται ότι προσφέρουν επικίνδυνη εργασία και συνεπώς δεν δικαιούνται το επίδομα αυτό, ούτε και την χορήγηση γάλακτος (άρθ. 9), που προβλέπει ειδικότερα το άρθ. 11, κατά το οποίο σε όλους τους βοηθούς ηλεκτροτεχνίτες κ.λπ.
χορηγούνται κάθε ημέρα, αποκλειστικά σε είδος, 640 gr γάλακτος, η καταβολή της αξίας του οποίου απαγορεύεται (3) Σε όλους τους βοηθούς ηλεκτροτεχνίτες κ.λπ. που εργάζονται, μεταξύ άλλων, σε υπόγειες στοές οι παραπάνω μισθοί καταβάλλονται προσαυξημένοι κατά 20% (άρθ. 10) (4) Χορηγείται επίδομα υπευθυνότητας σε ποσοστό 10% επί των βασικών μισθών σε αυτούς που έχουν ανατεθεί εγγράφως καθήκοντα υπευθύνου και σε αυτούς που εκτελούν βάρδια (φυλακή ασφαλείας κ.λπ., άρθ. 12).
Τέλος, με τις ΔΑ 34/1999, ΔΑ 15/2000, από 24.5.2001 ΣΣΕ και την ΔΑ 15/2002 ορίσθηκαν στα εκεί αναφερόμενα ποσά οι βασικοί μισθοί, μεταξύ άλλων, και των αδειούχων βοηθών ηλεκτροτεχνίτη (ΑΠ 1033/2011). Οι εκάστοτε συλλογικές ρυθμίσεις (συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις) για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών, περιελιγκτών κλπ, που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας, προβλέπουν τη χορήγηση σε όλους τους ηλεκτροτεχνίτες, οι οποίοι εργάζονται σε εναέρια δίκτυα ή σε δίκτυα υπό τάση, επιδόματος επικίνδυνης εργασίας σε ποσοστό 20%, υπολογιζόμενου επί του συνόλου των αποδοχών τους.
Το σύνολο των αποδοχών πάνω στις οποίες πρέπει να υπολογίζεται το επίδομα επικίνδυνης εργασίας αποτελείται αποκλειστικά από α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο, β) το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας (τριετιών), γ) το επίδομα γάμου (συζύγου), δ) το επίδομα τέκνων και ε) το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας (ανθυγιεινό ή ειδικών συνθηκών), όταν αυτό παρέχεται και στο λοιπό προσωπικό, σύμφωνα με την παράγραφο 3 (ΣΣΕ 31.5.1996).
Ουδεμία άλλη προσαύξηση που συμμετέχει στο σύνολο των αποδοχών (...) λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας. Το επίδομα αυτό συμψηφίζεται με τυχόν ανώτερες καταβαλλόμενες αποδοχές από τον εργοδότη (ΣΣΕ 31.5.1996). Βασική προϋπόθεση για τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος στους ηλεκτροτεχνίτες είναι ότι αυτοί εργάζονται σε εναέρια δίκτυα ή σε δίκτυα υπό τάση.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, δίκτυο είναι το σύνολο των αγωγών, που χρησιμεύουν στη διοχέτευση της ηλεκτρικής ενέργειας από τον τόπο παραγωγής στους τόπους κατανάλωσης, ενώ δίκτυο υπό τάση είναι εκείνο, δια του οποίου διοχετεύεται η ηλεκτρική ενέργεια υπό πίεση (ΑΠ 967/2015). Οι ισχύουσες (κατά το χρονικό διάστημα που ενδιαφέρει εν προκειμένω) συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ), που διέπουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών, περιελιγκτών κλπ, που απασχολούνται στις βιομηχανίες όλης της χώρας, στους όρους των οποίων υπάγονται όλοι οι ηλεκτροτεχνίτες- περιελιγκτές, ήτοι μαθητευόμενοι, βοηθοί, τεχνίτες, αρχιτεχνίτες, εργοδηγοί και πτυχιούχοι επίβλεψης, καθώς και οι αδειούχοι ραδιοηλεκτρολόγοι Α' και Β' και οι αδειούχοι ραδιοτεχνίτες και οι βοηθοί ραδιοτεχνίτες με πτυχίο αναγνωρισμένης σχολής, που εργάζονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στα βιομηχανικά εργοστάσια όλης της χώρας (ΣΕΕ 30.5.2006), είναι οι εξής: 1) η από 22.7.2008 ΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 28.7.2008 με την υπ' αριθμ.
ΥΑ 8434/699/19.2.2009 , με χρόνο έναρξης 1.1.2008, και η οποία ισχύει από 1.1.2010 έως 31.12.2010 και 2) η από 5.11.2010 ΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 23.12.2010 με την υπ' αριθμ. ΥΑ 11319/665/2011, με χρόνο έναρξης 1.1.2010 και η οποία ισχύει από 1.1.2010 έως 14.5.2013. Στις ανωτέρω ΣΣΕ ορίζεται ρητά ότι, κατά τα λοιπά, διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις και οι όροι προηγουμένων συλλογικών ρυθμίσεων (ΣΣΕ ή ΔΑ), για τους ηλεκτροτεχνίτες, περιελιγκτές κλπ, που απασχολούνται στη βιομηχανία όλης της χώρας και δεν καταργούνται ή τροποποιούνται με τις πιο πάνω αναφερόμενες ΣΣΕ ( ΑΠ 732/2018).
Όσον αφορά τα επιδόματα: 1...., 3. Επίδομα Επικίνδυνης Εργασίας (Καταστήματα) . Σ' όλους τους Βοηθούς, Ηλεκτροτεχνίτες, Αρχιτεχνίτες, Εργοδηγούς, Πτυχιούχους Επίβλεψης, Συντηρητές ή Εγκαταστάτες και γενικά στις κατηγορίες και ειδικότητες που αναφέρεται ο Ν.6422/1934, χορηγείται επίδομα επικίνδυνης εργασίας σε ποσοστό 20%.
Το επίδομα αυτό υπολογίζεται πάνω στο σύνολο των αποδοχών, δηλαδή στο άθροισμα βασικός μισθός, πολυετίες, οικογενειακά βάρη, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ή ειδικών συνθηκών, επίδομα πλωτών μέσων, υπευθυνότητας και Α.Τ.Α. (ΣΣΕ 18.7.1996). Πάντως οι εργαζόμενοι στην εκτέλεση νέων ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων ή επέκταση αυτών δεν θεωρούνται ότι προσφέρουν επικίνδυνη εργασία και συνεπώς δεν δικαιούνται το επίδομα αυτό, ούτε και την χορήγηση γάλατος. (ΔΑ 13/1990 και ΣΣΕ 18.7.1996)...., 7.
Επίδομα Ύψους. Χορηγείται επίδομα Ύψους σε ποσοστό 10% πάνω στους βασικούς μισθούς στους εργαζόμενους της ρύθμισης αυτής, που εργάζονται: α) Στη συντήρηση ανυψωτικών μηχανημάτων, δηλαδή ανυψωτικούς γερανούς, γερανογέφυρες. β) Χρησιμοποιώντας καλαθάκι ανυψωτικού μηχανήματος προκειμένου να εκτελέσουν κάποια εργασία ή να ανέβουν στον τόπο εργασίας και γ) Σε ιστούς (στύλους, πυλώνες) με τη βοήθεια ζωνών ασφαλείας. (ΣΣΕ 18.7.1996).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 3/2020, 6/2019, 4/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, χάριν των αναγκών του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε ότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων L. D., προσελήφθη την 6.9.2006 από τον αναιρεσείοντα - αναιρεσίβλητο Μ. Γ. και παρέσχε μέχρι τις 16.10.2015 τις υπηρεσίες του ως βοηθός ηλεκτροτεχνίτη υπό άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην ατομική επιχείρηση συντήρησης και επισκευής ανελκυστήρων του τελευταίου, υπαγόμενος στο μισθολογικό καθεστώς των από 22.7.2008 και 5.11.2010 ως άνω ΣΣΕ. Βάσει των εν λόγω παραδοχών ο αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων εδικαιούτο σύμφωνα προς τα ανωτέρω επίδομα επικινδύνου εργασίας σε ποσοστό 20% επί του συνόλου των λοιπών αποδοχών του, το οποίο και επιδίκασε το Μονομελές Εφετείο, όπως επίσης και το επίδομα ύψους, το οποίο όμως δεν εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος, αφού η χορήγηση του επιδόματος αυτού προϋποθέτει εργασία συντηρήσεως ανυψωτικών γερανών κλπ. με τη χρησιμοποίηση καλάθου ανυψωτικού μηχανήματος ή σε ιστούς με τη βοήθεια ζωνών ασφαλείας, την οποία αυτός δεν παρείχε.
Συνεπώς, ο μόνος λόγος της αναιρέσεως του Μ. Γ. εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων των προαναφερθεισών ΣΣΕ δια της επιδικάσεως υπέρ του αναιρεσιβλήτου των επιδομάτων επικινδύνου εργασίας και ύψους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί καθ' ο μέρος αφορά το επίδομα επικινδύνου εργασίας, ενώ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, καθ' ο μέρος αφορά το επίδομα ύψους. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καθ' ο μέρος έχει επιδικασθεί το επίδομα ύψους καθώς και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και σύμφωνα προς τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός του εκδόσαντος την εν λόγω απόφαση και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176,183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο, δέχθηκε τα εξής: "Κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του ενάγοντος-εκκαλούντος στην ατομική επιχείρηση του εναγομένου-εφεσίβλητου, και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα, από 1.1.2010 έως 14.5.2013, ο ενάγων-εκκαλών απασχολείτο επί πέντε ημέρες την εβδομάδα με μειωμένο ωράριο, και δη πέντε ώρες ημερησίως, χωρίς να παρέχει υπερεργασία ή εργασία τα Σάββατα, τα δε σχετικά αγωγικά κονδύλια, που αφορούν, το ως άνω χρονικό διάστημα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Η συμφωνία των διαδίκων περί πεντάωρης ημερήσιας απασχόλησης είναι αποτυπωμένη εγγράφως σε τρία έγγραφα, που φέρουν την υπογραφή του ενάγοντος-εκκαλούντος, και συγκεκριμένα στο έγγραφο γνωστοποίησης ουσιωδών όρων εργασίας, στον κατάλογο, προσωπικού και όρων εργασίας καθώς και στην αναγγελία πρόσληψης.
Ο ισχυρισμός του ότι υπέγραψε μεν, αλλά βιαστικά, χωρίς να προσέξει το περιεχόμενό τους δύσκολα γίνεται πιστευτός. Σε κάθε δε περίπτωση έλαβε γνώση του σχετικού όρου, περί πενθήμερης απασχόλησής του ημερησίως, όπως προκύπτει από το έγγραφο γνωστοποίησης ουσιωδών όρων εργασίας, που κατέθεσε συνημμένως με σχετικά αιτήματά του περί ανανέωσης άδειας διαμονής.
Με δεδομένη την πεντάωρη απασχόληση του ενάγοντος-εκκαλούντος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπερεργασία του, πέρα από το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε τέτοια. Εξ άλλου αναφορικά με τα Σάββατα προέκυψε ότι ο εναγόμενος-εφεσίβλητος αν προέκυπτε ανάγκη εργαζόταν και Σάββατα, προκειμένου να αντιμετωπίσει κάποια βλάβη ανελκύστηρος και να την επισκευάσει, πλην όμως αυτό το έπραττε μόνος χωρίς τη συνδρομή του ενάγοντος-εκκαλούντος".
Ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι αυτή περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες καθ' όσον δεν διαλαμβάνει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε ως αληθή και από ποια αποδεικτικά μέσα οδηγήθηκε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο εκτάκτως μόνος ορισμένα Σάββατα για την αντιμετώπιση βλαβών, πόσα Σάββατα και από ποια έγγραφα προέκυπτε η έκτακτη απασχόλησή του σε ημέρες Σαββάτου.
Ο αναιρετικός, αυτός λόγος είναι, καθ' όλες τις ως άνω αιτιάσεις του, αβάσιμος, διότι κατά τις προπαρατεθείσες κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, με σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες κατά τις ουσιαστικώς ανέλεγκτες κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι αναφορικά με την πραγματοποίηση συντηρήσεων ανελκυστήρων κατά τα Σάββατα, όταν προέκυπτε ανάγκη, το έπραττε μόνος ο αναιρεσίβλητος χωρίς τη συνδρομή του αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339,340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν.
Αφ' ετέρου, δεν απαιτείται να γίνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ειδική μνεία ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπ'όψη όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος, χωρίς να υφίσταται ανάγκη και ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και διακρίσεως εάν παρέχει άμεση απόδειξη ή αποτελεί δικαστικό τεκμήριο, εάν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καταλείπεται αμφιβολία εάν λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, το οποίο αφορά ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 11εδ.
γ' ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου του 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ημερολόγια ("καρτέλες") συντηρήσεων, από τα οποία προέκυπτε η πραγματοποίηση πολυάριθμων τακτικών συντηρήσεων σε ημέρες Σαββάτου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, "όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, εκτός από τις υπεύθυνες δηλώσεις των...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τα επικαλούμενα ως άνω έγγραφα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ, "η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνον που ομολόγησε.". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 335 του ΚΠολΔ., συνάγεται, ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την δίκη (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.
Η κατά τα ανωτέρω δε ομολογία, δηλαδή η παραδοχή, με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεώς του, πρέπει να έγινε με πρόθεση από αυτόν, προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Απόδειξη, δηλαδή, δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενομένη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Εξάλλου, ναι μεν η ομολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι την επικαλέσθηκε και να αποδεικνύει τούτο με την προσκόμιση των σχετικών προτάσεών του.
Απαιτείται επίσης, όπως προαναφέρθηκε, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά δεύτερο σκέλος του και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αίτησης, αληθώς από τον αριθμό 11 εδ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι για το ζήτημα της εργασίας του τα Σάββατα, ο αντίδικος με τις πρωτόδικες προτάσεις του, τις οποίες επανέφερε αυτούσιες στο Εφετείο, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προέβη σε ομολογία ότι συντηρήσεις κατά τα Σάββατα πραγματοποιούνταν πάντοτε με τη δική του παρουσία και συνδρομή και ότι αυτός εργάσθηκε κάποιες Κυριακές στο επίδικο διάστημα, τη δικαστική όμως αυτή ομολογία δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι επικαλέσθηκε στο Εφετείο ο αναιρεσείων την εν λόγω δικαστική ομολογία, την οποία ισχυρίζεται ότι αγνόησε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Κατ' ακολουθία, πρέπει η από 1.7.2020 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 26.2.2020 (αριθμ. καταθ. 2945/333//2020) και από 1.7.2020 (αριθμ. καταθ. 3883/462/2020) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 303/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Α) Δέχεται την από 26.2.2020 αίτηση αναίρεσης
Αναιρεί την 303/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Β)
Απορρίπτει την από 1.7.2020 αίτηση αναίρεσης
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ