Legislator Case Law & Legislation
194/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal, remands case to Court of First Instance for retrial on merits.

Case Number 194/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Court of First Instance's decision, which had dismissed the appellant's claim and awarded the respondent €600 in legal fees. The Court found the lower court erred in accepting the respondent's appeal on the merits and incorrectly calculated the lawyer's fees based on outdated statutes. Consequently, the case is remanded to the Court of First Instance for a full retrial on the substantive issues.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; When a second-instance court erroneously accepts an appeal on the merits and fails to apply the correct legal basis for costs, the Supreme Court must allow the appeal and remand the case for retrial.

Keywords

AI generated
appeal admissibility merits retrial legal fees calculation statutory interpretation remand procedure court of first instance civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 63 of the Lawyers Code (Law 4194/2013)
Articles 91, 100, 100 of the Lawyers Code (Law 3026/1954)
Articles 176, 183, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 194 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 194/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Τ. του Ζ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Κυριαζή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Κ. του Π., κατοίκου …, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητος, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 193/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4152/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 8.11.2019 και αριθ. κατάθεσης 10567/1022/8.11.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 4152/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την από 19.12.2017 και με αριθ.

κατάθ. 610391/507312/20.12.2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και τους ασκηθέντες με το από 12.9.2018 και αριθ. κατάθ. 8037/595/13.9.2018 ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ` αριθ. 193/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά η από 5.1.2017 και με αριθ.

κατάθ. 1012/5/5.1.2017 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος περί επιδικάσεως δικαστικών εξόδων, απέρριψε τον πρόσθετο λόγο ως απαραδέκτως ασκηθέντα, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω υπ' αριθ. 193/2017 οριστική απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχτηκε την αγωγή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 600 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 71/2019, ΑΠ 2221/2014, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες, που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα, δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 248/2019, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 1529/2001).

Επομένως, η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την από 5.1.2017 και με αριθ. κατάθεσης 1012/5/5.1.2017 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε εναντίον του την από 17.10.2013 με ΓΑΚ 140502/2013 και ΑΚΔ 4085/2013 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 7.4.2016 και με την οποίαν ζητούσε να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 380.000 ευρώ για προσβολή της προσωπικότητάς της και ότι για απόκρουση αυτής κατέθεσε προτάσεις και ανταγωγή, πλην όμως στη συνέχεια και πριν από τη συζήτηση της ως άνω αγωγής η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικόγραφο της εν λόγω αγωγής, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 10.825,33 ευρώ για τα δικαστικά του έξοδα για την απόκρουσή της, με το νόμιμο τόκο από την επομένη 'της παραίτησης, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 193/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού αυτή (αγωγή) κρίθηκε ορισμένη, πλην των αιτημάτων καταβολής του ποσού των 210,33 ευρώ για έκδοση γραμματίου προκαταβολής ΔΣΑ, του ποσού των 6 ευρώ για μεγαρόσημα και αντίγραφα και του ποσού των 30 ευρώ για φωτοτυπία προτάσεων και έξοδα εκτύπωσης, τα οποία απορρίφθηκαν ως αόριστα, και νόμιμη, πλην του αιτήματος καταβολής του ποσού των 7 ευρώ για παραστάσεις ΚΝ, ΚΕΑΔ και ΤΠΔΣΑ, το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 188, 192 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, 294 εδάφ.

α', 295 παρ. 1, 297 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το ν. 4335/2015, 91, 100 και 107 παρ. 1 ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το ν. 4194/2013, 345, 346 ΑΚ, και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, που πρόβαλε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, κατά παραδοχή των αγωγικών ισχυρισμών έγινε δεκτό από ουσιαστική πλευρά το κεφάλαιο της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη προτάσεων προς απόκρουση της ως άνω από 17.10.2013 με ΓΑΚ 140502/2013 και ΑΚΔ 4085/2013 αγωγής και υποχρεώθηκε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των 9.348 ευρώ (380.000 ευρώ το αίτημα της αγωγής Χ 2% επ' αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 100 και 107 παρ. 1 ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το ν. 4194/2013 = 7.600 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23%, ήτοι το ποσό των 1.748 ευρώ).

Κατά της ανωτέρω απόφασης η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 19.12.2017 και με αριθμό κατάθεσης 610391/507312/20.12.2017 έφεση, καθώς και τον από 12.9.2018 και με αριθ. κατάθ. 8037/595/13.9.2018 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετο λόγο αυτής. Aπό την παραδεκτή επισκόπηση της έφεσης και του πρόσθετου λόγου αυτής η εναγομένη- εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη παραπονέθηκε :

Α) 1ος λόγος έφεσης : Ότι κακώς απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί αοριστίας του αιτούμενου με την ένδικη αγωγή κονδυλίου για την αμοιβή σύνταξης των προτάσεων επί της ως άνω από 17.10.2013 με αριθ. ΓΑΚ 140502/2013 και ΑΚΔ 4085/2013 αγωγής της. Β) 2ος λόγος : Ότι κακώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η νομότυπα υποβληθείσα προς απόκρουση της ένδικης αγωγής ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ.

Και Γ) 3ος λόγος έφεσης : Ότι κακώς απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί νόμω αβασίμου και απαραδέκτου της ένδικης αγωγής, δεδομένου ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων δεν είχε δικαίωμα να την ασκήσει, επειδή η συζήτηση της ως άνω από 17.10.2013 με ΓΑΚ 140502/2013 και ΑΚΔ 4085/2013 αγωγής της, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 7.4.2016, αναβλήθηκε για μεταγενέστερη δικάσιμο (26.4.2018), την οποίαν όφειλε αυτός (ενάγων-εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων) να αναμείνει, όπως και την έκδοση επ' αυτής αποφάσεως, προκειμένου να κριθεί το νομότυπο της παραίτησής της απ' αυτή και συνεπώς το δικαίωμα του ενάγοντος- εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος για την άσκηση της ένδικης αγωγής επιδικάσεως των εξόδων τελούσε υπό αίρεση, άλλως το δικαστήριο όφειλε να αναβάλει τη συζήτησή της γιατί η ουσία της διαφοράς θα κρινόταν από τη συζήτηση της ως άνω από 17.10.2013 με ΓΑΚ 140502/2013 και ΑΚΔ 4085/2013 αγωγής της κατά την παραπάνω δικάσιμο.

Με τον πρόσθετο δε λόγο έφεσης η εναγομένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη παραπονέθηκε ότι η εκκαλουμένη απόφαση κακώς εφάρμοσε καταργημένη διάταξη νόμου και δη ότι εφάρμοσε τα άρθρα 100 και 107 παρ. 1 ν.δ. 3026/1954, τα οποία είχαν καταργηθεί με το ν. 4194/2013, αντί των άρθρων 63 παρ. 1 και 68 παρ. 1 του ν. 4194/2013. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι πρώτα απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ο ως άνω πρόσθετος λόγος με το σκεπτικό ότι : "...Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εκκαλούσα, με το από 12.9.2018 και με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 8037/595/.2018 δικόγραφο, άσκησε πρόσθετους λόγους, αλλά το οικείο δικόγραφο επιδόθηκε στον εφεσίβλητο στις 13.9.2018 (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 875/13.9.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Δ.

Δ.) και όχι οκτώ (8) ημέρες, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. ζ' του ΚΠολΔ. Εφόσον δε, δεν τηρήθηκε η περιγραφόμενη στον προεκτεθείσα νομική σκέψη προδικασία για την άσκησή της και ειδικότερα αφού δεν επιδόθηκαν στον εφεσίβλητο προ οκτώ (8) τουλάχιστον ημερών από την ημερομηνία συζήτησης της έφεσης (στη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικασίμου της 18.9.2018), οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, κατά το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό που πρότεινε ο εφεσίβλητος αλλά και κατ' αυτεπάγγελτη ενέργεια του Δικαστηρίου".

Στη συνέχεια απορρίφθηκε ο πρώτος λόγος της έφεσης ως αβάσιμος με το σκεπτικό ότι : "... Έχοντας το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αιτήματα, η ανωτέρω αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία για την πληρότητά της στοιχεία, γεγονός, που καθιστά, αφ' ενός μεν δυνατή την εκτίμηση και την διερεύνησή της από το Δικαστήριο, αφ’ ετέρου δε, ευχερή την άμυνα της εναγομένης- εκκαλούσας στους περιεχόμενους στο αγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς του ενάγοντα εφεσίβλητου, καθόσον σ’ αυτό (αγωγικό δικόγραφο) αναφέρονται η παραίτηση της πρώτης από το δικόγραφο της προαναφερόμενης αγωγής, λόγω της οποίας γεννάται αντίστοιχη υποχρέωση προς ικανοποίηση του (συν)εναγόμενου και ήδη ενάγοντα-εφεσίβλητου, επιπλέον δε αναφέρεται το αίτημα της οικείας αγωγής (από το δικόγραφο της οποίας η τότε ενάγουσα και τώρα εναγόμενη-εκκαλούσα παραιτήθηκε), που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, το ύψος της τελευταίας, καθώς και ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εν προκειμένω ενάγοντα- εφεσίβλητου συνέταξε και κατέθεσε προτάσεις, για λογαριασμό του συγκεκριμένου διαδίκου, που διεκδικεί τα συνδεόμενα αποκλειστικώς με τη συγκεκριμένη δικαστική ενέργεια (σύνταξη και κατάθεση προτάσεων προς αντίκρουση της παραπάνω αγωγής) έξοδα, όπως σαφώς προκύπτει από το οικείο δικόγραφο, τα οποία υπολογίζονται σε ποσοστό, αναλόγως της αξίας του αντικειμένου της αγωγής εκείνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί της εναγόμενης εκκαλούσας περί αοριστίας της αγωγής, συνισταμένης στην επικαλούμενη από την εν λόγω διάδικο έλλειψη εξειδίκευσης της δικαστικής ενέργειας που αφορά η σχετικώς αιτούμενη αμοιβή- εάν, δηλαδή, αυτή αφορά μόνον στις προτάσεις ή εάν συμπεριλαμβάνει και την ανταγωγή που ασκήθηκε παράλληλα με αυτές - καθώς και στον αυθαίρετο υπολογισμό του συναφώς αιτουμένου αγωγικού κονδυλίου στο ποσό των 7.600,00 ευρώ, λόγω της παράλειψης παράθεσης της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι".

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι η εναγόμενη- εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 17.10.2013, με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 140502/4085/2013 αγωγή της, με την οποία στρεφόταν κατά των : 1) εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "FIRST POWER EΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΗΣ ΚΑΙ ΗΛΙΑΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" πρώην "ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΛΙΜΕΝΩΝ ΕΠΕ" με διακριτικό τίτλο " FIRST POWER Ε.Ρ.Ε.", πρώην "I.P.S. ΕΠΕ", 2) Ι.

Ρ. του Κ., 3) Γ. Φ. του Ι., ατομικώς αλλά και με την ιδιότητά τους ως νομίμων εκπροσώπων και συνδιαχειριστών της πρώτης, ως άνω εταιρείας και 4) Μ. Τ. του Ζ. (ενάγοντα- εφεσιβλήτου). Ότι με την αγωγή αυτή η εναγόμενη- εκκαλούσα επικαλούνταν αδικοπρακτική σε βάρος της συμπεριφορά από πλευράς των ανωτέρω προσώπων, συνεπεία της οποίας υπέστη ηθική βλάβη, συνισταμένη στην προσβολή της προσωπικότητάς της, για την αποκατάσταση της οποίας ζητούσε να υποχρεωθούν οι (τότε) (συν)εναγόμενοι, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας τους, να της καταβάλουν το ποσό των 380.044 ευρώ, από το οποίο 44 ευρώ επιφυλάχθηκε να διεκδικήσει ενώπιον του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου, παριστάμενη ως πολιτικώς ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής εκείνης, μέχρι την πλήρη εξόφλησή της.

Ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αγωγής αυτής προσδιορίστηκε η 7.4.2016. Ότι λόγω της κατά τον ίδιο χρόνο αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, την 3.3.2016, ο πληρεξούσιος του ενάγοντος- εφεσιβλήτου αιτήθηκε και του χορηγήθηκε άδεια από τον Δ.Σ.Α., προκειμένου να καταθέσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανταγωγή έως την 7.3.2016 μαζί με τις προτάσεις του εντολέα του σχετικά με την με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 140502/4085/2013 αγωγή και να εκπροσωπήσει τον πρώτο υπό τον όρο έγκαιρης και αποδεδειγμένης ειδοποίησης του αντιδίκου, γεγονός, που γνωστοποίησε στην εναγόμενη- εκκαλούσα με σχετικό τηλεμοιοτυπικό μήνυμα την 4.3.2016.

Ότι, εν συνεχεία, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος - εφεσιβλήτου κατέθεσε την 7.3.2016 τις από 25.2.2016 έγγραφες προτάσεις του, προς αντίκρουση της από 17.10.2013 (με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 140502/4085/2013) παραπάνω αγωγής, με ενωμένη σ' αυτές την από 7.3.2016 ανταγωγή. Ότι, η εναγόμενη- εκκαλούσα, από την πλευρά της, αιτήθηκε και την 8.3.2016 της χορηγήθηκε άδεια, προκειμένου να καταθέσει παραίτηση και να την κοινοποιήσει έως τις 16.3.2016 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος, υπό τον όρο έγκαιρης και αποδεδειγμένης ειδοποίησης του αντιδίκου.

Ότι, ακολούθως, συντάχθηκε η από 15.3.2016 παραίτηση από δικόγραφο, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη- εκκαλούσα δήλωσε την παραίτησή της από το δικόγραφο της παραπάνω αγωγής, η οποία (παραίτηση από δικογράφου) επιδόθηκε στον ενάγοντα- εφεσίβλητο στις 16.3.2016. Ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογή έχει το α' εδάφιο του άρθρου 294 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε από 1.1.2016 και αφορά αγωγές που κατατίθενται μετά την ημερομηνία αυτή- δηλαδή 1.1.2016- δεδομένου ότι κατ' εφαρμογή των παρ. 1 και 2 του άρθρου ένατου του ν. 4335/2015- μεταβατικές και άλλες διατάξεις- οι νέες ρυθμίσεις της με πρωτοβάθμιας διαδικασίας εφαρμόζονται για τις κατατιθέμενες μετά την 1.1.2016 αγωγές, των δε ενδίκων μέσων, για τα κατατιθέμενα μετά την ημερομηνία αυτή ένδικα μέσα.

Ότι, η γενόμενη κατά τα ανωτέρω παραίτηση δεν χρειαζόταν να γίνει αποδεκτή από τον (τότε) εναγόμενο (και τώρα ενάγοντα- εφεσίβλητο), ούτε εξαρτιόταν από την αναδοχή ή καταβολή των δικαστικών εξόδων του τελευταίου, που δημιουργήθηκαν έως το χρονικό σημείο της παραίτησης ή και από την προσφορά αυτών, δεδομένου ότι αυτή (παραίτηση) χώρησε πριν την έναρξη της προφορικής συζήτησης για την ουσία της υπόθεσης, η δε παραπάνω ανταγωγή δεν αποτελεί μορφή συμμετοχής του (τότε) εναγόμενου στη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης.

Ότι, κύρια συνέπεια της παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής είναι η κατάργηση της δίκης εν όλω ή εν μέρει, αναλόγως της έκτασης της παραίτησης αλλά μόνον ως προς τον παραιτούμενο σε κάθε περίπτωση ομοδικίας και μόνο ως προς τη διαδικαστική πράξη στην οποία αναφέρεται. Ότι έτσι, η παραίτηση από την αγωγή δεν συνεπιφέρει κατάργηση της δίκης για την ανταγωγή, εκτός αν η παραίτηση χώρησε πριν από την άσκηση της ανταγωγής και ότι, ειδικότερα, η ασκηθείσα ανταγωγή ουδόλως επηρεάζεται από την τυχούσα ύστερα παραίτηση από την αγωγή και το Δικαστήριο υποχρεούται να προβεί στην έρευνά της.

Ότι, παράλληλα, ο ενάγων-εφεσίβλητος, με την προσθήκη επί των προτάσεών του αμφισβήτησε το κύρος της γενόμενης κατά τα ανωτέρω παραίτησης της εναγόμενης-εκκαλούσας. Ότι, ήδη κατά τη δικάσιμο της 7.4.2016, η συζήτηση της υπόθεσης αυτής αναβλήθηκε για τη μεταγενέστερη δικάσιμο της 26.4.2018. Ότι, η από την παραίτηση της αγωγής επερχόμενη κατάργηση της δίκης αποτελεί γεγονός που επέρχεται αυτοδικαίως, δηλαδή χωρίς καμία ενέργεια ή παρέμβαση του δικαστηρίου και συνεπώς δεν απαιτείται η έκδοση προς τούτο απόφασης και ότι αν αμφισβητηθεί η κατάργηση της δίκης, το δικαστήριο θα ερευνήσει παρεμπιπτόντως το ζήτημα και θα αποφανθεί, με αναγνωριστικό αίτημα, τη δίκη καταργημένη από την παραίτηση.

Ότι, ενόψει των ανωτέρω, οι ισχυρισμοί της εναγόμενης- εκκαλούσας, σύμφωνα με τους οποίους ο ενάγων-εφεσίβλητος δεν είχε δικαίωμα να ασκήσει την ένδικη αγωγή, επειδή η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε, για τη μεταγενέστερη προαναφερόμενη δικάσιμο, την οποία (συζήτηση) ο τελευταίος όφειλε να αναμείνει, όπως και την έκδοση επ’ αυτής απόφασης, επειδή, όπως η εν λόγω διάδικος (εναγόμενη- εκκαλούσα) υποστηρίζει, δεν έχει κριθεί ακόμα η παραίτησή της από την κατά τα ανωτέρω ασκηθείσα αγωγή της και το δικαστήριο θα επιλαμβανόταν τότε (δηλαδή κατά τη δικάσιμο της 26.4.2018) της ουσίας της διαφοράς, εκδίδοντας απόφαση αναγνωριστική του κύρους της παραίτησής της και κηρύσσοντας συγχρόνως, κατηργημένη τη δίκη, με παράλληλη εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό απορριπτέοι.

Ότι, συναφώς ο τρίτος λόγος της κρινόμενης έφεσης είναι αβάσιμος και για το λόγο αυτό απορριπτέος. Ότι, περαιτέρω, στους συνεναχθέντες με την από 17.10.2013 και με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 140502/4085/2013 αγωγή έπρεπε να επιδικαστεί μία δικαστική δαπάνη, καθόσον αυτοί ως απλοί ομόδικοι είχαν κοινό συμφέρον, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή, το οποίο υπαγόρευε να εκπροσωπηθούν στη δίκη από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο, δεδομένου ότι η φερόμενη ως επιδειχθείσα εκ μέρους τους αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος της (τότε) ενάγουσας (και τώρα εναγόμενης- εκκαλούσας), θεμελιωνόταν στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, έτσι ώστε, με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, η πιο πάνω αναφερόμενη αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (τότε) (συν)εναχθέντος απλού ομοδίκου και εν προκειμένω ενάγοντος- εφεσιβλήτου να ανέρχεται στο ποσό των (380.000 ευρώ Χ 1,5% Χ 23%, που αντιστοιχεί στο ανάλογο ποσοστό καταβλητέου Φ.Π.Α.- ) 1.804,39 ευρώ.

Ότι, και στην περίπτωση επιβολής εξόδων με βάση την διάταξη του άρθρου 188 παρ. 1 του ΚΠολΔ τυγχάνει εφαρμογής, η διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο μπορεί, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή ένα μέρος τους, όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

Ότι, από τα προεκτεθέντα στοιχεία, προδήλως προκύπτει η πλοκή των νομικών θεμάτων της εν λόγω υπόθεσης και η ιδιαίτερη δυσχέρεια, ως προς την υπαγωγή των σχετικών περιστατικών, που οδηγούν στην εφαρμογή των προαναφερθέντων κανόνων δικαίου, οι οποίοι αφορούν, κυρίως, το εριζόμενο ζήτημα της προσβολής της προσωπικότητας, που εισάγουν τα άρθρα 57- 59 ΑΚ, η οποία μπορεί να προέλθει σε επίπεδο αστικού δικαίου και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, σύμφωνα με τα άρθρα 361, 362, 363 Π.Κ.

Ότι, η ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, παρέχεται μόνο όταν συντρέχει το στοιχείο της υπαιτιότητας, το οποίο και ρητά μνημονεύεται στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ. Ότι, ο εφαρμοστής του δικαίου υπέχει υποχρέωση να εργαστεί συστηματικά και να παραμείνει, κατά την εφαρμογή του δικαίου (δηλαδή κατά την εξειδίκευση και τον προσδιορισμό των αόριστων εννοιών του "παρανόμου" και της "υπαιτιότητας") στον πυρήνα των εννοιών αυτών, που αποτέλεσαν συνειδητή επιλογή του νομοθέτη και να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση μέσω κανόνων, που προκύπτουν από τη συγκεκριμενοποίηση αόριστων εννοιών.

Ότι, και η εννοιολογική προσέγγιση του εννόμου αγαθού της τιμής, καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής, συνεπεία τόσο του αφηρημένου περιεχομένου όσο και του έντονα κοινωνικού χαρακτήρα της και ότι ο εφαρμοστής του δικαίου, με στόχο να αντιμετωπίσει την ατομική περίπτωση, που έρχεται προς κρίση ενώπιόν του, για το παράνομο της προσβολής, που αντιστοιχεί στην αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων της εξυβρίσεως, της απλής ή συκοφαντικής δυσφημήσεως, πρέπει να πραγματοποιήσει συλλογιστική διαδικασία, που δεν εξαντλείται σε απλή ερμηνεία των κανόνων δικαίου 361, 362, 363 Π.Κ.

Ότι, το οδοιπορικό του Δικαστή, όταν έχει να αντιμετωπίσει τα εγκλήματα της τιμής, πρέπει να διέλθει, κατά αναγκαιότητα από σύνθετη νομική διαδρομή, που επιβάλλουν οι ανωτέρω κανόνες, καθώς και από τις διατάξεις, που περιγράφουν τους ειδικούς λόγους άρσης του αδίκου των εγκλημάτων, κατά της τιμής (άρθρ. 366 παρ. 1 και 3 και άρθρ. 367 ΠΚ).

Ότι, λόγω αυτών για το σχηματισμό κρίσης επί της αγωγής, θα απαιτούνταν η συνδυασμένη εφαρμογή των ως άνω νομικών διατάξεων, η ερμηνεία των οποίων θα ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Ότι, με βάση τα παραπάνω και στην προκειμένη περίπτωση πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 179 του ΚΠολΔ, να συμψηφιστούν, κατά ένα μέρος, λόγω δυσχερούς ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο ενάγων- εφεσίβλητος, συνιστάμενα στην αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, για τη σύνταξη και κατάθεση των από 25.2.2016 προτάσεων, για την αντίκρουση της προαναφερόμενης με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 140502/4085/2013 αγωγής εναγόμενης- εκκαλούσας, προσδιοριζόμενων αυτών (των δικαστικών εξόδων) στο συνολικό ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, που πρέπει να καταβάλει η τελευταία στον πρώτο, με βάση το επίδικο αντικείμενο.

Ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατά μερική παραδοχή της ως άνω αγωγής, καθόρισε τα καταβλητέα δικαστικά έξοδα στο μεγαλύτερο ποσό των 9.348 ευρώ, έσφαλε. Ότι, με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, η εναγόμενη- εκκαλούσα επαναφέρει ως λόγο έφεσης τον προταθέντα με τις προτάσεις της και με συνοπτική καταχώρησή του στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρισμό της, σύμφωνα με τον οποίον η άσκηση της ανωτέρω αγωγής υπερβαίνει τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια και πρέπει, για το λόγο αυτό, να απορριφθεί.

Ότι, προς επίρρωση του αμέσως προηγούμενου ισχυρισμού της, η εν λόγω διάδικος (εναγόμενη- εκκαλούσα) επικαλέστηκε : α) την επιδίωξη της προπεριγραφείσας απαίτησης του ενάγοντος- εφεσιβλήτου ενώπιον πολλών, επάλληλων και διαφορετικών δικαστηρίων και διαδικασιών, β) τη βεβαιότητα για την εμπλοκή της ίδιας σε δικονομικές, όπως ισχυρίζεται, περιπέτειες, συνεπεία της επικείμενης έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων επί των ανωτέρω, γ) την στοχευμένη, όπως την χαρακτηρίζει, άσκηση της επίμαχης αγωγής μετά παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την παραίτηση της ίδιας καθώς και της συζήτησης αυτής (αγωγής) δύο μόλις ημέρες προ της κατάθεσης προτάσεων προς υπεράσπιση εντολέα της (τρίτου) εναντίον αυτού (ενάγοντος- εφεσιβλήτου), δ) την μεταγενέστερη της συζήτησης της αγωγής της παραίτηση του τελευταίου από το δικόγραφο της όμοιας αγωγής του, την οποία, κατά τη συγκεκριμένη διάδικο (εναγόμενη- εκκαλούσα) χρησιμοποίησε για να αιτηθεί την έκδοση απόφασης αναβολής επί της ήδη συζητηθείσας, χωρίς να ενημερώσει το δικαστήριο που δίκασε για την μεταβολή αυτή και ε) το υπέρογκο της αιτούμενης αμοιβής για μία υπόθεση, που πρόκειται να κριθεί και επί της οποίας ήδη οι τρεις από τους τέσσερεις (αρχικά) εναγόμενους έχουν εμπράκτως αναγνωρίσει το σε βάρος της ίδιας (εναγόμενης- εκκαλούσας) σφάλμα τους.

Ότι, όσον αφορά τον αμέσως προηγούμενο (δεύτερο) λόγο της κρινόμενης έφεσης, η προτεινόμενη ως άνω ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ, ήταν και είναι μη νόμιμη και για το λόγο αυτό απορριπτέα, διότι η ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ, για να μπορεί να θεμελειωθεί πρέπει να προτείνεται κατά υπαρκτού δικαιώματος και όχι κατά ανύπαρκτου, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι τα ανωτέρω περιστατικά, που παραθέτει η εναγόμενη εκκαλούσα με τον οικείο λόγο της έφεσής της, προκειμένου να θεμελιώσει το πραγματικό της ένστασης αυτής, συνιστούν άρνηση του αγωγικού δικαιώματος και ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε τη σχετική ένσταση ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Ότι, μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση και από ουσιαστικής άποψης, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά την διάταξη που έκανε δεκτή την αγωγή κατά το ποσό των 9.348 ευρώ. Στη συνέχεια το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού κράτησε την υπόθεση και εξέτασε την ένδικη αγωγή κατά το αντίστοιχο τμήμα της, την έκανε εν μέρει δεκτή, ως προς το ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ και υποχρέωσε την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το ως άνω ποσό (600 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Με τα ως άνω δεχθέντα το Εφετείο προκύπτει ότι απέρριψε ως απαράδεκτο τον πρόσθετο λόγο της έφεσης και ως αβάσιμους τους λοιπούς (πρώτο, τρίτο και δεύτερο) με το σκεπτικό, που προεκτέθηκε. Ωστόσο αυτό (Εφετείο), παρότι η εκκαλούσα δεν παραπονέθηκε με λόγο έφεσης, έστω και εν σπέρματι, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών σε σχέση με την αγωγική αξίωση του ενάγοντος- εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και με το ύψος του επιδικασθέντος με την πρωτοβάθμια απόφαση ποσού, και χωρίς να μνημονεύει ότι τέτοιος λόγος προτάθηκε παραδεκτά με την έφεση ή πρόσθετο λόγο, δέχτηκε την ύπαρξη τέτοιου λόγου και προχώρησε εκ νέου στην εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής και των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης ως προς το κεφάλαιο της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη προτάσεων της από 17.10.2013 με ΓΑΠ 140502/2013 και ΑΚΔ 4085/2013 αγωγής και γενικά σε επανάκριση του σχετικού κεφαλαίου, εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 179 και 180 ΚΠολΔ και στη συνέχεια επιδίκασε το ποσό των 600 ευρώ για την παραπάνω αιτία, χωρίς να έχει μεταβιβασθεί το κεφάλαιο αυτό στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τα προεκτεθέντα.

Ενόψει αυτών το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να έχουν παραδεκτά προταθεί. Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το αίτημα της έφεσης "επί τω τέλει όπως απορριφθεί η αγωγή καθ' όλα τα αιτήματά της", αφού το αίτημα αυτό δεν στηρίζεται και σε λόγο έφεσης που να αναφέρεται στο κεφάλαιο της αμοιβής για τη σύνταξη των προτάσεων.

Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου και δη του άρθρου 180 ΚΠολΔ) και του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (αντιφατικές αιτιολογίες), είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της.

Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι όταν, μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1099/2017).

Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δέχτηκε κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και δέχτηκε κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή, επιδικάζοντας το ποσό των 600 ευρώ, ενώ έπρεπε ν' απορρίψει κατ' ουσία την έφεση, αφού απέρριψε, κατά τα προεκτεθέντα, όλους τους ως άνω προβληθέντες λόγους της έφεσης, καθώς και τον πρόσθετο λόγο αυτής.

Ούτε εξάλλου, υπάρχει περιθώριο υπολογισμού της αμοιβής σύνταξης των προτάσεων με βάση τη διάταξη της παρ. 1 ι περ. β του άρθρου άρθρο 63 του ν. 4194/2013 του Κώδικα Δικηγόρων, το οποίο έπρεπε να εφαρμοστεί και η αιτούμενη αμοιβή να υπολογιστεί σε ποσοστό 1,5%, αντί των εφαρμοσθέντων διατάξεων των άρθρων 91, 100 και 100 του προϊσχύσαντος ν.

δ/τος 3026/1954 "Κώδικος περί Δικηγόρων", που προέβλεπαν αμοιβή υπολογιζόμενη σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της διαφοράς, με βάση τις οποίες ζητήθηκε και εν συνεχεία κρίθηκε, δεδομένου ότι ελλείψει σχετικού λόγου, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο δεν μπορεί να ερευνήσει την ουσία της υπόθεσης και να ελέγξει αν το διατακτικό που περιέλαβε η εκκαλουμένη απόφαση στη σχετική διάταξή της αναφορικά με το αίτημα του ενάγοντος- εφεσιβλήτου, που θεμελιώνεται στη ως άνω εσφαλμένη διάταξη, είναι ή όχι διαφορετικό από αυτό, που έπρεπε να διαλάβει αν θεμελίωνε την ένδικη αγωγή στην άνω ορθή διάταξη.

Κατά συνέπεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να απορριφθεί κατ' ουσία η ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη από 19.12.2017 και αριθ. κατάθ. 610391/507312/20.12.2017 έφεση και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, του δεύτερου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 4152/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ' ουσίαν την από 19.12.2017 και αριθ. κατάθ. 610391/507312/20.12.2017 έφεση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, καθώς και της παρούσας δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Nοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ