Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds regarding document misinterpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court decision regarding a modified employment contract. The appellant argued that the lower court misinterpreted a labor dispute report to deny wage difference claims, but the court found the appeal grounds vague because they failed to prove the report was legally cited in the original trial. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(2)(a), 559(2)(b), 559(2)(c), 559(2)(d), 559(2)(e), 559(2)(f) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged misinterpretation of a document is inadmissible if the appellant fails to demonstrate that the document was legally cited and relied upon in the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 194 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 194/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρίτσανο, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΣΕ ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ Α.Ε." με το διακριτικό τίτλο "... A.E.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Μερίκα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/2/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 310/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 389/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/11/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 25.11.2018 και με αριθ. κατάθεσης 67/4.12.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 389/16.8.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν κατά ένα μέρος δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσία οι από 12.7.2017 (αριθ.
κατάθ. 168/2017) και από 7.2.2017 (αρ. κατάθ. 159/2017) αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 310/1.6.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία, κατά μερική παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσία της από 20.2.2017 και υπ' αριθ. κατάθ. 97/22.2.2017 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, είχε αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 31 Μαΐου 2013 τροποποίησης της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτής με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία και της είχε επιδικασθεί για διαφορές αποδοχών του διαστήματος από 1.4.2012 έως 31.1.2017 το συνολικό ποσό των 17.276,21 ευρώ [5.410,70 ευρώ καταψηφιστικά και 11.865,51 ευρώ αναγνωριστικά] με το νόμιμο τόκο, ενώ είχε απορριφθεί η αγωγή κατά τα λοιπά κεφάλαια, κύρια και επικουρικά, ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή κατά το κεφάλαιο αναγνώρισης ως άκυρης της από 31.5.2013 τροποποίησης της ως άνω ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και επιδίκασε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα για διαφορές αποδοχών του διαστήματος από 2.4.2012 έως 1.6.2013 το συνολικό ποσό των 5.707,77 ευρώ [4.593,75 ευρώ καταψηφιστικά και 1.114,02 ευρώ αναγνωριστικά] με το νόμιμο τόκο, απορρίπτοντας την αγωγή κατά το εν λόγω κεφάλαιο των διαφορών αποδοχών για το περαιτέρω χρονικό διάστημα, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος κατά το οποίο είχε απορριφθεί η ως άνω αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία κατά τα κεφάλαια αναγνώρισης ως έγκυρης της από 24.1.2017 επίσχεσης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και επιδίκασης σε αυτήν αποδοχών υπερημερίας για την αιτία αυτή και για το διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2017 έως τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους και, επικουρικά, επιδίκασης σε αυτήν της αποζημίωσης καταγγελίας, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους περί του αντιθέτου λόγους της από 17.2.2017 έφεσης της ενάγουσας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, η οποία ορίζει ότι "οι υπόλοιπες (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζόμενους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους..." σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 παρ. 2 του ίδιου νόμου (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 56 του Ν. 4635/2019), η οποία όριζε ότι "με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος", προκύπτει ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας [και η εξομοιούμενη με αυτήν διαιτητική απόφαση] ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την είχαν συνάψει, τα οποία και δεσμεύει (ΑΠ 1581/2018, ΑΠ 1300/2018, ΑΠ 874/2018, ΑΠ 1452/2017, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 330/2015, ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 1698/2007, ΑΠ 281/2002).
Η δυνατότητα δε που παρεχόταν με την τελευταία ως άνω διάταξη στον Υπουργό Εργασίας να επεκτείνει την ισχύ της συλλογικής σύμβασης εργασίας, με την έκδοση κανονιστικής διοικητικής πράξης για την κήρυξη αυτής ως γενικά υποχρεωτικής, και πέρα από τα πρόσωπα που ήδη δεσμεύονταν κατά το άρθρο 8 παρ.2 του νόμου αυτού από τη σχετική συλλογική ρύθμιση, (πάντως όμως μέσα στα όρια της τοπικής της ισχύος), στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά, εφόσον δηλαδή αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (ΑΠ 1581/2018, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 1409/2014) και με χρόνο έναρξης της επέκτασης αυτής την ημερομηνία έκδοσης της υπουργικής απόφασης κατά την παρ. 3 του άρθρου αυτού (ΑΠ 1581/2018, ΑΠ 1452/2017) είχε ανασταλεί, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, με την αναστολή της εφαρμογής των παρ. 2 και 3 του άρθρου 11 του Ν. 1876/1990 αρχικά κατά τη διάρκεια εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής με το άρθρο 37 παρ. 7 του Ν. 4024/2011 (ΦΕΚ Α 226) και στη συνέχεια μέχρι το τέλος του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής με το άρθρο 16 παρ. 2 του Ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74) και ακολούθως με το άρθρο πέμπτο παρ. 2 του Ν. 4475/2017 (ΦΕΚ Α 83), περίοδος η οποία έληξε στις 20 Αυγούστου 2018.
Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει, ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για την κατάρτιση οποιοσδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (Ολ ΑΠ 1/2007).
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι με την ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι δυνατόν εγκύρως να συμφωνηθεί μισθός με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες άλλως δεν θα ήταν δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την έννοια ότι στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος θα αμείβεται με τον ανωτέρω μισθό που καθορίζεται από τις ως άνω συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός (ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 692/2014, ΑΠ 567/2004).
Για το κύρος δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 567/2004). Σε μια τέτοια περίπτωση, οι κανονιστικές ρυθμίσεις της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή της διαιτητικής απόφασης προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση εργασίας, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική ισχύ (ΑΠ 773/2017, ΑΠ 692/2014).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1β, δ και ε του ανωτέρω Ν. 1876/1990 σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 2 αυτού, προκύπτει ότι οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις περιέχουν τους όρους εργασίας που αφορούν τους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας.
Ομοειδείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές συνθήκες παραγωγής και διάθεσης προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών και συναφείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες. Οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ρυθμίζουν τους όρους εργασίας των εργαζομένων σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις ανεξαρτήτως από την ειδικότητα των εργαζομένων και συνάπτονται από συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τους εργαζομένους και τους εργοδότες των επιχειρήσεων αυτών.
Αντίθετα οι ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις ρυθμίζουν τους όρους εργασίας εργαζομένων του αυτού επαγγέλματος, ανεξαρτήτως από το είδος της επιχείρησης στις οποίες ασχολούνται. Ως επάγγελμα νοείται το συγκεκριμένο είδος εργασίας που προσφέρει ο μισθωτός και τα ειδικότερα καθήκοντα που συνδέονται με το είδος αυτό εργασίας (ΑΠ 1300/2018, ΑΠ 1078/2010, ΑΠ 281/2002).
Ακόμη, από το σύνολο των διατάξεων του Ν. 1876/1990 συνάγεται ότι οι όροι εργασίας, τους οποίους ρυθμίζει κάποια συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη τέτοια σύμβαση (διαδοχή συλλογικών συμβάσεων εργασίας). Διαδοχή συλλογικής σύμβασης εργασίας υπάρχει επομένως, όταν χρονικά νεότερη συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 228/2014, ΑΠ 277/2009, ΑΠ 1211/2009, ΑΠ 431/2011, ΑΠ 1017/2006, ΑΠ 520/2003).
Συνεπώς δεν νοείται κατά νόμο διαδοχή ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής σύμβασης εργασίας από κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας, αφού πρόκειται για συλλογικές ρυθμίσεις διαφορετικού είδους και πεδίου ισχύος. Κατά τη διαδοχή συλλογικής σύμβασης εργασίας, η νεότερη συλλογική σύμβαση εργασίας μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης, τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων εισάγοντας δυσμενέστερες ρυθμίσεις, δηλαδή κατά τη διαδοχή συλλογικής σύμβασης εργασίας δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών που διαπνέει το εργατικό δίκαιο (άρθ. 7 παρ.2 του Ν. 1876/1990 και 680 του ΑΚ), αλλά η αρχή της τάξης [αρχή της διαδοχής των ρυθμίσεων] (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 228/2014, ΑΠ 277/2009, ΑΠ 1211/2009, ΑΠ 1017/2006, ΑΠ 520/2003), με εξαίρεση μόνο την προπαρατεθείσα περίπτωση κατά την οποία με την ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (άρθ. 361 του ΑΚ) έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή του ευνοϊκότερου νόμου (ΑΠ 431/2011), οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας και, εφ' όσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό, δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη συλλογική σύμβαση εργασίας που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης, οι οποίοι με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν ήδη συμβατικοί όροι της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με την προαναφερθείσα αρχή της εύνοιας.
Για να καταστεί, όμως, συμβατικός όρος της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ο κανονιστικός όρος της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή της διαιτητικής απόφασης, πρέπει η παραπομπή αυτή να γίνει σε συγκεκριμένη συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες διατάξεις για τους μισθωτούς, αφού συμφωνήθηκε με την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα εφαρμόζεται η εκάστοτε ισχύουσα συλλογική ρύθμιση (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 228/2014, ΑΠ 1494/2010, ΑΠ 277/2009, ΑΠ 1017/2006).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του Ν. 1876/1990, που επανέλαβε ουσιαστικά τη διάταξη του άρθρου 680 του ΑΚ, προκύπτει ότι οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας υπερισχύουν των τυχόν δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (αρχή της εύνοιας).
Και τούτο συμβαίνει, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας περιέχουν τα κατώτατα όρια υποχρεωτικής προστασίας των μισθωτών, περιλαμβανομένου και του ύψους των αποδοχών, έτσι ώστε με τις ατομικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας να απαγορεύεται μεν η δυσμενέστερη ρύθμιση των ίδιων ζητημάτων, να επιτρέπεται, όμως, η βελτίωση της προστασίας αυτής (ΑΠ 692/2014, ΑΠ 228/2014).
Από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, που καθιερώνει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν.3198/1955 και 1 της υπ αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "Περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, με τις οποίες καθορίζεται η έννοια του μισθού, σαφώς προκύπτει ότι είναι καθ' όλα επιτρεπτή νέα συμφωνία μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη, τροποποιητική της αρχικής, που προβλέπει μείωση του καταβαλλόμενου μισθού, υπό τον όρο ότι η συμφωνία αυτή δεν θα προσκρούει σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και ειδικότερα δεν θα προβλέπει την καταβολή μισθού κατώτερου εκείνου που καθορίζεται από ενεργό και σε ισχύ συλλογική ρύθμιση (συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση).
Διαφορετικά, η τροποποιητική αυτή ατομική συμφωνία είναι άκυρη (άρθ. 174, 180 του ΑΚ) κατά το μέρος που προβλέπει αποδοχές μικρότερες των κατωτάτων ορίων της συλλογικής αυτής ρύθμισης, καθότι οι κανονιστικοί όροι της τελευταίας ως προς το ύψος των αποδοχών περιέχουν τα κατώτατα όρια υποχρεωτικής προστασίας του εργαζομένου, με συνέπεια να απαγορεύεται η επί το δυσμενέστερο ρύθμιση του ύψους του συμφωνουμένου μισθού με την ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Αυτονόητη όμως προϋπόθεση του όρου αυτού είναι η από το νόμο υπαγωγή των μερών στη συγκεκριμένη συλλογική ρύθμιση. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της τροποποιητικής ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που έχει ως αντικείμενό της τη μείωση των αποδοχών του εργαζομένου σε όρια χαμηλότερα εκείνων που προβλέπονται από κανονιστικές διατάξεις σε ισχύ κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, όταν η τελευταία δεν δεσμεύει τους ως άνω συμβληθέντες, για το λόγο ότι αυτοί δεν τυγχάνουν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συνήψαν αυτή (ή, με βάση το πριν το Ν. 4024/2011 νομοθετικό καθεστώς, για το λόγο ότι αυτή δεν είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική με απόφαση του Υπουργού Εργασίας).
Ούτε μπορεί στην περίπτωση αυτή να γίνει λόγος για άκυρη παραίτηση του εργαζομένου από τις μισθολογικές αξιώσεις του, κατά τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου συναγομένη από τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 551/1915, 8 του Ν. 2112/1920, 5 παρ.1 του Ν. 3198/1955, 8 παρ. 4 του Ν.Δ/τος 4020/1959, 7 παρ.1 και 2 του Ν. 1876/1990 και 679 του ΑΚ, διότι η απαγόρευση παραίτησης αφορά το νόμιμο μισθό και δεν ισχύει για το συμβατικό μισθό που υπερβαίνει τα κατώτατα όρια των νόμιμων αποδοχών (ΑΠ 1569/2017, ΑΠ 1089/2006, ΑΠ 843/2002).
Τοιαύτη είναι και η περίπτωση τροποποιητικής συμφωνίας των μερών που καταργεί προηγούμενη συμφωνία των μερών περί παραπομπής σε κανονιστικούς όρους συγκεκριμένης συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης, στην οποία, ελλείψει της συμφωνίας αυτής, δεν θα υπάγονταν τα συμβαλλόμενα μέρη και που επάγεται, ως εκ του περιεχομένου της συμφωνηθείσας τροποποίησης, μείωση αποδοχών.
Στις περιπτώσεις δε που τα μέρη δεν θα μπορούσαν να υπαχθούν στις ρυθμίσεις κάποιας ενεργού κλαδικής (ή ομοιοεπαγγελματικής) συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αρχική ή τροποποιητική της αρχικής, δεν επιτρέπεται να προβλέπει μισθό κατώτερο μόνο από τα γενικά κατώτατα όρια που καθορίζονταν για τους εργαζομένους όλης της χώρας μέχρι πρόσφατα (1.4.2013) από τις σχετικές κανονιστικές διατάξεις ενεργών εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας και έκτοτε από το νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό με βάση το προβλεπόμενο από την Υποπαρ.
ΙΑ. 11 του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222) διοικητικό σύστημα καθορισμού κατωτάτου μισθού για τους εργαζομένους του ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014) ορίζεται ότι: "Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή τη καταγγελία τους.
Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εντωμεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".
Με τη διάταξη της παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά την πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου από τη λήξη ή την καταγγελία των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή από την ισχύ του Ν. 4046/2012 (14 Φεβρουαρίου 2012), οι κανονιστικοί όροι συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων που αφορούν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω τέσσερα επιδόματα (εφόσον βεβαίως αυτά ή κάποια από αυτά προβλέπονταν από τη συλλογική σύμβαση εργασίας ή τη διαιτητική απόφαση που έληξε) εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι οιονεί ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 318/2017, ΑΠ 453/2010), ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις που προβλέπουν τη καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος.
Η ως άνω προσαρμογή των ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας με τη διατήρηση του βασικού μισθού και των πιο πάνω επιδομάτων και συνακόλουθα με την κατάργηση των λοιπών είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων (ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 876/2018).
Ειδικά δε για τα επιδόματα ωρίμανσης (τριετίας, πολυετίας κλπ) επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι με τη διάταξη του άρθρου 4 της ως άνω με αριθ. 6/2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, από 14 Φεβρουαρίου 2012 και μέχρις ότου το ποσοστό ανεργίας μειωθεί κάτω του 10% ανεστάλη η ισχύς διατάξεων νόμων, κανονιστικών πράξεων, συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, με τις οποίες προβλεπόταν - για τον εφεξής χρόνο - η καταβολή πρόσθετων παροχών (επιδομάτων) σχετιζομένων με την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας μετά τη χρονολογία αυτή (ωριμάνσεις), ως επιβράβευση του εργαζομένου και ως ανταμοιβή του για την κτηθείσα εργασιακή εμπειρία (ΑΠ 773/2017, ΑΠ 876/2018).
Οι διατηρούμενοι όμως κατά τη διάρκεια της μετενέργειας ως άνω οιονεί ενοχικοί όροι, οι οποίοι δεν έχουν πλέον κανονιστικό χαρακτήρα (λόγω λήξης της ισχύος της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή της διαιτητικής απόφασης), ούτε είναι γνήσιοι ενοχικοί όροι (αφού δεν είναι καρπός ατομικής συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, αλλά η διατήρησή τους οφείλεται σε νομοθετική παρέμβαση), μπορούν να παραμερισθούν προς ευμενέστερη ή δυσμενέστερη κατεύθυνση είτε κατ' εφαρμογή νεώτερης συλλογικής σύμβασης εργασίας (αρχή της τάξης), είτε με νεώτερη ατομική συμφωνία μεταξύ των μερών (ΑΠ 773/2017), όπως ρητά ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (αντίστοιχα όριζε και η προηγούμενη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990 που καταργήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 5 της ως άνω Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου).
Δεν υπάρχει συνεπώς έδαφος εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου στις περιπτώσεις κατάρτισης ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που παραπέμπει σε κανονιστικούς όρους συγκεκριμένης συλλογικής σύμβασης εργασίας, στην οποία, ελλείψει της συμφωνίας αυτής, δεν θα υπάγονταν τα συμβαλλόμενα μέρη, καθότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος περί διατήρησης σε ισχύ κατά το στάδιο της μετενέργειας των κανονιστικών όρων της λήξασας συλλογικής ρύθμισης ως οιονεί ενοχικών της ατομικής σύμβασης εργασίας, αφού οι όροι αυτοί με συμφωνία των μερών έχουν ήδη καταστεί συμβατικοί όροι της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα διατηρούνται μεν σε ισχύ ως συμβατικοί όροι, πλην όμως μπορούν οποτεδήποτε ελεύθερα να τροποποιηθούν ή καταργηθούν με νεώτερη, ρητή ή σιωπηρά, συμφωνία μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη (άρθ. 361 του ΑΚ).
Τέλος, η προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας επενεργεί μεν και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, πλην όμως ειδικά στις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις, όπου υπάρχει συμβατικό θεμέλιο από το οποίο απορρέουν αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις, δεν έλκεται σε εφαρμογή η αρχή αυτή, αλλά η αναλογία των παροχών κρίνεται από τις κοινές διατάξεις του αστικού κώδικα και δη εκείνες των άρθρων 178, 179 του ΑΚ, ως και εκείνης του άρθρου 281 του ΑΚ κατά την άσκηση δικαιώματος απορρέοντος από τη σύμβαση (ΑΠ 946/2018, ΑΠ 769/2007).
Άλλωστε η χρησιμοποίηση της μεθόδου της αναλογίας στην καταρτισθείσα μεταξύ των ιδιωτών σύμβαση, προϋποθέτει την ύπαρξη σ` αυτήν κενού, ήτοι σημείου της όλης δικαιοπρακτικής ρύθμισης που έμεινε αρρύθμιστο, είτε γιατί δεν μπορούσε να προβλεφθεί, είτε γιατί προβλέφθηκε αλλά για οποιοδήποτε λόγο δεν ρυθμίστηκε, καθώς και την ανάγκη πλήρωσης αυτού για να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση του σκοπού της δικαιοπραξίας (ΑΠ 946/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση
του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όταν οι επικαλούμενες ανεπάρκειες της αιτιολογίας αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
Λόγος δε αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008), ενώ λόγος αναίρεσης, όπου η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά επί του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης απορρίπτεται ως αλυσιτελής.
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία [ήδη αναιρεσίβλητη], η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της εμπορίας αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων και στην παροχή σχετικών υπηρεσιών, κατήρτισε στις 1.4.2008 δια του νομίμου εκπροσώπου της σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα].
Ότι σύμφωνα με τους όρους αυτής η τελευταία θα εργαζόταν ως βοηθός λογιστή στην έδρα αυτής στη Λάρισα. Ότι κατά το περιεχόμενό της η σύμβαση αυτή διέπονταν από τη συλλογική σύμβαση εργασίας για λογιστές και βοηθούς λογιστές και ειδικότερα από την με αριθ. 45/2009 διαιτητική απόφαση "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών των βιομηχανικών, βιοτεχνικών, ξενοδοχειακών, εμπορικών και των πάσης φύσεως επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων όλης της χώρας".
Ότι και μετά τη λήξη της ισχύος της ως άνω με αριθ. 45/2009 διαιτητικής απόφασης στις 30.12.2009 και την παρέλευση του αρχικού εξαμήνου παράτασης της ισχύος της (άρθ. 9 παρ. 4 του Ν. 1876/1990), η εναγομένη εξακολούθησε να καταβάλει στην ενάγουσα μηνιαίο μισθό με βάση την πιο πάνω διαιτητική απόφαση. Ότι συνάγεται, επομένως, ότι οι κανονιστικοί όροι της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης είχαν καταστεί, πριν λήξει η ισχύς της, περιεχόμενο της πιο πάνω ατομικής σύμβασης εργασίας.
Ότι, κατά συνέπεια, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει για το διάστημα από 2.4.2012 έως 31.5.2013 (οπότε έλαβε χώρα τροποποιητική της αρχικής σύμβαση), πέραν του βασικού της μισθού, και όλα τα προβλεπόμενα από την εν λόγω διαιτητική απόφαση επιδόματα και ειδικότερα τα επιδόματα γάμου (από 10.11.2012 μετά την τέλεση του γάμου της), πτυχίου, καθότι ήταν κάτοχος πτυχίου οικονομικών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ανθυγιεινής εργασίας, καθότι χειριζόταν ηλεκτρονικό υπολογιστή, μισθολογικής ωρίμανσης (πολυετίες), τέκνων, διαχειριστικών λαθών, καθότι εκτελούσε χρέη ταμία και ισολογισμού, καθότι απασχολείτο και με τη σύνταξη του ισολογισμού της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας.
Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αφού, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου έφεσης της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί αντιθέτως ότι μετά τη λήξη της ισχύος της με αριθ. 45/2009 διαιτητικής απόφασης στις 31.12.2009, οι σχέσεις των διαδίκων διέπονταν αρχικά από την από 4.3.2011 και στη συνέχεια από την από 26.2.2012 συλλογική σύμβαση εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας επιδικάζοντας τις ούτω προκύπτουσες διαφορές κατά παραδοχή της επικουρικής βάσης της αγωγής, κράτησε την υπόθεση και επιδίκασε σε αυτήν τις διαφορές αποδοχών μεταξύ των προβλεπομένων από την με αριθ. 45/2009 διαιτητική απόφαση για τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών όλης της χώρας και των καταβαλλομένων σε αυτήν και για το διάστημα από 2.4.2012 έως 1.6.2013 και ειδικότερα το συνολικό ποσό των 4.593,75 ευρώ με το νόμιμο τόκο, κατά παραδοχή ως κατ' ουσία βάσιμης της αγωγής κατά την κύρια αυτής βάση.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, αναφορικά με την εγκυρότητα της από 31.5.2013 τροποποιητικής της αρχικής συμφωνίας των μερών, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι λόγω της ύφεσης και της οικονομικής κρίσης που έπληττε την Ελλάδα, η ενάγουσα σύναψε με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης την από 31.5.2013 τροποποιητική σύμβαση της από 1.4.2008 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με την οποία οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας θα ρυθμίζονταν από την ΕΓΣΣΕ και από 1.6.2013 θα περιορίζονταν σε 703,30 ευρώ (μισθός εγγάμου με μία τριετία), ενώ με δεύτερη σύμβαση στις 31.5.2013 συμφωνήθηκε η καταβολή 200 ευρώ ως εταιρική παροχή από 1.6.2013 μέχρι και 31.5.2014 (η παροχή αυτή ανακλήθηκε στις 1.1.2016 με απόφαση του Δ.Σ.
της εναγομένης). Η ως άνω σύμβαση είναι καθόλα έγκυρη σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, καθώς με αυτή η ενάγουσα συμφωνούσε να λαμβάνει αποδοχές, που ελλείψει ΣΣΕ ή ΔΑ που να δεσμεύει και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, δεν υπολείπονται των ελάχιστων νόμιμων, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από την ΕΓΣΣΕ του 2012/2013 σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 6/2012 ΠΥΣ και δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη.
Εξάλλου σε περίπτωση που από κοινού εργοδότης και εργαζόμενος εφαρμόζουν μέσω υπογραφής ατομικής σύμβασης εργασίας (είτε μέσω επιχειρησιακής) την ΕΓΣΣΕ και αναφορικά με τα κριτήρια που διαχωρίζεται ο λογιστής από το βοηθό λογιστή, ενόψει του ότι η εφαρμοζόμενη ΕΓΣΣΕ, η οποία ισχύει και για τους μη μισθολογικούς όρους δεν αναφέρει κάτι, το κριτήριο διαχωρισμού είναι πλέον υποκειμενικό και έχει να κάνει με την περιγραφή της θέσης του εργαζομένου και την ανάλυση του εργασιακού του ρόλου.
Έσφαλε, επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι "η ως άνω σύμβαση είναι άκυρη, καθώς με αυτή η ενάγουσα συμφωνούσε να λαμβάνει αποδοχές πολύ κατώτερες των ελαχίστων νομίμων, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από την ΣΣΕ του 2012 [ενταύθα η πρωτόδικη απόφαση αναφέρεται στην ως άνω από 26.7.2012 και με αριθ.
πρακτικού κατάθεσης 13/31.7.2012 συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Εμπορικές Επιχειρήσεις όλης της χώρας] σε συνδυασμό με την υπ' αριθμό 6/2012 ΠΥΣ ", όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη με την έφεσή της. Αποδείχθηκε ακόμα ότι στην πράξη της αυτή η ενάγουσα προέβη ως ένδειξη καλής θέλησης και προκειμένου να στηρίξει την επιχείρηση στην οποία εργαζόταν, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι τελούσε υπό την απειλή της απόλυσης.
Άλλωστε είχε κάθε νόμιμο δικαίωμα να μην αποδεχθεί την πρόταση της εναγομένης για μείωση του συμβατικού μισθού της (ενάγουσας) που έγινε στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματός της με σκοπό τη μείωση των λειτουργικών εξόδων της και να μην συνάψει τη νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, να θεωρήσει την πράξη της αυτή ως προσκρούουσα στο άρθρο 281 του ΑΚ και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί η εναγομένη να την απασχολεί, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.
Αλλά ούτε και παραπλάνηση αποδείχθηκε, αφού το επίδομα των 200 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβάλλεται μέχρι και την 31.5.2014, ανεξαρτήτως του ότι η εναγομένη συνέχισε να το καταβάλλει στην ενάγουσα μέχρι και 31.12.2015, χωρίς η τελευταία να διαμαρτυρηθεί. [...] Η ενάγουσα συνομολογεί ότι έλαβε για το χρονικό διάστημα από 1.6.2013 έως 17.1.2017, όσα συμφώνησε με την ως άνω τροποποιητική σύμβαση και επομένως δεν δικαιούται διαφορές αποδοχών".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει αντιθέτως ότι η από 31.5.2013 τροποποιητική σύμβαση ήταν άκυρη για το λόγο ότι οι συμφωνηθείσες αποδοχές ήταν χαμηλότερες των νομίμων που όριζε η πιο πάνω από 26.7.2012 συλλογική σύμβαση εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας και είχε επιδικάσει για το διάστημα από 1.6.2013 έως 17.1.2017 τα εκεί αναγραφόμενα επί μέρους ποσά για διαφορές αποδοχών μεταξύ των οριζομένων από την πιο πάνω συλλογική σύμβαση εργασίας και των καταβαλλομένων.
Αφού κράτησε δε κατά το μέρος αυτό την υπόθεση, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή, ως προς το κεφάλαιο αναγνώρισης της ακυρότητας της από 31.5.2013 τροποποιητικής της αρχικής ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και επιδίκασης για το διάστημα από 1.6.2013 έως 17.1.2017 διαφορών αποδοχών, τόσο μεταξύ των προβλεπομένων από την με αριθ. 45/2009 διαιτητική απόφαση για τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών όλης της χώρας και των καταβαλλομένων (κατά την κύρια βάση της αγωγής), όσο και μεταξύ των προβλεπομένων από την από 26.7.2012 συλλογική σύμβαση εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας και των καταβαλλομένων (κατά την επικουρική βάση αγωγής).
Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να αποφανθεί υπέρ της εγκυρότητας της μεταξύ των διαδίκων από 31.5.2013 τροποποιητικής της αρχικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα να απορρίψει ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή επιδίκασης διαφορών αποδοχών (κατά την επικουρική της βάση) παραβίασε τις κανονιστικού περιεχομένου ρυθμίσεις της από 26.7.2012 (πράξη κατάθ.
Υπ. Εργ. Κοιν. Ασφ. και Πρόνοιας 13/31.7.2012) συλλογικής σύμβασης εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Εμπορικές Επιχειρήσεις όλης της χώρας", η οποία ήταν εφαρμοστέα στις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις για το διάστημα από 1.6.2012 (υπογραφής της τροποποιητικής σύμβασης) μέχρι 31.10.2013 [περιλαμβανομένου και του τριμήνου από τη λήξη της άνω συλλογικής σύμβασης εργασίας στις 31.7.2013, σύμφωνα με τους ορισμούς της με αριθ. 6/2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου] και παράλληλα:
α) παραβίασε την αρχή της εύνοιας κατ' άρθ. 7 παρ.2 του Ν. 1876/1990 που αποκλείει την ισχύ δυσμενέστερων όρων ατομικής σύμβασης εργασίας σε σχέση με τους ευμενέστερους όρους συλλογικής ρύθμισης, β) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της με αριθ. 6/2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου που προβλέπει τη διατήρηση της καταβολής κατά το στάδιο της μετενέργειας των επιδομάτων ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικίνδυνης εργασίας, καθότι στην προκειμένη περίπτωση την με αριθ. 45/2009 διαιτητική απόφαση για τους όρους αμοιβής των λογιστών και βοηθών λογιστών όλης της χώρας διαδέχθηκε η ως άνω από 26.7.2012 συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Εμπορικές Επιχειρήσεις όλης της χώρας και κατά συνέπεια μόνο από 1.11.2013 μπορούσε η εναγομένη εργοδότρια εταιρεία να περικόψει τα άνω επιδόματα, γ) παραβίασε την αρχή της απαγόρευσης παραίτησης του μισθωτού από τα ελάχιστα όρια των αποδοχών του, ως και την αρχή της αναλογικότητας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ' όλες του τις αιτιάσεις. Ειδικότερα η από 26.7.2012 (πράξη κατάθ. Υπ. Εργ., Κοιν. Ασφ. και Πρόνοιας 13/31.7.2012) συλλογική σύμβαση εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Εμπορικές Επιχειρήσεις όλης της χώρας" δεν είχε εφαρμογή στη μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης εταιρείας σχέση εξαρτημένης εργασίας και κατά συνέπεια οι κανονιστικές ρυθμίσεις αυτής δεν τους δέσμευαν κατά τη διάρκεια ισχύος της και για ένα τρίμηνο μετά τη λήξη αυτής, εφόσον δεν υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης [ούτε άλλωστε έγινε τέτοια επίκληση από τους διαδίκους] ότι αυτοί ήταν μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που συνήψαν την πιο πάνω από 26.7.2012 συλλογική σύμβαση εργασίας [ούτε άλλωστε, λόγω της νομοθετημένης αναστολής, κηρύχθηκε ποτέ αυτή γενικώς υποχρεωτική με απόφαση του Υπουργού Εργασίας].
Επισημαίνεται δε ότι κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές η από 31.5.2013 τροποποιητική της αρχικής ατομική σύμβαση εργασίας παρέπεμπε στις κανονιστικές ρυθμίσεις της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας και όχι στις κανονιστικές ρυθμίσεις της πιο πάνω από 26.7.2012 (κλαδικής) συλλογικής σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος περί εφαρμογής των ρυθμίσεων αυτής στις μεταξύ των μερών σχέσεις, ως συμβατικών όρων.
Ούτε επίσης το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι, παρά την κατάρτιση της από 31.5.2013 τροποποιητικής της αρχικής συμφωνίας, η αναιρεσίβλητη κατέβαλλε στην αναιρεσείουσα τις προβλεπόμενες από την ως άνω από 26.7.2012 συλλογική σύμβαση εργασίας μεγαλύτερες αποδοχές, πράγμα που αποδεχόταν η τελευταία, ώστε να επέλθει νέα σιωπηρά τροποποίηση της από 31.5.2013 τροποποιητικής συμφωνίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα στον οικείο λόγο αναίρεσης.
Επομένως, εφόσον η ως άνω από 26.7.2012 κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Εμπορικές Επιχειρήσεις όλης της χώρας δεν είχε εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής της εύνοιας, με την κατάρτιση της από 31.5.2013 τροποποιητικής της αρχικής ατομικής σύμβασης εργασίας που προέβλεπε την καταβολή αποδοχών χαμηλότερων των προβλεπομένων από την πιο πάνω συλλογική ρύθμιση κατωτάτων ορίων, ούτε για παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης της παραίτησης του μισθωτού από τη λήψη των αποδοχών του, αφού η απαγόρευση αυτή αφορά παραίτηση από τα ελάχιστα νόμιμα όρια των αποδοχών του.
Εξ άλλου δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση του άρθρου 2 παρ. 4 της με αριθ. 6/2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου για την διατήρηση της καταβολής ορισμένων επιδομάτων κατά το στάδιο της μετενέργειας και συγκεκριμένα της με αριθ. 45/2009 διαιτητικής απόφασης για τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών όλης της χώρας, που κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο έπρεπε να προστεθούν στις συμφωνηθείσες ελάχιστες αποδοχές της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, καθότι η διάταξη αυτή δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση.
Ειδικότερα [ανεξαρτήτως του ότι κατά το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η καταβολή των άνω διατηρουμένων επιδομάτων κατά το στάδιο της μετενέργειας μπορεί οποτεδήποτε να διακοπεί με τροποποιητική της αρχικής ατομική σύμβαση εργασίας μεταξύ των μερών (ή με νέα συλλογική σύμβαση εργασίας εισάγουσα δυσμενέστερες ρυθμίσεις, κατά την αρχή της τάξεως)], στην ένδικη υπόθεση τα επιδόματα αυτά έφεραν κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης συμβατικό χαρακτήρα στο πλαίσιο της αρχικής από 1.4.2008 ατομικής σύμβασης εργασίας.
Επομένως εγκύρως έλαβε χώρα η κατάργηση της καταβολής αυτών με την από 31.5.2013 τροποποιητική της αρχικής ατομική σύμβαση εργασίας, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθ. 361 του ΑΚ), εφόσον, κατά τις σχετικές παραδοχές, οι συμφωνηθείσες με αυτή χαμηλότερες της αρχικής σύμβασης αποδοχές ανέρχονταν στα ελάχιστα προβλεπόμενα από την εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας όρια αποδοχών και παράλληλα δεν υπήρχε άλλη συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση [περιλαμβανομένης, επομένως, και της ως άνω από 26.7.2012 κλαδικής συλλογικής σύμβασης για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Εμπορικές Επιχειρήσεις όλης της χώρας] που να προβλέπει μεγαλύτερα κατώτατα όρια αποδοχών από τις συμφωνηθείσες με την πιο πάνω από 31.5.2013 τροποποιητική σύμβαση και, επί πλέον, να δεσμεύει ταυτόχρονα τους διαδίκους.
Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι δεν συντρέχει περίπτωση διαδοχής στην ένδικη υπόθεση της με αριθ. 45/2009 ομοιοεπαγγελματικής διαιτητικής απόφασης για τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών από την από 26.7.2012 συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις της χώρας, η οποία είναι κλαδική (και όχι ομοιοεπαγγελματική, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα), διότι πρόκειται για συλλογικές ρυθμίσεις διαφορετικού είδους και πεδίου ισχύος.
Ούτε μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, η οποία δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στο σημείο αυτό. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας και κατά συνέπεια δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ η παράλειψη της προσβαλλομένης απόφασης ν' αναλύσει περαιτέρω τους λόγους για τους οποίους η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δέχθηκε να υπαχθεί στις ρυθμίσεις της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, αν και κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης αντικείμενο της εργασίας της παρέμειναν οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση λογιστικές εργασίες και συνεπώς ο περί του αντιθέτου τρίτος, κατ' ορθή αρίθμηση (και όχι τέταρτος), λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997, Ολ ΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, ΑΠ 1720/2013, ΑΠ 232/2009).
Περαιτέρω ο κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 246 παρ. 2 του Ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α 86) εγκριθείς με την με αριθ. 57088/ΔΙΟΕ 1033/18.12.2013 (ΦΕΚ Β 3314/24.12.2013) απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας Κώδικας Δεοντολογίας Λογιστών Φοροτεχνικών (ο οποίος μάλιστα ίσχυσε πολλούς μήνες μετά την κατάρτιση της ως άνω από 31.5.2013 τροποποιητικής της αρχικής ατομικής σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε να εφαρμοσθεί επ' αυτής) περιλαμβάνει τους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας των λογιστών φοροτεχνικών και τις διοικητικές κυρώσεις κατά των παραβατών των κανόνων αυτών.
Από καμία διάταξη αυτού και ειδικότερα από τις επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 2 (που αφορά σε ποίους εφαρμόζεται), 6 (που αφορά τις αρχές παροχής επαγγελματικών υπηρεσιών) και 14 (που αφορά τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων από το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδας) αυτού, δεν προβλέπεται ακυρότητα της σύμβασης ιδιωτικού δικαίου μεταξύ λογιστή - φοροτεχνικού και του αντισυμβαλλομένου του, όταν αυτή περιέχει όρους αντίθετους με τα όσα ορίζονται στον ως άνω Κώδικα Δεοντολογίας, η οποία (σύμβαση), συνεπώς, είναι καθ' όλα έγκυρη, αλλά στην περίπτωση αυτή ο λογιστής - φοροτεχνικός βρίσκεται αντιμέτωπος με την επιβολή διοικητικών κυρώσεων σε βάρος του.
Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ότι η από 31.5.2013 τροποποιητική της αρχικής σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ήταν άκυρη, διότι οι όροι αυτής αντιβαίνουν σε όρους του Κώδικα Δεοντολογίας Λογιστών Φοροτεχνικών, εφόσον με τη σύμβαση αυτή εξισωνόταν ο λογιστής με (ανειδίκευτο) εργάτη [ενν.
υπάλληλο] από μισθολογικής άποψης, δεν έχει έρεισμα στις διατάξεις αυτές και είναι νομικά αβάσιμος. Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να μην αποφανθεί ειδικά επί του εν λόγω ισχυρισμού της ενάγουσας περί ακυρότητας της από 31.5.2013 τροποποιητικής της αρχικής σύμβασης εργασίας, ως αντιβαίνουσας σε όρους του Κανονισμού Δεοντολογίας Λογιστών Φοροτεχνικών, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αφού ο ισχυρισμός αυτός ήταν νομικά αβάσιμος και ως εκ τούτου μη ουσιώδης για την έκβαση της δίκης.
Με τον τέταρτο κατ' ορθή αρίθμηση (και όχι πέμπτο) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης υπό στοιχεία 1 - 7 και 16 και σε συνέχεια και σε συνάφεια με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, προσάπτοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας, αιτιάται ειδικότερα την προσβαλλόμενη απόφαση ότι: 1) δεν αιτιολογεί ειδικά γιατί η από 31.5.2013 τροποποιητική συμφωνία δεν είναι άκυρη, ως ενέχουσα απαγορευμένη παραίτηση του δικαιώματος λήψης των ελαχίστων ορίων των αποδοχών της, περιλαμβανομένων των διατηρηθέντων με την με αριθ. 6/2012 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου επιδομάτων, 2) δεν αιτιολογεί ειδικά γιατί δεν μετενεργούν οι εν λόγω όροι επί των προβλεπομένων από την εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας ελάχιστων αποδοχών, 3) δεν αιτιολογεί ειδικά γιατί είναι κατά νόμο επιτρεπτή η περικοπή των αποδοχών της, πέραν των όσων επιτάσσουν ο Ν. 4046/2012 σε συνδυασμό με την με αριθ. 6/2012 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου, 4) δεν αιτιολογεί ειδικά γιατί η ως άνω μείωση των αποδοχών δεν συνιστά κατάχρηση διευθυντικού δικαιώματος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, 5) δεν αιτιολογεί ειδικά για το εάν ήταν επιτρεπτή η παραίτηση της αναιρεσείουσας από τη λήψη του επιδόματος σπουδών, 6) δεν αιτιολογεί ειδικά για ποίο λόγο ήταν νόμιμη η συμφωνία για την καταβολή κατά τους όρους της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας μικρότερου επιδόματος τριετίας (ωρίμανσης) από εκείνον που προέβλεπε για τους λογιστές η με αριθ. 45/2009 διαιτητική απόφαση, 7) δεν αιτιολογεί ειδικά γιατί η ως άνω τροποποιητική συμφωνία δεν αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας και δη της επιτακτικής ανάγκης προστασίας του εργαζομένου, 16) δεν αιτιολογεί με επάρκεια γιατί η σύναψη της από 31.5.2013 τροποποιητικής συμφωνίας δεν ήταν προϊόν απειλής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ή παραπλάνησή της με την υπόσχεση της καταβολής του ποσού των 200 ευρώ ως εταιρικού επιδόματος, προς αναπλήρωση της μείωσης των αποδοχών της.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί αφενός μεν ως απαράδεκτος, κατά τις υπό στοιχεία 1 - 3 και 5 - 7 αιτιάσεις, καθότι με αυτές πλήττεται για έλλειψη αιτιολογίας η μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλομένης απόφασης και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αφετέρου δε ως αβάσιμος κατά την υπό στοιχείο 4 αιτίαση, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν δέχθηκε ότι η μείωση των αποδοχών της αναιρεσείουσας έλαβε χώρα με μονομερή απόφαση της αναιρεσίβλητης "κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτής", αλλά με ελευθέρως καταρτισθείσα τροποποιητική σύμβαση των μερών και ως εκ τούτου στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.
Εξ άλλου, αναφορικά με την υπό στοιχείο 16 αιτίαση η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει με πληρότητα και σαφήνεια στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η κατάρτιση της πιο πάνω από 31.5.2013 τροποποιητικής συμφωνίας δεν ήταν αποτέλεσμα απειλής ή παραπλάνησης της αναιρεσείουσας, ενώ δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας η περαιτέρω αναγραφή των λόγων για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, καθότι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Σημειώνεται, πάντως, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται μνεία ότι η ως άνω από 31.5.2013 τροποποιητική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων έλαβε χώρα λόγω της ύφεσης και της οικονομικής κρίσης που έπληττε την Ελλάδα, ότι στην πράξη της αυτή προέβη η αναιρεσείουσα ως ένδειξη καλής θέλησης και προκειμένου να στηρίξει την επιχείρηση στην οποία εργαζόταν και ότι, σε κάθε περίπτωση, αυτή θα μπορούσε ν' αρνηθεί την αποδοχή της πρότασης της αναιρεσίβλητης για μείωση των αποδοχών της και να μην συνάψει τη νέα τροποποιητική σύμβαση, προσφεύγοντας στο δικαστήριο σε περίπτωση που η αναιρεσίβλητη ενέμεινε σε αυτήν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ.1 του ΚΠολΔ η οποία, μεταξύ άλλων, ορίζει ότι το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ιδίου Κώδικα, οι οποίες προβλέπουν ως αναιρετικούς λόγους την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, συνάγεται ότι αναγκαίο στοιχείο του ορισμένου των πιο πάνω αναιρετικών λόγων είναι, μεταξύ άλλων, οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 20/2005, Ολ ΑΠ 27/1998).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ ΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ ΑΠ 27/1998, Ολ ΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση με τους κατ' ορθή αρίθμηση τρίτο (και όχι τέταρτο) κατά το δεύτερο σκέλος του, τέταρτο (και όχι πέμπτο) υπό στοιχεία 8 - 14 και 17, πέμπτο (και όχι έκτο) κατά το δεύτερο σκέλος του και έκτο (και όχι έβδομο) από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες ότι:
α) με το δεχθεί (εσφαλμένα) ότι η συμφωνηθείσα με την από 31.5.2013 τροποποιητική σύμβαση εταιρική παροχή των 200 ευρώ μηνιαίως έφερε τον χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής και όχι ανταλλάγματος για την παρεχομένη από την αναιρεσείουσα εργασία και κατά συνέπεια ότι η αναιρεσίβλητη νομίμως προέβη στη διακοπή της, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν.3198/1955 και 1 της υπ αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "Περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955 με τις οποίες καθορίζεται η έννοια του μισθού, ως και εκείνη του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, και παράλληλα διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθότι η παροχή αυτή δεν είχε συμφωνηθεί ως τοιαύτη (οικειοθελής), δεν υπήρχε επιφύλαξη διακοπής της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, χορηγείτο και μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου χορήγησής της στις 31.5.2014 και μέχρι 1.1.2016 και δεν αιτιολογείται ειδικότερα ο λόγος για τον οποίο αυτή δεν έφερε χαρακτήρα ανταλλάγματος για την παρεχόμενη εργασία (τρίτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του και έκτος λόγοι αναίρεσης), β) με το να δεχθεί (εσφαλμένα) ότι η μεταβολή της έδρας της ενάγουσας από τη Λάρισα στη ...
έλαβε χώρα νομίμως από την αναιρεσίβλητη εταιρεία στο πλαίσιο του διευθυντικού της δικαιώματος και δεν ήταν καταχρηστική με σκοπό να εξαναγκάσει την αναιρεσείουσα σε αποχώρηση από την εργασία της, ότι η από την αναιρεσείουσα άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας της δεν έλαβε χώρα νομίμως και ότι η αναιρεσείουσα ήταν εκείνη που αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 15 του Ν. 1483/1984 για την προστασία της μητρότητας και τις κανονιστικού περιεχομένου ρυθμίσεις των εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας των ετών 1993, 2000, 2002,2004 και 2006 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 4342/2015 που προβλέπουν για τον γονέα μειωμένο ωράριο εργασίας μετά τη λήξη της άδειας τοκετού και λοχείας και την παροχή αδείας φροντίδας παιδιού και παράλληλα διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες (τέταρτος υπό στοιχεία 8 - 14 και 17 και πέμπτος κατά το δεύτερο αυτού σκέλος λόγοι αναίρεσης).
Από την επισκόπηση του ανωτέρω περιεχομένου τους προκύπτει ότι με τους λόγους αυτούς η αναιρεσείουσα περιορίζεται α) στο να παραθέσει τους λόγους και τα πραγματικά επιχειρήματα για τους οποίους η κρίση της προσβαλλομένης απόφασης ως προς χαρακτήρα της χορηγουμένης από την αναιρεσίβλητη οικονομικής παροχής των 200 ευρώ, ως οικειοθελούς και όχι ως ανταλλάγματος της παρεχομένης εργασίας της αναιρεσείουσας ήταν εσφαλμένη και τους λόγους για τους οποίους η αιτιολογία για την κρίση αυτή ήταν ανεπαρκής και β) στο να παραθέσει τους λόγους και τα πραγματικά επιχειρήματα για τους οποίους είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ως συγκεκριμένος τόπος εργασίας η πόλη της Λάρισας, για το ότι η επιχειρούμενη αλλαγή της έδρας της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας θα είχε ως συνέπεια την πρόκληση σοβαρών δυσχερειών στη μετακίνησή της αναιρεσείουσας από τον τόπο κατοικίας της στη νέα έδρα της αναιρεσίβλητης και θα περιόριζε έτσι εν τοις πράγμασι την παρεχομένη από τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου προστασία της μητρότητας, για το ότι δεν υπήρχαν πραγματικοί λόγοι που να επέβαλλαν στην αναιρεσίβλητη εταιρεία την πιο πάνω αλλαγή της έδρας αλλά αυτή έγινε προκειμένου να εξαναγκασθεί αυτή σε παραίτηση, για το ότι η ίδια δεν είχε κανένα λόγο ν' αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία της κατά τη διάρκεια της από το νόμο προστασίας της, ούτε ποτέ εκδήλωσε σχετικά τέτοια πρόθεση, και για το ότι η από αυτήν επίσχεση εργασίας έλαβε χώρα όχι μόνο λόγω της αλλαγής του τόπου εργασίας της, αλλά και εξ αιτίας των ληξιπρόθεσμων οφειλών της αναιρεσίβλητης για διαφορές αποδοχών τις οποίες ζητούσε με την αγωγή της.
Εν συνεχεία της παράθεσης των πιο πάνω πραγματικών ισχυρισμών υπέρ των απόψεών της, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με το ν' απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της για την αναγνώριση της νομιμότητας της από 24.1.2017 δήλωσης επίσχεσης και την καταβολή σε αυτήν αποδοχών υπερημερίας για το διάστημα από 1.2.2017 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, άλλως και επικουρικά την αποζημίωση καταγγελίας παραβίασε τις ως άνω διατάξεις για την προστασία της μητρότητας, τις ρυθμίσεις για τα όρια άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος ως και εκείνες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 όπως ισχύει μετά το Ν. 4487/2017 και παράλληλα διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω κατ' ορθή αρίθμηση τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος του, τέταρτος υπό στοιχεία 8 - 14 και 17, πέμπτος κατά το δεύτερο σκέλος του και έκτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για τον χαρακτηρισμό της πιο πάνω παροχής ως οικειοθελούς, για τους λόγους και τις συνθήκες υπό τους οποίους προέβη η αναιρεσείουσα στην από 24.1.2017 δήλωση επίσχεσης εργασία και τα περιστατικά υπό τα οποία έλαβε χώρα η λήξη της μεταξύ των μερών εργασιακής σχέσης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η βασιμότητα ή μη των εκ του αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ανωτέρω λόγων αναίρεσης.
Σε κάθε περίπτωση αναφορικά με την επικαλούμενη υπό στοιχείο (α) αναιρετική πλημμέλεια πρέπει να επισημανθεί ότι η ιστορική βάση της από 20.2.2017 ένδικης αγωγής αναφέρεται, κατά τα εκεί ιστορούμενα (βλ. σελ. 6 αυτής), μόνο στην εξ υπαρχής φύση της πιο πάνω εταιρικής παροχής των 200 ευρώ ως συμβατικού ανταλλάγματος για την παρεχόμενη από την ενάγουσα - αναιρεσείουσα εργασία και δεν υπάρχει (ούτε επικουρικά) βάση αγωγής ότι η παροχή αυτή ήταν μεν αρχικά οικειοθελής, πλην όμως μεταγενέστερα κατέστη συμβατική στο πλαίσιο επιχειρησιακής συνήθειας, με σιωπηρά συμφωνία των μερών.
Επομένως δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας από την τυχόν πλεοναστική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφασης περί μη συνδρομής της περίπτωσης αυτής, ως αβασίμως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται στους ανωτέρω τρίτο και έκτο λόγους αναίρεσης. Περαιτέρω ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το τελευταίο σκέλος του, που αναφέρεται στις πραγματικές συνέπειες που είχε για την αναιρεσείουσα η έλλειψη ενημέρωσής της για το ύψος και τη φύση των αποδοχών της από την παράλειψη εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εταιρείας να προβεί σε ανάρτηση σε εμφανές σημείο του τόπου εργασίας του σχετικού πίνακα, κατά παράβαση του άρθρου 16 του Ν. 2874/2000, και συγκεκριμένα στη συνακόλουθη αδυναμία αυτής να προβεί σε δικαστική αναγνώριση της αληθούς φύσης της πιο πάνω παροχής των 200 ευρώ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι (και) για το λόγο αυτό απαράδεκτοι (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), πέραν της κατά τα άνω αοριστίας αυτών. Επομένως οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (ΑΠ 759/2018, ΑΠ 161/2017, ΑΠ 1967/2009, ΑΠ 1212/2009, ΑΠ 774/1996, ΑΠ 710/1991).
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητα του (Ολ ΑΠ 14/2005). Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 516/2017, ΑΠ 2047/2014, ΑΠ 1573/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτο υπό στοιχείο 15 (και όχι πέμπτο) λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων την από 1.6.2015 αναφορά του Ε.
Ι. προς το Δ. Σ. της αναιρεσίβλητης (σχ. Νο 18 ιη), το από 13.1.2016 έγγραφο αυτού (σχ. Νο 18 ιθ), την κατάθεση αυτού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τις (τρεις) απαντήσεις της αναιρεσείουσας (σχ. 18 κα, κβ και κγ), από τα οποία προέκυπτε ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία επιδίωκε τον εξαναγκασμό αυτής σε παραίτηση και επίσης τη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της.
Όπως όμως προκύπτει από τις από 23.3.2018 προτάσεις της ενάγουσας - εκκαλούσας [ήδη αναιρεσείουσας] ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες ο Άρειος Πάγος επισκοπεί κατά την ουσιαστική έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.1), η τελευταία είχε περιορισθεί στο να επικαλεσθεί σε αυτές υπό τον αριθμό 18 συλλήβδην "έγγραφα αλληλογραφίας με τον κ.
Ι." (18α έως 18ιθ) χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση (βλ. σελ. 22 των προτάσεων). Επομένως δεν είχε γίνει ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου από την αναιρεσείουσα τότε εκκαλούσα σαφής και ορισμένη επίκληση των επικαλούμενων στον αναιρετικό λόγο ανωτέρω εγγράφων με τις πιο πάνω προτάσεις αυτής, ούτως ώστε να προκύπτει η ταυτότητα εκάστου εξ αυτών.
Εξ άλλου από την βεβαίωση που περιέχεται στην σελίδα 24 της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "Από την επανεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ..." προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων την κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα.
Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας ν' αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 922/2018, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 1276/2017, ΑΠ 1219/2014, ΑΠ 355/2012, ΑΠ 1440/2002).
Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωσή του εγγράφου, αλλά απαιτείται επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008).
Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2006) και, επί πλέον, ότι του εγγράφου αυτού έγινε νόμιμη επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας, όπου αυτό προσκομίσθηκε (ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 1875/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον κατ' ορθή αρίθμηση πέμπτο (και όχι έκτο) από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι ο λόγος για τον οποίο αυτή προέβη σε επίσχεση εργασίας δεν ήταν οι οφειλόμενες σε αυτήν αποδοχές, αλλά η απαίτηση αυτής να μην μεταφερθεί η έδρα της αναιρεσίβλητης εταιρείας, όπως προέκυπτε από το με αριθ. .../31.1.2017 δελτίο εργατικής διαφοράς ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας Λάρισας, παραμόρφωσε μέρος του περιεχομένου του πιο πάνω εγγράφου, το οποίο (μέρος) κατά λέξη παραθέτει, καθότι στο έγγραφο αυτό διαλαμβάνονταν κατά τρόπο συγκεκριμένο οι απαιτήσεις αυτής έναντι της αναιρεσίβλητης εταιρείας για διαφορές αποδοχών από τη μη εφαρμογή της συλλογικής σύμβασης εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών, από τη μείωση των αποδοχών της εξ αιτίας εφαρμογής άκυρης τροποποιητικής σύμβασης εργασίας και από την κατάργηση της εταιρικής παροχής των 200 ευρώ μηνιαίως, με συνέπεια, ενώ αποδεικνυόταν από το έγγραφο αυτό η βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού περί συνδρομής περίπτωσης μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εταιρείας και συνακόλουθα η νομιμότητα της από αυτήν δήλωσης επίσχεσης της εργασίας της, το δικαστήριο να καταλήξει σε αντίθετο και εσφαλμένο συμπέρασμα.
Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνεται στον αναιρετικό λόγο για το ορισμένο αυτού ότι το εν λόγω δελτίο εργατικής διαφοράς είχε νόμιμα αυτή επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.11.2018 και με αριθ. κατάθ. 67/4.12.2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 389/16.8.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2020.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ