194/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated194/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Λόγω της ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε για τη διανομή του τον ανακοπτόμενο 20631/2009 πίνακα κατάταξης δανειστών, όπου, αφού προαφαίρεσε το ποσό των 13.088,42 ευρώ για έξοδα εκτελέσεως, στο εναπομείναν πλειστηρίασμα, ύφους 33.227,71 ευρώ, κατέταξε: 1) τη Β' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης για ποσό 16.613,85 ευρώ προνομιακά και συμμέτρως προς εξόφληση μέρους της απαίτησης της κατά του οφειλέτη Σ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 194 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 194/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), ως εκπροσώπου του Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή αυτής και, εν προκειμένω, από τους Προϊσταμένους των Δ.Ο.Υ. Ζ', Β' και ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, που κατοικοεδρεύουν στη Θεσσαλονίκη. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στη Θεσσαλονίκη. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δανιήλ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8633/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1306/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-3-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 29-3-2017 κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της 1306/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι παραδεκτή (αρθρ. 553 παρ. 1β, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), λαμβανομένου υπόψη, ότι η εν λόγω απόφαση είναι τελεσίδικη από την έκδοσή της, παρά την ερημοδικία της εφεσίβλητης, εφόσον κατά της απόφασης αυτής, που αφορούσε σε δίκη σχετική με την εκτέλεση, απαγορεύεται η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 937 παρ.1 αριθμ.2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσής της.
Από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ.1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι η αναγγελία πρέπει να περιέχει, πλην άλλων και περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 159 αριθ. 3 του ιδίου Κώδικος, κατά την οποία η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης, συνεπάγεται ακυρότητα, αν προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει, ότι η αναγγελία, ως πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, πρέπει να περιέχει περιγραφή της απαίτησης που αναγγέλλεται και του προνομίου της.
Ενόψει όμως του ότι η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική, εξώδικη διαδικαστική πράξη και το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, και ειδικότερα της κατάταξης, η απαίτηση του αναγγελλομένου δανειστή, στο περιεχόμενο δε του αναγγελτηρίου, οφείλουν να απαντήσουν, με τις παρατηρήσεις τους (άρθρο 974 Κ.Πολ.Δ.) και την ανακοπή (άρθρο 979 Κ.Πολ.Δ.), ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που έχουν αναγγελθεί και με βάση το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της αναγγελθείσας απαίτησης, το αναγγελτήριο, πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και στους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνα τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα και βασιμότητα της απαίτησης.
Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών είναι η ύπαρξη του προνομίου, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, όταν μάλιστα αυτά δεν συμπίπτουν με εκείνα στα οποία στηρίζεται η απαίτηση, όπως και αίτημα για προνομιακή κατάταξη. Το δικόγραφο της αναγγελίας είναι άκυρο, λόγω αοριστίας της αναφερομένης σε αυτό απαίτησης ,όταν η περιγραφή αυτής, καθώς και του τυχόν υφισταμένου προνομίου της είναι τόσον ελλιπής, μη υφισταμένης δηλαδή καθόλου μορφολογικής εξατομίκευσής της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξής της, ώστε να μην μπορούν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία, κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισής τους, κατά τα άρθρα 974 και 979 Κ.Πολ.Δ., και να υφίστανται έτσι βλάβη., η δε αοριστία αυτής μπορεί να θεραπευθεί μόνο με νέο αναγγελτήριο μέσα στη νόμιμη προθεσμία (ΑΠ 1250/2017, 307/2016, 1580/2013, 949/2011, 472/2005).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π.7/2006, 4/2005,). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.
Α.Π. 96/1985, Α.Π. 862/2011). Εξάλλου η προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 972 παρ.1 εδ. 2 στοιχ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει το αναγκαίο περιεχόμενο της αναγγελίας ως πράξης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και ειδικότερα της κατάταξης των δανειστών, είναι δικονομική και συνεπώς η παραβίασή της από το δικαστήριο της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικώς με τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά μόνο με το λόγο αναίρεσης από την με αριθμό 14 διάταξη του ιδίου άρθρου (ΑΠ 1580/2013, 472/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση. της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Με επίσπευση της ανακόπτουσας και ήδη εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας(ήδη αναιρεσίβλητης) και ειδικότερα σε εκτέλεση της 36310/2006 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εκπλειστηριάσθηκε η ακίνητη περιουσία των οφειλετών της Γ.
και Σ. Υ. και επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα ποσού 48.100 ευρώ. Στην υπάλληλο του πλειστηριασμού Μ. Γ., συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης, αναγγέλθηκαν, μεταξύ άλλων, η εφεσίβλητη για απαίτησή της προερχόμενη από συναλλαγματικές, ποσού 34.215,67 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, για την οποία εκδόθηκε η προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής, καθώς και η Β' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, η Ζ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης και η ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης για απαιτήσεις τους που προέρχονταν από ΦΠΑ, φορολογία εισοδήματος κλπ.
Λόγω της ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε για τη διανομή του τον ανακοπτόμενο 20631/2009 πίνακα κατάταξης δανειστών, όπου, αφού προαφαίρεσε το ποσό των 13.088,42 ευρώ για έξοδα εκτελέσεως, στο εναπομείναν πλειστηρίασμα, ύφους 33.227,71 ευρώ, κατέταξε: 1) τη Β' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης για ποσό 16.613,85 ευρώ προνομιακά και συμμέτρως προς εξόφληση μέρους της απαίτησης της κατά του οφειλέτη Σ.
Υ., 2) την ίδια ως άνω ΔΟΥ για ποσό 6.126,97 ευρώ προνομιακά και συμμέτρως προς εξόφληση μέρους της απαίτησης της κατά του οφειλέτη Γ. Υ., 3) τη Ζ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης για ποσό 240,80 ευρώ προνομιακά και συμμέτρως προς εξόφληση μέρους της απαίτησης της κατά του οφειλέτη Γ. Υ. και 4) τη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης για ποσό 10.246,08 ευρώ προνομιακά και συμμέτρως προς εξόφληση μέρους της απαίτησης της κατά του οφειλέτη Γ.
Υ. ενώ η εφεσίβλητη δεν κατατάχθηκε.
Στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης αναφέρεται ότι από την αναγγελία της απαίτησης της εφεσίβλητης δεν προκύπτει ότι είναι εξοπλισμένη με προνόμιο, ούτε κατατέθηκαν έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει ο προνομιακός χαρακτήρας της απαίτησης. Όμως, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της ανακοπής της εφεσίβλητης, η τελευταία προσκόμισε με επίκληση την 18900/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία επιτράπηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στην ακίνητη περιουσία των καθών η εκτέλεση, η οποία και κατασχέθηκε, μέχρι του ποσού των 40.000.000 δραχμών και ήδη 117.388,114 ευρώ στον τόμο … φύλλο … και αριθμός … .
Προσκόμισε, ακόμη, την περίληψη εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, το σχετικό πιστοποιητικό του υποθηκοφύλακα Θεσσαλονίκης περί εγγραφής προσημείωσης καθώς και το .../18-3-2009 πιστοποιητικό του ίδιου υποθηκοφύλακα, με το οποίο βεβαιώνεται ότι η εγγραφείσα προσημείωση υποθήκης τράπηκε μερικώς σε υποθήκη, με την 36310/2006 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για το ποσό των 40.952,20 ευρώ.
Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, (σύμφωνα με την οποία, η περιγραφή της αναγγελίας, μπορεί, κατ' απώτατο σημείο, να συμπληρωθεί και από τα έγγραφα, που προσκομίζονται ενώπιον του δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ανακοπής) το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι η μη κατάθεση από την αναγγελλόμενη δανείστρια των εγγράφων της απαίτησής της και του τυχόν προνομίου της, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 972 παρ. 1 περ.
β ΚΠολΔ, είχε, μεν, ως συνέπεια την έκπτωση της από το δικαίωμα κατάθεσης των εγγράφων στον υπάλληλο, δεν συνεπαγόταν, όμως, και έκπτωση από το δικαίωμα προσκομιδής και επίκλησης των εγγράφων αυτών κατά τη συζήτηση της ανακοπής που άσκησε κατά του πίνακα προς απόδειξη του χαρακτήρα της απαίτησής της ως εξασφαλισμένης με προνόμιο και, περαιτέρω, ότι από τα ως άνω έγγραφα αποδεικνυόταν η εξασφάλιση της απαίτησής της με υποθήκη, δεν έσφαλε...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την από 5-7-2013 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επεκύρωσε την 8633/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κάνει δεκτή την από 11-1-2010 ανακοπή της αναιρεσίβλητης και μεταρρυθμίζοντας τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, απέβαλε το αναιρεσείον από το ποσό των 22.151,80 ευρώ και κατέταξε στη θέση του την αναιρεσίβλητη προνομιακά και οριστικά.
Έτσι που έκρινε όμως και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή η πλήρης αοριστία του δικογράφου της επίδικης αναγγελίας της αναιρεσίβλητης, λόγω της μη αναφοράς σ' αυτό της τυχόν ύπαρξης προνομίου (το οποίο ήταν απαραίτητο για την κατάταξη της απαίτησής της), μπορούσε να συμπληρωθεί, όχι με νέο αναγγελτήριο αλλά με τα έγγραφα, που για πρώτη φορά, η τελευταία προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο του αναγγελτηρίου της αναιρεσίβλητης λόγω της αοριστίας του.
Επισημαίνεται ότι η μη κατάθεση ή η εκπρόθεσμη κατάθεση στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο των εγγράφων που αποδεικνύουν την αναγγελθείσα απαίτηση ή το προνόμιο, μπορούν να αναπληρωθούν από τα έγγραφα που για πρώτη φορά προσκομίζονται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την ανακοπή (ΑΠ 1250/2017), υπό την προϋπόθεση όμως, ότι η αναγγελία ήταν ορισμένη, με αναφορά δηλαδή σ' αυτή της ύπαρξης τουλάχιστον του προνομίου και του αιτήματος για προνομιακή κατάταξη βάσει αυτού, η παντελής έλλειψη της οποίας είναι προφανές, ότι δεν μπορεί να αναπληρωθεί με την μεταγενέστερη ενώπιον του δικαστηρίου επίκληση και προσκομιδή αυτών, όπως εσφαλμένα εξέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 14 (και όχι 1 και 19) ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον επικαλείται την προαναφερθείσα πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Πρέπει συνεπώς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου της ,με τον οποίο το αναιρεσείον κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη δικαστικά έξοδα, καίτοι, λόγω της ερημοδικίας της, δεν είχε υποβάλει σχετικό αίτημα, εφόσον, η αναίρεσή της περιλαμβάνει και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων που πρέπει να καθοριστούν ενιαίως (ΑΠ 1520/2013).
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση ...." Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με την όμοια του άρθρου 580 § 4 ιδίου κώδικα αυτού, σύμφωνα με την οποία "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται, ότι μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί και να δικασθεί, διότι δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, εφόσον η ανακοπή της αναιρεσίβλητης με τον μοναδικό λόγο της οποίας ζητούσε η τελευταία τη μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης προκειμένου να καταταγεί η αναγγελθείσα απαίτησή της, είναι απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας και συνεπώς ακυρότητας του αναγγελτηρίου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο, να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η ασκηθείσα από το αναιρεσείον από 5-7-2013 έφεση κατά της 8633/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να απορριφθεί η προαναφερθείσα, από 11-1-2010 ανακοπή της αναιρεσίβλητης.
Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176, 183) των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1306/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται την από 5 Ιουλίου 2013 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 8633/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Εξαφανίζει την ανωτέρω απόφαση, κατά το μέρος που έκανε δεκτή την από 11 Ιανουαρίου 2010 ανακοπή της αναιρεσίβλητης.
Απορρίπτει την άνω ανακοπή (κατά το ίδιο μέρος).
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ