194/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 194 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated194/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 194 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Full text
Απόφαση 194 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Βιαία διακοπή δίκης. Η εκούσια επανάληψη της δίκης (άρθρο 290 ΚΠολΔ) μπορεί να γίνει με περιλαμβανόμενη στη κλήση για περαιτέρω συζήτηση δήλωση συνέχισης από τους κληρονόμους, η ιδιότητα των οποίων αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της κλήσης. Αγωγή ακύρωσης προσυμφώνου, λόγω απάτης. Η αγωγή ακύρωσης υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία δύο ετών από την κατάρτιση της δικαιοπραξίας (άρθρο 157 α' Α.Κ). Επί της αποσβεστικής προθεσμίας δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 261 β' του Α.Κ. (έναρξη νέας προθεσμίας μετά τη διακοπή). Ένσταση συμψηφισμού. Δεν επιτρέπεται κατά απαίτησης που προέρχεται από αδικοπραξία που τελέσθηκε από δόλο (άρθρο 450 παρ.1 Α.Κ.). Αναίρεση. Αβάσιμοι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 1, 11 γ', 14 και 19 ΚΠολΔ. (Επικυρώνει 219/2009 απόφαση Εφετείου Λαμίας).
Αριθμός 194/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών:1. Κ. συζ. Κ. Α., το γένος Α. Α., κατοίκου ... και 2. Σ. συζ. Α. Λ., το γένος Α. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μπρέγιαννο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ό. χήρας Κ. Τ., 2. Μ. συζ. Δ. Λ., το γένος Κ. Τ., 3. Ι. συζ. S. M., το γένος Κ. Τ., 4. Γ. Τ. του Κ. και 5. Ι. Τ. του Κ., κατοίκων .... Η πρώτη παραστάθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Γιαμπουράνη, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2002 αγωγή του αρχικού διαδίκου Κ. Τ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 146/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 219/2009 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-12-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 3-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1, 287 και 290 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και σε περίπτωση θανάτου του διαδίκου, για δε την επέλευση της διακοπής απαιτείται η προς τον αντίδικο γνωστοποίηση του διακοπτικού γεγονότος, η οποία γίνεται από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και αυτόν που ήταν κατά τη στιγμή που επήλθε ο λόγος της διακοπής πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος αυτός. Η γνωστοποίηση πρέπει να γίνει με επίδοση δικογράφου στον αντίδικο ή με δήλωση προφορική στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως και όχι με τις προτάσεις. Η επέλευση της διακοπής επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της στον αντίδικο εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο κληρονόμος του οποίου μπορεί να επαναλάβει τη δίκη εκουσίως με ρητή ή σιωπηρή δήλωσή του. Τέτοια σιωπηρή δήλωση συνιστά και η επίδοση κλήσης για συζήτηση, στην οποία η ιδιότητα του καλούντος ως κληρονόμου δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται πανηγυρικά, αλλά μπορεί να προκύπτει από το όλο περιεχόμενό της.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι επέδωσαν στις εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες στις 7-11-2005 και 20-2-2006, την από 9-9-2005 κλήση τους, με το εξής περιεχόμενο: " Επί της από 15-2-2002 αγωγής του συζύγου της πρώτης και πατέρα των υπολοίπων από εμάς Κ. Τ. του Γ., την οποία έχει ασκήσει ο αποβιώσας κατά των εναγομένων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και επρόκειτο να συζητηθεί την 1-11-2002, οπότε και ματαιώθηκε λόγω θανάτου του ενάγοντος Κ. Τ.. Επειδή με την παρούσα κλήση μας αναφερόμαστε στην ανωτέρω αγωγή του αποβιώσαντος ΖΗΤΟΥΜΕ τον προσδιορισμό νέας δικασίμου και τόπου προς συζήτηση της από 15-2-2002 αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ". Από το περιεχόμενο αυτό της κλήσης προκύπτει, εμμέσως πλην σαφώς, ότι αυτήν ασκούν οι καλούντες ως κληρονόμοι του ενάγοντος συζύγου και πατρός των Κ. Τ. και δηλώνουν ότι επαναλαμβάνουν τη συζήτηση επί της άνω αγωγής που είχε διακοπεί με γνωστοποίηση του θανάτου του ενάγοντος κατά την αρχική δικάσιμο της 1-11-2002. Κατά τη νέα συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας στις 19-1-2007 οι εναγόμενες, που είχαν λάβει γνώση της κλήσεως, δεν αμφισβήτησαν ούτε προφορικά, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ούτε με τις προτάσεις τους τον θάνατο του ενάγοντος, την ιδιότητα των καλούντων ως κληρονόμων του και την ουσιαστική νομιμοποίησή τους, για την απόδειξη της οποίας οι καλούντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στο δικαστήριο έγγραφα, τα οποία μάλιστα επικαλούνται και αυτές στις προτάσεις τους, αλλά προέβαλαν αοριστία και απαράδεκτο της κλήσεως για το λόγο ότι δεν αναφέρονται σ' αυτήν : α) ότι οι καλούντες είναι κληρονόμοι του ενάγοντος, β) ο χρόνος θανάτου του ενάγοντος και γ) ο χρόνος επαγωγής της κληρονομίας. Υπό το ανωτέρω, όμως, περιεχόμενο της κλήσεως, αυτή είναι αρκούντως ορισμένη, αφού διαλαμβάνει δήλωση των καλούντων ότι είναι κληρονόμοι του ενάγοντος και ότι με την ιδιότητά τους αυτή επαναλαμβάνουν τη δίκη που διακόπηκε. Ο συγκεκριμένος χρόνος θανάτου του ενάγοντος δεν ασκούσε έννομη επιρροή και δεν αποτελούσε αναγκαίο στοιχείο της κλήσεως, αφού πρόκειται για εκούσια και όχι αναγκαστική επανάληψη της δίκης, επί της οποίας απαιτείται η παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομίας (άρθρο 292 ΚΠολΔ), που αφετηρία έχει τον χρόνο επαγωγής (θανάτου) του κληρονομούμενου. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι δεν υπήρχε ανάγκη να αναφέρεται πανηγυρικά στην κλήση η ιδιότητα των καλούντων ως κληρονόμων του ενάγοντος, αφού εκ του νόμου τη δίκη που διακόπηκε μπορούν να επαναλάβουν μόνο οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος διαδίκου, η ιδιότητα των οποίων, αν αμφισβητηθεί, αποτελεί αντικείμενο απόδειξης, τέτοια δε αμφισβήτηση δέχθηκε ότι δεν προέβαλαν οι εναγόμενοι και ότι σε κάθε περίπτωση από τα προσκομιζόμενα ενώπιόν του έγγραφα αποδεικνύεται ότι οι καλούντες είναι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ενάγοντος. Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο της έφεσης των εναγομένων περί της παρά τον νόμο μη απόρριψης ως απαράδεκτης της κλήσεως για επανάληψη της δίκης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αν και με εσφαλμένη κατά ένα μέρος αιτιολογία, ορθά απέρριψε τον λόγο έφεσης και δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο. Επομένως, εφόσον το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 14 (όχι και 19) ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Νομική αοριστία της αγωγής υπάρχει και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο αξίωσε στοιχεία περισσότερα από τα κατά νόμο αναγκαία ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1449/04, ΑΠ 202/04). Αντίθετα, η ποιοτική (επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου) και η ποσοτική (έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των στοιχείων που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα) αοριστία ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο αρχικώς ενάγων εξέθετε σ' αυτήν τα εξής : Ότι με το με αριθμό .../14-6-2000 πρoσύμφωνo πώλησης οριζοντίων ιδιοκτησιών αξίας 37.000.000 δρχ. του συμβολαιογράφου Θερμοπυλών Γεωργίου Τσαούση που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός της πρώτης εναγομένης, η οποία ενεργούσε για τον εαυτό της και ως ειδική πληρεξούσια της δεύτερης εναγομένης και αφετέρου του δικηγόρου Λαμίας Παναγιώτη Συγγούρη, ο οποίος ενεργούσε ως ειδικός πληρεξούσιός του (ενάγοντος) οι εναγόμενες ανέλαβαν την υποχρέωση και υποσχέθηκαν να του πωλήσουν, μεταβιβάσουν και παραδώσουν την πλήρη κυριότητα, νoμή και κατοχή δύο αυτοτελών κάθετων ιδιοκτησιών επί οικοπέδου 212 τ.μ., εκάστης 106 τ.μ., εμφαινόμενες υπό τα στοιχεία 1 και 2 στο από Ιουνίου 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ. Δ., από τις οποίες η με αριθ. 1 ανήκει στην πρώτη εναγόμενη και η με αριθ. 2 στη δεύτερη εναγόμενη. Ότι οι εναγόμενες υποσχέθηκαν να παραδώσουν τις ιδιοκτησίες αυτές ελεύθερες από κάθε νομικό και πραγματικό ελάττωμα και τον διαβεβαίωσαν ότι η οικοδομή είχε κατασκευασθεί νόμιμα με βάση την υπ' αριθ. 1113/1987 οικοδομική άδεια, φωτοαντίγραφο της οποίας του επέδειξαν κατά την υπογραφή του προσυμφώνου, αποκρύπτοντας ότι η εν λόγω άδεια και η αναθεώρησή της που έγινε το 1989 είχαν ανακληθεί από την πολεοδομία το έτος 1991, με συνέπεια η οικοδομή να είναι αυθαίρετη, γεγονός που μολονότι οι εναγόμενες το γνώριζαν το απέκρυψαν δολίως απ' αυτόν, ο οποίος αν το γνώριζε δεν θα κατάρτιζε τη σύμβαση. Ότι από την ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εναγόμενων ο ενάγων υπέστη τις εξής ζημιές: α) κατέβαλε στις εναγόμενες και κατά την αναλογία εκάστης 1.000.000 δρχ. ως αρραβώνα και 20.000.000 δρχ. έναντι του τιμήματος, στο οποίο ποσό περιλαμβάνεται και το τίμημα για την αγορά 12 κρεβατιών με τα στρώματά τους, 16 καρεκλών, 4 κομοδίνων, 4 τραπεζιών, 4 ψυγείων και 4 ηλεκτρικών, τα οποία πράγματα ανήκαν σε κάθε μία από τις εναγόμενες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, β) 1.080.000 δρχ. για την αγορά και τοποθέτηση 4 κλιματιστικών, γ) 5.900 δρχ. για τη μεταφορά των κλιματιστικών από την Αθήνα στα Καμένα Βούρλα, δ) 18.200 δρχ. για την αγορά υλικών προς διαμόρφωση του κήπου και 75.000 δρχ. για αμοιβή του κηπουρού για τη διαμόρφωση του κήπου, ε) 115.000 δρχ. για τον καθαρισμό των ακινήτων από την καθαρίστρια Α. Λ., στ) 300.000 δρχ. για αμοιβή του δικηγόρου Παναγιώτη Συγγούρη για όλες τις επικοινωνίες του μαζί του, έλεγχο τίτλων, δοσοληψίες με την τράπεζα για τις αναγκαίες πληρωμές, ζ) 45.812 δρχ. για αμοιβή του συμβολαιογράφου και η) 350.000 για αμοιβή του μεσίτη που μεσολάβησε για την αγορά των ακινήτων, ήτοι συνολικά υπέστη περιουσιακή ζημία 21.989.912 δρχ., την οποία και ζήτησε με την αγωγή να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εκάστη εις ολόκληρον. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, περιέχουσα σε πληρότητα όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 Α.Κ. στοιχεία, μη απαιτούμενης περαιτέρω εξειδίκευσης των επικαλουμένων κονδυλίων αποζημίωσης. Η επικαλούμενη κατ' "αναλογία" καταβολή του αρραβώνα και μέρους του τιμήματος στις εναγόμενες δεν σημαίνει παρά επίκληση καταβολής εξ ημισείας σε κάθε εναγόμενη.. Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε τον λόγο έφεσης των εναγομένων περί αοριστίας της αγωγής δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και ο περί του αντιθέτου δεύτερος υπό στοιχ. α' από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η επίκληση με την αγωγή ότι κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου οι εναγόμενες παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον ενάγοντα ότι οι κατασκευές στο οικόπεδο είναι νόμιμες αποτελεί σαφώς επίκληση "κοινής" δόλιας συμπεριφοράς, που δικαιολογεί κατά το άρθρο 926 του Α.Κ. το αίτημα περί καταδίκης των εναγομένων εις ολόκληρον. Άλλωστε, το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής από το άρθρο 914 του Α.Κ., αλλά η έλλειψη επίκλησής του οδηγεί στην καταδίκη σε διαιρετή παροχή (άρθρο 480 Α.Κ.). Επομένως, ο δεύτερος υπό στοιχ. β' από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο αξίωσε για το ορισμένο της αγωγής και του αιτήματος αυτής περί καταδίκης των εναγομένων εις ολόκληρον στοιχεία λιγότερα από τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 914, 926 και 481 του Α.Κ., αφού δεν γίνονταν σ' αυτήν επίκληση κοινής πράξεως των εναγομένων, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 157 εδ. α' του Α.Κ. όταν περάσουν δύο χρόνια από τη δικαιοπραξία επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι με αυτήν τάσσεται αποσβεστική προθεσμία , όπως νοείται στα άρθρα 279, 280 του ΑΚ και όχι παραγραφή της αξίωσης. Όταν ορίζεται δε για την άσκηση του δικαιώματος ορισμένη προθεσμία, της οποίας η παραμέληση συνεπάγεται την απώλεια αυτού, η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος μέσα στην προθεσμία αυτή, συντελεί στη διατήρηση του δικαιώματος, με τη συνέπεια ότι, εκπληρουμένου του σκοπού για τον οποίο τέθηκε η εν λόγω προθεσμία και ο οποίος συνίσταται στην άρση της αβεβαιότητας που προκλήθηκε με την προσβολή του δικαιώματος, δεν εφαρμόζεται στην εν λόγω προθεσμία, ενόψει και του άρθρου 279 του ΑΚ, η διάταξη του άρθρου 261εδ. β' του αυτού Κώδικα, κατά την οποία η παραγραφή της αξίωσης που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και μπορεί να συμπληρωθεί, ενώ διαρκεί η δίκη, αν παραμεληθεί από το δικαιούχο (Α.Π. 1307/2006, 1217/2004). Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει, μεταξύ άλλων, και ότι οι ενστάσεις του εναγομένου που είχαν προταθεί πρωτοδίκως και απορριφθεί, στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη της απόσβεσης του δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας, ανεξάρτητα από το ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει αυτεπάγγελτα υπόψη την αποσβεστική προθεσμία, επαναφέρονται στο Εφετείο από τον εκκαλούντα - εναγόμενο, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο εφέσεως περιεχόμενο στο εφετήριο ή στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο), διαφορετικά, αν προταθούν με τις προτάσεις, είναι απαράδεκτοι. Άλλως έχουν τα πράγματα προκειμένου περί ενστάσεων που προτείνονται για πρώτη φορά στο Εφετείο από τον εκκαλούντα - εναγόμενο όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης αλλά προς απόρριψη της αγωγής μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης βάσει άλλου λόγου εφέσεως και τη διακράτηση της υπόθεσης από το Εφετείο (ΚΠολΔ 527, ΑΠ 88/2011, Α.Π. 1308/2006, Α.Π. 821/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι εναγόμενες προέβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν στο Εφετείο με τις προτάσεις που κατέθεσαν ως εκκαλούσες, την απορριφθείσα πρωτοδίκως ένσταση περί αποσβέσεως του δικαιώματος ακύρωσης της δικαιοπραξίας κατά τη διάρκεια της επιδικίας, επικαλούμενες ότι από την τελευταία διαδικαστική πράξη της κοινοποιήσεως σ' αυτές της αγωγής (13-3-2002), άλλως της ορισθείσης δικασίμου (1-11-2002) και μέχρι την κοινοποίηση στις 9-9-2005 της κλήσεως για επανάληψη της συζήτησης, παρήλθε διετία. Η ένσταση αυτή αφενός απαραδέκτως επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις των εναγομένων-εκκαλουσών, ενώ έπρεπε να επαναφερθεί με το δικόγραφο της έφεσης ή με πρόσθετο λόγο έφεσης και αφετέρου δεν είναι νόμιμη, διότι προκειμένης αποσβεστικής προθεσμίας δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 261 εδ. β' Α.Κ. περί ενάρξεως νέας αποσβεστικής προθεσμίας και συμπληρώσεως αυτής κατά τη διάρκεια της επιδικίας. Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την με τις προτάσεις των εκκαλουσών επαναφορά στο Εφετείο της ενστάσεως απόσβεσης του δικαιώματος ακύρωσης της δικαιοπραξίας εν επιδικία, δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 14 (όχι και 1) ΚΠολΔ τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 400 παρ.3 του ΚΠολΔ δεν εξετάζεται ως μάρτυρας εκείνος που έχει συμφέρον από την έκβαση της δίκης. Κατά δε το άρθρο 403 παρ. 2 και 5 του ίδιου Κώδικα, ο διάδικος οφείλει να προτείνει το λόγο της μη εξέτασης του μάρτυρα κατά το άρθρο 400 πριν ορκιστεί. Όταν περατωθεί η εξέταση του μάρτυρα, ο λόγος του άρθρου 400 για τη μη εξέτασή του μπορεί να προταθεί μόνο κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση εφόσον αποδεικνύεται εγγράφως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως υποβληθείσα ενώπιόν του, την ένσταση των εναγομένων, την οποία, όμως, αυτές υπέβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν με λόγο έφεσης, περί μη εξέτασης του μάρτυρά των εναγόντων Ι. Κ., δικηγόρου, για το λόγο ότι αυτός προσδοκούσε ηθικό συμφέρον από την έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης ενώπιον του πρωτοδικείου και των πρωτόδικων προτάσεων των εναγομένων, οι εναγόμενες για τη θεμελίωση της ένστασης εξαίρεσης του άνω μάρτυρα επικαλέσθηκαν αποκλειστικά ότι ο μάρτυρας είχε οικονομικό συμφέρον από την έκβαση της δίκης, ενώ την ύπαρξη στο πρόσωπό του ηθικού συμφέροντος επικαλέσθηκαν το πρώτον, απαραδέκτως, ενώπιον του Εφετείου.
Κατ' άρθρο 450 παρ. 1 ΑΚ δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαίτησης, η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε από δόλο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απαγορεύεται συμψηφισμός, αν η ενέργεια του υποχρέου σε αποζημίωση από αδίκημα είναι δόλια, χωρίς και να είναι απαραίτητο η αδικοπραξία αυτού (υποχρέου) να συνιστά ποινικό αδίκημα. Απαγορεύεται δε ο συμψηφισμός ανταπαίτησης του δράστη κατά του θύματος που προέρχεται από αδίκημα, είτε η ανταπαίτηση αυτή είναι προγενέστερη, είτε μεταγενέστερη της κύριας απαίτησης (Α.Π. 838/2008). Κατ' εξαίρεση, όταν η παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης θεμελιώνει παραλλήλως και αξίωση αδικήματος από δόλο, οπότε υπάρχει συρροή δύο αξιώσεων, η επίκληση συμψηφισμού κατά της αξιώσεως από σύμβαση επιφέρει απόσβεση και της παράλληλης αξίωσης από αδικοπραξία (Α.Π. 495/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενες προέβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν με λόγο έφεσης την ένσταση συμψηφισμού της ανταπαίτησή τους κατά του ενάγοντος για απώλεια μισθωμάτων που θα εισέπρατταν από της καταρτίσεως του προσυμφώνου και μέχρις αποδόσεως της νομής των διαμερισμάτων με την ένδικη από αδικοπραξία, που διαπράχθηκε με δόλο, απαίτηση του ενάγοντος. Η ένσταση αυτή, ανεξάρτητα από την αοριστία της προτεινόμενης σε συμψηφισμό ανταπαίτησης, δεν είναι νόμιμη, αφού προτείνεται συμψηφισμός κατά απαίτησης που προέρχεται αποκλειστικά από αδικοπραξία που διαπράχθηκε από δόλο. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε αόριστη την άνω ένσταση και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης των εναγομένων. Με τον πέμπτο υπό στοιχ. ΙΙ. 5 από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, δηλαδή αόριστη την ένσταση συμψηφισμού. Ο λόγος αυτός προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον, αφού η απόρριψη της ένστασης ως αόριστης είναι επωφελέστερη για τους αναιρεσείοντες από την απόρριψη αυτής ως μη νόμιμης.
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων. Ο λόγος αυτός περί της παρά τον νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός, αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που οι αναιρεσείουσες επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους για την απόδειξη του ισχυρισμού τους (ένστασης) ότι με άτυπη συμφωνία που καταρτίσθηκε τον Δεκέμβριο του έτους 2004 οι διάδικοι κατήργησαν το προσύμφωνο και οι εναγόμενες απέδωσαν έκτοτε τη νομή των ακινήτων. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη : α) τις από 24-7-2003, 9-12-2004 και 22-4-2005 επιστολές του πληρεξουσίου δικηγόρου τους προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αντιδίκων τους για την έναρξη διαπραγματεύσεων προς κατάργηση του προσυμφώνου, υποβολής σχεδίου συμβάσεως και πρόσκλησης προσκομιδής εγγράφων νομιμοποίησης για τη σύναψη τέτοιας συμφωνίας, β) τα από 29-8-2002 πιστοποιητικά θανάτου προς πιστοποίηση του θανάτου του αρχικού ενάγοντος, γ) το υπ' αριθ. 671/2005 έγγραφο του γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Λονδίνο για τους εγγύτερους συγγενείς του αρχικού ενάγοντος, δ) το από 25-1-2005 πληρεξούσιο της δεύτερης αναιρεσίβλητης προς τη μητέρα της, ε) το από 10-1-2005 πληρεξούσιο της τρίτης αναιρεσίβλητης, στ') το από 11-5-2005 πληρεξούσιο επίσης της τρίτης αναιρεσίβλητης , ζ) το από 17-2-2005 πληρεξούσιο του τέκνου των αναιρεσιβλήτων Γ. Τ. και η) το από 12-11-1974 πληρεξούσιο του πέμπτου των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις από 15-1-2009 προτάσεις που υπέβαλαν οι αναιρεσείουσες ενώπιον του Εφετείου, δεν έγινε επίκληση του υπό στοιχ. β' εγγράφου, ενώ έγινε εντελώς αόριστα επίκληση πληρεξουσίων των τρίτης, τέταρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, χωρίς κανέναν άλλο προσδιορισμό της ταυτότητάς των. Άλλωστε, το υπό στοιχ. β' έγγραφο αναφέρεται στον θάνατο του αρχικού ενάγοντος, τον οποίο έλαβε υπόψη του το Εφετείο. Όσον αφορά τα λοιπάως άνω έγγραφα, αυτά αναφέρονται στις μεταξύ των διαδίκων διαπραγματεύσεις για ακύρωση του προσυμφώνου και σαφώς ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, αφού αυτό δέχεται ότι διεξήχθησαν σχετικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες δεν κατέληξαν σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα, δηλαδή σε συμφωνία κατάργησης του προσυμφώνου.
Ο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους έβδομο και όγδοο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, αφενός διότι διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικώς με το ουσιώδες ζήτημα της εξαπάτησης του ενάγοντος με απόκρυψη και αποσιώπηση εκ μέρους των εναγομένων της ανάκλησης από την Πολεοδομία της οικοδομικής άδειας, καθόσον δεν διαλαμβάνει εάν οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση αποκάλυψης της αλήθειας και εάν η υποχρέωσή τους αυτή επιβάλλονταν από τον νόμο ή την καλή πίστη ή από τα συναλλακτικά ήθη ή από κάποια ιδιαίτερη μεταξύ τους σχέση (7ος λόγος) και αφετέρου διότι διέλαβε αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες σχετικώς με τον απορριφθέντα ισχυρισμό των εναγόμενων ότι ο ενάγων γνώριζε ότι είχε ανακληθεί η οικοδομική άδεια, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το μικρό τίμημα που συμφωνήθηκε, αφού ενώ δέχεται στην αρχή ότι συμφωνήθηκε τίμημα 37.000.000 δρχ. από τις εν συνεχεία παραδοχές του προκύπτει ότι δέχθηκε ως τίμημα το ποσό των 62.056.852 δρχ (8ος λόγος). Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Ο πρώτος (7ος), διότι προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού κατά τις παραδοχές του Εφετείου η απάτη τελέσθηκε και με την ψευδή εκ μέρους των εναγομένων παράσταση στον ενάγοντα ότι η οικοδομή που είχε ανεγερθεί επί των ακινήτων είχε ανεγερθεί με βάση νόμιμη άδεια και δεν ήταν αυθαίρετη, ενώ γνώριζαν ότι η οικοδομική άδεια είχε ανακληθεί από την Πολεοδομία και η οικοδομή αποτελούσε αυθαίρετη κατασκευή, η παραδοχή δε αυτή στηρίζει ως προς το παραπάνω ζήτημα αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Ο δεύτερος ως άνω (8ος) λόγος του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες ελλείψεις αναφέρονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον είναι σαφές το πόρισμα του Εφετείου ότι ο ενάγων αγνοούσε κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου ότι είχε ανακληθεί η οικοδομική άδεια. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-12-2009 αίτηση των Κ. συζ. Κ. Α. και Σ. συζ. Α. Λ., κατοίκων ..., αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 219/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2011. και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ