194/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕργατικές διαφορές. Αοριστία αγωγής ιπταμένου χειριστή Ολυμπιακκής Αεροπορίας ως προς επίδομα παραγωγικότητος. Εθελουσία έξοδος ιπταμένων χειριστών λόγω μετασχηματισμού Ολυμπιακής. Υπολογισμός αποζημίωσης απόλυσης με βάση τις αποδοχές Οκτωβρίου 2003. Αναίρεση απόφασης Εφετείου γιατί δέχθηκε τέτοιο υπολογισμό. Αναίρεση απόφασης γιατί δεν έλαβε υπόψη λόγο έφεσης.
Legislator headnote
AI generated194/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενώ δε η προκείμενη αίτηση στρέφεται και κατά των, δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, η κατά των οποίων έφεση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως αβάσιμη, δεν παρατίθεται κανένας λόγος αναιρέσεως που να αρμόζει στο πρόσωπο αυτών και την έναντι τούτων τύχη της εφέσεώς του. Επομένως, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 194 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Εργατικές διαφορές. Αοριστία αγωγής ιπταμένου χειριστή Ολυμπιακκής Αεροπορίας ως προς επίδομα παραγωγικότητος. Εθελουσία έξοδος ιπταμένων χειριστών λόγω μετασχηματισμού Ολυμπιακής. Υπολογισμός αποζημίωσης απόλυσης με βάση τις αποδοχές Οκτωβρίου 2003. Αναίρεση απόφασης Εφετείου γιατί δέχθηκε τέτοιο υπολογισμό. Αναίρεση απόφασης γιατί δεν έλαβε υπόψη λόγο έφεσης.
Αριθμός 194/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Β. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνη Βγόντζα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Της υπό εκκαθάριση ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντιγόνη Κίσσα. 2) Της Ι. Π. υπό την ιδιότητα της ως Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της πιο πάνω υπό εκκαθάριση εταιρίας, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. 3) Της υπό εκκαθάριση ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε." η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βιολέττα Βασιλάκου. 4) Του Π. Π., υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου της ανωτέρω υπό εκκαθάριση εταιρίας, ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 399/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 3622/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-10-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 9-11-10 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς τους δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, και την παραδοχή του τρίτου λόγου και κατά το πρώτο μέρος του καθώς και του τετάρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις11204 Δ'/31-12-2009 και 11205 Δ'/31-12-2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..., προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη του Γραμματέα για ορισμό δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής (της 23-11-2010),επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δεύτερη και τέταρτο από τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι όμως δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσαν την κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ. δήλωση. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ., παρά την απουσία αυτών, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.
Επειδή, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το έγγραφο της αναιρέσεως, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτό, πρέπει να περιέχει και τους λόγους της αναιρέσεως και της διατάξεως του άρθρου 577 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή η αναίρεση, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση η οποία δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως, αν δε η αναίρεση στρέφεται κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη ως προς εκείνους ως προς τους οποίους δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση με την από 14-10-2009 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 3622 /2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 399/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την ένδικη αγωγή του κατά το μέρος που έστρεφε αυτήν και κατά των δεύτερης, τρίτης και τέταρτου από τους αναιρεσίβλητους ως παθητικά ανομιμοποίητη, και δέχθηκε εν μέρει αυτήν κατά το μέρος που αφορούσε την πρώτη αναιρεσίβλητη ως ουσιαστικά βάσιμη, έγινε δε δεκτή η έφεση που άσκησε κατ' αυτής η πρώτη αναιρεσίβλητη και κατά τη διάταξή της που δέχθηκε εν μέρει την άνω αγωγή, εξαφανίσθηκε ακολούθως η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε αυτή.
Ενώ δε η προκείμενη αίτηση στρέφεται και κατά των, δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, η κατά των οποίων έφεση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως αβάσιμη, δεν παρατίθεται κανένας λόγος αναιρέσεως που να αρμόζει στο πρόσωπο αυτών και την έναντι τούτων τύχη της εφέσεώς του. Επομένως, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος προκειμένου να κρίνει την αγωγή νόμιμη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, ενώ ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του αρ.559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα. Επί σης, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3 παρ.2 του νόμου 2112/1920,5 παρ.1 του νόμου 3198/1955 και 118 και 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ενόψει του ότι η αποζημίωση απολύσεως, κατά τα δυο πρώτα των ανωτέρω άρθρων, υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου προ της απολύσεως μηνός, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, ήτοι του μισθού και κάθε άλλης παροχής, η οποία χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, μεταξύ των οποίων παροχών και η σταθερώς και μονίμως καταβαλλομένη αμοιβή για νυκτερινή εργασία και εργασία Κυριακών και αργιών, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται η συμπλήρωση της αποζημιώσεως απολύσεως με το συνυπολογισμό στις τακτικές αποδοχές και των ανωτέρω πρόσθετων παροχών, αρκεί να αναφέρεται σ` αυτή η καταβολή της μνημονευόμενης πρόσθετης παροχής, για σταθερώς παρεχόμενη νυκτερινή εργασία και εργασία Κυριακών και αργιών, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός τους με ακριβείς χρονολογίες, αφού οι μεν Κυριακές προκύπτουν από το ημερολόγιο, οι δε μη εργάσιμες εορτές από το νόμο.
Ακόμη, σύμφωνα με τον 9ο όρο της από 27-7-1993 ΣΣΕ που υπογράφηκε μεταξύ της Ολυμπιακής Αεροπορίας ΑΕ και του σωματείου Ε.Χ.Π.Α., μέλος του οποίου αποτελούσε και ο αναιρεσείων, «οι χειριστές πέραν των άλλων απoδοχών τους αμείβονται και για την παρεχόμενη υπερεργασία, δηλαδή Νυκτερινή Εργασία, Εργασία κατά Κυριακές και Αργίες και εργασία που προβλέπει το Πρακτικό Συμφωνίας ΕΧ-ΠΑ-ΟΑ 23-3-1990 (μίλια) όπως ήδη ισχύει ή θα ισχύει εκάστοτε.
Η αμοιβή εκάστου χειριστή για υπερεργασία καθορίζεται και συγχωνεύεται σε ένα ποσό που ονομάζεται αμοιβή υπερεργασίας. Το ποσό αυτό κατανέμεται αναλογικά σε όλους τους χειριστές κάθε μήνα κατά την αναλογία τοις εκατόν (0%) επί των αποδοχών του πίνακος Α1 όπως αυτή προκύπτει από τη διαίρεση του συνολικού ποσού της αμοιβής υπερεργασίας δια του συνολικού ποσού των αποδοχών του πίνακος Α1 του ίδιου μήνα (π.χ.
Σύνολον αμοιβής υπερεργασίας δια συνόλου αποδοχών πίνακος Α1 επί τοις εκατόν που θα πολλαπλασιάζεται με τις αποδοχές πίνακος Α1 κάθε χειριστή και το γινόμενο θα καταβάλλεται στον αντίστοιχο χειριστή ως συμμετοχή στην υπερεργασία)». Ενόψει τούτων, η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ιπτάμενου χειριστή της αναιρεσίβλητης, ως προς τις αξιώσεις της περί συμπληρώσεως της αποζημιώσεως απολύσεώς του, καθώς και της πρόσθετης αποζημίωσης διά καταβολής ποσού για την απώλεια εισοδήματος που θα προκύψει μεταξύ του ποσού της σύνταξης του ΙΚΑ που δικαιούται αυτός, ως συνταξιοδοτούμενος και του ποσού των καταβαλλομένων κατά τον Οκτώβριο του 2003,για το χρονικό διάστημα από την αποχώρηση εκείνου (ενάγοντος) με βάση τη διάταξη του άρθρου 27 του ν. 3185/2003,τακτικών αποδοχών αυτού (αναιρεσείοντος),με τον συνυπολογισμό στις τακτικές αποδοχές του και του αναφερομένου σ' αυτή(αγωγή)ποσού των 1800 ευρώ, το οποίο καταβάλλονταν σ` αυτόν κατά μέσον όρο, ως επίδομα παραγωγικότητας (διανομή ωρών υπερεργασίας) τακτικά και αδιάλειπτα όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, για νυκτερινή εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, προβλέπονταν δε από την από 27-7- 1993 ΣΣΕ για τους ιπταμένους χειριστές της Ολυμπιακής, ως αμοιβή για την σταθερώς και μονίμως παρεχόμενη υπερεργασία την οποία από τελούσαν η ανωτέρω εργασία κατά τη νύχτα, τις Κυριακές και αργίες, χωρίς όμως να αναφέρει καθόλου τον αριθμό των Κυριακών και αργιών που εργάσθηκε, ούτε τον αριθμό των ωρών κατά τις οποίες πρόσφερε νυκτερινή εργασία, καθώς και τον αριθμό των ιπταμένων χειριστών και τον αναφερόμενο στην ανωτέρω από 27-7-1993 ΣΣΕ, πίνακα Α1 αποδοχών, ήταν αόριστη κατά τις αξιώσεις αυτές, ως μη περιέχουσα όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα προς του το ανωτέρω στοιχεία.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι οι προεκτεθείσες αγωγικές αξιώσεις ήταν αόριστες και τις απέρριψε ως τέτοιες ,δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης, αληθώς από τον ως άνω αριθμό 14 και όχι, όπως με το αναιρετήριο προβάλλεται, και από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, ενόψει του ότι στην προκείμενη περίπτωση, πρόκειται για ποσοτική ή ποιοτική αοριστία και όχι για νομική αοριστία.
Εξάλλου, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια και του αριθμού 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με το να μη λάβει υπόψη τα εκτεθέντα περιστατικά της ένδικης αγωγής, τα οποία στήριζαν τις ανωτέρω αγωγικές αξιώσεις της, αφού αυτά συνολικά κρινόμενα καθιστούσαν αυτή (αγωγή) ως προς τις άνω αξιώσεις αόριστη. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8β του προεκτεθέντος άρθρου 559 του ίδιου κώδικα.
Επειδή, με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 8 του άρθρ. 27 του Ν. 3185/2003 "Μετασχηματισμός Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας", που άρχισε να ισχύει από 26-9-2003, ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: 1. Με απόφαση της Δ.Ε.Α. και των καταστατικών Οργάνων τους, οι εταιρείες του Ομίλου κλάδων Ολυμπιακής Αεροπορίας μετασχηματίζονται με απόσχιση των ή τμημάτων ή λειτουργιών του πτητικού έργου με συγχώνευση ή απορρόφησή τους από υφιστάμενη εταιρεία του Ομίλου.
Ο μετασχηματισμός γίνεται κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1-5 του ν. 2166/1993 και 66-89 του κ.ν. 2190/1920, εφαρμοζομένων των διατάξεων των άρθρων 1-5 του παρόντος. Το σύνολο των μετοχών των εταιρειών που προέρχονται από τον μετασχηματισμό αυτό περιέρχονται χωρίς αντάλλαγμα, σε συνδυασμό με την παράγραφο 5 του παρόντος στο Ελληνικό Δημόσιο, προ κειμένου οι εταιρείες αυτές να ιδιωτικοποιηθούν. 2.
Ως κλάδος, τμήμα ή λειτουργία για την εφαρμογή του παρόντος νοείται το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που περιλαμβάνονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού, ως και οι εργαζόμενοι που αναφέρονται στην έκθεση που τον συνοδεύει. 3.Η μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού και των στοιχείων και δικαιωμάτων, που αναφέρονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, συντελείται αυτοδικαίως και ατελώς, απαλλασσόμενη κάθε φόρου, τέλους, δικαιώματος του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.
ή Οργανισμού, με μόνη την καταχώριση της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της απορροφούσας εταιρείας περί έγκρισης των ισολογισμών μετασχηματισμού, ως τίτλου, στις κατά περίπτωση αρμόδιες Αρχές και Υπηρεσίες, χωρίς να απαιτείται για τον σκοπό αυτό οποιαδήποτε άλλη έγκρίση, βεβαίωση, πιστοποιητικό, φορολογική δήλωση ή πράξη. 4.
Οι απορροφούσες εταιρείες αποκτούν το σύνολο των μεταβιβαζόμενων στοιχείων ενεργητικού και δικαιωμάτων, ελεύθερο παντός φόρου, τέλους, βάρους, χρέους ή δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου ή ΝΠΔΔ και κάθε βάρους, χρέους, αξίωσης τρίτου φυσικού νομικού προσώπου, πέραν των υποχρεώσεων, οι οποίες ρητώς αναγράφονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, εξαιρουμένων των εταιρειών αυτών από την εφαρμογή των άρθρων 479, 939 ΑΚ, 537 επ.
ΕΝ και του ν. 2190/1994. 5. Συστήνεται Ειδικός Λογαριασμός του Ελληνικού Δημοσίου με την ονομασία "Ελληνικό Δημόσιο Λογαριασμός Αποκρατικοποίησης του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας". Τα διαθέσιμα του λογαριασμού θα τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, μπορεί να καθορίζονται οι όροι και ο τρόπος λειτουργίας ελέγχου και εμφάνισης του λογαριασμού.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών Ειδικός Λογαριασμός α) πιστώνεται με τα έσοδα από την πώληση, στο πλαίσιο της διαδικασίας αποκρατικοποίηοης, των εταιρειών του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, οι μετοχές των οποίων περιέρχονται στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού.
Για την αντιμετώπιση των αναγκαίων δαπανών της παρακάτω παραγράφου β' μέχρι την πώληση των εταιρειών του Ομίλου, ο Ειδικός Λογαριασμός πιστώνεται με προκαταβολές του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι της ονομαστικής αξίας των μετοχών της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και οι οποίες θα περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, β) χρεώνεται με τα αναγκαία ποσά για την καταβολή αποζημιώσεων και λοιπών δαπανών για την με οποιοδήποτε τρόπο αποχώρηση των εργαζομένων, καθώς και για την κάλυψη οικονομικών υποχρεώσεων της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού και εκκαθάρισης και μέχρι συνολικού ποσού που αντιστοιχεί στις ονομαστικές αξίες των μετοχών των εταιρειών του Ομίλου, οι οποίες θα περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, γ) ειδικά, χρέωση του Ειδικού Λογαριασμού, προκειμένου να καταβληθούν: 1) κίνητρα στους δικαιούχους λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδότησης, στις περιπτώσεις που συμφωνούνται σε εφαρμογή του άρθρου 8 του π.δ. 178/2002, και II) η πρόσθετη επιβάρυνση της παρ. 8 του παρόντος στους ασφαλιστικούς φορείς, επιτρέπεται μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων από αυτή. 6.
Οι Ιπτάμενοι Χειριστές της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας, κάτοχοι, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, σε ισχύ του πτυχίου τους, ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α. για τον κλάδο σύνταξης, που συμπληρώνουν το 53ο έτος της ηλικίας τους και 4.500 ημέρες ασφάλισης ή 7.500 ημέρες ασφάλισης ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας στην Ολυμπιακή Αεροπορία ή την Ολυμπιακή Αεροπλοΐα έως 31.12.2004 αποχωρούν υποχρεωτικά εντός του έτους 2003 από την εταιρεία που εργάζονται με την έκδοση διαπιστωτικής πράξης της εταιρείας, που τους επιδίδεται ατομικώς, και καταβολή της προβλεπόμενης από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τα Πρακτικά Συμφωνίας αυτών των συλλογικών συμβάσεων αποζημίωσης. 7. ..., 8.
Ο προστιθέμενος χρόνος ασφάλισης των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος λογίζεται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη μόνο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης. Η πρόσθετη επιβάρυνση των ασφαλιστικών φορέων, που προκύπτει από τη συμπλήρωση των ως άνω αναφερόμενων στις παραγράφους 6 και 7 του παρόντος ορίων, καλύπτεται, κατά προτεραιότητα, από τον Ειδικό Λογαριασμό της παρ.5 του παρόντος.
Εξάλλου, της ψηφίσεως του άνω νόμου και μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των ιπτάμενων χειριστών (ΕΧΠΑ), οι οποίες έλαβαν χώρα σύμφωνα με τις δια τάξεις του αρθ. 8 του ΠΔ 178 /2002 "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεως ...", είχε προηγηθεί η κατάρτιση του από 16.7.2003 πρακτικού συμφωνίας με το οποίο υπό το κεφάλαιο ΚΙΝΗΤΡΑ, συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων ότι οι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ για Κλάδο Συντάξεων Ιπτάμενοι Χειριστές του Ομίλου της ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ Α.Ε., που έχουν θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις δικαίωμα συνταξιοδότησης μέχρι 31-12-2005 αποχωρούν προαιρετικά (και, στην περίπτωση που δεν συμπληρωθεί ο απαραίτητος αριθμός των 137 κατ' ελάχιστον ιπτάμενων χειριστών, υποχρεωτικά) από την υπηρεσία τους λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη σαν να αποχωρούσαν με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους και θα καταβληθεί σ' αυτούς η πλήρης (100%) και χωρίς κανένα περιορισμό αποζημίωση που προβλέπει ο ν. 2112/1920 (όπως συμπληρώθηκε με τον ν. 3198/1955), με βάση τα έτη υπηρεσίας μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, καθώς και ποσό, το οποίο θα είναι ίσο με την αποπληθωρισμένη (σύμφωνα με το ποσοστό αποπληθωρισμού που ακολουθεί το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων) απώλεια εισοδήματος, που θα προκύπτει μεταξύ του ποσού της σύνταξης και του ποσού των καταβαλλομένων κατά την αποχώρηση τακτικών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από της απoχωρήσεως μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, προς κάλυψη της απώλειας αυτής.
Η ισχύς του ανωτέρω πρακτικού συμφωνήθηκε ότι τελεί υπό την αίρεση της υλοποίησής του από το Ελληνικό Δημόσιο (Μέτοχο ΟΑ - ΝΟΑ) δια των αναγκαίων νομοθετικών και διοικητικών ρυθμίσεων και εφόσον λειτουργήσει η ΝΟΑ. Στη συνέχεια, μετά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου 3185/2003, με το από 10.11.2003 παράρτημα του προαναφερθέντος Πρακτικού συμφωνίας, καθορίσθηκαν οι λεπτομέρειες υλοποιήσεως των προβλεπομένων στο Πρακτικό και στις σχετικές διατάξεις του Ν. 3185/2003.Ειδι κότερα, ορίσθηκε ότι η υλοποίηση όσων προαναφερομένων συμφωνήθηκαν με το πρακτικό συμφωνίας, θα γίνει με βάση τα προβλεπόμενα στο αρθ.27 παρ.6 του Ν. 3185/2003 και μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Αναφορικά με τη χορήγηση της απώλειας εισοδήματος που θα προκύπτει μεταξύ του ποσού της σύνταξης του ΙΚΑ, που δικαιούται ο συνταξιοδοτούμενος με το Ν. 3185/2003 ιπτάμενος χειριστής και η οποία αντιστοιχεί στα πραγματικά χρόνια υπηρεσίας στον Όμιλο της Ολυμπιακής Αεροπορίας και του ποσού των καταβαλλομένων κατά τον μήνα Οκτώβριο 2003 τακτικών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από της απoχωρήσεως μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, προς κάλυψη της απώλειας αυτής θα ισχύσουν τα προβλεπόμενα στο ν.3185/ 2003.
Το καταβλητέο λόγω απώλειας εισοδήματος ποσό θα μειωθεί κατά το ποσό της διαφοράς που προ κύπτει μεταξύ της αποζημίωσης του ν. 2112/20, η οποία υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του μηνός Δεκεμβρίου 2003 και της αποζημίωσης του ν. 2112/20, η οποία υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του μηνός Οκτωβρίου 2003.Το ποσό που αντιστοιχεί στην ανωτέρω απώλεια εισοδήματος θα καταβληθεί στους δικαιούχους εντός εξαμήνου από της κοινοποιήσεως της διαπιστωτικής πράξης".
Εξάλλου, η με τη δικαιοπραξία εξάρτηση των αποτελεσμάτων αυτής από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο από τελεί αίρεση, ένεκα της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 201 επ. Α.Κ.. Διάφορη της αίρεσης αυτής και μη ρυθμιζόμενη από τις άνω διατάξεις είναι η αίρεση δικαίου, η οποία συνίσταται σε γεγονός το οποίο δυνάμει νομικής διάταξης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια της δικαιοπραξίας.
Από το περιεχόμενο του άνω πρακτικού συμφωνίας και παραρτήματος αυτού, που έχουν ισχύ ανάλογη ΣΣΕ, αφού προβλέπονται από το άρθρο 8 του Π.Δ.178/2002 και καταρτίσθηκαν με την προβλεπομένη από το Ν. 1876/1990 διαδικασία και τις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003, κατά την αληθή έννοια αυτών προκύπτουν τα εξής: Ότι η ενόψει της σχεδιαζόμενης απόσχισης του κλάδου του πτητικού έργου της Ο.Α.
αποχώρηση των ιπταμένων χειριστών αυτής και της Ολυμπιακής Αεροπλοΐας, οι οποίοι συγκέντρωναν τις οριζόμενες προϋποθέσεις, θα γινόταν με την έκδοση σχετικής πράξης της εταιρίας και την καταβολή σε αυτούς της προβλεπόμενης από τις οικείες συμβάσεις και τα άνω πρακτικά συμφωνίας αποζημίωσης, δηλαδή της πλήρους αποζημίωσης του Ν. 2112/1920 με βάση τα έτη υπηρεσίας τους μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους και της πρόσθετης αποζημίωσης που συμφωνήθηκε ως κίνητρο για την υποχρεωτική συνταξιοδότησή τους, για την απώλεια, του εισοδήματός τους εξαιτίας της πρόωρης αποχώρησής τους από την υπηρεσία.
Ότι λόγω αδυναμίας της Ο.Α. να καταβάλει τα αναγκαία για την αποζημίωση των αποχωρούν των χειριστών ποσά, προβλέφθηκε από το νόμο η σύσταση Ειδικού Λογαριασμού του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο θα περιερχόταν, χωρίς αντάλλαγμα το σύνολο των μετοχών των εταιριών που επρόκειτο να προέλθουν από τον άνω μετασχηματισμό, προκειμένου στη συνέχεια αυτό να προβεί στην ιδιωτικοποίησή τους.
Ότι ο εν λόγω Ειδικός Λογαριασμός που συστήθηκε στη συνέχεια με την 2/71992/Α0024 /2003 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β 1967/ 31-12-2003), θα πιστωνόταν με τα έσοδα από την πώληση των εταιριών του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας οι μετοχές των οποίων θα περιέρχονταν στο Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και με προκαταβολές του τελευταίου και θα χρεωνόταν με τα αναγκαία ποσά για την καταβολή του συνόλου των αποζημιώσεων των εργαζομένων που θα αποχωρούσαν και με τις λοιπές δαπάνες για την κάλυψη των οικονομικών υποχρεώσεων της Ο.Α.
κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού και εκκαθάρισης. Ότι ειδικότερα η καταβολή της πλήρους αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920 στους αποχωρούντες θα γινόταν ταυτόχρονα με την επίδοση της διαπιστωτικής πράξης με χρέωση του άνω Ειδικού Λογαριασμού, ο οποίος θα πιστωνόταν για τον σκοπό αυτό με αντίστοιχες προκαταβολές του Ελληνικού Δημοσίου.
Αντίθετα, η καταβολή τόσο των κινήτρων στους αποχωρούντες δικαιούχους, στα οποία περιλαμβάνονται και η απώλεια εισοδήματος κατά τα ανωτέρω, όσο και της πρόσθετης επιβάρυνσης στους ασφαλιστικούς οργανισμούς, θα γινόταν με αντίστοιχη χρέωση του Ειδικού Λογαριασμού μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων.
Εξαρτήθηκε δηλαδή η καταβολή της άνω πρόσθετης αποζημίωσης από την τεθείσα από τη σχετική διάταξη του άρθρου 27 Ν. 3185/2003 προϋπόθεση (αίρεση δικαίου) της προηγούμενης ιδιωτικοποίησης της παραπάνω εταιρίας και της είσπραξης των εσόδων εκποίησής της. Η κατά την παρ. δε 6 του ίδιου άρθρου άμεση, με την έκδοση και επίδοση της διαπιστωτικής πράξης, καταβολή της προβλεπόμενης από τις οικείες ΣΣΕ και τα πρακτικά αυτών αποζημίωσης, αναφέρεται προδήλως στην αποζημίωση λόγω αποχώρησης και όχι στα κίνητρα, τα οποία εντάσσονται στη ρύθμιση της παρ. 5 περ.
γ' του ίδιου άρθρου, κατά την οποί α η χρέωση του Ειδικού Λογαριασμού για την καταβολή των κινήτρων και της πρόσθετης επιβάρυνσης της παρ. 8 του ίδιου νόμου στους ασφαλιστικούς οργανισμούς επιτρέπεται μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων από αυτές.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παράγρ. 3 εδάφ. α` του Ν. 3198 / 55, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/20, 2 και 5 του Ν.3198/55 και 669 του ΑΚ, είναι έγκυρη μόνο όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη γι` αυτήν αποζημίωση. Η αποζημίωση, που πρέπει να καταβληθεί στον απολυόμενο μισθωτό, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγρ.2 του Ν.2112/20 και το άρθρο 5 παράγρ. 1 του Ν. 3198 /55, υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως (Ολ.
ΑΠ 1144/83 ).Τέλος από το άρ. 4 παρ. 1 α.ν. 539/ 1945 συνάγεται ότι η χρονική περίοδος που θα χορηγηθεί η ετήσια άδεια αναπαύσεως του εργαζομένου (μισθωτού) κανονίζεται, κατ` αρχήν, με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, με την επιφύλαξη ότι ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό δικαίωμά του που θεμελιώνεται στο άρ. 652 ΑΚ, μπορεί να καθορίσει τον ειδικότερο χρόνο που ο εργαζόμενος θα λάβει την άδειά του, συνοδευόμενη από τις αντίστοιχες αποδοχές (και το κατά το άρ. 3 παρ. 16 ν. 4504/66επίδομα αδείας), οπωσδήποτε όμως πριν από τη λήξη του ημερολογιακού έτους στο οποίο ανάγεται η ετήσια άδεια.
Κατά δε τη διάταξη δε του εδαφίου β` της ίδιας παραγράφου, που προσέθεσε το άρ. 3 ν.δ.3755/57, εργοδότης που αρνείται να χορηγήσει σε εργαζόμενο τη νόμιμη ετήσια άδεια του υποχρεούται, μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο ο εργαζόμενος έπρεπε να λάβει την άδεια του, και αφού προηγουμένως διαπιστωθεί η παράλειψη αυτή από όργανο του Υπουργείου Εργασίας, να του καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας, προσαυξημένες κατά 100%.Η προηγούμενη πάντως διαπίστωση από όργανο του Υπουργείου Εργασίας δεν αποτελεί κατά τη νομολογία προϋπόθεση για τη θεμελίωσή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης τα εξής: «Έτσι στην προκείμενη περίπτωση η σχέση εργασίας του ενάγοντος όπως προλέχθηκε, έληξε στις 14-11-2003 ... Περαιτέρω, με την αποχώρηση του ενάγοντος του καταβλήθηκε εφαπάξ αποζημίωση, σύμφωνα με το ν. 2112/1920 και το από τον Ιούλιο του 2003 Πρακτικό Συμφωνίας μεταξύ ΟΑ-ΕΧΠΑ και του από 11-11-2003 Παραρτήματός του, από 173.322,52 ευρώ και ποσό 64. 345,76 ευρώ για απώλεια εισοδήματος (διαφορά τακτικών απoδοχών και σύνταξη ΙΚΑ από την αποχώρησή του και μέχρι τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας του) (βλ.
από 12-11-2003 διαπιστωτική πράξη της πρώτης εναγομένης). Η εφάπαξ αποζημίωση καθώς και το ποσό της απώλειας εισοδήματος υπολογίσθηκαν με βάση τις τακτικές αποδοχές του μηνός Οκτωβρίου 2003,όπως ρητά αναφέρεται στις διατάξεις του αναφερομένου ως άνω Πρακτικού Συμφωνίας και του Παραρτήματός του και επομένως οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι έπρεπε να υπολογισθούν αυτά όπως επίσης και το επίδομα άδειας 2003 με βάση το νέο μισθολόγιο, που άρχισε να εφαρμόζεται από 1-11-2003, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και τα σχετικά κονδύλια της αγωγής από 71.320,42 ευρώ και 133. 392,2 ευρώ πρέπει και αυτά να απορριφθούν ως αβάσιμα ...».
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και κατά το μέρος που αφορά την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, με βάση τις αποδοχές του Οκτωβρίου 2003, παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του από 16-7-2003 Πρακτικού Συμφωνίας καθώς και του προσαρτημένου σ' αυτό από 10-11-2003 Παραρτήματος, τα οποία όπως προλέχθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψην επέχουν θέση ΣΣΕ, εφόσον καταρτίσθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 27 παρ.6 του ν.3185/ 2003 καθώς και αυτές των άρθρων 3 παρ.1 του ν. 2112/1920,5 παρ.1 του ν. 3198/1955,καθόσον αφενός, όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα Πρακτικό Συμφωνίας και προσαρτημένο σ' αυτό Παράρτημα μόνο για το ποσό της απώλειας εισοδήματος, περί του οποίου δεν υπάρχει και σχετική αιτίαση, ότι θα υπολογίζεται αυτό με βάση τις αποδοχές του μηνός Οκτωβρίου 2003,ενώ για την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπει ο ν. 2112/1920 και τα προαναφερθέντα Πρακτικό Συμφωνίας και το προσαρτημένο σ' αυτό Παράρτημα δεν ορίζεται τίποτα σε σχέση με βάση ποιες αποδοχές θα υπολογισθεί αυτή, και αφετέρου, εφόσον η αποζημίωση αυτή χορηγείται λόγω της αποχώρησης του αναιρεσείοντος από την εργασία του, στις 14-11-2003,κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, το ποσό αυτής έπρεπε να υπολογισθεί με βάση τις αποδοχές αυτού του τελευταίου μήνα πριν από την απόλυσή του, ήτοι του Νοεμβρίου 2003 δηλαδή με βάση το νέο μισθολόγιο.
Επομένως ως προς το ανωτέρω ζήτημα πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ως βάσιμος. Αναφορικά όμως με την εμπεριεχόμενη στον ως άνω λόγο αιτίαση ότι εσφαλμένα υπολογίσθη καν οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας με βάση τις αποδοχές του Οκτωβρίου 2003,αντί αυτών με βάση τις αποδοχές του Νοεμβρίου 2003,ενόψει του ότι η λύση της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα, όπως προαναφέρθηκε, στις 14-11-2003,και ότι συνακόλουθα απορρίφθηκαν τα σχετικά αγωγικά κονδύλια που αφορούσαν τις αποδοχές άδειας και την προσαύξηση 100% σ' αυτές, λόγω μη χορήγησης καθόλου της άδειας αναψυχής του έτους 2003,από 21.353,64 ευρώ συνολικά και το επίδομα άδειας από 5.338,41 ευρώ, αυτή είναι απορριπτέα ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενόψει του ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δεν διέλαβε παραδοχές από τις οποίες να συνάγεται ότι απέρριψε τα ως άνω αγωγικά κονδύλια.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού είτε ως αμυντικού, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως.
Όμως ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" μόνον όταν έχει αυτοτέλεια και η παραδοχή του έχει ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως όχι δε και όταν δεν έχουν αυτοτέλεια όπως συμβαίνει όταν μ' αυτούς απλώς αμφισβητείται η βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για το λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη λόγο έφεσης τον οποίο πρότεινε στο Εφετείο και με τον οποίο παραπονούνταν κατά της πρωτόδικης απόφασης, γιατί απέρριψε το αγωγικό αίτημά του, περί καταβολής των αποδοχών άδειας προσαυξημένων κατά 100% ως αστική ποινή, λόγω μη χορήγησης σ' αυτόν της άδειας αναψυχής του έτους 2003, καθώς και του επιδόματος άδειας του ίδιου έτους, υπολογιζομένων με βάση το νέο μισθολόγιο των ιπταμένων χειριστών της Ολυμπιακής, που άρχισε να ισχύει από 1-11-2003.
Από την επισκόπηση της από 12-9-2007 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 399/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι ο μεν αναιρεσείων πρότεινε τον ως άνω λόγο έφεσης, πλην το Εφετείο δεν τον έλαβε καθόλου υπόψη του, αφού δεν διέλαβε τίποτα περί αυτού στην προσβαλλομένη απόφαση, εκτός της παραδοχής ότι οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας του έτους 2003 έπρεπε να υπολογισθούν με βάση το προαναφερθέν νέο μισθολόγιο.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8εδ.β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προσβαλλόμενο με την αναίρεση μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 380 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς τους δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, Ι. Π., υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε" και Π. Π..
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ως άνω τρίτης αναιρεσίβλητης, ("ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε"), τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Δέχεται την ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε".
Αναιρεί την 3622/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και
Καταδικάζει την ως άνω πρώτη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ