194/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated194/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967, όταν ο εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή τράπεζα ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις, που επιχορηγούνται από το Κράτος, η οφειλόμενη από το Ν.2112/1920, όπως ισχύει ήδη, αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δρχ., καταργουμένης κάθε αντίθετης ειδικής διάταξης νόμου ή συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής ή υπάρχοντος εθίμου.
Full text
Απόφαση 194 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 194/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Τσαβδαρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.. Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Πετρόπουλο και Αντιγόνη Κίσσα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 468/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 625/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 30-5-2003 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1058/2005 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Εκδόθηκε η 20/2006 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τον παραπεμφθέντα σ' αυτή πρώτο λόγο της από 30-5-2003 αίτησης του Χ1, για αναίρεση της 625/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και ανέπεμψε την υπόθεση στο Β1' Πολιτικό Τμήμα για ν' αποφασίσει για τους λοιπούς λόγους της άνω αίτησης. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 31-10-2006 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 7-2-2005 έκθεση της Αρεοπαγίτου Νίκης Γιαννακάκη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, νομίμως φέρονται προς συζήτηση με την από 31.10.2006 κλήση του αναιρεσείοντος οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι της από 30.5.2003 αιτήσεώς του για αναίρεση της υπ' αριθ. 625/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την αναπομπή της παρούσας υποθέσεως ενώπιον του Πολιτικού αυτού Τμήματος με την υπ' αριθ. 20/2006 απόφαση της Τακτικής Ομομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, που παραπέμφθηκε σ' αυτή με την υπ'αριθ. 1058/2005 απόφαση του ιδίου Τμήματος, με την οποία απορρίφθηκε επίσης ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως (στο διατακτικό της τελευταίας αποφάσεως δεν διαλαμβάνεται σχετική απορριπτική διάταξη, πλην όμως το σκεπτικό αυτής, όπου κρίνεται ως απορριπτέος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως έχει προσόντα διατακτικού).
Επειδή, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967, όταν ο εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή τράπεζα ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις, που επιχορηγούνται από το Κράτος, η οφειλόμενη από το Ν.2112/1920, όπως ισχύει ήδη, αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δρχ., καταργουμένης κάθε αντίθετης ειδικής διάταξης νόμου ή συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής ή υπάρχοντος εθίμου.
Το ανώτατο όριο καθορίσθηκε με το άρθρο 33 του Ν.1876/1990 στο ποσό των 1.500.000 δρχ. και με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν.3144/2003 στο ποσό των 15.000 ευρώ. Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970 ορίσθηκε ότι το τιθέμενο από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 ανώτατο όριο αποζημιώσεως ισχύει για κάθε περίπτωση αποζημιώσεως, που οφείλεται δυνάμει ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως στους αποχωρούντας, απομακρυνόμενους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτες του Δημοσίου, των ΟΤΑ, ΝΠΔΔ, τραπεζών, επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεων, επιχορηγουμένων από το Κράτος, που συνδέονται με αυτά με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καταργουμένης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής και εθίμου.
Με τις διατάξεις αυτές ο νομοθέτης απέβλεψε προδήλως στον περιορισμό για λόγους γενικοτέρου συμφέροντος των ως άνω αποζημιώσεων και την εντεύθεν οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ανωτέρω τραπεζών, επιχειρήσεων και οργανισμών ή επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικά τους φορολογούμενους, στην περίπτωση δε των τραπεζών και των μη επιχορηγουμένων κοινωφελών επιχειρήσεων το κόστος των παρεχομένων απ' αυτές υπηρεσιών.
Έτσι, οι εν λόγω διατάξεις, όπως συνάγεται από τον ως άνω σκοπό της θεσπίσεώς τους, αποτελούν, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν.1876/1990, διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών και υπερισχύουν των κανονιστικών όρων των ΣΣΕ, οι οποίοι είναι μεν δεσμευτικοί για τους συμβληθέντας, πλην όμως δεν μπορούν να αντιτίθενται στους κανόνες αυτούς.
Συνεπώς, το ανωτέρω καθοριζόμενο ανώτατο όριο αποζημιώσεως για τις εν λόγω κατηγορίες εργαζομένων δεν μπορεί να μεταβληθεί με διατάξεις ΣΣΕ, που ορίζουν διαφορετικά. Περαιτέρω, οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα.
Αποφασιστικό όμως στοιχείο για το χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς, που διέπει την ίδρυση και τη λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου.
Υπό την έννοια αυτή η Ολυμπιακή Αεροπορία υπήρξε από τη σύστασή της και εξακολουθεί να είναι, ενόψει των παρεχομένων στο κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών της και ανεξαρτήτως του φορέα αυτής, επιχείρηση κοινής ωφέλειας. Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.1759/1988, οι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ για τον κλάδο συντάξεως διοικητικοί, τεχνικοί και υπόλοιπο προσωπικό εδάφους της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.
και της Ολυμπιακής Αεροπλοΐας αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία με την έκδοση απλής διαπιστωτικής πράξης και καταβολής της προβλεπόμενης από τις οικείες ΣΣΕ και τα πρακτικά αποζημίωσης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4γ του Ν.2602/1998, όσοι συμπληρώνουν τις καθοριζόμενες από το νόμο προϋποθέσεις συνταξιοδότησης λαμβάνουν την προβλεπόμενη από το νόμο 1759/1988 και τις μέχρι τούδε ισχύουσες ΕΣΣΕ (ΟΑ - ΟΣΠΑ) αποζημίωση.
Επίσης, σύμφωνα με την από 14.3.1990 ΣΣΕ, που καταρτίσθηκε μεταξύ της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της Επαγγελματικής Ένωσης Αέρος Ελλάδος (ΕΕΑΕ), η ανωτέρω αποζημίωση, λόγω συνταξιοδοτήσεως, υπολογίζεται σε ποσοστό 80% της αποζημιώσεως του Ν.2112/1920. Εξ αυτών παρέπεται ότι, εφόσον η "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε." εξακολούθησε και κατά τον κρίσιμο χρόνο (1.11.1999) να είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας, οι δε διατάξεις του Ν.1759/1988 και του Ν.2602/1998 παραπέμπουν ως προς τον καθορισμό της αποζημιώσεως των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδοτήσεως εργαζομένων της στις οικείες ΣΣΕ, χωρίς να αποκλείουν ως προς το ύψος αυτής τις διατάξεις του Α.Ν. 173/1967 και του Π.Δ. 618/1970, όπως αντίθετα προνοήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν.2271/1994 για τους αποχωρούντας κατ' αυτή εργαζομένους της εν λόγω εταιρίας, οι προαναφερόμενες διατάξεις έχουν εφαρμογή επί της οφειλομένης στους αποχωρούντας, κατά τον ανωτέρω χρόνο, λόγω συνταξιοδοτήσεως εργαζομένους της αναιρεσίβλητης ΟΑ αποζημιώσεως, το ύψος της οποίας δεν μπορεί να υπερβεί το καθοριζόμενο με αυτές όριο, η δε ως άνω ΣΣΕ είναι ανίσχυρη κατά το μέρος της, με το οποίο ορίζει διαφορετικά ως προς το όριο αυτό της αποζημιώσεως (Ολ.Α.Π. 20/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος από 1.8.1968 υπήρξε υπάλληλος της αναιρεσίβλητης, συνταξιοδοτήθηκε τη 1.11.1999 σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν.1759/1988 με απλή διαπιστωτική πράξη και καταβλήθηκε σ'αυτόν αποζημίωση, ποσού 11.943.418 δρχ.
Ο ίδιος με την ένδικη από 14.2.2000 αγωγή του ζήτησε τη συμπλήρωση της αποζημιώσεως αυτής με το ποσό των 41.617.818 δρχ. βάσει των διατάξεων του Ν.2112/1920 και της ισχύουσας από 14.3.1990 ΣΣΕ, που καταρτίσθηκε και υπογράφηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της ΕΕΑΕ, της οποίας ήταν μέλος. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι η Ολυμπιακή Αεροπορία είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας και επ' αυτής τυγχάνουν εφαρμογής οι ανωτέρω αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Ν. 173/1967 και όχι οι διατάξεις της ως άνω ΣΣΕ, ενώ ο αναιρεσείων, παρά το γεγονός αυτό, εισέπραξε πολλαπλάσιο ποσό από το προσδιοριζόμενο ως άνω από τον Α.Ν. 173/1967, όπως ισχύει.
Κατόπιν αυτών απέρριψε τούτο την κρινόμενη αγωγή αυτού ως νόμω αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογής τους τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της από 14.3.1990 ως άνω ΣΣΕ ως προς το ύψος της καταβλητέας στον αναιρεσείοντα αποζημιώσεως. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 της Συνθήκης της Ε.Κ. (ήδη Ε.Ε.), ενισχύσεις, που χορηγούνται με οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό με την ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής, είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά κατά το μέρος που επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, εκτός αν η παρούσα Συνθήκη ορίζει διαφορετικά.
Κατά την εν λόγω διάταξη, η έννοια της ενισχύσεως είναι ευρύτερη από εκείνη της επιδοτήσεως, διότι δεν περιλαμβάνει μόνο τις θετικές παροχές, όπως είναι οι επιδοτήσεις, αλλά και τις παρεμβάσεις εκείνες, οι οποίες, ανεξαρτήτως μορφής, ελαφρύνουν τις επιβαρύνσεις, που κανονικά βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχειρήσεως και συνεπώς, χωρίς να είναι επιδοτήσεις με τη στενή έννοια του όρου, είναι της ίδιας φύσεως με αυτές ή έχουν τα ίδια αποτελέσματα.
Όμως ο όρος "ενίσχυση", κατά την ως αν διάταξη, καλύπτει κατ' ανάγκη τα πλεονεκτήματα, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα με κρατικούς πόρους ή αποτελούν πρόσθετη επιβάρυνση για το Δημόσιο ή τους οργανισμούς, που έχουν ορισθεί ή συσταθεί για το σκοπό αυτό. Δηλαδή απαιτείται με την "ενίσχυση" να επέρχεται εκροή δημοσίου χρήματος προς την επιχείρηση ή να αποφεύγεται χάριν αυτής η είσπραξη εσόδων του Δημοσίου ή άλλου δημοσίου οργανισμού.
Έτσι, υπό την προαναφερόμενη έννοια του άρθρου 87 της Συνθ ΕΚ, η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967. με την οποία τίθεται ανώτατο όριο αποζημιώσεως στους αποχωρούντας εργαζομένους μεταξύ των άλλων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, στις οποίες, όπως προεκτίθεται, περιλαμβάνεται και η Ολυμπιακή Αεροπορία, δεν προσκρούει στο περιεχόμενο του εν λόγω κοινοτικού κανόνα, ούτε μετά την κατάργηση του προνομίου της τελευταίας για μονοπωλιακή εκμετάλλευση των αεροπορικών μεταφορών εξωτερικού και εσωτερικού, δεδομένου ότι ο ως άνω περιορισμός της αποζημιώσεως, εφόσον δεν οδηγεί σε θετική παροχή από το Δημόσιο ή άλλο οργανισμό δημοσίου χαρακτήρα προς τη συγκεκριμένη επιχείρηση ή σε απαλλαγή από υποχρέωσή της, συνεπαγόμενη απώλεια εσόδων αυτών από τη σχετική ρύθμιση, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κρατική ενίσχυση (Ολ.Α.Π. 20/2006).
Περαιτέρω, η προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (ΔΕΚ) δεν είναι υποχρεωτική για τα Ελληνικά Δικαστήρια, αν κάποιος από τους διαδίκους προβάλει σχετικό αίτημα, αλλά πρέπει να συντρέχουν και άλλες προϋποθέσεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 της Πράξεως "περί των όρων προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν.949/1979, από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης (1.1.1981) το Κοινοτικό Δίκαιο (πρωτογενές και δευτερογενές) αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει κάθε αντίθετης διατάξεως νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος.
Πηγή του δευτερογενούς (παραγώγου) Κοινοτικού Δικαίου αποτελεί και η Οδηγία ("σύσταση"), η οποία, κατά το άρθρο 249 παρ. 3 της ΣυνθΕΚ, δεσμεύει κάθε κράτος μέλος, στο οποίο απευθύνεται, καθόσον αφορά τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, αφότου κοινοποιηθεί η Οδηγία στα κράτη μέλη (άρθρ. 202, 249 και 254 της ΣυνθΕΚ), με την προϋπόθεση ότι χαρακτηρίζεται από ακρίβεια και σαφήνεια, δεν τελεί υπό αίρεση, δεν εξαρτάται από μέτρα, που πρέπει να λάβουν τα κράτη μέλη ή η ΕΚ και αφήνει περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στον εθνικό νομοθέτη.
Με την αναγκαία αυτή προϋπόθεση οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται την Οδηγία ενώπιον των Εθνικών Δικαστηρίων, εφόσον προβάλλεται παράλειψη του κράτους μέλους προς θέσπιση στην εσωτερική έννομη τάξη εντός της ορισθείσης προθεσμίας ρυθμίσεως, που ανταποκρίνεται στη διάταξη της Οδηγίας ή εφόσον προβάλλεται ότι η ρύθμιση, που έχει θεσπισθεί στην εσωτερική έννομη τάξη, είναι ασυμβίβαστη προς το περιεχόμενο ορισμένης διατάξεως.
Έτσι, μόνο αν δημιουργούνται αμφιβολίες, ως προς την έννοια και την έκταση ισχύος των πράξεων αυτών, οφείλουν τα Εθνικά Δικαστήρια να ζητήσουν από το ΔΕΚ τον καθορισμό της ισχύος και της ερμηνείας όλων των πράξεων των κοινοτικών οργάνων, χωρίς διάκριση, αν οι αποφάσεις τους δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα (άρθρ. 234 της ΣυνθΕΚ).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος, που υπέβαλε ενώπιόν του, να απευθύνει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ σχετικά με ζήτημα κοινοτικού δικαίου, ήτοι αν η ανωτέρω ρύθμιση του Α.Ν. 173/1967 εμπίπτει στην έννοια της "κρατικής ενίσχυσης" του άρθρου 87 παρ. 1 της ΣυνθΕΚ, δια το οποίο απαιτείται προηγούμενη γνωμοδότηση της Επιτροπής της ΕΚ για την εφαρμογή αυτής, με την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη αιτιολογία.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με τη μη εφαρμογή τους, αφού δεν δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την έννοια και την έκταση ισχύος της ως άνω ρυθμίσεως του Α.Ν. 173/1967. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, απορριπτομένης δε της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης όλων των συζητήσεων αυτής ενώπιον του Τμήματος αυτού και της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της από 30.5.2003 αιτήσεως του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 625/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων σαράντα (2.740) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ