194/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-4-2004, 11-5-2004, 12-6-2004 και 16-6-2004 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Legislator headnote
AI generated194/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Κατά το άρθρο 20 παρ. 5 του ΚΑΑΑ, εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης.
Full text
Απόφαση 194 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 194/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ... και 2. .... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζαχαρία Μέλεγο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό της Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-4-2004, 11-5-2004, 12-6-2004 και 16-6-2004 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η 492/2005 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Νοεμβρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου ανέγνωσε την από 29 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 20 παρ. 5 του ΚΑΑΑ, εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αντίθετη αίτηση, που ασκείται ως άνω με τις προτάσεις, πρέπει να αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο που έχει εισαχθεί ήδη στο Εφετείο με την εμπρόθεσμη ενώπιον του Εφετείου αίτηση του αντιδίκου του αιτούντος. Έτσι, αν με την αίτηση ενώπιον του Εφετείου ζητήθηκε μόνο ο καθορισμός αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν ακίνητο (έδαφος) και τα επικείμενα αυτού, δεν είναι παραδεκτή η ανταίτηση με τις προτάσεις του καθ΄ ου για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για τις δαπάνες μετεγκατάστασης της επιχείρησής του, εφόσον είχε αποτελέσει αντικείμενο της δίκης για τον προσωρινό καθορισμό αποζημίωσης.
Και τούτο γιατί ως προς αυτό το κεφάλαιο για το οποίο κανείς διάδικος δεν άσκησε εμπρόθεσμη αίτηση για καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, η απόφαση του προσωρινού προσδιορισμού καθίσταται οριστική. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε παραδεκτή την ανταίτηση που άσκησαν οι 31ος και 32ος των καθ΄ ων η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντες με τις προτάσεις που κατέθεσαν πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, απέρριψε στη συνέχεια ως απαράδεκτο το περιεχόμενο σ΄ αυτή αίτημα περί καθορισμού οριστικής αποζημίωσης για τις δαπάνες μετεγκατάστασης της επιχείρησης μαρμάρων που λειτουργούσε στην με αριθ.
ιδιοκτησίας, 15 απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία, διότι αυτό δεν αποτελούσε ίδιο κεφάλαιο της εμπρόθεσμης κύριας αίτησης ενώπιον του Εφετείου του αιτούντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου. Από την επισκόπηση, όμως, του δικογράφου της κύριας ενώπιον του Εφετείου αίτησης του αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι στη 10η σελίδα αυτής, αφού εκθέτει ότι "για τη με αρ. 15 ιδιοκτησία κρίθηκε ότι για τη μεταφορά των μαρμάρων που βρίσκονται εντός της απαλλοτριούμενης έκτασης απαιτούνται 45 δρομολόγια φορτηγών με κόστος δαπάνης 350 ευρώ/δρομολόγιο και συνολικό κόστος 15.750 ευρώ και δαπάνη 5.000 ευρώ για τη φορτοεκφόρτωση με κλάρκ, ήτοι απαιτείται συνολική δαπάνη μεταφοράς και μετεγκατάστασης ύψους 20.750 ευρώ χωρίς, όμως, να έχει αποδειχθεί σε ποιο σημείο θα μετεγκατασταθεί η νέα επιχείρηση, στοιχείο που συνδέεται άμεσα με τις δαπάνες μεταφορών, ούτε να αποδεικνύεται τόσο ο αριθμός των απαιτούμενων δρομολογίων όσο και το κόστος κάθε δρομολογίου και οι δαπάνες φορτοεκφόρτωσης στη 17η σελίδα ζητεί "να αναγνωριστεί, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ότι εσφαλμένα επιδικάστηκαν έξοδα μετεγκατάστασης για τις με αρ..........και 15 ιδιοκτησίες άλλως να καθορισθούν αυτά στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ για κάθε ιδιοκτησία".
Επομένως το Εφετείο με το να απορρίψει ως απαράδεκτη την ανταίτηση όσον αφορά το περιεχόμενο σ΄αυτή αίτημα των αναιρεσειόντων περί καθορισμού οριστικής αποζημίωσης για τις δαπάνες μετεγκατάστασης της λειτουργούσας στην απαλλοτριούμενη έκταση επιχείρησής τους, το οποίο αποτέλεσε και ίδιο κεφάλαιο της κύριας αίτησης του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προσάπτεται στο Εφετείο, κατ΄ εκτίμηση του περιεχομένου του, η από τον αριθμό 14 και όχι από τον αριθμό 1 όπως εσφαλμένα παρατίθεται, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 9 του ν. 2730/1999 "στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων του άρθρου 2 παρ. 16 του ν. 2598/1998, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια δικαστική δαπάνη συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης.
Η αμοιβή του δικηγόρου υπολογίζεται σε ποσοστό 1/3 των ελάχιστων ορίων των αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000) δραχμές". Η παραπάνω διάταξη που θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, τουτέστιν για τον περιορισμό της δαπάνης εκτέλεσης των Ολυμπιακών έργων, δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης και 100 παρ. 1, 107 παρ. 1, 114 παρ. 5 του Ν.Δ 3026/1954 του Κώδικα Δικηγόρων (βλ.
και Ολ. ΑΠ 20/2005 Ελλ. Δνη 46.710) και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την ανταίτηση των αναιρεσειόντων, ως προς το περιεχόμενο σ΄αυτή αίτημα περί καθορισμού οριστικής αποζημίωσης για τις δαπάνες μετεγκατάστασης της λειτουργούσας στην απαλλοτριούμενη έκταση επιχείρησής τους και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 492/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ