Legislator Case Law & Legislation
1949/2019 AI generated

Appeal partially allowed: New Penal Code's lenient retroactivity applies to sentencing but not to disqualification penalties.

Case Number 1949/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a conviction for continuous rape and disqualification. The defendant argued that the new Penal Code, which applies retroactively if more lenient, should have reduced his sentence and removed the disqualification penalty. The court found the new law more lenient regarding the prison term but noted the disqualification penalty remained unchanged under the old law. Consequently, the appeal was allowed only for the sentencing and disqualification portions, while the rest was dismissed.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of Law 4619/2019; Art. 2 of the new Penal Code: The principle of retroactive application of the more lenient substantive criminal law applies to the prison term but does not automatically extend to ancillary penalties like disqualification if the new law does not provide for a reduction in those specific sanctions.

Keywords

AI generated
retroactive application more lenient law disqualification penalty continuous rape sentencing guidelines

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of Law 4619/2019
Art. 2 of the new Penal Code
Art. 79 of the new Penal Code
Art. 510 para. 1 item D of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1949 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1949/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Σ. του Κ., κατοίκου ... Περιφερειακής Ενότητας Καβάλας, ήδη κρατούμενου στο Γ.Κ.Κ.Γρεβενών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου, για αναίρεση της υπ'αριθ.56/2018 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2019 αίτησή του αναιρέσεως που ασκήθηκε με δήλωση, επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8 Μαρτίου 2019, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 3110/2019 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 482/19.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο πρώτο του ν.4619/2019 (ΦΕΚ Α'95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται, ότι "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ' αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του ΠΚ, περί βιασμού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 του ν. 3500/2006, και ίσχυε μέχρι 30-6-2019, με βάση την οποία διώχθηκε και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, "Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, τιμωρείται με κάθειρξη".

Περαιτέρω ,κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1, 2 του ισχύοντος από 1η-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (ν.4619/2019), "1. Όποιος με σωματική βία ή απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας εξαναγκάζει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης τιμωρείται με κάθειρξη. 2.Γενετήσια πράξη είναι η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις".

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 50 εδ.α , 51 παρ.1, 52 του νέου ΠΚ ,προκύπτει ότι η κάθειρξη είναι πρόσκαιρη και κατ' εξαίρεση ,εφόσον ο νόμος το ορίζει ρητά, ισόβια, η δε διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε έτη ούτε είναι κατώτερη των πέντε ετών. Από τη σύγκριση των διατάξεων του άρθρου 336 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ με αυτές του νέου άρθρου 336 παρ.1,2 του μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύσαντος νέου ΠΚ, προκύπτει ότι για την πράξη του βιασμού με τη νέα διάταξη προβλέπεται μικρότερο ανώτερο όριο κάθειρξης δεκαπέντε (15)ετών, ενώ η προηγούμενη και εφαρμοσθείσα προέβλεπε ανώτερο όριο κάθειρξης είκοσι ετών (άρθρο 52 προϊσχύσαντος ΠΚ) και, συνεπώς, συντρέχει περίπτωση επιεικέστερου νόμου ως προς την απειλούμενη στερητική της ελευθερίας ποινή για την πράξη του βιασμού ,γι' αυτό και πρέπει να εφαρμοστεί η νέα αυτή διάταξη στην προκείμενη περίπτωση.

Από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ.1,2 του νέου ΠΚ προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια συνουσία ή ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις, που συντρέχει όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέληση του υποβάλλεται σε συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, δηλαδή πράξης που προσβάλλει το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας, ως τέτοια δε θεωρείται η "παρά φύσιν" συνεύρεση και η αιδιολειξία, πράξεις οι οποίες κατά τον προϊσχύσαντα ΠΚ χαρακτηριζόταν ως "ασελγείς", (βλ.

Αιτιολογική Έκθεση του νόμου 4619/2019 δέκατο ένατο κεφάλαιο), β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας ή με σωματική βία, η οποία συνίσταται σε φυσική δύναμη που δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέληση του ή να επιχειρήσει γενετήσια πράξη.

Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Η απειλή (ψυχική βία) είναι εκείνη που ενέχει απειλή ενωμένη με επικείμενο κίνδυνο ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος, ο δε κίνδυνος πρέπει να είναι "άμεσος" και "σοβαρός", δηλαδή το επαπειλούμενο κακό να μπορεί να επέλθει σε σύντομο χρονικό διάστημα και να ενέχει σοβαρότητα και βαρύτητα ικανή να οδηγήσει τον εξαναγκαζόμενο να υποστεί συνουσία ή να ανεχθεί ή επιχειρήσει άλλη γενετήσια πράξη, προς δε, μπορεί να αφορά την ζωή ή την υγεία ή την περιουσία του παθόντος ή των οικείων του.

Απειλή βίας συνιστά και αυτή που μπορεί να εμποιήσει στον απειλούμενο φόβο περί επικειμένου κινδύνου κατ' αυτού, έστω και αν αντικειμενικά και υπό άλλες συνθήκες η απειλή αυτή κρίνεται σαν αστήρικτη ή ακόμη και μη δυναμένη να δημιουργήσει τις καταστάσεις που ο απειλούμενος υπέλαβε κατά τον χρόνο της απειλής, αρκεί ο απειλούμενος, κατά τον χρόνο που υφίσταται την απειλή, να πιστέψει ότι η απειλή αυτή είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί.

Περαιτέρω, για την κατάφαση του εξαναγκασμού δεν απαιτείται κατ' ανάγκην το θύμα να αντιστάθηκε ενεργά, αλλά αρκεί ότι η συνουσία ή γενετήσια πράξη τελείται παρά την αντίθετη βούλησή του, που εξωτερικεύθηκε και έγινε εμφανής στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, και ότι αυτός ασκεί σωματική βία που εξουδετέρωσε τη βούληση του θύματος να αντισταθεί.

Έτσι, υπάρχει βιασμός και όταν το θύμα, λόγω του αιφνιδιασμού ή του φόβου των συνεπειών προβολής αντίστασης ή των ασθενών σωματικών του δυνάμεων ή άλλων περιστάσεων, θεώρησε εύλογα ανέφικτη ή μάταιη την αντίσταση και δεν αντιστάθηκε καθόλου στη σωματική βία του δράστη. Κατά μείζονα λόγο δεν απαιτείται η σωματική βία και αντίστοιχα η αντίσταση σ' αυτήν να είναι διαρκής, δηλαδή μέχρι την αποπεράτωση της πράξης.

Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη βούληση του δράστη, όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση γενετήσιας πράξης και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στη συνουσία ή σε γενετήσια πράξη.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, περί αποπλάνησης παιδιών ,που ίσχυε μέχρι 30-6-2019, "Όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά, με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351 Α, ως εξής:

α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και γ) αν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα και μέχρι τα δεκαπέντε έτη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά τη διάταξη του άρθρου 339 παρ.1 του ισχύοντος από 1η-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (ν.4619/2019) "Όποιος ενεργεί γενετήσια πράξη με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών ή το παραπλανά, με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351 Α, ως εξής:

α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και γ) αν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα και μέχρι τα δεκαπέντε έτη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη σύγκριση των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από τις διατάξεις του άρθρου 339 παρ. 1 του παλαιού και του νέου ΠΚ, οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του παλαιού ΠΚ, που ίσχυσαν κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης.

Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 339 παρ.1 του παλαιού ΠΚ, που έχουν ως σκοπό την προστασία της αγνότητας της παιδικής ηλικίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται τέλεση ασελγούς πράξης, δηλαδή πράξης, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη, με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σχετικές ως προς την ηλικία διακρίσεις, ο δε δράστης στη συγκεκριμένη περίπτωση να γνωρίζει ότι το πρόσωπο, προς το οποίο κατευθύνεται η πράξη του, έχει ηλικία κατώτερη των δεκαπέντε ετών, αρκεί, όμως, ως προς το σημείο αυτό και ο ενδεχόμενος δόλος, που υπάρχει όταν ο δράστης αμφιβάλλει ως προς την ηλικία του παθόντος .

Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ' αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχουν σημασία (Ολ. ΑΠ 3/2018). Μεταξύ του βιασμού και της αποπλάνησης υπάρχει αληθής κατ' ιδέαν συρροή, διότι μεταξύ των εγκλημάτων αυτών δεν υφίσταται ταυτότητα των προσβαλλόμενων αγαθών, τα οποία συγκροτούνται από διαφορετικά στοιχεία το καθένα και κανένα δεν απορροφάται από το άλλο, αφού κανένα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο τέλεσης του άλλου και στο μεν έγκλημα του βιασμού προσβάλλεται το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας ενώ στην αποπλάνηση παιδιών προσβάλλεται η αγνότητα της παιδικής ηλικίας από γενετήσιες προσβολές.

Εξάλλου, από το άρθρο 98 του ΠΚ, τόσο υπό την ισχύουσα, όσο και υπό την προϊσχύσασα μορφή του, προκύπτει ότι κατ'εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μια από αυτές περιέχει πλήρη στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς τέλεσή τους απόφασης (ενότητα δόλου) και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 59 του νέου ΠΚ, που ορίζει τις παρεπόμενες ποινές, προκύπτει ότι μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνεται η ποινή της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, που προβλεπόταν από τις διατάξεις των άρθρων 59-61 του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία καταργήθηκε γιατί κρίθηκε πλέον ως παρωχημένη, επιβαλλόταν δε σε περίπτωση καταδίκης σε πρόσκαιρη κάθειρξη, όπως στην προκείμενη περίπτωση (βλ.

Αιτιολογική Έκθεση του ν.4619/2019, άρθρο 59).

Συνεπώς, συντρέχει περίπτωση επιεικέστερου νόμου ως προς την παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων και για τις δύο ανωτέρω πράξεις, αφού η παρεπόμενη αυτή ποινή καταργήθηκε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά ούτε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους, ενώ δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στα εδώ εξεταζόμενα εγκλήματα του βιασμού και της αποπλάνησης παιδιών, για τη στοιχειοθέτηση των οποίων ο νόμος αρκείται σε απλό δόλο.

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 56/2018 απόφαση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, δέχθηκε στο σκεπτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή: "Επειδή από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, οι οποίοι εξετάσθηκαν, κατά νόμο, στο ακροατήριο και οι καταθέσεις τους περιέχονται στα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, τις αναγνωσθείσες χωρίς όρκο α) από 20-8-2013, από 11-10-2013 (συμπληρωματική) εκθέσεις εξέτασης της ανήλικης παθούσας Α.

Κ. ενώπιον του Υπαστυνόμου Α'Α. Κ. του ΑΤ ... και ενώπιον του Αρχιφύλακα Χ. Ζ. του Τ.Α … αντίστοιχα, δοθείσες με την παρουσία ψυχολόγου και β)από 13-7-2015 και 28-9-2016 εκθέσεις εξέτασης της ανήλικης παθούσας Α. Κ. ενώπιον της Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Καβάλας, δοθείσες με την παρουσία ψυχιάτρου, τις από 21-8-2013 και από 11-10-2013 (συμπληρωματική) εκθέσεις πορισμάτων - πραγματογνωμοσύνης της ψυχολόγου Ε.

Φ., τη με αριθμ. πρωτ. Α.Π .../20-8-2013 ιατροδικαστική έκθεση του Ειδικού Ιατροδικαστή Σ. Κ. και την από 11-8-2015 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Μ. Σ. του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας, όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα μετά της εκκαλουμένης αποφάσεως και των πρακτικών της ,σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα αποδειχθέντα κατά τη διάρκεια της παρούσης δευτεροβάθμιας δίκης αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ανήλικη Α. Κ. του Α. (γεννηθείσα στις 20-8-2000), κατά το χρονικό διάστημα από 15-3-2013 έως και 10-8-2013, διέμενε περιστασιακά, ιδίως τα Σαββατοκύριακα, στην οικία της γιαγιάς της, Ε. Π., στο ..., όπου μόνιμα διέμενε και ο μεγαλύτερος αδελφός της, Μ. Κ., επίσης ανήλικος (γεννηθείς στις 25-9-1996), από το χρόνο φοίτησής του στην Γ'Γυμνασίου.

Οι γονείς των ανωτέρω ανηλίκων διέμεναν στην ... με τα ανήλικα τέκνα τους Χ., Θ. και Σ.-Σ., ηλικίας 10, 8 και 5 ετών αντίστοιχα. Ο εκκαλών- κατηγορούμενος, Σ. Σ. του Κ. (γεννηθείς στις 25-3-1971), άγαμος, μετέβαινε ως επισκέπτης στην ως άνω οικία της Ε. Π. σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο και διέμενε σ' αυτήν, λόγω των φιλικών σχέσεων, που διατηρούσε με τον υιό της τελευταίας και θείο της ανήλικης, Θ.

Χ. (γεννηθέντα το έτος 1984), ο οποίος διέμενε στην ίδια οικία. Ο εκκαλών-κατηγορούμενος, κατά την παραμονή του στο ..., βοηθούσε τους ανηλίκους Α. και Μ. στα μαθήματα του σχολείου και απέκτησε φιλικές σχέσεις μαζί τους και οικειότητα. Μάλιστα η ανήλικη άρχισε να εκμυστηρεύεται στον κατηγορούμενο ό,τι αφορούσε την προσωπική της ζωή, ο δε τελευταίος είχε πρόσβαση ακόμη και στον προσωπικό της διαδικτυακό λογαριασμό (facebook) και κάνοντας χρήση των κωδικών αυτής παρακολουθούσε το προφίλ της.

Τον Μάρτιο του 2013 ο κατηγορούμενος και η ανήλικη συμφώνησαν ότι αν τη τελευταία έχανε κάποιο στοίχημα θα συνευρίσκονταν ερωτικά. Επειδή η ανήλικη έχασε ο κατηγορούμενος επίμονα την πίεζε να συνευρεθούν ερωτικά. Στις 23-3-2013 ο κατηγορούμενος όταν το μεσημέρι συνάντησε την ανήλικη στην οικία της γιαγιάς της είπε σ' αυτήν "το βράδυ σε περιμένω στο κοτέτσι και αν δεν έρθεις θα σε κάψω".

Η ανήλικη εξαιτίας της απειλής για τη ζωή της φοβισμένη του απάντησε "καλά θα έρθω". Περί ώρα 23:30', ενώ η ανήλικη καθόταν μαζί με τη γιαγιά της στην αυλή της οικίας ο κατηγορούμενος χωρίς να γίνει αντιληπτός χτύπησε ελαφρά στον ώμο την ανήλικη και της έκανε νεύμα να τον ακολουθήσει στο κοτέτσι, το οποίο βρισκόταν όπισθεν της οικίας, εκτός της αυλής από την οποία δεν είχε οπτική επαφή.

Η ανήλικη εξαιτίας της προηγηθείσης απειλής τον ακολούθησε φοβισμένη χωρίς η απομάκρυνσή της να γίνει αντιληπτή από τη γιαγιά της, αλλά και το θείο και τον αδελφό της, Θ. Χ. και Μ. Κ., αντίστοιχα, που βρίσκονταν εντός της οικίας. Στο κοτέτσι εκείνη τη χρονική περίοδο δεν υπήρχαν οικόσιτα πτηνά (βλ. καταθέσεις Α.

Χ., Ε. Χ. και Μ. Κ., στα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης). Μόλις η ανήλικη εισήλθε στο κοτέτσι ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήδη βρισκόταν εκεί, επιτακτικά της είπε "άντε ξάπλα να αρχίσουμε" και αφού την υποχρέωσε να ξαπλώσει μπρούμυτα σε μία παλέτα της αφαίρεσε το παντελόνι και το εσώρουχό της και ασκώντας πίεση με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις στο σώμα της, κάμπτοντας την αντίστασή της, ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει, εισήγαγε, παρά τη θέλησή της, στον πρωκτό της το σε στύση πέος του, το οποίο προηγουμένως είχε επαλείψει με λιπαντικό υγρό, εξαναγκάζοντάς την σε παρά φύση συνουσία, ενώ εκσπερμάτωσε επάνω στους μηρούς της.

Στις 29-3-2013 ημέρα Παρασκευή η ανήλικη επισκέφθηκε και πάλι την οικία της γιαγιάς της, στο ..., για να διαμείνει το Σαββατοκύριακο, διότι ο κατηγορούμενος την είχε απειλήσει ότι αν δεν πήγαινε θα την έσφαζε με ένα μαχαίρι, ενώ θα κοιμόταν. Περί ώρα 23:50' ο κατηγορούμενος οδήγησε την ανήλικη με την απειλή κινδύνου για τη ζωή της και πάλι στο κοτέτσι και αφού την υποχρέωσε να ξαπλώσει μπρούμυτα της αφαίρεσε το παντελόνι και το εσώρουχο και ασκώντας πίεση με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις στο σώμα της, κάμπτοντας την αντίστασή της, ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει, εισήγαγε, παρά τη θέλησή της, στον πρωκτό της το σε στύση πέος του, το οποίο προηγουμένως είχε επαλείψει με λιπαντικό υγρό, εξαναγκάζοντάς την σε παρά φύση συνουσία, ενώ εκσπερμάτωσε επάνω στους μηρούς της.

Στις 30-3-2013 ημέρα Σάββατο περί ώρα 23:00' ο κατηγορούμενος οδήγησε την ανήλικη και πάλι στο κοτέτσι με την απειλή κινδύνου για τη ζωή της, ότι θα την έκαιγε και θα την έσφαζε στον ύπνο της, αφού δε της αφαίρεσε το παντελόνι και το εσώρουχο, την υποχρέωσε να ξαπλώσει ανάσκελα σε μία παλέτα, τοποθέτησε ένα μαξιλάρι στο κεφάλι της και ασκώντας πίεση με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις στο σώμα της, κάμπτοντας την αντίστασή της, ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει, εισήγαγε, παρά τη θέλησή της, στον κόλπο της το σε στάση πέος του, το οποίο προηγουμένως είχε επαλείψει με λιπαντικό υγρό, εξαναγκάζοντάς την σε κατά φύση συνουσία, παρά τις διαμαρτυρίες και παρακλήσεις της να σταματήσει, επειδή πονούσε, λέγοντάς της "αν πονάς να πας στο γιατρό", εκσπερμάτωσε δε έξω από τον κόλπο της.

Μέχρι τον Αύγουστο του 2013, κυρίως τα Σαββατοκύριακα, αλλά κάποιες φορές και τις καθημερινές, ο κατηγορούμενος απαιτούσε από την ανήλικη με την απειλή ότι θα την έσφαζε την ώρα που κοιμόταν να επισκέπτεται την οικία της γιαγιάς της με σκοπό να συνευρίσκονται σεξουαλικά. Υπό αυτό το καθεστώς των απειλών, κατά τη διάρκεια των συναντήσεών τους, ο κατηγορούμενος οδηγούσε την ανήλικη στο κοτέτσι, όπου αφού αφαιρούσε τα ρούχα της και το εσώρουχό της και ασκώντας πίεση με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις στο σώμα της, κάμπτοντας την αντίστασή της, ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει, την εξανάγκαζε, παρά τη θέλησή της, σε κατά φύση και παρά φύση συνουσία, εισάγοντας το σε στύση πέος του, το οποίο προηγουμένως είχε επαλείψει με λιπαντικό υγρό, άλλοτε στον κόλπο της και άλλοτε στον πρωκτό της, επιπλέον δε την εξανάγκαζε σε ανοχή ασελγών πράξεων, καθώς έγλειφε τα γεννητικά της όργανα και τοποθετούσε τα δάχτυλά του εντός του κόλπου της, ενώ εκσπερμάτωνε άλλοτε επάνω στο σώμα της και άλλοτε εκτός σε άλλο σημείο, τις πράξεις δε αυτές τελούσε έχοντας κάθε φορά σκοπό να διεγείρει και να ικανοποιήσει τη γενετήσια επιθυμία του.

Η τελευταία σεξουαλική συνεύρεση του κατηγορουμένου με την ανήλικη, στην οποία είχε καλλιεργήσει, κατά το προαναφερθέν διάστημα, κλίμα εκφοβισμού, με αποτέλεσμα να κάμψει τις αντιστάσεις της, έλαβε χώρα στις 10-8-2013, όταν τις μεσημβρινές ώρες την οδήγησε και πάλι στο κοτέτσι της οικίας της γιαγιάς της και αφού της αφαίρεσε το σορτσάκι και το εσώρουχό της, την υποχρέωσε να ξαπλώσει ανάσκελα σε ένα στρώμα που ο ίδιος είχε εναποθέσει εκεί από τον Ιούνιο του ιδίου έτους (2013), τοποθέτησε ένα μαξιλάρι στο κεφάλι της και ασκώντας πίεση με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις στο σώμα της, κάμπτοντας την αντίστασή της, ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει, εισήγαγε, παρά τη θέλησή της, στον κόλπο της το σε στύση πέος του, το οποίο προηγουμένως είχε επαλείψει με λιπαντικό υγρό, εξαναγκάζοντάς την σε κατά φύση συνουσία, ενώ εκσπερμάτωσε έξω από τον κόλπο της.

Στις 19-8-2013 και περί ώρα 21:30'ενώ η ανήλικη βρισκόταν στην ... Καβάλας μαζί με την εξαδέλφη της Σ. Α. σε ένα γήπεδο 5X5, ο ανήλικος αδελφός της Χ. την αναζήτησε και της είπε να εξέλθει από το γήπεδο, διότι την ανέμενε ο κατηγορούμενος για να συζητήσουν και να τη μεταφέρει στην οικία της γιαγιάς της. Η ανήλικη αντέδρασε και αρνήθηκε να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο.

Αυτός όμως δεν αποχώρησε και την ανέμενε όταν δε η ανήλικη εξήλθε εξοργισμένος της είπε "μπες τώρα στο αμάξι, κωλόπαιδο, εγώ σε περιμένω στο χωριό και συ είσαι εδώ". Η ανήλικη αρνήθηκε να τον ακολουθήσει ο κατηγορούμενος όμως δεν πτοήθηκε και αναζήτησε τον πατέρα της για να τη μεταπείσει ώστε να μεταβεί στην οικία της γιαγιάς της.

Η ανήλικη τότε άρχισε να κλαίει και είπε στον πατέρα της ότι δεν επιθυμεί να ακολουθήσει τον κατηγορούμενο, διότι "την πειράζει και της φωνάζει". Παρά την άρνηση της ανήλικης ο κατηγορούμενος επέμενε και την ακολούθησε μέχρι την οικία της στην ... Καβάλας προσπαθώντας να τη μεταπείσει. Η ανήλικη και πάλι αρνήθηκε να τον ακολουθήσει κλαίγοντας, όταν δε εν τέλει ο κατηγορούμενος αποχώρησε, αποκάλυψε στη μητέρα της (Α.

Χ.) ότι ο κατηγορούμενος απειλώντας την ότι θα την μαχαιρώσει την εξανάγκαζε με τη βία, παρά τη θέλησή της, σε παρά φύση ασέλγεια. Αμέσως η ανήλικη οδηγήθηκε από τους γονείς της στο Τμήμα Επειγόντων Παιδιατρικών Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας, το οποίο τους παρέπεμψε για ιατροδικαστική εξέταση.

Στη συνέχεια, την επομένη ημέρα (20-8- 2013) οι γονείς της ανήλικης προέβησαν σε καταγγελία του περιστατικού στο Α.Τ. .... Η ανήλικη στις 20-8-2013 και περί ώρα 11:30' κατόπιν της υπ' αριθμ. ... από 20-8-2013 παραγγελίας του Α.Τ. ... εξετάστηκε από τον Ιατροδικαστή, Σ. Κ., Επιμελητή Β' του Γ.Ν.Καβάλας, ο οποίος απεφάνθη ότι η ανήλικη "φέρει υπολείμματα παρθενικού υμένα χωρίς πρόσφατη κάκωση και ραγάδα του δακτυλίου του πρωκτού, ευρήματα που συνηγορούν σε παλαιότερη κατά και παρά φύση συνουσία-διακόρευση" (βλ.

ιατροδικαστική έκθεση). Στις 20-8-2013 και ώρα 11: 40 η ανήλικη εξεταζόμενη χωρίς όρκο ενώπιον του Υπαστυνόμου Α' του Α.Τ. ..., Α. Κ., παρουσία της ψυχολόγου Ε. Φ., εξιστόρησε με λεπτομέρειες ότι ο κατηγορούμενος με απειλές κατά της ζωής και ασκώντας βία με τις υπέρτερες σωματικές δυνάμεις του, την εξανάγκαζε, παρά τη θέλησή της, σε κατά φύση και παρά φύση συνουσία, καθώς και σε ανοχή ασελγών πράξεων, ενώ περιέγραψε και ανατομικές λεπτομέρειες του σώματος του κατηγορουμένου.

Ειδικότερα, κατά την περιγραφή του περιστατικού, που έλαβε χώρα στις 23-3-2013, χαρακτηριστικά αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος έστρεψε την πλάτη του προς αυτήν και επάλειψε το γεννητικό του μόριο με λιπαντικό υγρό, διότι "είχε μικρό πουλί και δεν ήθελε να το δει". Επίσης, κατά την περιγραφή των περιστατικών, που έλαβαν χώρα στις 30-3-2013 και 10-8-2013, αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος, τοποθέτησε ένα μαξιλάρι στο κεφάλι της και το πίεζε διότι "δεν ήθελε να βλέπει το πουλί του γιατί είναι μικρό και άχαρο" και ώστε "να μην βλέπει το μικρό πουλί του".

Στην από 21-8-2013 έκθεση πορισμάτων πραγματογνωμοσύνης η ψυχολόγος Ε. Φ. κατά την περιγραφή της ψυχικής κατάστασης της ανήλικης αναφέρει τα εξής: "Η Κ. ...παραμένει ατάραχη κατά τη διάρκεια της εξιστόρησης των βιωμάτων της, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι σεξουαλικές πράξεις στις οποίες έχει αναγκαστεί να προβεί της έχουν γίνει οικείες, ότι συνέβαιναν με αρκετή συχνότητα και το παιδί χρησιμοποιεί αμυντικούς μηχανισμούς για να καλύψει τα ψυχικά της τραύματα και να αποστασιοποιηθεί από τα τραυματικά περιστατικά.

Στη σχετική έκθεσή της αποφαίνεται ως προς την αντιληπτική ικανότητα της ανήλικης, αναφέροντας τα εξής "Η Κ. φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της διαδικασίας στην οποία υποβάλλεται, όσον αφορά την καταγγελία, είναι ικανή να αντιληφθεί τη σημασία των εννοιών το τι είναι νόμιμο και παράνομο. Το παιδί αναφέρεται στα γεννητικά όργανα με απλοϊκές, παιδικές λέξεις (λιλί για πέος), ενώ παρουσιάζει την κατάσταση που βιώνει ως "σεξουαλική παρενόχληση".

Αντιλαμβάνεται πως η σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη στα χέρια του θύτη είναι παράνομη, πως δεν αρμόζει στη δική της ηλικία και κατανοεί πως μέσα από τη νομική διαδικασία, μέρος της οποίας είναι και η κατάθεση, θα τιμωρηθεί ο φερόμενος ως δράστης. Η γενική αντιληπτική της ικανότητα συνάδει με άτομα της ηλικίας της και του πολιτισμικού της περιβάλλοντος".

Στην ίδια έκθεση η ανωτέρω αναφέρει ότι "Η Κ. είναι ένα παιδί το οποίο μεγαλώνει σε μια πολυμελή οικογένεια, σε αγροτική περιοχή, γεγονός που συνάδει με την απόκρυψη της θυματοποίησής της για το αναφερόμενο διάστημα... Αν και το παιδί αναφέρεται με υποτιμητικές λέξεις προς το φερόμενο ως θύτη είναι φανερό πως είναι πραγματικά φοβισμένο για τις συνέπειες που πιθανά να έχει η καταγγελία της σεξουαλικής της κακοποίησης στην ατομική και οικογενειακή της ζωή.

Επίσης, το παιδί αναφέρεται στα γεννητικά όργανα και τις σεξουαλικές πράξεις με απλοϊκές παιδικές λέξεις, γεγονός που καταδεικνύει τη σεξουαλική του ανωριμότητα και την προσπάθεια αποστασιοποίησής του από βίαια περιστατικά". Ο κατηγορούμενος απολογούμενος στο ακροατήριο ισχυρίστηκε ότι η ανήλικη προέβη στην καταγγελία από εκδικητικότητα, επειδή αρνήθηκε να της αγοράσει δίκυκλο μοτοποδήλατο, ενώ είχε αγοράσει στον αδελφό της δώρο ένα κινητό τηλέφωνο, αλλά και επειδή την επέπληττε, διότι είχε ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις με ανηλίκους, όπως του είχε αποκαλύψει, μάλιστα δε, δύο φορές είχε προτείνει και στον ίδιο να συνευρεθούν ερωτικά, μία φορά ενώ βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο του θείου της (Θ.

Χ.) και ακόμη μία ενώ τη μετέφερε με το μηχανάκι του στην ..., προτάσεις τις οποίες απέρριψε, καθώς επίσης ότι δύο φορές τον είχε θωπεύσει στα γεννητικά του όργανα, μία φορά ενώ βρισκόταν στην κουζίνα και ακόμη μία ενώ βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο της οικίας της γιαγιάς της, ο ίδιος όμως την απομάκρυνε αμέσως.

Οι ισχυρισμοί αυτοί, περί καταγγελίας από εκδικητικότητα, δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτοί, διότι δεν είναι δυνατόν η ανήλικη παθούσα να κατήγγειλε σεξουαλική κακοποίηση σε βάρος της με σοβαρότατες συνέπειες στην ατομική και οικογενειακή ζωή της, αλλά και την κοινωνική της υπόσταση, μόνο και μόνο από εκδικητικότητα, επειδή κατηγορούμενος την επέπληττε, ή αρνήθηκε να της αγοράσει δίκυκλο μοτοποδήλατο, το οποίο μάλιστα δεν είχε τη δυνατότητα να οδηγεί, αφού ούτε άδεια ικανότητας οδήγησης διέθετε, αλλά ούτε και την κατά νόμο απαιτούμενη ηλικία (ήταν 13 χρόνων) για την απόκτηση αδείας.

Η αναγνωσθείσα από 20-8-2013 εκτενέστατη κατάθεση της παθούσας, παρουσία της ψυχολόγου Ε. Φ., κατά την οποία η παθούσα εξιστόρησε λεπτομερώς τα περιστατικά της σεξουαλικής κακοποίησής της από τον κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με την από 21-8-2013 έκθεση πορισμάτων - πραγματογνωμοσύνης της ψυχολόγου Ε. Φ., που επιλήφθηκε της υπόθεσης, κατά την οποία η ανήλικη είχε επίγνωση του τι έλεγε και αντιλαμβανόταν τη σοβαρότητα της διαδικασίας στην οποία υπεβλήθη, όσον αφορά την καταγγελία, αποδεικνύουν την αλήθεια των περιστατικών των καταγγελλομένων από την ανήλικη εις βάρος της πράξεων από τον κατηγορούμενο.

Την κρίση του Δικαστηρίου, περί της αλήθειας των καταγγελλομένων από την ανήλικη, ως αποτυπώνονται στην από 20-8-2013 χωρίς όρκο έκθεση εξέτασής της, δεν μπορούν να κλονίσουν οι περί του αντιθέτου χωρίς όρκο εκθέσεις εξέτασης της ιδίας (στις 11-10-2013, 13-7-2015 και 28-8-2016), καθόσον πέραν της αντιφατικότητάς τους και της αλληλοαναίρεσης των αναφερομένων σε αυτές, i) στην από 11- 10-2013 έκθεση εξέτασης αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος δεν έπραξε εναντίον της οποιαδήποτε πράξη, ενώ στην από 28-9- 2016 έκθεση εξέτασης ότι δεν είχε μαζί του ολοκληρωμένες σχέσεις αλλά μόνο "προκαταρτικά", ii) στην από 11-10-2013 έκθεση εξέτασης αναφέρει ότι είχε ολοκληρωμένες ερωτικές σχέσεις με τον Γ.

Π. και Δ. Μ., ενώ στην από 28-9-2016 έκθεση εξέτασης ότι δεν είχε ολοκληρωμένες σχέσεις με τον Γ. Π. και Δ. Μ., αλλά "μόνον αγγίγματα, ήταν παιδικές σχέσεις και οι δύο, μόνον προκαταρτικά", αποτελούν πιστή επανάληψη των ισχυρισμών του κατηγορουμένου (περί ψευδούς καταγγελίας από εκδικητικότητα, περί ολοκληρωμένων σεξουαλικών σχέσεων της ανήλικης με διαφόρους ανηλίκους, περί θωπείας των γεννητικών του οργάνων), κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ανάκληση της αρχικής της κατάθεσης είναι αποτέλεσμα υποβολής και άσκησης ψυχολογικής πίεσης εκ μέρους του κατηγορουμένου προς την ίδια, για τις επιπτώσεις στην προσωπική και κοινωνική της υπόσταση, της επώδυνης διαδικασίας καταγγελίας της σεξουαλικής της κακοποίησης μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας.

Επέτυχε δε τούτο, αφού προσέγγισε και μεθόδευσε να εξετασθούν ως μάρτυρες η μητέρα της ανήλικης (Α. Χ.), η θεία της (Ε. Χ.) και ο εξάδελφός της (Π. Λ.). Εξ αυτών, οι δυο πρώτες εξεταζόμενες προανακριτικά στις 11-10-2013, περί ώρα 10:30' και 10:50' αντίστοιχα, κατέθεσαν ότι η ανήλικη ανέφερε στις ίδιες ότι η καταγγελία της σε βάρος του κατηγορουμένου ήταν ψευδής, οπότε και ακολούθησε η κατάθεση της ανήλικης την ίδια ημέρα περί ώρα 11:15, ο δε τρίτος (Π.

Λ., γεννηθείς στις 15-7-1999), εξεταζόμενος ενώπιον της Ανακρίτριας Καβάλας στις 29-4-2015 κατέθεσε ότι με την ανήλικη είχε ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις, ενώ ο ίδιος ήταν δέκα (10) ετών και η ανήλικη εννέα (9), ισχυρισμούς τους οποίους επανέλαβε εξεταζόμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ανεξαρτήτως όμως των άνω η κατάθεση του Π.

Λ. δεν κρίνεται πειστική, αφού είναι κοινώς γνωστό ότι από βιολογικής απόψεως δεν υπάρχει ενεργή σεξουαλική ζωή σε ανηλίκους ηλικίας 9 και 10 ετών, όπως εν προκειμένω, κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου δόθηκε με αποκλειστικό σκοπό την ενίσχυση των ισχυρισμών του κατηγορουμένου και όχι για τη διελεύκανση της αλήθειας της υπόθεσης, ενόψει μάλιστα ότι η σχετική παραδοχή, περί ερωτικής συνεύρεσης με την ανήλικη εξαδέλφη του, ουδεμία ποινική συνέπεια θα είχε για τον ίδιο, διότι, ως διάγων το 10° έτος της ηλικίας του, κατά το χρόνο, της ερωτικής συνεύρεσής του με την ανήλικη, ήταν ποινικώς ανεύθυνος (άρθρο 126 παρ.1 ΠΚ).

Την κρίση του Δικαστηρίου, περί της αλήθειας των καταγγελλομένων από την ανήλικη δεν μπορούν να κλονίσουν ούτε οι καταθέσεις του αδελφού της Μ. Κ., ο οποίος, αντί να έχει ρόλο υποστηρικτικό της αδελφής του, μεταβλήθηκε σε μάρτυρα υπεράσπισης του κατηγορουμένου, η κρίση του δε ότι για τη σεξουαλική κακοποίηση της αδελφής του δεν ευθύνεται ο κατηγορούμενος, αλλά κάποιος τρίτος, δεν κρίνεται πειστική, αφού δεν συζήτησε ποτέ για το θέμα αυτό με την ανήλικη, με την οποία είχε τυπικές σχέσεις, όπως ο ίδιος κατέθεσε, εξεταζόμενος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τα δε υποστηριζόμενα περί ψευδούς καταγγελίας από εκδικητικότητα, αποτελούν πιστή επανάληψη των ισχυρισμών του κατηγορουμένου και κατά την κρίση του Δικαστηρίου δόθηκαν με αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσει τον κατηγορούμενο.

Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί ολοκληρωμένων σεξουαλικών σχέσεων της παθούσας με άλλους ανηλίκους και θωπείας των γεννητικών του οργάνων από την ανήλικη δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι, προβάλλονται δε με σκοπό να υποσκάψουν την ηθική της υπόσταση. Την κρίση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να κλονίσει η περί του αντιθέτου κατάθεση του Μ.

Κ., καθόσον δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι δεν απευθύνθηκε αμέσως στους γονείς του για να αναφέρει ένα τόσο σοβαρό γεγονός. Ούτε ο κατηγορούμενος έδωσε σαφή εξήγηση για ποιο λόγο δεν προέβη σε άμεση ενημέρωση των γονέων της ανήλικης για την δήθεν παρεκκλίνουσα συμπεριφορά της. Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι η ανήλικη Α.

Κ. του Α., που είχε συμπληρώσει τα δώδεκα έτη, αλλά όχι τα δεκατέσσερα, διέμενε περιστασιακά, στην οικία της γιαγιάς της, Ε. Π., στο ..., στην οποία μετέβαινε και ο ίδιος ως επισκέπτης, γνωρίζοντας την ανηλικότητά της, με σωματική βία και με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου, ότι "θα την κάψει" και ότι "θα τη σφάξει στον ύπνο της με μαχαίρι", την εξανάγκαζε, παρά τη θέληση της, σε κατά φύση και παρά φύση συνουσία, και επιπλέον σε ανοχή ασελγούς πράξης, καθώς της έγλειφε τα γεννητικά όργανα και τοποθετούσε τα δάχτυλά του εντός του κόλπου της, με σκοπό να διεγείρει και να ικανοποιήσει την γενετήσια επιθυμία του.

Οι ως άνω πράξεις του κατηγορουμένου, ήτοι ο βιασμός και η αποπλάνηση ανηλίκου που έχει συμπληρώσει το 12° αλλά όχι το 14° έτος της ηλικίας του, προσβάλλουν διαφορετικά έννομα αγαθά, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη εκτέθηκαν και επομένως συνιστούν διαφορετικά εγκλήματα. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων του κατ' εξακολούθηση βιασμού και της κατ' εξακολούθηση αποπλάνησης ανηλίκου που έχει συμπληρώσει το 12° αλλά όχι το 14° έτος της ηλικίας του, όπως και πρωτοδίκως." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο των αξιόποινων πράξεων του βιασμού κατ' εξακολούθηση και της αποπλάνησης ανηλίκου που συμπλήρωσε τα δώδεκα όχι όμως και τα δεκατέσσερα έτη κατ' εξακολούθηση και καταδίκασε αυτόν σε ποινή κάθειρξης είκοσι (20) ετών για την πρώτη πράξη, σε ποινή κάθειρξης δέκα (10 ) ετών για τη δεύτερη πράξη και σε συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι πέντε (25 ) ετών (20+ 5), με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει αυτόν ένοχο του ότι σε χρονικά σημεία μη εξακριβωθέντα επακριβώς αλλά πάντως κατά το χρονικό διάστημα από 15-03-2013 έως και 10-08-2013 στο ..., με περισσότερες πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση των ίδιων εγκλημάτων, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και συγκεκριμένα:

Α) Στον προαναφερόμενο χρόνο και τόπο, από πρόθεση, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσε από πρόθεση, επανειλημμένως, την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του βιασμού, ήτοι με σωματική βία, αλλά και με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξανάγκασε άλλον σε εξώγαμη συνουσία και σε ανοχή ασελγούς πράξης.

Ειδικότερα, στο ..., σε χρονικά σημεία μη εξακριβωθέντα ακόμη επακριβώς, αλλά πάντως κατά το χρονικό διάστημα από 15-03-2013 έως και 10-08-2013 επανειλημμένως με περισσότερες πράξεις, προκειμένου να διεγείρει και να ικανοποιήσει τη γενετήσια επιθυμία του, τέλεσε σε βάρος της παθούσας Α. Κ. του Α., που γεννήθηκε την 28- 06-2000, την πράξη του βιασμού και ειδικότερα, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι η ανωτέρω ανήλικη παθούσα διέμενε περιστασιακά, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, στην οικία της γιαγιάς της, Ε.

Π., στο ..., στην οποία μετέβαινε και ο κατηγορούμενος ως επισκέπτης, επέτυχε να τελέσει εις βάρος της ανήλικης και παρά τη θέληση της την εν λόγω άδικη πράξη του βιασμού και δη οδήγησε με την απειλή άμεσου και σπουδαίου κινδύνου για τη ζωή της, λέγοντας της ότι "θα την κάψει" και ότι "θα τη σφάξει στον ύπνο της με μαχαίρι", την παθούσα στο κοτέτσι στην αυλή της οικίας, όπου, αφού έβγαζε τα ρούχα της και το εσώρουχο της, ασκώντας και βία τοποθετώντας ένα μαξιλάρι στο κεφάλι της και με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, επιδρώντας στο σώμα της και πιέζοντας αυτήν, κάμπτοντας την αντίστασή της, ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει, την εξανάγκαζε παρά τη θέληση της σε κατά φύση και παρά φύση συνουσία, καθώς έβαζε το γεννητικό του όργανο, το οποίο προηγουμένως είχε επαλείψει με λιπαντικό, πότε στον πρωκτό της και πότε στον κόλπο της και επιπλέον, την εξανάγκαζε σε ανοχή ασελγούς πράξης, καθώς της έγλειφε τα γεννητικά όργανα και τοποθετούσε τα δάχτυλα του εντός του κόλπου της, ενώ εκσπερμάτωνε, άλλοτε πάνω στο σώμα της και άλλοτε εκτός σε άλλο σημείο, τις πράξεις δε αυτές τελούσε έχοντας κάθε φορά σκοπό να διεγείρει και να ικανοποιήσει την γενετήσια επιθυμία του.

Β) Στον προαναφερόμενο χρόνο και τόπο, από πρόθεση με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσε από πρόθεση, επανειλημμένως, την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αποπλάνησης ανηλίκου, ήτοι ενήργησε ασελγείς πράξεις με πρόσωπο το οποίο συμπλήρωσε το 12ο έτος της ηλικίας του, αλλά όχι το 14ο έτος.

Ειδικότερα, στο ..., σε χρονικά σημεία μη εξακριβωθέντα επακριβώς, αλλά πάντως κατά το χρονικό διάστημα από 15-3-2013 έως και 10-8-2013 επανειλημμένως με περισσότερες πράξεις, προκειμένου να διεγείρει και να ικανοποιήσει τη γενετήσια επιθυμία του, τέλεσε σε βάρος της παθούσας Α. Κ. του Α., που γεννήθηκε την 28-6-2000 και επομένως είχε συμπληρώσει κατά τον ανωτέρω χρόνο τα δώδεκα έτη, αλλά όχι τα δεκατέσσερα, την πράξη της αποπλάνησης ανηλίκου, καθώς διενήργησε σε βάρος της ασελγείς πράξεις, ήτοι από αυτές, που ανάγονται στη γενετήσια σφαίρα, αντικειμενικώς προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών και οι οποίες προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας και ειδικότερα, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι η ανωτέρω ανήλικη παθούσα διέμενε περιστασιακά, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, στην οικία της γιαγιάς της, Ε.

Π., στο ..., στην οποία μετέβαινε και ο κατηγορούμενος ως επισκέπτης, επέτυχε να τελέσει εις βάρος της ανήλικης και παρά τη θέληση της την παραπάνω άδικη πράξη και δη οδηγούσε με την απειλή άμεσου και σπουδαίου κινδύνου για τη ζωή της, λέγοντας της ότι "θα την κάψει" και ότι "θα τη σφάξει στον ύπνο της με μαχαίρι", την παθούσα στο κοτέτσι στην αυλή της οικίας, όπου, αφού έβγαζε τα ρούχα της και το εσώρουχο της, ασκώντας και βία, τοποθετώντας ένα μαξιλάρι στο κεφάλι της και με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, επιδρώντας στο σώμα της και πιέζοντας αυτήν, κάμπτοντας την αντίσταση της, ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει, την εξανάγκαζε παρά τη θέληση της σε κατά φύση και παρά φύση συνουσία, καθώς έβαζε το γεννητικό του όργανο, το οποίο προηγουμένως είχε επαλείψει με λιπαντικό, πότε στον πρωκτό της και πότε στον κόλπο της, και επιπλέον, την εξανάγκαζε σε ανοχή ασελγούς πράξης, καθώς της έγλειφε τα γεννητικά όργανα και τοποθετούσε τα δάχτυλά του εντός του κόλπου της, ενώ εκσπερμάτωνε, άλλοτε πάνω στο σώμα της και άλλοτε εκτός σε άλλο σημείο, τις πράξεις δε αυτές τελούσε έχοντας κάθε φορά σκοπό να διεγείρει και να ικανοποιήσει την γενετήσια επιθυμία του." Επίσης επέβαλε στον κατηγορούμενο αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων επί πέντε (5) έτη.

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και αλληλοσυμπληρώνονται με όσα περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που αποτελούν ενιαίο σύνολο, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων του βιασμού κατ' εξακολούθηση και της αποπλάνησης ανηλίκου που συμπλήρωσε τα δώδεκα όχι όμως και τα δεκατέσσερα έτη κατ' εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 336 παρ 1, 339 παρ.1 εδ.β και 98 ΠΚ.

Σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, οι εκθέσεις εξέτασης της ανήλικης, οι εκθέσεις πορισμάτων πραγματογνωμοσύνης, η ιατροδικαστική έκθεση, όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, η εκκαλούμενη απόφαση ,τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και η απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το εν λόγω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως προαναφέρθηκε, να εκτίθεται τί προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του σκεπτικού της.

Μεταξύ των αποδεικτικών αυτών μέσων συγκαταλέγονται και τα επισημαινόμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης έγγραφα, ήτοι (α) οι καταθέσεις, ενώπιον του Δικαστηρίου, των μαρτύρων Α. Χ. , Ε. Χ., Γ. Δ., Μ. Κ., Π. Λ. και Θ. Χ. και β) η .../2-8-2013 ιατροδικαστική έκθεση, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, στο δε σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται ρητή αναφορά στις καταθέσεις των Α.

Χ., Ε. Χ., Μ. Κ., και Π. Λ. ,καθώς και στην ανωτέρω ιατροδικαστική έκθεση. Εξάλλου, για τη βεβαιότητα ότι, παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα στην αίτηση αναίρεσης, δεν αγνοήθηκαν τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, αρκεί ότι αυτά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αναφέρονται κατά το είδος και την κατηγορία τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερου προσδιορισμού τους και μνείας του τί προέκυψε από αυτά, το δε γεγονός, ότι δεν έγινε δεκτό το περιεχόμενό τους ή ότι το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε μείζονα αποδεικτική βαρύτητα σε άλλα στοιχεία, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, δεν σημαίνει, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα και αγνόησε ή δεν συνεκτίμησε τα υπόλοιπα, σαφώς δε συνάγεται ότι τα έλαβε υπόψη του στο σύνολό τους, αφού δεν εξαίρεσε κανένα, καταλήγοντας κυριαρχικά στην καταδικαστική του κρίση.

Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τις αποδείξεις, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στο αναιρετήριο και αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστώσες αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Με το άρθρο πρώτο του ν.4620/2019 (ΦΕΚ Α'96/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 585 του νέου Κ.Ποιν.Δ.) Κατά το άρθρο 589 παρ. 3 του νέου Κ.Ποιν. Δ, "Αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και τις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής δικονομίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα", κατά δε το άρθρο 511 εδ.

δ του νέου Κ.Ποιν.Δ, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, πράγμα που συμβαίνει ακόμη και σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου (άρθρ. 514 εδ.δ' περ.

β' Κ.Ποιν.Δ). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος για την εκδίκαση αίτησης αναίρεσης απόφασης, που εκδόθηκε πριν την 1-7-2019, συζητήθηκε όμως μετά την 1-7-2019, στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από το αν εμφανίστηκε ο αναιρεσείων κατά τη συζήτηση της τελευταίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 5-6-2018, αλλά και την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (8-3-2019), ίσχυσαν οι νέες ως άνω επιεικέστερες διατάξεις, που για μεν την πράξη του βιασμού προβλέπουν ποινή κάθειρξης από πέντε μέχρι δεκαπέντε έτη αντί της ποινής κάθειρξης από πέντε μέχρι είκοσι έτη, που προέβλεπε ο προϊσχύσας (μέχρι 30-6-2019) ΠΚ, για δε τις πράξεις του βιασμού και της αποπλάνησης ανηλίκου καταργούν την παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων.

Με τα δεδομένα αυτά και, ενόψει του ότι η συζητηθείσα στις 18-9-2019 υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα ,περιέχει παραδεκτούς λόγους αναίρεσης και ειδικότερα την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, από τα άρθρα 510 παρ. 1.

στοιχεία Δ και Ε του Κ.Ποιν.Δ, και ο αναιρεσείων εμφανίστηκε κατά τη συζήτησή της ενώπιον του Αρείου Πάγου, συντρέχει νόμιμη περίπτωση το παρόν Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως τις ανωτέρω επιεικέστερες διατάξεις ,να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση α) ως προς τις περί ποινής διατάξεις της για την πράξη του βιασμού κατ' εξακολούθηση και αναγκαίως ως προς τον καθορισμό της συνολικής ποινής και να παραπέμψει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο τούτο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές, αν είναι δυνατό, διαφορετικά από άλλους (άρθρο 522 Κ.Ποιν.Δ).

και β) ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων στον κατηγορούμενο επί πέντε (5) έτη, την οποία πρέπει να απαλείψει ο Άρειος Πάγος, μη συντρέχουσας περίπτωσης παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τούτο, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας.

Κατόπιν των ανωτέρω, παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα α) του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 94 ΠΚ ως προς τον καθορισμό της συνολικής ποινής και β) του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την επιμέτρηση της ποινής για την πράξη του βιασμού (άρθρο 510 παρ 1.

στοιχ. Ε' και Δ' του Κ.Ποιν. Δ), οι οποίοι σχετίζονται άμεσα με τις αναιρούμενες περί ποινών διατάξεις. Στη διάταξη του άρθρου 79 του νέου ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, για τη δικαστική επιμέτρηση της ποινής ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι` αυτή.

Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. 2. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του. 3.

Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. 4.

Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος. 5.

Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ` επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών. 6.

Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της. 7. Η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία ".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι στο άρθρο 79 περιλαμβάνονται γενικοί κανόνες για τον τρόπο επιµέτρησης όλων των ποινών. Ορίζεται αρχικά ότι µε την επιµέτρηση της ποινής καθορίζεται από τον δικαστή η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος µε βάση τη βαρύτητα της πράξης και την ενοχή του δράστη γι' αυτή, ενώ διευκρινίζεται ακόµη ότι το δικαστήριο δεν οφείλει απλώς να σταθµίσει τα στοιχεία του εγκλήματος που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου, αλλά πρέπει επιπλέον να συνεκτιµά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του.

Στη δεύτερη παράγραφο αναφέρονται τα στοιχεία που πρέπει να λαµβάνει υπόψη του το δικαστήριο για να εκτιµήσει τη βαρύτητα του εγκλήματος, τα οποία είναι η βλάβη που προξένησε το έγκληµα ή ο κίνδυνος που προκάλεσε, καθώς και η φύση, το είδος και το αντικείµενο του εγκλήματος και όλες οι περιστάσεις χρόνου, τόπου, µέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του.

Στην τρίτη παράγραφο περιγράφονται τα στοιχεία που λαµβάνει υπόψη του ο δικαστής για να εκτιµήσει την ενοχή του δράστη, τα οποία είναι η ένταση του δόλου ή ο βαθµός της αµέλειας του υπαιτίου, τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, η αφορµή που του δόθηκε και ο σκοπός που επιδίωξε, ο χαρακτήρας του και ο βαθµός της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, οι ατοµικές και κοινωνικές περιστάσεις και η προηγούμενη ζωή του στο µέτρο που σχετίζονται µε την πράξη, ο βαθµός της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά και η διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και µετά την πράξη και ιδίως η µετάνοια που επέδειξε και η προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του.

Στην τέταρτη παράγραφο του άρθρου µνηµονεύονται όροι που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου κατά την επιµέτρηση της ποινής του. Ως τέτοιοι θεωρούνται ιδίως: α) το ότι ο δράστης διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σηµαντική καθυστέρηση, ενώ µπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήµατος.

Η απαρίθμηση - όπως προκύπτει από 20 τη χρήση της λέξης "ιδίως" - είναι ενδεικτική. Αντίστροφα, στην πέµπτη παράγραφο του άρθρου µνηµονεύονται ως στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου, ιδίως: α) η κατ' επάγγελµα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύµατος, δ) το γεγονός ότι το θύµα δεν µπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο δράστης διαδραµάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέσθηκε µε συμμετοχή πολλών. .

Στην έκτη παράγραφο του άρθρου διευκρινίζεται ότι στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νοµοθέτη για τον προσδιορισµό της απειλούµενης ποινής δεν λαµβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της. Τέλος, στην έβδοµη παράγραφο του άρθρου 79, περιλαµβάνεται ένας ιδιαίτερα σηµαντικός κανόνας, καθώς ορίζεται ρητά ότι η επιµέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εµπεριστατωµένα αιτιολογημένη.

Η απλή µνεία ότι έχουν εκτιµηθεί τα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία (βλ.την Αιτιολογική Έκθεση του ανωτέρω νόμου για το άρθρο 79). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας της απόφασης ως προς την επιμέτρηση της ποινής, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση των αιτιολογιών που αναφέρονται στο οικείο μέρος της απόφασης ,με αυτές του αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου , με τις οποίες αποτελούν ενιαίο σύνολο και θεωρείται ότι η απόφαση έχει την απαιτούμενη από την παρ. 7 του άρθρου 79 αιτιολογία αν από το σύνολο των αιτιολογιών της απόφασης προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη οι κανόνες που ορίζει η ανωτέρω διάταξη για την επιμέτρηση της ποινής.

Εξάλλου κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 79 του προϊσχύσαντος Π.Κ., με βάση την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα η ποινή για τις ένδικη πράξη της αποπλάνησης, "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του Δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη:

α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του αυτού άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια, στα οποία αποβλέπει και τα οποία εξετάζει και σταθμίζει το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του εγκληματία, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία.- Εν προκειμένω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Δικαστήριο της ουσίας για την επιμέτρηση της ποινής κάθειρξης των δέκα (10) ετών, που επέβαλε στον αναιρεσείοντα για την πράξη της αποπλάνησης ανηλίκου που συμπλήρωσε τα δώδεκα όχι όμως τα δεκατέσσερα έτη κατ' εξακολούθηση, έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος που αυτός διέπραξε και την προσωπικότητά του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων αξιολόγησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άνω άρθρου, όπως ίσχυε, τα οποία ειδικά και εμπεριστατωμένα μνημονεύει στην απόφασή του (τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα, τον κίνδυνο που προκάλεσε, τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του, την ένταση του δόλου του, το βαθμό της εγκληματικής του διάθεσης που εκδήλωσε κατά την πράξη, τα αίτια που την ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και το σκοπό που επιδίωξε, το χαρακτήρα του και το βαθμό της ανάπτυξής του, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του, τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και τους οικονομικούς όρους αυτού) χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές προκύπτει, ότι το Δικαστήριο καθόρισε την ποινή που επέβαλε στον κατηγορούμενο για την πράξη της αποπλάνησης παιδιού, με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του γι` αυτή, έλαβε δε υπόψη και εκτίμησε όλους τους προαναφερόμενους κανόνες, που ορίζονται και από το άρθρο 79 του νέου ΠΚ, όπως τούτο προκύπτει από το σύνολο των προαναφερόμενων αιτιολογιών της απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών, ούτε με βάση την ισχύουσα νεότερη διάταξη του άρθρου 79 ΠΚ.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος κατά το οικείο σκέλος του ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης , από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με την επιμέτρηση της ποινής για την πράξη της αποπλάνησης ανηλίκου, που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 56/2018 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης α) ως προς τις περί ποινής διατάξεις της για την πράξη του βιασμού κατ' εξακολούθηση και ως προς τον καθορισμό της συνολικής ποινής και β) ως προς την καταγνωσθείσα παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το υπό στοιχείο (α) αναιρούμενο μέρος, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές, αν είναι δυνατό, διαφορετικά από άλλους.

Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση τη διάταξη, που επιβάλλει στον κατηγορούμενο αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων για πέντε (5) έτη.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 8-3-2019 αίτηση αναίρεσης (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αυθημερόν) του Σ. Σ. του Κ., κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ