Supreme Court dismisses appeal on forgery conviction, rejecting bad character plea due to lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for criminal forgery and sentencing to seven years imprisonment. The appellant argued for leniency based on a good post-crime conduct and a clean prior record, but the court found these claims unsubstantiated. The court rejected the conduct argument because the appellant's behavior was merely passive and motivated by avoiding debt repayment, while the prior record claim was rejected due to the vague and unsupported nature of the alleged facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 474 of the Code of Civil Procedure; Article 216 of the Penal Code: The court must provide specific reasoning when rejecting a plea for leniency based on good post-crime conduct, as passive behavior driven by financial necessity does not constitute a genuine moral transformation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1949 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1949/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Α. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπατσώρη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1848/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Σ. Α. του Ε. και 2. Α. Α. του Π., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βασιλακόπουλο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ. 3055/19-3-2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 419/2018.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση, υπ' αρ. πρωτ. 3055/19-3-2018, αίτηση-δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. 1848/2017 τελεσίδικης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως και καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 7 ετών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν .
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση", ενώ κατά την παρ. 3 εδ.
α' του ιδίου άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α' του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2721/1999, ενώ τα χρηματικά ποσά αναπροσαρμόστηκαν με το άρθρο 25 παρ. 1β' και παρ. 2α' του ν. 4055/2012 "αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1 - 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ".
Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των έγγραφων συναλλαγών, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ, από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερόμενου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και περαιτέρω, το σκοπό του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ενώ η χρήση αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, όταν πλαστογράφος και χρήστης του πλαστού εγγράφου είναι το ίδιο πρόσωπο (ΑΠ 1369/2016) .Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικέιμενο της πλαστογραφίας, νοείται,κατά το άρθρο 13 περ.
γ` του ΠΚ, "κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Έγγραφο είναι και κάθε μέσο, το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικό αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα, που έχουν έννομη σημασία".
Στην έννοια επομένως αυτή του εγγράφου περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου, με μηχανικό τρόπο, από μία συσκευή (φωτοτυπικό μηχάνημα).
Επομένως, το γεγονός με έννομη σημασία, που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου, εμφανίζεται και στο πιστό φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο και επομένως μπορεί να αποδειχθεί με αυτό(ΑΠ 1053/2012). Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή με την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποφυγή της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ.
Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξης και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός της περιουσιακής μετάθεσης στην οποία απέβλεψε ο δράστης επιτεύχθηκε ή όχι.
Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία ( ΑΠ 51/2017, .ΑΠ 1369/2016).
Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία, την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού, κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διάταξης, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου, τον οποίο ενέχει αυτή καθ` εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης.
Υπέρ των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι η πλαστογραφία, υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάθεται στο νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, με τη συστηματική ένταξή της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των έγγραφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ ΑΠ 3/2008, ΑΠ 65/2016).
ΙΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 8/2017, ΑΠ 226/16).
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ'αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως π.χ στην ψευδορκία, ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) (ΑΠ 66/2017, ΑΠ 122/2016), οπότε η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (ΑΠ 290/2016).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά από αυτά, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177παρ 1 και 178 ΚΠΔ.
Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 74/2016, ΑΠ 43/2016, ΑΠ 613/2015, ΑΠ 319/2015 ).
IV. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1848/2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα εξής: << Μεταξύ του κατηγορουμένου και της πολιτικώς ενάγουσας Μ.
Α., μητέρας του πολιτικώς ενάγοντος Σ. Α., συνομολογήθηκε περί τα μέσα του έτους 1988 δανειακή σύμβαση προς εξυπηρέτηση των αναγκών των επειχειρήσεων του κατηγορουμένου, με τον οποίο οι πολιτικώς ενάγοντες διατηρούσαν φιλικές σχέσεις . Στα πλαίσια της δανειακής αυτής σύμβασης, ο κατηγορούμενος έλαβε σταδιακά το συνολικό ποσό των 185.000 ευρώ ενώ με την έγγραφη σύμβαση αναγνώρισης χρέους μεταξύ του κατηγορουμένου και της άνω πολιτικώς ενάγουσας, ο πρώτος αναγνωρίζει και αποδέχεται ότι έλαβε από την τελευταία το συνολικό ποσό των 235.541.654 δρχ., άτοκα, επιπλέον δε στις 30-11-1998 έλαβε επιπλέον 10.000.000 δρχ.
ως πρόσθετο δάνειο, το οποίο δεν αρνείται . Για την εξασφάλιση της εξόφλησης του ποσού του άνω δανείου που αναγνωρίσθηκε με την άνω σύμβαση, ο κατηγορούμενος παρέδωσε στην άνω πολιτικώς ενάγουσα τρεις επιταγές της τράπεζας …. με αριθμούς ...331-5, ...588-1 και ...590-1. Επίσης στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους περιελήφθη όρος, ότι ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα, ότι οι καταβολές του ίδιου να αποδεικνύονται μόνον εγγράφως και με τη χορήγηση σ' αυτόν εξοφλητικών αποδείξεων από τη δανείστρια -πολιτικώς ενάγουσα για το αντίστοιχο ποσό .
Στις 4-5-1999 η πολιτικώς ενάγουσα, χωρίς να ενημερώσει τον υιό της και πολιτικώς ενάγοντα, λόγω της οικογενειακής σχέσης που διατηρούσε με τον κατηγορούμενο, προέβη σε μερική άφεση του άνω χρέους του για το ποσό των 50.541.654 δρχ., χορηγώντας σε αυτόν εικονική απόδειξη με την αυτή ημεροχρονολογία(4-5-1999) δήθεν καταβολής εκ μέρους του του ανωτέρω ποσού, ενώ σε μη επακριβώς προσδιοριζόμενη ημερομηνία, ο κατηγορούμενος επέστρεψε στην άνω δανείστρια το ποσό των 7.400.000δρχ., για το οποίο η τελευταία εξέδωσε αντίστοιχα, άνευ ημερομηνίας, απόδειξη.
Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος τις ανωτέρω καλύπτουσες τη δανειακή σύμβαση επιταγές παρέδωσε στην πολιτικώς ενάγουσα, η οποία στη συνέχεια παρέδωσε στον υιό της,κατά τις μεταξύ τους εσωτερικές σχέσεις. Το μήνα Ιανουάριο του έτους 2001, ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της ρύθμισης της μεταξύ τους δανειακής σχέσης, δηλ.
αντικατάστασης παλαιότερων επιταγών με νέες, ανανεώνοντας έτσι το χρέος του, λόγω των επικαλούμενων από τον ίδιο οικονομικών δυσχερειών, αντικατέστησε τις ανωτέρω τρεις επιταγές με την ...903 -1 επιταγή ποσού 185.000.000 δρχ. πληρωτέα στην τράπεζα <<...>>, δίγραμμη σε διαταγή του ιδίου, την οποία στη συνέχεια οπισθογράφησε εν λευκώ στην πολιτικώς ενάγουσα, η οποία στη συνέχεια μεταβίβασε στον υιό της.
Η επιταγή αυτή ήταν μεταχρονολογημένη και έφερε αρχική ημερομηνία έκδοσης την 31-6-2001, την οποία αυτός έθεσε δολίως, αφού αυτή η ημερομηνία ήταν ανύπαρκτη ως μη ανταποκρινόμενη στο ημερολόγιο και συνεπώς άκυρη, σκοπός του δε ήταν να αναλάβει τα σώματα των ανωτέρω επιταγών. Κατόπιν,όμως, επιμόνων πιέσεων του πολτικώς ενάγοντος και υιού της ανωτέρω, ο κατηγορούμενος δέχθηκε τελικά να διορθώσει ιδιοχείρως την ανωτέρω ημερομηνία στο σώμα της επιταγής στο ορθό 30-6-2001.
Ακολούθησε σφοδρή δικαστική διαμάχη μεταξύ του υιού της πολιτικώς ενάγουσας και πολιτικώς ενάγοντος Σ. Α. και του κατηγορουμένου στα πολιτικά δικαστήρια όπου ο πρώτος διεκδίκησε το οφειλόμενο εκ της άνω επιταγής ποσό των 185.000.000 δρχ. και ο δεύτερος αμφισβήτησε την οφειλή του, κατονομάζοντας τον πρώτο ως πλαστογράφο της επίδικης επιταγής, δικαιολογώντας την έκδοσή της στην παραίνεση της μητέρας του πολιτικώς ενάγοντος, μετά τη επικαλούμενη από αυτόν εξόφληση (μερική ως άνω ελέχθη), να εκδώσει μία καταφανώς άκυρη επιταγή με ανύπαρκτη ημερομηνία, προκειμένου να παραπλανήσει το γιο της ότι οφείλει ακόμα το ποσόν και έτσι να μην της ζητάει πιεστικά τα εισπραχθέντα χρήματα για τις ανάγκες της επιχείρησής του.
Έτσι ο κατηγορούμενος επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 18-6-2003, και προκειμένου να υποστηρίξει αποδεικτικά τον ισχυρισμό του ότι την 17-5-1999 κατέβαλε στην πολιτικώς ενάγουσα Μ. Α. το ποσό των 190.541.654 δρχ., φωτοαντίγραφο μιας δήθεν από 17-5-1999 απόδειξης είσπραξης ποσού 190.541.654 δρχ., η οποία είναι καταφανώς πλαστογραφημένη με νόθευση από τον κατηγορούμενο της γνήσιας από 4-5-1999 απόδειξης που εκδόθηκε από την ανωτέρω πολιτικώς ενάγουσα και συγκεκριμένα κάνοντας φωτοαντίγραφο της απόδειξης αυτής (από 4-5-1999) είσπραξης ποσού 50.541.654 δρχ.
με εξόφληση της ...31-5 επιταγής της τράπεζας ..., αλλοίωσε το περιεχόμενό της με ηλεκτρονικό τρόπο και συγκεκριμένα με σάρωση και πρόγραμμα επεξεργασίας photoshop . Συγκεκριμένα : α) αλλοίωσε τον αριθμό ''4'' της ημερομηνίας και αντ' αυτού προσθεσε τον αριθμό ''17'', ώστε να φαίνεται ότι η απόδειξη εξόφλησης εκδόθηκε σε άλλη ημερομηνία από την 4-5-1999 δηλ.
την 17-5-1999 και επομένως ότι πρόκειται για διαφορετική απόδειξη πληρωμής, β) αλλοίωσε από τον αριθμό του ποσού 50.541.654 δρχ. τα αρχικά ψηφία ''50'' και πρόσθεσε τα ψηφία ''190'' ώστε να φαίνεται ότι εξόφλησε 190.541.654. δρχ. και όχι 50.541.654 δρχ, το ίδιο έκανε και ολογράφως και συγκεκριμένα πρόσθεσε μέσα στην παρένθεση που ανέφερε το ποσό ολογράφως την λέξη ''εκατό'' και αλλοίωσε τη λέξη ''πενήντα'' ώστε να φαίνεται ότιι αναγράφει ''ενενήντα'' και γ) αλλοίωσε από τον αριθμό της επιταγής το τελευταίο ψηφίο πριν την παύλα, ήτοι τον αριθμό ''1'' και αντ' αυτού πρόσθεσε τον αριθμό ''4'', ώστε να φαίνεται ότι πρόκειται περί εξόφλησης διαφορετικής επιταγής .
Τα ανωτέρω προκύπτουν, μεταξύ άλλων, και από τη διενεργηθείσα, εις εκτέλεση της 1094/2010 διάταξης της ανακρίτριας έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Μ. Κ.,σύμφωνα με την οποία οι αλλοιώσεις που υπάρχουν στην από 17-5-1999 απόδειξη είσπραξης με βεβαιότητα δεν έχουν διενεργηθεί από τη Μ.
Α., φερόμενη ως εκδότρια της, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και από την από 17-12-2010 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της τεχνικής συμβούλου του πολιτικώς ενάγοντος Μ. - Μ. Κ., σύμφωνα με την οποία οι προαναφερόμενες διαφοροποιήσεις της ημερομηνίας και του ποσού είσπραξης στην πλαστογραφημένη απόδειξη, έχουν συντελεστεί με έντεχνο και επιμελημένο τρόπο, ώστε να φέρονται ως δήθεν χαραχθείσες από τη εκδότρια Μ.
Α., ενώ στην πραγματικότητα είναι μεταφορές αυθεντικών εγγραφών της από 4-5-1999 αποδείξεως επιτευχθείσης μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή με πρόγραμμα επεξεργασίας εικόνων . Άλλωστε είναι αναμφισβήτητο ότι συμφέρον και δυνατότητα για αλλοίωση των στοιχείων της είχε μόνο ο φερόμενος ως καταβαλών το αμφισβητούμενο ως άνω ποσόν κατηγορούμενος, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι οι διαπιστωθείσες επί της από 17-5-1999 αποδείξεως αλλοιώσεις έγιναν από κοινού .
Και τούτο επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι αυτός ουδέποτε προσκόμισε το πρωτότυπο της επίμαχης απόδειξης καταβολής, το οποίο θα έπρεπε να βρίσκεται στην κατοχή του, εφόσον ισχυρίζεται ότι εξόφλησε την επίμαχη επιταγή και το ποσό της οποίας ήταν ιδιαίτερα υψηλό, μη γενομένου δεκτού του ισχυρισμού του ότι αυτό απωλέσθηκε.
Και τούτο διότι, αν αυτός (κατηγορούμενος) προσεκόμιζε το πρωτότυπο της αυθεντικής αποδείξεως, επικαλούμενος δήθεν απώλεια τόσον αυτής όσον και της από 4-5-1999 γνήσιας απόδειξης ποσού 50.541.654 δρχ. είναι ότι θα είχε σαφώς αποδειχθεί από την φυσική κατάσταση του ενλόγω εγγράφου, η έντεχνη μέσω της επεξεργασίας της εικόνας νόθευση των ανωτέρω υπό κρίση εγγραφών .
Επιπλέον, ο κατηγορούμενος δεν είχε υπολογίσει ότι η πολιτικώς ενάγουσα, λόγω της μακρόχρονης ασχολίας της με το εμπόριο χρυσού και το χρηματιστήριο γνώστρια των συναλλακτικών ηθών, θα είχε κρατήσει αντίγραφο της από 4-5-1999 απόδειξης είσπραξης ποσού 50.541.654 δρχ σε καρμπόν, με αποτέλεσμα να τον παγιδεύσει και να αποκαλυφθεί η έκνομη συμπεριφορά του .
Εξάλλου και η με αριθμό ...334-5 επιταγή που αναφέρεται στην πλαστή απόδειξη, ουδέποτε υπήρξε, αφού ούτε αναφέρεται στο συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους ούτε σε άλλο έγγραφο ούτε προσκομίζεται το σώμα της . Αποδεικνύεται επομένως ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε προς τον σκοπό κατάστρωσης εγκληματικού σχεδίου την εν λόγω ''επιστημονική'' μέθοδο νόθευσης προκειμένου αυτή να μη παρέχει τη δυνατότητα άμεσης πιστοποίησης του φορέα των ως άνω επεμβάσεων επί της επίμαχης αποδείξεως.
Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε εξήλθε από τη δεινή οικονομική θέση, στην οποία είχε περιέλθει ο ίδιος και οι εταιρείες του από το έτος 1998 εξαιτίας της οποίας είχε δανειστεί το ανωτέρω ποσό από την πολιτικώς ενάγουσα ούτε και ότι το επίμαχο χρονικό διάστημα του έτους 1999 υπήρξε αιφνίδια οικονομική ανάκαμψη, η οποία του επέτρεψε μέσα σε ένα μήνα να εξοφλήσει σχεδόν το χρέος του προς αυτή ύψους 190.000.000 δρχ ., για την εκταμίευση του οποίου κανένα παραστατικό δεν επικαλέσθηκε ούτε και προσκόμισε .
Ενόψει όλων των ανωτέρω, αφού απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα του κατηγορουμένου περί διεξαγωγής νέας πραγματογνωμοσύνης, λόγω των αντικρουόμενων γραφολογικών πραγματογνωμοσυνών κατηγορουμένου και πολιτικώς ενάγοντος, καθόσον το Δικαστήριο δεν κρίνει κάτι τέτοιο αναγκαίο και σκόπιμο, αφού σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ένδικη διαφορά συνεκτιμώντας την υπό της ανακρίτριας διαταχθείσα και συνταχθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου με συνολικό όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία άνω των 150.000 ευρώ και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης .>> Στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι :<< Στην …, σε μη επακριβώς προσδιορισμένο χρόνο, πάντως κατά το χρονικό διάστημα από 1-1- 2001 έως και 18-06-2003 νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, με την πράξη του δε αυτή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου, το ύψος του οποίου υπερβαίνει τα| 73.000 ευρώ (σημ.
ήδη 120.000) του εγγράφου δε αυτού έκανε και χρήση. Ειδικότερα στον ανωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, κατήρτισε πλαστό έγγραφο, κάνοντας φωτοαντίγραφο της από 4-5-1999 απόδειξης είσπραξης ποσού 50.541.654 δρχ. σε εξόφληση της υπ' αρ. ...31-5 επιταγής της τράπεζας ..., που εκδόθηκε την ανωτέρω ημερομηνία από την Μ. Α. και στη συνέχεια αλλοίωσε το περιεχόμενό της με ηλεκτρονικό τρόπο και συγκεκριμένα μέσω σάρωσης και προγράμματος επεξεργασίας photoshop.
Πιο συγκεκριoμένα, ενήργησε τις κάτωθι αλλοιώσεις στο φωτοαντίγραφο: 1)Αλλοίωσε τον αριθμό "4" της ημερομηνίας και αντ' αυτού πρόσθεσε τον αριθμό "17" |ώστε να φαίνεται ότι η απόδειξη εξόφλησης εξεδόθη σε άλλη ημερομηνία αϊτό την 4-5-1999 δηλ. την 17-5-1999 και επομένως ότι πρόκειται για διαφορετική απόδειξη πληρωμής. 2)Αλλοίωσε από τον αριθμό του ποσού 50.541.654 δρχ.
τα αρχικά ψηφία "50" και πρόσθεσε τα ψηφία "190" ώστε να φαίνεται ότι εξόφλησε 190.541.654 δρχ. και όχι το ποσό των 50.541.654 δρχ., το ίδιο έκανε και ολογράφως και συγκεκριμένα πρόσθεσε μέσα στην παρένθεση που ανέφερε το ποσό ολογράφως τη λέξη "εκατό" και αλλοίωσε τη λέξη "πενήντα" ώστε να φαίνεται ότι αναγράφει "ενενήντα". 3) Αλλοίωσε από τον αριθμό της επιταγής το τελευταίο ψηφίο πριν την παύλα, ήτοι τον αριθμό "1" και αντ' αυτού πρόσθεσε τον αριθμό "4" ώστε να φαίνεται ότι πρόκειται για εξόφληση διαφορετικής επιταγής.
Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να παραπλανηθούν με τη χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου οι αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και ειδικότερα το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, την 18-6-2003, κατά την εκδίκαση της από 27-12-2001 αγωγής του Σ. Α., νομίμου κομιστή της με αριθμό ...903-1 επιταγής που αντικατέστησε τις με αριθμούς ...588-1 και ...590-0 επιταγές, ποσού 185.000.000 δρχ.
ή 542.920 ευρώ εναντίον του, σχετικά με το ότι αυτός δεν όφειλε το ανωτέρω αιτούμενο στον Σ. Α. ποσό των 185.000.000 δρχ ή 542.920 ευρώ και ότι το είχε εξοφλήσει την 17-5-1999 λαμβάνοντας τη σχετική πλαστή απόδειξη, πλην όμως το ανωτέρω δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε. Με την πράξη του αυτή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 αφού σκόπευσε με την ανωτέρω πράξη του να αποδείξει ότι δεν όφειλε το αιτούμενο με το αγωγικό δικόγραφο ποσό των 542.920 ευρώ με αντίστοιχη ισόποση βλάβη του μηνυτή Σ.
Α.".
V. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία συντίθεται από το σκεπτικό και το διατακτικό της που αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του κακουργήματος της πλαστογραφίας με χρήση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27, 216 παρ.1-3α του ΠΚ,, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε αυτήν νόμιμης βάσης .
Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες, καθόσον το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του περί ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα, χωρίς να εξαιρέσει κανένα, τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων καθώς και οι ιδιωτικές γραφολογικές γνωμοδοτήσεις των Γ.Χ., Δ.Κ.
και Χ.Τ. και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει τι αποδείχθηκε συγκεκριμένα από το κάθε αποδεικτικό μέσο.
Οι λοιπές αιτιάσεις, που αναφέρονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες, ως πλήττουσες την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου .
Συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι.
VI. H κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής,, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται παραδεκτά γραπτώς και αναπτύσσονται προφορικώς (ΑΠ 323/2017) και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο.
Η απόρριψη ενός, παραδεκτώς προβαλλόμενου, αυτοτελούς ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (ΑΠ 1030/2016), διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής, εφόσον, βεβαίως, αυτός προβλήθηκε κατά τον προεκτεθέντα σαφή και ορισμένο τρόπο.
Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά την άνω διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ, μεταξύ άλλων και α) η υπό στοιχείο α' που συνίσταται στο " ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, απαιτείται ο υπαίτιος, με κριτήριο τους κανόνες της έννομης τάξης και τις κρατούσες αρχές και αντιλήψεις για την ηθική αξία και την κοινωνική υπόληψη του προσώπου, να έζησε μέχρι το χρόνο που τέλεσε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και να αποδεικνύονται κατά την ακροατηριακή διαδικασία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικής και έντιμης συμπεριφοράς στους αντίστοιχους τομείς βιοτικής δράσης, σε βαθμό που εύλογα να μην αναμένεται εκτροπή αυτού σε πράξεις ποινικής παραβατικότητας.
Η έντιμη ζωή δεν έχει μόνο αρνητικό περιεχόμενο που να προκύπτει από τη μη ύπαρξη καταδίκης (λευκό ποινικό μητρώο), αλλά έχει βασικώς αυτοτελή θετική υπόσταση. Η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου και γενικά η μη εμπλοκή σε παραβατική δραστηριότητα συνεκτιμάται με τα λοιπά στοιχεία, αλλά δεν αρκεί για την αναγνώριση της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης (ΑΠ 1176/2017).
β) η υπό στοιχείο ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικό μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης απαιτείται επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης( ΑΠ 1176/2017, ΑΠ 79/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων πρόβαλε εγγράφως και προφορικά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ 2 α'και ε'. επικαλούμενος τα ακόλουθα : <<...Διετέλεσα πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και κύριος μέτοχος της τεχνικής εταιρείας υπό την επωνυμίαν "...
ΑΕ" ..., μίας εκ των σαβαρωτέρων τεχνικών εταιρειών εν Ελλάδι, με μεγάλους τζίρους και απασχολούμενο προσωπικό πλέον των 600 ατόμων (εκτελεθέντα έργα σταθμοί μετρό, Συντάγματος, Ακαδημίας, Πανόρμου, Βιομ. Περιοχή Σίνδου κλπ). Περί το 1998 η εταιρεία μου, η οποία μεταξύ των άλλων έργων είχε αναλάβει εν κοινοπραξία με τις εταιρείες …. - ΕΤΕΠ τμήμα |κατασκευής της Ε.Ο. ...
και δη το ... ..., ευρέθη εις δεινή οικονομική στενότητα λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των λοιπών κοινοπρακτούντων μελών ... Εις την προσπάθεια μου να αντισταθώ και να περισώσω την εταιρεία μου ηναγκάσθην πλέον των άλλων να δανεισθώ και από τη Μ. Α.,με την οποία διετήρουν φιλικάς και επιχειρηματικάς σχέσεις το ποσόν των 185.000.000 δραχμών.
Δυστυχώς, η εταιρεία μου δεν εσώθη και περιήλθε εις κατάστασιν πτωχεύσεως ... Επειδή είμαι αγωνιστής και εθεώρουν ότι όσοι με είχον εμπιστευθή έπρεπε να ικανοποιηθούν κατώρθωσα με πολλούς αγώνας να εύρω επενδυτάς και η εταιρεία μου να υπαχθή εις το άρθρο 44 Ν. 1892/90. Επληρώθησαν αι Τράπεζαι εις το ακέραιον, το Δημόσιο, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί και οι εργαζόμενοι ως και οι λοιποί δανεισταί.
Συνολικώς διετέθη ποσόν πλέον των 1.500.000.000 δραχμών. Παραλλήλως εξωφλήθη και η απαίτησις της κ. Α. απομένοντας μικρού υπολοίπου το οποίον αφεώρα τόκους και το οποίον ουδέποτε ηρνήθην να καταβάλω,έχω δε ήδη καταβάλει πλέον των 51.000 €. Η εντιμότης μου και η συμπεριφορά μου ανεγνωρίσθη τόσον από την κοινωνία όσον και από τους νέους επενδυτάς της ...
ΑΕ ώστε να μου ανατεθή η εκπροσώπησις, η αναδιοργάνωσίς της και η υπαγωγή της εις την ανωτέρα κατηγορία εταιρειών δημοσίων έργων ήτοι εις την Η' τάξιν, όπερ και εγένετο. Μετά την αποχώρησίν μου της εταιρείας και προκειμένου να επιβιώσω και αναθρέψω τα τέσσερα τέκνα μου, έναν μηχανολόγο- μηχανικό, μία φοιτήτρια και δύο μαθητές Γυμνασίου, προέβην εις πλείστας όσας δραστηριότητας και ειδικώτερον:
α) ησχoλήθην με την ανάπτυξιν αιολικών πάρκων σε συνεργασία με τας εταιρείας "... ΑΒΕΤΕ" και την "ΒΝΤΕΡ ΑΤΕΡ", β) ίδρυσα την εταιρεία " ... LTD " προκειμένου να δραστηριοποιηθώ, όπερ και εγένετο, με την προώθησιν εξαγωγών γεωργικών προϊόντων εις τας χώρας του πρώην ανατολικού μπλοκ, γ) εδραστηριοποιήθην με την εκπόνησιν μελετών και κατασκευών τεχνικών έργων σε συνεργασία με την "...
ΑΤΕ". Η συνεργασία μου με τας άνω εταιρείας ήτο αγαστή και εξήντλησα όλας τας δυνατότητας μου προκειμένου να φανώ συνεπής προς τας αναληφθείσας υποχρεώσεις |μου, ουδέν προς ουδένα οφειλών. Εφρόντισα, περαιτέρω, τα τέσσαρα τέκνα μου να τύχουν της καλυτέρας μορφώσεως ούτως ώστε να γίνουν άξια μέλη της κοινωνίας και θεωρώ ότι το επέτυχα.
Ουδέποτε έδωσα αφορμή δια δυσμενή εις βάρος μου σχόλια ή δια συμμετοχή μου εις παρανόμους δραστηριότητες. Ουδέν δε περιστατικό προέκυψε μαρτυρούν την ύπαρξιν εις το πρόσωπο μου ροπής προς αντικοινωνική συμπεριφορά. >>. Το Δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό του κατηγορουμένου με την εξής αιτιολογία :<<Ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό για την αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84παρ. 2α ΠΚ το Δικαστήριο κρίνει ομόφωνα ότι πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έζησε μέχρι τη διάπραξη της άνω πράξης του έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ούτε αρκεί γι' αυτό η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας προς βιοπορισμό, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά που δεν αποδείχθηκε εν προκεμένω .
Άλλωστε η συμπεριφορά που επέδειξε προς τους πολιτικώς ενάγοντες και ειδικότερα προς την Μ. Α., η οποία τον εξυπηρέτησε και στήριξε οικονομικά κατά το χρόνο που αυτός αντιμετώπιζε σοβαρή οικονομική δυσχέρεια στην επαγγελματική του δραστηριότητα, σεβόμενη την μακροχρόνια φιλία που τους συνέδεε, αυτός καταχρώμενος τη φιλία και την εμπιστοσύνη της ανωτέρω στο πρόσωπό του, νόθευσε την από 4-5-1999 εξοφλητική απόδειξη με τη μέθοδο του photoshop, ώστε να αποφύγει την απόδοση του εξαιρετικά μεγάλου ποσού, το οποίο είχε δανεισθεί από αυτήν, επιρρίπτοντας συγχρόνως την ανωτέρω πράξη του στον πολιτικώς ενάγοντα, υιό της ανωτέρω, Σ.
Α. ως το δράστη της πλαστογραφίας του εγγράφου και αποδυόμενος σε σφοδρή αντιδικία με αυτούς επί έτη προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του ποσού που είχε δανεισθεί. Εξάλλου, όσον αφορά τη δεύτερη ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84παρ. 2ε' ΠΚ, κρίνει κατά πλειοψηφία, ανεξαρτήτως της αοριστίας της, ότι είναι απορριπτέο ως αβάσιμο το αίτημά του αυτό, διότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του και ειδικότερα με απόδειξη συγκεκριμένων περιστατικών που αφορούν τη διαγωγή του στην κοινωνία, από τα οποία να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του χαρακτήρα του προς ενστερνισμό της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση του να μαρτυρεί αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιάθεσής του, δοθέντος ότι η παθητική απλώς συμπεριφορά του δράστη μετά την πράξη του δεν αρκεί για την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού, το γεγονός δε ότι ο κατηγορούμενος εργάζεται για την επιβίωση τη δική του και της οικογένειάς του, όπως ο ίδιος επικαλείται, δεν μαρτυρεί σαφή μεταστροφή του χαρακτήρα του υπό την προεκτεθείσα έννοια, καθόσον δεν είναι απότοκο ελεύθερης επιλογής του, αλλά παθητικής συμπεριφοράς σαφώς επηρεαζόμενης από την εκκρεμή ποινική δίκη.>>.
Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του άνω ισχυρισμού αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, με αναφορά στα επικληθέντα πραγματικά περιστατικά αλλά, όπως προκύπτει από την οικεία ενότητα, και σε μεταγενέστερα της πράξης του κατηγορούμενου αρνητικά περιστατικά και δη την προσπάθεια απόδοσης της πλαστογραφίας στον πολιτικώς ενάγοντα και τη σφοδρή δικαστική αντιδικία του με αυτόν, με σκοπό να αποφύγει την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Ως προς την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, καθόσον ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε αορίστως, αφού δεν προκύπτει με σαφήνεια ποιά είναι τα προγενέστερα της επίδικης πράξης ( 1-1-2001 έως και 18-06-2003) περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται . Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ)και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. πρωτ. 3055/19-3-2018, αίτηση-δήλωση του Θ. Α. του Β. προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. 1848/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων που ανέρχεται για καθένα σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ