Legislator Case Law & Legislation
1949/2017 AI generated

1949/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1949/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1949/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την κατ’αρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η με την προσβαλλόμενη υπ’αριθμ.120/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (αρθρ.681 Α’, 666, 670-676 του ΚΠολΔ, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής.

Keywords

AI generated
exposure to danger safety regulations violation accident insurer liability interim accident insurance claim for insurance benefits asbestos exposure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1949 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1949/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γλυφό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Η. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Βεργανελάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/2013 μη οριστική και 446/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2015 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-1-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την κατ’αρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η με την προσβαλλόμενη υπ’αριθμ.120/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (αρθρ.681 Α’, 666, 670-676 του ΚΠολΔ, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής.

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε εναντίον της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Γενικών Ασφαλειών" και του συνεναγομένου της Σ. Κ. την υπ’αυξ.αριθμ.κατάθεσης ...2010 αγωγή αποζημιώσεως από αυτοκινητικό ατύχημα, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρο το ποσό των 100.000 ευρώ, ως ειδική αποζημίωση, εκ του άρθρου 931 ΑΚ.

Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η υπ’αριθμ.184/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων η οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Ακολούθως εισήχθη, η αγωγή μετά από κλήση ενώπιον του ιδίου παραπάνω Δικαστηρίου και εκδόθηκε η 446/2014 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου η οποία δέχθηκε εν μέρει την ανωτέρω αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους, καθένα εις ολόκληρο στην καταβολή του ποσού των 40.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Εναντίον της προαναφερομένης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, ο ήδη, αναιρεσίβλητος άσκησε την από 10-10-2014 έφεση και επ’αυτής εκδόθηκε η υπ’αριθμ.120/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απερρίφθη κατ’ουσία η ως άνω έφεση. Την προαναφερομένη απόφαση προσβάλλει η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕΓΑ" με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία (αίτηση) είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των προβαλλομένων λόγων της.

Η διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση, και απόδειξη ζημίας περιουσιακής.

Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως η αναπηρία ή παραμόρφωση, ως τοιαύτη, δεν σημαίνει κατ’ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.

Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Ετσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.

Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και της άλλης (ΑΠ 765/2007).

Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο, το οποίο κατά το άρθρο 322 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπ’όψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης εμποδίζει δε το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι δημιουργούν όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση δηλαδή οι τελεσίδικες.

Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων πρόσωπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ενώ κατά το άρθρο 331 του ίδιου Κώδικα εκτείνεται και σε ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα.

Αν υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο καλύπτει το ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, δηλαδή τη συγκεκριμένη έννομη σχέση που διαγνώστηκε με την τελεσίδικη απόφαση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει κατά το αντικείμενο της και την ιστορική και νομική αιτία της, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής, αποκλείεται η σε μεταγενέστερη δίκη αμφισβήτηση της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης.

Συνεπώς, δεδικασμένο δεν υπάρχει αν οι έννομες σχέσεις που διαδοχικά κρίνονται διαφέρουν μεταξύ τους κατά το αντικείμενο ή την ιστορική ή νομική αιτία. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση. Το δεδικασμένο ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ένδικων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαία, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.

Ως γνώση της ζημίας νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, χωρίς ωστόσο να είναι απαραίτητη η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας. Τρέχει δε από τότε ο χρόνος παραγραφής για όλες τις ζημιές, επελθούσες και μέλλουσες, εκτός από εκείνες των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 666/2010).

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ’ αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, ή οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.

Και τούτο, διότι, το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Αναγκαία, όμως, προϋπόθεση για τη δέσμευση από το δεδικασμένο εκδοθείσας απόφασης είναι η ασκούμενη με τη μεταγενέστερη αγωγή αξίωση καταβολής αποζημίωσης για βλάβη π.χ. του σώματος ή της υγείας του παθόντος σε ατύχημα από αυτοκίνητο να μπορούσε εξ αρχής να προβλεφθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή η ζημία είναι απρόβλεπτη ισχύει νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν κατά τους κοινούς κανόνες, η οποία (παραγραφή) αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειας τους με το ατύχημα.

Αν, επομένως, με τελεσίδικη απόφαση ο παθών από αυτοκινητικό ατύχημα κρίθηκε πρόσκαιρα ανίκανος προς εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και του επιδικάστηκε γα το διάστημα αυτό αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων, δαπάνες πρόσληψης οικιακής βοηθού, κ.λπ. και με νέα αγωγή του ζητεί πρόσθετη αποζημίωση για τις ίδιες αιτίες, λόγω της επικαλούμενης εφόρου ζωής υλικής ή μερικής αναπηρίας του, της οποίας έλαβε γνώση μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, το δικαστήριο που καλείται να δικάσει την υπόθεση δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης ως προς την έκταση των ζημιών, διότι το δικαστήριο καλείται να κρίνει αξιώσεις του παθόντος από τις επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και δεν κρίθηκαν με την τελεσίδικη απόφαση.

Εάν, όμως πρόκειται περί προβλέψιμων αξιώσεων, παρατείνεται η παραγραφή σε εικοσαετία, με την αναγκαία προϋπόθεση, ότι η απόφαση κατέστη τελεσίδικη εντός του χρόνου της πενταετίας ή της διετίας, κατά περίπτωση καθώς και ότι μέχρι την τελεσιδικία δεν έχει υποκύψει η αξίωση σε προβλεπόμενες βραχυχρόνιες παραγραφές.

Και τούτο, διότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή, και αρθρ.261 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 38/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι, το Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του που δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έλαβε γνώση έως απρόβλεπτης επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας την 28-1-2010 και όχι την 5-4-2007, όπως αυτή υποστήριζε και απορρίψαν την περί παραγραφής της αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου που εκείνη (αναιρεσείουσα) παραδεκτά (πρωτοδίκως και κατ’έφεση) είχε προβάλλει, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 937 εδ.α’ του ΑΚ και του Ν.3557/2007, ενόψει του ότι, κατά την αναιρεσείουσα η εξέλιξη αυτή της υγείας της, ήταν προβλεπτή και αναμενόμενη.

Ειδικότερα το Εφετείο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, ως προς το επίμαχο ζήτημα (ένσταση παραγραφής) δέχθηκε τα ακόλουθα: "Εξάλλου προέκυψε ότι ο ενάγων πάσχει από αρθρίτιδα της δεξιάς ποδοκνημικής και υπαστραγαλικής αρθρώσεως, η οποία προήλθε ως επιπλοκή του κατάγματος που υπέστη από τον τραυματισμό του κατά το ατύχημα και η οποία του προκαλεί κρίσεις επώδυνου περιορισμού της κινητικότητας της δεξιάς ποδοκνημικής και υπαστραγαλικής αρθρώσεως.

Η πάθηση αυτή είναι αρκετά συχνή επιπλοκή τέτοιων καταγμάτων, πλήν, όμως, δεν προέκυψε πιθανότητα επέλευσης της επιπλοκής αυτής κατά το χρόνο άσκησης των δύο προηγούμενων αγωγών του, αφού αφενός δεν προκύπτει ότι η αρθρίτιδα ποδοκνημικής και υπαστραγαλικής αρθρώσεως είχε εμφανισθεί κατά το χρόνο άσκησής τους αφετέρου δεν μπορούσε να προβλεφθεί από τον ενάγοντα ότι θα επερχόταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και δεν προτάθηκε και κατά συνέπεια δε λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο σε καμμία από τις προηγηθείσες δίκες.

Επομένως από 28-1-2010 που λαμβάνεται ως χρόνος έναρξης της παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντα από την απρόβλεπτη μεταγενέστερη επιδείνωση της υγείας του έως το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου στις 10-3-2010 (βλ. τη με αριθμό .../10-3-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Τ.), δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών αλλά ούτε και των δύο που επικαλείται η εναγόμενη". Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας που αφορούσε ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, η οποία και πρωτοδίκως είχε προταθεί από την αναιρεσείουσα και είχε επίσης απορριφθεί.

Με τις αιτιολογίες αυτές το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 937 εδ.α’ΑΚ και του Ν.3557/2007 αφού δέχεται ότι η ζημία του ενάγοντος ήταν απρόβλεπτη και η έναρξη της παραγραφής άρχισε από τότε που αυτός έλαβε γνώση των δυσμενών συνεπειών στην υγεία του (28-1-2010) η οποία δεν συμπληρώθηκε μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση δεδικασμένου, που αυτή πρωτοδίκως είχε προτείνει αλλά και στο Εφετείο επανέφερε παραδεκτά την ένσταση αυτή, ισχυριζόμενη ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου (αξίωση εκ του άρθρου 931 του ΑΚ) έχει καλυφθεί με τις υπ’αριθμ.419/20...

απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων και 238/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προαναφερθεισών αποφάσεων, αυτές (αποφάσεις) έκριναν τελεσίδικα για τα θέματα της αποκλειστικής υπαιτιότητος του οδηγού του αυτοκινήτου Σ. Κ. στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος τον τραυματισμό του ενάγοντα, την ανικανότητά του για εργασία έως την 20-7-2005 καθώς και τα διαφυγόντα κέρδη του, για το παραπάνω διάστημα.

Η κρινόμενη εκ του άρθρου 931 ΑΚ αποζημίωση δεν περιλαμβάνεται στις αξιώσεις που ασκήθηκαν με τις προηγούμενες της κρινόμενης αγωγές, καθόσον αυτή (αξίωση) κατά τις παραδοχές του Εφετείου εμφανίσθηκε για πρώτη φορά την 28-1-2010, συνεπεία απρόβλεπτης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του αναιρεσιβλήτου, εκ του ενδίκου τραυματισμού του.

Ορθά, λοιπόν το Εφετείο απέρριψε την ανωτέρω περί δεδικασμένου ένσταση της αναιρεσείουσας και ο εκ του άρθρου 559 αριθμ.16 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου με τις αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.10 που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’αυτά.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά κατ’αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παραβίαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.

ΑΠ 14/20Θ5 και 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Κρήτης σε σχέση με την ειδική αποζημίωση εκ του άρθρου 931 του ΑΚ δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι η μόνιμη μερική αναπηρία (σε ποσοστό 30%), που υπέστη ο ενάγων εξαιτίας του τραυματισμού του στο ατύχημα, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής επιδρά αρνητικά στην επαγγελματική οικονομική και κοινωνική εξέλιξη, την οποία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα είχε, αν δεν είχε τραυματισθεί.

Συγκεκριμένα στην επαγγελματική του ζωή τον εμποδίζει να ασκήσει το επάγγελμα του οικοδόμου (καλουπατζή) καθώς και οποιαδήποτε άλλη μη καθιστική εργασία, που να απαιτεί πολύωρη ορθοστασία και ισορροπία και επίπονη δράση, όπως οδήγηση αυτοκινήτου, άθληση, χορός κ.λπ. Παράλληλα και η προσωπική του ζωή επηρεάζεται άμεσα αφού η κατάσταση της υγείας του είναι εμφανής και στους τρίτους, καθώς βαδίζει με χωλότητα, δημιουργώντας σ’αυτόν ψυχολογικά προβλήματα και περιορίζει τις κοινωνικές του συναναστροφές.

Επομένως συντρέχει νόμιμη περίπτωση και πρέπει να επιδικασθεί σ’αυτόν πρόσθετη εύλογη αποζημίωση κατ’αρθ.931 ΑΚ, η οποία, ενόψει της ηλικίας του 36 ετών, του είδους, και των συνεπειών της αναπηρίας του, την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του στο ατύχημα πρέπει να οριστεί στο ποσό των 40.000 ευρώ".

Το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ήχθη στο παραπάνω πόρισμα επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο, ως ειδική αποζημίωση, εκ του άρθρου 931 ΑΚ, το εύλογο ποσό των 40.000 ευρώ, αφού συνεκτίμησε για το ποσοστό αναπηρίας του αναιρεσιβλήτου (30%) και την από α) 28-1-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Κ.

Κ., ο οποίος διορίσθηκε με την 358/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και β)την από 26-8-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ’αριθμ.184/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, Κ. Λ., Ορθοπεδικού. Όπως δε προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που επισκοπείται παραδεκτά για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου το δικαστήριο της ουσίας προέβη στην εξαγωγή του άνω πορίσματός του μετά συνεκτίμηση και αξιολόγηση, όλων των κατ’είδος αναφερομένων σ’αυτή αποδεικτικων μέσων (ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος όλα τα έγγραφα τα οποία έλαβε υπόψη, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και η αναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ορθοπεδικού ιατρού Κ.

Λ., την οποία εκτίμησε ελεύθερα (αρθρ.387 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας που έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (αρθρ.336 παρ.4). Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν διέλαβε στην απόφασή του πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη αφού από το σύνολο των παραδοχών του προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που αναφέρθηκαν, περί της μόνιμης μερικής αναπηρίας του αναιρεσιβλήτου, η οποία ήταν αποτέλεσμα της απρόβλεπτης επιδείνωσης της κατάστασής του εκ του ενδίκου ατυχήματος τραυματισμού του και της αρνητικής επίδρασης αυτής (αναπηρίας) στην επαγγελματική οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη.

Στις παραδοχές μάλιστα της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται περιστατικά της ανωτέρω αρνητικής επίδρασης. Ειδικότερα σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται επί λέξει τα εξής: ".....Συγκεκριμένα στην επαγγελματική του ζωή τον εμποδίζει να ασκήσει το επάγγελμα του οικοδόμου (καλουπατζή) καθώς και οποιαδήποτε άλλη μη καθιστική εργασία που να απαιτεί πολύωρη ορθοστασία και ισορροπία καθώς και στην κοινωνική του ζωή να εκτελεί εργασίες που απαιτούν ορθοστασία και επίπονη δράση, όπως οδήγηση αυτοκινήτου, άθληση, χορός κ.λπ.

Παράλληλα και η προσωπική του ζωή επηρεάζεται άμεσα, αφού η κατάσταση της υγείας του είναι εμφανής και στους τρίτους, καθώς βαδίζει με χωλότητα, δημιουργώντας σ’αυτόν ψυχολογικά προβλήματα και περιορίζει τις κοινωνικές του συναναστροφές. Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση και πρέπει να επιδικασθεί σ’αυτόν πρόσθετη εύλογη αποζημίωση κατ’άρθρο 931 ΑΚ, η οποία ενόψει της ηλικίας του 36 ετών (κατά το χρόνο εμφάνισης του προβλήματος, του είδους και των συνεπειών της αναπηρίας του, της έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητας του στο ατύχημα πρέπει να οριστεί στο ποσό των 40.000 ευρώ".

Κατ’ακολουθία, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου κατά το πρώτο σκέλος του της αναιρεσείουσας, εκ του αριθμ.10 του άρθρου 559, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.19 αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - Ολ.ΑΠ 1/1990).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτει αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 551 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές, το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν εφαρμόσει το συγκεκριμένα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε μα κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).

Εν προκειμένω από τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δή την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ.298, 299, 330, 914 και 931 ΑΚ), τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο σκέλος του εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τις αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της. Κατ’ακολουθίαν πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν.4055/2012, η εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα όπως προκύπτει από την υπ’αριθμ.πρωτ.15/2016 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις πρέπει κατά το σχετικό αίτημά του να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, λόγω της ήττας της (αρθρ.176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) όπως, ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’αριθμ.πρωτ….2016 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών", για αναίρεση της υπ’αριθμ.120/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ