1949/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1949/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όπως όμως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας αυτή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 122§1, 123, 128 παρ. 4, 230, 498, 568 ΚΠολΔ), για να εμφανιστεί στην αρχική δικάσιμο (βλ. 2215Γ/27-9-2013 έκθεση επίδοσης, με θυροκόλληση, του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ι. Χ., με τις συνημμένες σ' αυτό από 30-9-2013 απόδειξη παράδοσης στο Α.Τ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1949 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1949/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Π. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία-Μαγδαληνή Δολιανίτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και νυν Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2. Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑ ΑΤΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και η δεύτερη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:55/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 281/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-2-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 15-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτηση και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 Κ.Πολ.Δ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 αυτού καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ.4 εδ. α', γ' και δ' Κ.Πολ.Δ., που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του Δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπομένου κατ' αυτήν διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε (εγκύρως) επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε, σε κάθε περίπτωση, παραστεί με τον προσήκοντα τρόπο κατ' αυτήν, οπότε, με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς να εναντιωθεί, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Ειδικά, εάν ο μη εμφανισθείς διάδικος είναι αναιρεσίβλητος και την συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων για την εγκυρότητα της κλήτευσής του, άρα και για το παραδεκτό της συζήτησης, δεν αρκεί η επίδοση προς αυτόν μόνο της κλήσης για συζήτηση, αλλά απαιτείται να του έχει επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1876/2011, 1308/2011, 622/2011, 303/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε, κατά το αρθρ. 568 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί, με επίσπευση του αναιρεσείοντος, αρχικά κατά τη δικάσιμο της 27-1-2014, κατά την οποία η 2η αναιρεσίβλητη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑ ΑΤΕ", δεν εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο, και στη συνέχεια , κατόπιν αναβολής από το πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο της 12-5-2014, κατά την οποία και πάλι δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο.
Όπως όμως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας αυτή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 122§1, 123, 128 παρ. 4, 230, 498, 568 ΚΠολΔ), για να εμφανιστεί στην αρχική δικάσιμο (βλ. 2215Γ/27-9-2013 έκθεση επίδοσης, με θυροκόλληση, του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ι. Χ., με τις συνημμένες σ' αυτό από 30-9-2013 απόδειξη παράδοσης στο Α.Τ.
ΚΟΛΩΝΟΥ και από 1-10-2013 βεβαίωση αποστολής έγγραφης ειδοποίησης του Κεντρικού Ταχυδρομικού Γραφείου Αθηνών) της επεδόθη δε και αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
ΙΙ) Με την από 22-2-2011 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 281/2009 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία , αφού έγινε δεκτή η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη 55/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και, μετά συνεκδίκαση της ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος και της ασκηθείσης το πρώτον ενώπιον του Εφετείου πρόσθετης παρέμβασης της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, απορρίφθηκε η ανακοπή ως αβάσιμη. . Με την ανακοπή εζητείτο να αναγνωριστεί η ακυρότητα της, εξομοιούμενης με αρνητική δήλωση, παράλειψης δήλωσης του 1ου αναιρεσιβλήτου σχετικά με την ύπαρξη εις χείρας του, ως τρίτου, του κατασχεθέντος χρηματικού ποσού, που αποτελούσε την έναντι αυτού απαίτηση της καθ' ης η εκτέλεση και ήδη 2ης αναιρεσίβλητης και να υποχρεωθεί ο τρίτος να καταβάλει στον ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσείοντα το κατασχεθέν ποσό, που οφείλεται σ' αυτόν από την καθ' ης η εκτέλεση ως εργολαβικό του αντάλλαγμα για εργασίες που εκτέλεσε στο αεροδρόμιο Ρόδου με την ιδιότητα του υπεργολάβου. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙΙ) Κατά το άρθρο 987 Κ.Πολ.Δ, που αποτελεί ειδικότερη μορφή του άρθρου 262 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και έχει εφαρμογή και επί κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, ο τρίτος δικαιούται να προσβάλλει την κατάσχεση μόνον αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα κατά το άρθρο 983 Κ.Πολ.Δ. στοιχεία ή δεν κοινοποιήθηκε στον καθ' ου. Επομένως, ο τρίτος δεν δύναται να προσβάλει την κατάσχεση για άλλους λόγους και μάλιστα για ουσιαστική ακυρότητα αυτής, εκτός αν ο νόμος χορηγεί τέτοιο δικαίωμα και στον τρίτο ή η ακυρότητα τέθηκε και προς το συμφέρον του ή και το συμφέρον αυτού ή τέθηκε χάριν του δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 884/2010).
Κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 4694/1930 (όπως τροποποιήθηκε με τον α.ν. 628/37 και το ν.δ. 1051/42), του οποίου η ισχύς διατηρήθηκε με το άρθρο 52 του Εισ.Ν. ΚΠολΔ, απαγορεύεται καθ' όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης έργου και ένα μήνα μετά την αποπεράτωσή του η εκχώρηση ή κατάσχεση των οφειλομένων προς εργολάβους σε αντάλλαγμα της κατασκευής έργου, για την εκτέλεση του οποίου ο εργολάβος χρησιμοποιεί την εργασία τρίτων ή προμηθεύεται προς τούτο υλικά από τρίτους ή μηχανήματα κ.λ.π., εκτός εάν πρόκειται για απαιτήσεις εκείνων που απασχολήθηκαν στο έργο ως εργάτες , τεχνίτες ή υπάλληλοι ή παρείχαν υλικά για την εκτέλεση του έργου.
Στην εξαίρεση δεν εμπίπτουν εκείνοι που ανέλαβαν την εκτέλεση μέρους ή όλου του έργου ως υπεργολάβοι. Κατά την έννοια και το σκοπό της παραπάνω διάταξης, η οποία αποβλέπει στην εξασφάλιση της απρόσκοπτης εκτέλεσης και αποπεράτωσης του έργου, η καθιερούμενη απαγόρευση της κατάσχεσης τάσσεται, τόσο υπέρ του εργολάβου, όσο και υπέρ του εργοδότη.
Έτσι, σε περίπτωση κατάσχεσης εις χείρας του εργοδότη, ως τρίτου, των οφειλόμενων απ` αυτόν προς τον εργολάβο ως ανταλλάγματος της παροχής του έργου, δεν ισχύουν οι εκ των άρθρων 987 και 262 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ περιορισμοί των δυναμένων να προταθούν κατά της κατάσχεσης ενστάσεων του τρίτου για τον εργοδότη, στον οποίο παρέχεται το δικαίωμα να προσβάλει την κατάσχεση αυτή και για άλλους λόγους και μάλιστα για ουσιαστική ακυρότητα, που προκύπτει από το ακατάσχετο της αντίστοιχης απαίτησης, εξ ιδίου δικαίου πλέον, αφού η απαγόρευση θεσπίστηκε και προς το συμφέρον αυτού (εργοδότη), κατά τα προαναφερθέντα (ΑΠ 41/2003).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 6 του παραπάνω ν. 4694/1930 κατάσχεση γενομένη παρά τις διατάξεις του νόμου αυτού είναι αυτοδικαίως άκυρη και ο τρίτος στον οποίο επιβάλλεται αυτή δεν υποχρεούται σε δήλωση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 εδ. β του Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι δε και όταν χρησιμοποιούνται ή δεν χρησιμοποιούνται για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης (ΑΠ 1142/1992).
Διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
ΙV) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει της 1567α/13/13.9.2001 απόφασης της ΕΥΔΕ Αεροδρομίων Νοτίου Ελλάδος της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, εγκρίθηκε το αποτέλεσμα της δημοπρασίας για την ανάδειξη μειοδότη για την εκτέλεση του έργου "Νέο κτίριο Αεροσταθμού με τον περιβάλλοντα χώρο στον Κρατικό Αερολιμένα Ρόδου Διαγόρας", η δε εκτέλεση του έργου ανατέθηκε στην κοινοπραξία "ΕΚΤΕΡ ΑΕ - Κ.
ΑΕ". Εν συνεχεία, με την υπ` αρ. 173/β/28.1.2002 εγκριτική απόφαση της ΕΥΔΕ Αεροδρομίων Νοτίου Ελλάδος η ως άνω ανάδοχος κοινοπραξία υποκαταστάθηκε από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Κ. ΑΕ", ενώ περαιτέρω με την υπ` αρ. Κ2 - 11510/11.9.2002 απόφαση της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου (Διεύθυνση ΑΕ και Πίστεως) του Υπουργείου Ανάπτυξης εγκρίθηκε η συγχώνευση της τελευταίας με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Ανώνυμος Τεχνική Εταιρία".
Τέλος, με την υπ` αρ. 1409/β/13/12.8.2005 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ εγκρίθηκε η υποκατάσταση της αναδόχου εταιρίας "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" από την εταιρία "ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑ ΑΤΕ". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει του από 24.9.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο υπογράφηκε μεταξύ του ανακόπτοντος και της εταιρίας "Κ. ΑΕ", ο ανακόπτων ανέλαβε να εκτελέσει τμήμα των εργασιών του ως άνω έργου και συγκεκριμένα τις εργασίες οπλισμένου σκυροδέματος της θεμελίωσης και της φέρουσας κατασκευής του έργου που αφορά στα κτίρια Ι, II, III και IV καθώς και την κατασκευή των ραμπών προς την πλευρά της πίστας, κατά τις ειδικότερες συμφωνίες που περιέχονταν στο ως άνω συμφωνητικό υπεργολαβίας.
Αν και ο ανακόπτων όμως εκτέλεσε προσηκόντως τις εργασίες τις οποίες ανέλαβε, η εταιρία ΑΛΤΕ ΑΤΕ εξακολουθεί να του οφείλει μέρος της αμοιβής του, ανερχόμενο στο ποσό των 116.263,53 ευρώ, για το οποίο εξέδωσε σε διαταγή του ανακόπτοντος την υπ` αρ. ... επιταγή ...... και την υπ' αριθμ. ... επιταγή ..... Επίσης, για την αρτιότητα και λειτουργικότητα του παραπάνω έργου ανατέθηκαν στον ανακόπτοντα και άλλες επί πλέον εργασίες , κατ' αποκοπή, για την πληρωμή των οποίων ο τελευταίος εξέδωσε τα κάτωθι τιμολόγια παροχής υπηρεσιών συνολικού ποσού 4.488,36 Ε : 1) ......, τα οποία επίσης παρέλαβε η ως άνω εταιρία αλλά δεν τα εξόφλησε.
Μετά ταύτα, κατόπιν αιτήσεων του ανακόπτοντος, εκδόθηκε α) για την πρώτη ως άνω αναφερόμενη επιταγή, η υπ` αρ. 80/2005 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Ρόδου ......, β) για τη δεύτερη ως άνω αναφερόμενη επιταγή, η υπ` αρ. 90/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ....... και γ) για όλα τα αναφερόμενα ως άνω τιμολόγια η υπ' αριθμ. 187/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ......
Μετά την προαναφερόμενη υποκατάσταση της εταιρίας ΑΛΤΕ ΑΤΕ από την εταιρία "ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑ ΑΤΕ", ο ανακόπτων επέδωσε προς την τελευταία, ........, την από 5.12.2005 εξώδικη δήλωση με την οποία της γνωστοποίησε τις προαναφερόμενες οφειλές της υποκατασταθείσης εταιρίας προς αυτόν και την κάλεσε να του καταβάλει τα ανωτέρω ποσά (η ίδια εξώδικη δήλωση κοινοποιήθηκε και προς τη Διεύθυνση ΕΥΔΕ Αεροδρομίων Νοτίου Ελλάδος ...), ενώ περαιτέρω κοινοποίησε προς την ίδια ("ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑ ΑΤΕ") τις από 28.3.2006 επιταγές προς πληρωμή ....
Σε εκτέλεση των παραπάνω εκτελεστών τίτλων ο ανακόπτων επέβαλε κατάσχεση εις χείρας του ΥΠΕΧΩΔΕ/ΓΓΔΕ/Διεύθυνση ΕΥΔΕ Αεροδρομίων Νοτίου Ελλάδος ως τρίτου μέχρι του ποσού των 131.228,25 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν η απαίτησή του συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, επιδίδοντας σ' αυτό το από 20.5.2006 κατασχετήριο δυνάμει της υπ` αρ. 437/25.5.2006 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α.
Α. . Το ίδιο κατασχετήριο κοινοποιήθηκε: α) στην εις ολόκληρον ευθυνόμενη, σύμφωνα με τα παραπάνω, εταιρία με την επωνυμία "ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑ ΑΤΕ" ...... Το καθ` ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το έργο δεν έχει περατωθεί και ως εκ τούτου το εργολαβικό αντάλλαγμα είναι ακατάσχετο. Με το από 7.7.2008 αρ. πρωτ. 1512/δ/13 έγγραφο του τμήματος κατασκευής έργων της ΕΥΔΕ Αεροδρομίων Νοτίου Ελλάδος της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ με θέμα την "Εξέλιξη του έργου Νέο κτίριο Αεροσταθμού με τον περιβάλλοντα χώρο στον κρατικό αερολιμένα Ρόδου" βεβαιώνεται ότι το έργο δεν έχει περαιωθεί και υπολείπεται κυρίως η ολοκλήρωση του βιολογικού καθαρισμού του αεροδρομίου και η διασύνδεσή του με το κεντρικό κτίριο σε ότι αφορά δίκτυα τροφοδοσίας και αυτοματισμών.......
Ο ανακόπτων-εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι το έργο έχει περατωθεί και μάλιστα εγκαινιάστηκε από τον αρμόδιο Υπουργό. Δεν προσκομίζει όμως κανένα αποδεικτικό μέσο που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό του αυτό, ότι δηλαδή το έργο περατώθηκε. Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι πράγματι κατά το χρόνο που επιβλήθηκε η κατάσχεση (25.5.2006) δεν είχε αποπερατωθεί το έργο και ως εκ τούτου απαγορευόταν η κατάσχεση των οφειλομένων από το Ελληνικό Δημόσιο προς την προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρία και υποκατάστατη στο έργο.
Εκτός όμως τούτου ο ανακόπτων ως υπεργολάβος στο έργο ως και ο ίδιος συνομολογεί δεν εμπίπτει στην κατηγορία των εξαιρέσεων που αφορούν τους παρασχόντες υλικά για την εκτέλεση του έργου, αφού θα του τα προμήθευε βάσει του συμφωνητικού η ανάδοχος του έργου. Αλλά ακόμη ο ανακόπτων δεν μπορεί να υπαχθεί ούτε στην κατηγορία των παρασχόντων εργασία εργατών, τεχνιτών ή υπαλλήλων του εργολάβου.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι η κατασχεθείσα απαίτηση δεν περιλαμβάνεται στην κατηγορία του ακατάσχετου και απέρριψε την ένσταση ακατάσχετου, που παραδεκτά προέβαλε το καθ` ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 41/2003), έσφαλε ως προς τη σωστή ερμηνεία του νόμου και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της εφέσεως.
Να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη καθ' όλες της τις διατάξεις και αφού κρατηθεί και δικαστεί η ανακοπή να απορριφθεί αυτή".
V) Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά έκρινε ότι το 1ο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ενομιμοποιείτο να προβάλει τον ισχυρισμό περί του ακατάσχετου της κατασχεθείσης εις χείρας του, ως τρίτου, απαίτησης, δεδομένου ότι η γενομένη παρά τις διατάξεις του ν. 4694/1930 ως άνω κατάσχεση ήταν αυτοδικαίως άκυρη, εφόσον το έργο δεν είχε περατωθεί και με την προβολή του ισχυρισμού αυτού προστατευόταν το συμφέρον όχι μόνο του εργολάβου αλλά και του 1ου αναιρεσίβλητου , εργοδότη, που είναι η εξασφάλιση της απρόσκοπτης εκτέλεσης και αποπεράτωσης του έργου. Η μη υποβολή δε από το 1ο αναιρεσίβλητο της κατ' άρθρο 985 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. δήλωσης, την οποία άλλωστε δεν υποχρεούτο να υποβάλει εφόσον η κατάσχεση ήταν άκυρη (άρθρο 6 ν. 4694/1930), εξομοιώνεται με αρνητική αυτού δήλωση (άρθρο 985 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), οπότε ουδεμία δέσμευση του δικάσαντος δικαστηρίου υπήρχε, εξ αυτού του λόγου, από τον νόμο, που να το εμποδίζει να προβεί σε έρευνα του προβληθέντος από το 1ο αναιρεσίβλητο ισχυρισμού περί του ακατάσχετου της απαίτησης.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 983, 985, 986 και 987 Κ.Πολ.Δ, καθώς και εκείνων των άρθρων 95 Ν. 2362/1995 και 10 Ν.Δ. 26-6/10-7-1944 (Κώδικα περί Δικών Δημοσίου), επειδή ερεύνησε τον προβληθέντα από το 1ο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο (Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.) ως άνω ισχυρισμό παρά την μη υποβολή από το τελευταίο της κατ' άρθρο 985 Κ.Πολ.Δ. δήλωσης, είναι αβάσιμος.
VI) Σύμφωνα με τα γενόμενα επίσης από το Εφετείο δεκτά ως αποδειχθέντα, ο αναιρεσείων ανέλαβε την εκτέλεση μέρους του έργου ως υπεργολάβος και δεν απησχολείτο με σύμβαση εργασίας ώστε να εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 4 του ν. 4694/1930, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Το ό,τι δε αυτός δεν χρησιμοποιούσε δικά του υλικά αλλά τα προμηθευόταν από την 2η αναιρεσίβλητη - εργολάβο δεν σημαίνει άνευ άλλου ότι παρείχε σ' αυτή εργασία κατ' αποκοπήν, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, δεδομένου ότι το προέχον στη σύμβαση μίσθωσης έργου είναι το αποτέλεσμα της δραστηριότητας του εργολάβου, δηλαδή η πραγμάτωση του έργου ανεξάρτητα από την ίδια την εργασία, και όχι το ποιος χορηγεί την ύλη στον εργολάβο. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των άρθρων 683 και 648 ΑΚ με το να απορρίψει τον ισχυρισμό του ότι η οφειλή της 2ης αναιρεσίβλητης προς αυτόν, εφόσον του παρείχε την ύλη, προερχόταν από παροχή εργασίας που της παρείχε κατά την εκτέλεση του έργου και ότι εγκύρως επεβλήθη η κατάσχεση εις χείρας του 1ου αναιρεσιβλήτου ως τρίτου, διότι υπαγόταν στις εξαιρέσεις του άρθρου 4 ν. 4694/1930, είναι επίσης αβάσιμος.
VII) O τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας με το να δεχθεί ότι το έργο (αεροδρόμιο της Ρόδου) δεν είχε αποπερατωθεί, αν και οι εργασίες σκυροδέματος είχαν εκτελεστεί από το 2004 και το αεροδρόμιο λειτουργούσε ήδη από το έτος 2007, προβάλλεται απαραδέκτως. Και αυτό, διότι οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως προβάλλονται, μπορούσαν να χρησιμεύσουν μόνο για την εκτίμηση των αποδείξεων. Ανεξαρτήτως όμως αυτού ο νόμος αναφέρεται σε αποπεράτωση του όλου έργου και όχι τμήματος αυτού, το οποίο ανέλαβε να εκτελέσει κάποιος ως υπεργολάβος, όπως ο αναιρεσείων επικαλείται, ισχυριζόμενος ότι οι εργασίες σκυροδέματος του κτιρίου του αεροδρομίου, που είχε αναλάβει, είναι οι πρώτες που εκτελούνται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και άρα είχαν αποπερατωθεί. Επίσης, το γεγονός ότι το αεροδρόμιο Ρόδου λειτούργησε δεν σημαίνει εκτέλεση και αποπεράτωση του όλου έργου.
VIII) Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.
Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα (κατ' είδος αναφερόμενα) και κατά το νόμο επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα. (Α.Π. 544/2005, 190/1995). Με τον τρίτο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των παρακάτω αποδεικτικών στοιχείων, που έχουν έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αποδεικνύοντα την αποπεράτωση του έργου, και συγκεκριμένα της μη λήψης υπόψη:
α) του νόμιμα επικαλούμενου και προσκομιζόμενου από αυτόν με αριθμ. 653/β/13/21-3-2007 εγγράφου του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ , σύμφωνα με το οποίο "η εγκεκριμένη ημερομηνία περαίωσης του έργου λήγει την 26-3-2007... με την εκτίμηση ότι το έργο θα αποπερατωθεί πριν την έναρξη της τουριστικής περιόδου έτους 2007" και β) τα με αρ. 55/2008 και 164/2008 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου , με καταθέσεις μαρτύρων του.
Ο λόγος αυτός προτείναι αβασίμως, διότι, από την επισκόπηση της απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, συνεκτίμησε όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, χωρίς να απαιτείται να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία.
Ειδικά όμως ως προς το επικαλούμενο ως άνω έγγραφο του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, δεν αναφέρεται σ'αυτό η αποπεράτωση του έργου το 2007 αλλά απλώς η εκτίμηση για αποπεράτωσή του το έτος 2007.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του 1ου αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ) , μειωμένα κατ' άρθρο 22 Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ και όπως αυτό ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν υπέρ της 2ης αναιρεσίβλητης, εφόσον λόγω της ερημοδικίας της δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-2-2011 αίτηση του Π. Ζ. για αναίρεση της 281/2009 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του 1ου αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ