Supreme Court annuls appeal judgment for failing to declare annulment inadmissible due to insufficient factual details.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Thessaloniki Court of Appeal's decision to reject the annulment request. The appellant argued the lower court erred by accepting an annulment that lacked specific factual details required by law. The Court ruled that the annulment was inadmissible because it failed to fully describe the underlying legal relationship and facts, making it vague and unreviewable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 979(2), 933, 585(2) of the Code of Civil Procedure; An annulment must contain a precise description of the claim and the underlying facts; otherwise, it is inadmissible for being vague.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1949 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1949/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1652/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-11-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 18-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2 933, 585 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1 και 217 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 και 120 του ίδιου Κώδικα, και τους λόγους αυτής, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον καθ' ου να αμυνθεί και στο δικαστήριο να ελέγξει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης, καθώς και την ύπαρξη του προνομίου αυτής.
Ειδικότερα, η ανακοπή, ως εισαγωγικό δικόγραφο της περί την εκτέλεση δίκης, πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της απαίτησης της οποίας ζητείται η κατάταξη και του προνομίου της, δηλαδή παράθεση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία κατά νόμο θεμελιώνουν την απαίτηση και το προνόμιό της. Η μη παράθεση ή η ελλιπής παράθεση των περιστατικών τούτων καθιστά την ανακοπή αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, μη δυνάμενη της εν λόγω ελλείψεως αν αναπληρωθεί με τις προτάσεις ή με την αναφορά σε άλλα έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση ή ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την ένδικη εκ του άρθρου 979 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ανακοπή της, ισχυρίσθηκε ότι με την 10154/2004 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Σκύδρας Θωμά Γιάτσιου εκπλειστηριάσθηκαν, με επίσπευσή της, οι αναφερόμενοι σ' αυτή αυτοτελείς διαιρετοί χώροι της, ευρισκόμενης στη ...
και στη συμβολή των οδών ... και ..., πολυώροφης οικοδομής, ιδιοκτησίας του οφειλέτη και καθ' ου η εκτέλεση ..., με πλειστηρίασμα 97.030 ευρώ. Ότι στον πλειστηριασμό αυτόν αναγγέλθηκε η ανακόπτουσα για απαίτηση ύψους 719.075,74 ευρώ, πλέον τόκων, απορρέουσα από την 119/1986 τελεσίδικη διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, προς εξασφάλιση της οποίας είχε εγγράψει επί των πλειστηριασθέντων ακινήτων προσημειώσεις υποθήκης μέχρι του ποσού των 117.388,11 ευρώ (που τράπηκαν σε υποθήκες), καθώς και υποθήκη μέχρι του ποσού των 176.062,16 ευρώ.
Ότι, επίσης, αναγγέλθηκαν στον πλειστηριασμό α) το ΙΚΑ για απαίτηση ποσού 1369,75 ευρώ από καθιστερούμενες οφειλές, β) ο δικηγόρος Έδεσσας Περικλής Γαλανός, για απαιτήσεις συνολικού ποσού 16.555 ευρώ από οφειλόμενες δικηγορικές αμοιβές και γ) ο αναιρεσείων-καθ' ου, δικηγόρος Θεσσαλονίκης για απαιτήσεις συνολικού ποσού 17.355 ευρώ, πλέον τόκων, από οφειλόμενες δικηγορικές αμοιβές.
Ότι ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος λόγω μη επάρκειας του πλειστηριάσματος, συνέταξε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, στον οποίο, μετ' αφαίρεση των εξόδων, επί του εναπομείναντος πλειστηριάσματος, ποσού 91141,19 ευρώ, κατέταξε α) τον αναιρεσείοντα-καθ'ου ..., για το ποσό των 17.355 ευρώ προνομιακά και τυχαία β) τον ..., για το ποσό των 17.555 ευρώ προνομιακά και τυχαία και στο υπόλοιπο πλειστηρίασμα ποσού 57231,19 ευρώ και μετά η διαίρεσή του σε 1/3 και 2/3, κατέταξε επί του 1/3 το ΙΚΑ για ποσό 1.369,75 ευρώ και στο υπόλοιπο (εναπομείναν του 1/3 και στα 2/3) ήτοι στο ποσό των 58.861,44 ευρώ κατέταξε την ανακόπτουσα, οριστικά και προνομιακά, ως πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια προς μερική ικανοποίηση της αναγγελθείσας απαιτήσεώς της, ύψους 719.075,74 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Ότι η ανωτέρω απαίτηση του αναιρεσείοντος-καθ' ου, ποσού 17.355 ευρώ, οφειλόμενη από δικηγορικές αμοιβές, δεν απολαύει του προνομίου του άρθρου 975 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., αφού γεννήθηκε μετά το πέρας της διετίας του ορισθέντος πρώτου πλειστηριασμού (2-7-2003), είναι δε μη νόμιμη και αβάσιμη κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα και, κατά συνέπεια, εσφαλμένα κατατάχθηκε αυτός για την απαίτησή του αυτή προνομιακά και τυχαία.
Με βάση το ιστορικό αυτό η αναιρεσίβλητη ζήτησε τη μεταρρύθμιση του 10472/2004 πίνακα κατάταξης του συμβολαιογράφου Σκύδρας Θωμά Γιάτσιου και την κατάταξη του της ίδιας στο παραπάνω ποσό των 17.355 ευρώ, αποβαλλομένου του καθου-αναιρεσείοντος. Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη ανακοπή, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αόριστη και ως εκ τούτου ως απαράδεκτη, αφού στο δικόγραφό της δεν εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση της αναιρεσίβλητης πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα δεν γίνεται επίκληση της συγκεκριμένης έννομης σχέσης από την οποία πηγάζει η απαίτηση, μόνη δε η αναφορά στη διαταγή πληρωμής, με την οποία έχει εξοπλισθεί η απαίτηση, δεν αρκεί για την πληρότητα της ανακοπής.
Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ως ορισμένη την ένδικη ανακοπή και δέχθηκε αυτήν και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, με σχετικό λόγο της οποίας είχαν επαναφερθεί η εκ μέρους του άρνηση της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης και ο περί αοριστίας της ανακοπής ισχυρισμός αυτού, παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα και γι' αυτό ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθμός 14 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1652/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ