Legislator Case Law & Legislation
1949/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissible arguments not raised in lower court proceedings.

Case Number 1949/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a debt dispute. The appellants argued the lower court erred in law by accepting bank documents as full proof and failing to verify specific loan details, but these claims were not formally raised during the initial proceedings. The court ruled that such arguments are inadmissible unless they fall under specific exceptions, as they must have been presented to the lower court to be valid for review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 of the Code of Civil Procedure; Art. 576 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument based on a claim not lawfully raised in the court of first instance is inadmissible unless it concerns a non-appealable violation, an error inherent in the judgment itself, or a matter of public order.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal arguments Code of Civil Procedure lower court proceedings debt dispute legal error review

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 576 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 306/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1949 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1949/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό και Νικόλαο Λεοντή , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ετερόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "...... και ΣΙΑ Ε.Ε" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Πιέρρου.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Φεβρουαρίου 1995 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12509/1995 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8152/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3 Μαΐου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να παραστεί στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσίβλητη με αριθμό ...... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, μετά πράξεως ορισμού δικασίμου για την 15-10-2007 και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στη πρώτη των αναιρεσειουσών Ε.Ε., οπότε και ανεβλήθη εκ του πινακίου νομίμως για τη σημερινή δικάσιμο. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά τη τελευταία δικάσιμο, κατά την οποίαν η υπόθεση εκφωνήθηκε εκ της σειράς του οικείου πινακίου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.

Αν προσβάλλεται η απόφαση του εφετείου, ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, πρέπει να είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να είχε επαναφερθεί νόμιμα και στο δεύτερο βαθμό, αλλιώς είναι απαράδεκτος). Εξάλλου η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγή πληρωμής, που αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ.

του ιδίου κώδικα, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφο της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά τους κύρους της διαταγής πληρωμής. Νέοι λόγοι μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζόμενου στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ.

β ΚΠολΔ, και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης, ή με το δικόγραφο της έφεσης ή της αναίρεσης κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, ακόμα και αν αφορούν ισχυρισμούς δυνάμενους να προβληθούν παραδεκτά κατά τα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ. Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται στο κατά νόμο παραδεκτό της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση και την αναίρεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι απέρριψε τους προταθέντες με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους εφέσεως ισχυρισμούς τους 1) ότι επρόκειτο για σύμβαση βιοτεχνικού δανείου, η οποία υποκρυπτόταν από την κατ' επίφαση χαρακτηρισθείσα σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που αποτέλεσε τη βάση της προσβληθείσας διαταγής πληρωμής, 2) ότι ήταν δυνατή η αμφισβήτηση της λειτουργίας του λογαριασμού έως την ημέρα αναγνωρίσεως του μερικού καταλοίπου αυτού, αφού επρόκειτο για σύμβαση βιοτεχνικού δανείου υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, και 3) ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ήταν καταχρηστική, αφού επρόκειτο για σύμβαση δανείου και η τελευταία ανεπιτρέπτως καρπώθηκε χρηματικά ποσά, τα οποία δεν δικαιούταν.

Από την επιτρεπτή, όμως, επισκόπηση αφ' ενός μεν του δικογράφου της εφέσεως, όσον αφορά τον υπ' αρ. 1 ισχυρισμό δεν προκύπτει, ότι υπήρξε σχετικός λόγος εφέσεως, αφού αναφέρεται εκεί, ότι επρόκειτο περί κοινού δανείου, αφ' ετέρου δε του δικογράφου της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής όσον αφορά τους λοιπούς ισχυρισμούς, προκύπτει, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί, που συνιστούσαν αιτιάσεις κατά της ανακοπείσας διαταγής πληρωμής, δεν περιέχονται, έστω και εν σπέρματι, στο δικόγραφο της ανακοπής και δεν αποτέλεσαν περιεχόμενο των τεσσάρων λόγων αυτής, ούτε ασκήθηκαν με αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετων λόγων ανακοπής, αλλά προτάθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου ως λόγοι εφέσεως.

Επομένως, οι ισχυρισμοί στη παρούσα δίκη είναι απαράδεκτοι, ο μεν πρώτος διότι δεν προτάθηκε ως ανωτέρω, οι δε λοιποί λόγοι ανακοπής διότι παραδέκτως προτάθηκαν το πρώτον στο εφετείο και δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ 2 του ΚΠολΔ, συνακόλουθα δε είναι οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, που στηρίζονται σε αυτούς, είναι απαράδεκτοι.

Επειδή, από την παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ 2 ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνεται ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο τρόπος επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 306/1999). Εν όψει αυτών, ο τρίτος και πέμπτος (και τελευταίος) λόγοι αναιρέσεως, κατά τους οποίους το Εφετείο που δίκασε, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου 1) δεν έκρινε ότι μετά την έκδοση της ανακοπείσας διαταγής πληρωμής η υπέρ της πρώτης αναιρεσείουσας δοθείσα εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση σ' αυτή ειδικού χαμηλότοκου βιοτεχνικού δανείου κατέπεσε υπέρ της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα να έχει ολοσχερώς εξοφληθεί κάθε οφειλόμενο από τους αναιρεσείοντες υπόλοιπο του ληφθέντος και μη εξοφληθέντος δανείου, και 2) έκρινε ότι τα αντίγραφα των βιβλίων της αναιρεσίβλητης αποτελούσαν πλήρη απόδειξη της απαιτήσεως της, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί πως στην αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής έπρεπε να αναφέρονται α) το ποσό του κεφαλαίου, β) το ποσό των καθυστερούμενων δόσεων, γ) τα εκάστοτε ποσοστά επιτοκίων για τους αιτούμενες τόκους και τόκους τόκων, 6) η χρονική βάση υπολογισμού των τόκων, ε) οι ειδικές εισφορές, προμήθειες και έξοδα, που επιβάρυναν το δάνειο, στ) η ανάλυση καταβολής των δόσεων κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις, και ζ) οι σχετικοί λογαριασμοί, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί το ύψος της οφειλής της πρώτης αναιρεσείουσας δανειολήπτριας, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι, αφού οι αναιρεσείοντες δεν προβάλλουν, ότι τους παραπάνω ισχυρισμούς τους, που δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ 2 ΚΠολΔ και στους οποίους στηρίζονται οι, ως άνω, λόγοι αναιρέσεως, πρότειναν ως όφειλαν στο δικαστήριο της ουσίας με λόγο ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής ή με αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετων λόγων ανακοπής και ότι μετά την απόρριψη της ανακοπής από το πρωτόδικο δικαστήριο τους επανέφεραν στο Εφετείο με λόγους εφέσεως, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτοί και νόμιμοι.

Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος άλλου λόγους (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-5-2005 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 8152/2004 αποφάσεως το Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ