Legislator Case Law & Legislation
1948/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against expropriation compensation ruling regarding lawyer fees and property value reduction.

Case Number 1948/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Regional Court of Aegean's decision on expropriation compensation. The Court found the lower court erred in calculating the lawyer's fee percentage and failed to apply the statutory cap on fees for the remaining property portion. Consequently, the judgment was annulled only regarding the specific chapters concerning the lawyer's remuneration and the reduction of the remaining property's value, with the case remitted for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 18, 19, 20 of Law 2882/2001; Article 130(2) of Law 4070/2012; Article 22(2) of Law 3693/1957: The court must strictly apply statutory fee caps for legal representation in expropriation cases and must offset legal costs between parties when one achieves partial victory and the other partial defeat.

Keywords

AI generated
expropriation compensation lawyer fee calculation partial annulment legal costs offset statutory fee caps property value reduction remittitur procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 18, 19 and 20 of Law 2882/2001
Article 130(2) of Law 4070/2012
Article 22(2) of Law 3693/1957
Articles 552, 553(1b), 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1948 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1948/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΩΝ" (Τ.Α.Π.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από την Μαρία Οικονόμου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ανδρεάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2015 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 50/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Αιγαίου και συνεκδικάστηκε με την από 28-1-2016 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων.

Εκδόθηκε η 165/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 28-2-2019 αίτησή τους και τους από 25-2-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 28-02-2019 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7/05-03-2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 165/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 18, 19 και 20 του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 22 Ν. 2882/2001). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (όπως αυτή είχε αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και τροποποιήθηκε και διαμορφώθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021, που εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ. 2β του Ν. 4842/2021, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 Ν. 4912/2021), οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και αντίγραφο του δικογράφου αυτού των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του Κ.Πολ.Δ. "Συζήτηση θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της". Στην προκειμένη περίπτωση, οι από 25-02-2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, τριάντα (30) και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 04-03-2022, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 36/04-03-2022 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων της αρμόδιας Γραμματέας του Αρείου Πάγου, που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό και ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή τους η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (20-05-2022), ενώ επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρου άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (βλ.

την υπ' αριθμ. 6174/14-03-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε. Γ. Α.). Πρέπει, επομένως, αφού συνεκδικασθούν με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 Κ.Πολ.Δ.), να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων τους.

Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος "1. H ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό...".

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α` 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσεως, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδ. α` της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β` της πρώτης παραγράφου).

Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας, σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί ακινήτων επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας, πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ως "πλήρης" αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο ακίνητο νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη του τη δυνατότητα για να αντικαταστήσει το απαλλοτριούμενο με άλλο ίσης αξίας ακίνητο (Ολ. ΑΠ 714/1978, ΑΠ 515/2012, ΑΠ 310/2021, ΑΠ 682/2020). Για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης (ΑΠ 372/2021, ΑΠ 1425/2018, ΑΠ 1555/2017).

Για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, τα διαγραφόμενα στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του Ν. 2882/2001, κριτήρια, δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του, ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιήσεως στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως (ΑΠ 310/2021, ΑΠ 682/2020, ΑΠ 261/2018, ΑΠ 56/2018, ΑΠ 1409/2011). Μεταξύ των κριτηρίων, τα οποία μπορεί να λάβει υπόψη του το δικαστήριο είναι και οι υπάρχουσες, κατά τον ανωτέρω χρόνο, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, τα δικαστήρια υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των όμορων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμία περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του (ΑΠ 372/2021, ΑΠ 759/2020).

Εξάλλου, η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 310/2021, ΑΠ 682/2020, ΑΠ 261/2018, ΑΠ 56/2018, ΑΠ 1409/2011). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 414/2019). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 165/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, αναφορικά με το κεφάλαιο του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν ακίνητο του αναιρεσίβλητου, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 8.4.2013 και με αριθμό Δ10Δ1060416/999 ΕΞ 2013 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας-Θρησκευμάτων-Πολιτισμού και Αθλητισμού, που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 134/18.4.2013 ΦΕΚ (Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την προστασία των υποκείμενων αρχαιοτήτων και για την ανάδειξη της περιοχής της ...

Νάξου, έκταση συνολικού εμβαδού 37,11 τ.μ., με φερόμενο ιδιοκτήτη τον αιτούντα, Ε. Π., η οποία βρίσκεται στη θέση "..." στη Χώρα Νήσου Νάξου Νομού Κυκλάδων και απεικονίζεται με κλίμακα 1:100 και με στοιχεία 10,9,14,13,10 (τμήμα 2) στο από Σεπτέμβριο του 2011 και με Α/Α 3419 Κτηματολογικό Διάγραμμα - Πίνακα, το οποίο έχουν συντάξει οι Σ.

Κ., Α. Π. και η Μ. Γ. και έχει θεωρήσει ο Προϊστάμενος της Δ/νσης Αποτυπώσεων και Συντηρήσεων Κτιρίων του ΤΑΠΑ Ν. Τ. στις 30.9.2011. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Δημοσίου και η δαπάνη θα βαρύνει τον προϋπολογισμό του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, ΚΑ 971951, σύμφωνα δε με το από 20.2.2013 και με αριθμ.

πρωτ. ΥΠΑΙΘΠΑ/ΓΓΠ/ΓΔΑΚΠ/ΔΑΑΠ/Φ128/1403/609/9 έγγραφο της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων και Ακίνητης Περιουσίας της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, η αξία του απαλλοτριουμένου ανέρχεται σε 2.400 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και συνολικά στο ποσό των (2.400 Χ 37,11 τ.μ.=) 89.064 ευρώ.

Το απαλλοτριούμενο αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου ακινήτου, συνολικής εκτάσεως 283,40 τ.μ., το οποίο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις και το οποίο περιήλθε στην ιδιοκτησία του αιτούντος Ε. Π.υ από τη μητέρα του Α. συζ. Ν. Π., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής της συμβ/φου Αθηνών Άννας Ελευθερίου-Παντελή, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα.

Η περιοχή, στην οποία βρίσκεται το ακίνητο, εμπίπτει στο αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας της, σύμφωνα δε με το υπ' αριθμ. πρωτ. 4951/14/23.9.2014 έγγραφο της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. Νάξου η αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 1.597,97 ευρώ ανά τ.μ. και για όλο το απαλλοτριούμενο τμήμα στο ποσό των (1597,97 ευρώ Χ 37,11 τ.μ.=). 59.300,66 ευρώ.

Η περιοχή αυτή βρίσκεται εντός του οικισμού της Χώρας Νάξου και στο άκρο της παραλιακής οδού, εξυπηρετείται από όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, έχει απέραντη θέα προς τη θάλασσα και προς τον αρχαίο Ναό του Απόλλωνα, την επονομαζόμενη Πορτάρα, μπορεί δε να αξιοποιηθεί, καθόσον είναι πολεοδομικά και οικιστικά διαμορφωμένη.

Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του Γ.Ο.Κ. (ΠΔ 2.3.1981 ΦΕΚ/138/Δ/ 13.3.1981) επιτρέπεται εντός του επιδίκου ανέγερση οικοδομής, ο δε συντελεστής δόμησης του ανέρχεται σε 1,20, η κάλυψη σε 0,70, το ύψος σε 7,5 μέτρα και οι όροφοι σε δύο (2). Η σημερινή μορφή του ακινήτου ενέχει το στοιχείο της πλήρους εγκατάλειψης, εντός δε αυτού υπάρχει ερειπωμένο ισόγειο κτίσμα μεθ' υπογείου, το οποίο από πολλών ετών έχει καταστεί μη χρησιμοποιήσιμο (βλ.

προσκομιζόμενες φωτογραφίες). Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. 50/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου καθορίσθηκε η προσωρινή αποζημίωση για το ένδικο ακίνητο σε 2.400 ευρώ ανά τ.μ. Εκτίμηση της αξίας του ως άνω απαλλοτριουμένου ακινήτου δεν έγινε από την προβλεπόμενη κατά το άρθρο 15 του Ν. 2882/2001 επιτροπή, διότι κατά τις παραγράφους του εν λόγω άρθρο, εκτίμηση για τα ακίνητα που εμπίπτουν στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους, όπως στην προκειμένη περίπτωση, παραλείπεται (παρ. 6 αρθρ. 15 Ν. 2882/2001).

Ο αιτών Ε. Π.ς, διατείνεται με την υπό κρίση αίτηση του ότι η πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου του είναι πολύ μεγαλύτερη, τόσο της αντικειμενικής (1.597,97 ευρώ ανά τ.μ), όσο και της προσδιορισθείσας με το προαναφερθέν από 20.2.2013 έγγραφο της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων και Ακίνητης Περιουσίας της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς (2.400 ευρώ ανά τ.μ.) και ότι αυτή, με βάση τους δικούς του υπολογισμούς, ανέρχεται στο ποσό των 4.686 ευρώ ανά τ.μ.

Προς απόδειξη της αξίας της απαλλοτριωθείσας εκτάσεως προσκομίζει και επικαλείται την υπ' αριθμ. 79/1996 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης στο ποσό των 700.000 δραχμών, διαφορετικά 2.054 ευρώ ανά τ.μ., για όμορο ακίνητο, συνολικής εκτάσεως 227,86 τ.μ., το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά το έτος 1994 για λόγους δημόσιας ωφέλεια και ειδικότερα για την προστασία και ανάδειξη των αρχαίων στον αρχαιολογικό χώρο της ...

Νάξου, καθώς και την υπ' αριθμ. 1105/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απερρίφθη η κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως. Πλην των δύο αυτών αποφάσεων ο αιτών Ε. Π.ς ουδέν άλλο συγκριτικό στοιχείο προσκομίζει, από δε το υπ' αριθμ. ... (συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβ/φου Αθηνών Άννας Ελευθερίου-Παντελή, το οποίο αποτελεί τον τίτλο ιδιοκτησίας του ιδίου του ως άνω αιτούντος, προκύπτει ότι η αξία όλου του μεταβιβαζομένου ακινήτου (283,40 τ.μ.) υπολογίστηκε με βάση το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού στο ποσό των 41.586.480 δραχμών, διαφορετικά στο ποσό των 122.043,96 ευρώ, ήτοι σε 430 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο (122.043,96 : 283,40 τ.μ.).

Επίσης, από το υπ' αριθμ. πρωτ. 4951/14/23.9.2014 έγγραφο της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. Νάξου, που το Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζει και επικαλείται, προκύπτει πως για το επίδικο ακίνητο δεν υπάρχουν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, διότι στην πόλη της Νάξου από το έτος 1996 ισχύει το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων.

Η τιμή των 4.686 ευρώ, στην οποία υποστηρίζει ο αιτών Ε. Π.ς ότι ανέρχεται η αξία του κάθε τετραγωνικού μέτρου της απαλλοτριούμενης εδαφικής εκτάσεως του ακινήτου του, είναι, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, υπερβολική και μη ανταποκρινόμενη στις σημερινές συνθήκες της αγοράς ακινήτων, η εμπορική αξία των οποίων έχει μειωθεί σημαντικά λόγω της δυσμενούς οικονομικής κρίσης, της έλλειψης ρευστότητας και της απροθυμίας των επενδυτών να επενδύσουν τα χρήματα τους σε ακίνητα και δη σε περιοχές, όπως η επίδικη, δοθέντος ότι αυτή βρίσκεται πλησίον του αρχαιολογικού χώρου της ...

Νάξου και εντός της καθορισμένης ζώνης παραλίας, όπως τα όρια του αιγιαλού και της παραλίας έχουν καθοριστεί με την υπ' αριθμ.(429/31.2.1992 απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 484/Δ/26.5.1992 (βλ. τις σχετικές αναφορές στο από Σεπτέμβριο του 2011 και με Α/Α 3419 Κτηματολογικό Διάγραμμα - Πίνακα). Άλλωστε, ο αιτών, μολονότι κατέστη κύριος του εν λόγω ακινήτου από το έτος 1999 και από το έτος 1964 η δικαιοπάροχος μητέρα του, Α.

Π. (βλ. το υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Νάξου Κωνσταντίνου Δέτση), ούτε οικοδομή ανήγειρε εντός αυτού, αν και είχε από πολεοδομικής πλευράς τη σχετική δυνατότητα, ούτε προέβη σε κάποιου άλλου είδους εκμετάλλευση και αξιοποίησή του, ώστε να αποκομίσει τη σχετική πρόσοδο, όλα δε αυτά τα χρόνια τόσο ο ίδιος, όσο και η δικαιοπάροχος του, αρκέστηκαν στο να διατηρούν το όλο ακίνητο στην ίδια εγκαταλελειμμένη μορφή, μειώνοντας τοιουτοτρόπως από αισθητικής απόψεως τη συγκεκριμένη περιοχή, η οποία, σημειωτέον, αποτελεί πόλο έλξης των τουριστών, λόγω των εκεί υπαρχόντων αρχαιολογικών ευρημάτων.

Οι υπολογισμοί, εξάλλου, τους οποίους αυτός επιχειρεί στο δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεώς του, προκειμένου να καταδείξει την εμπορική αξία της απαλλοτριωθείσας εδαφικής εκτάσεως μετά την τυχόν ανοικοδόμησή της, δεν επιβεβαιώνονται από κάποια αναλυτική και εμπεριστατωμένη τεχνική έκθεση, το δε ποσό των 266.400 ευρώ, στο οποίο ο αιτών αναγάγει την αξία των απαλλοτριωθέντων 37,11 τετραγωνικών μέτρων ως κτισμένου πλέον οικοπέδου, φαντάζει εξωπραγματικό και μη ανταποκρινόμενο στις σημερινές οικονομικές συνθήκες, κατά τις οποίες οικήματα μεγάλου εμβαδού και πολυτελούς κατασκευής πωλούνται αντί πολύ μικρότερου του ανωτέρω τιμήματος.

Εξάλλου ο μάρτυρας του αιτούντος Ι. Δ., πολιτικός μηχανικός, που εξετάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατέθεσε ότι η τιμή ζώνης στην περιοχή αυτή που βρίσκεται ανέρχεται σε 2.400 ευρώ, ενώ προσδιορίζει την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου σε 3.500 - 4.000 ευρώ, με βάση την τιμή, στην οποία διαπραγματεύονταν υποψήφιοι αγοραστές την αγορά άλλων ακινήτων στην ίδια περιοχή, ενώ αντίθετα ο μάρτυρας του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου Α.

Μ., υπάλληλος της Δ.Ο.Υ Σύρου, που εξετάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προσδιορίζει την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου στην αντικειμενική του αξία, που το έτος 2014 ανερχόταν σε 1.600 ευρώ και κατά την εξέτασή του σε 1.046,15 ευρώ, καθόσον αυτό δεν έχει εμπορική αξία, λόγω του δεν υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον για την απόκτηση του, ενώ το εναπομείναν του απαλλοτριωμένου βρίσκεται εντός του αιγιαλού και της παραλίας.

Πέραν των παραπάνω αποδεικτικών μέσων οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε και προσκομίζουν κάποια άλλα συγκριτικά στοιχεία σχετικά με την αξία παρακειμένων και ομοειδών ακινήτων (αρθρ. 13 παρ. 1 Ν. 2882/2001) έτσι ώστε αυτά (στοιχεία) να αποτελέσουν το κριτήριο για προσδιορισμό ανάλογης αποζημίωσης και για το απαλλοτριωθέν ακίνητο.

Από την εκτίμηση λοιπών των αποδεικτικών αυτών στοιχείων, των όσων οι μάρτυρες κατέθεσαν στο ακροατήριο, αλλά και των λοιπών αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν μέχρι το τέλος της συζητήσεως στο ακροατήριο (άρθρα 19 παρ. 8 εδ. α' και 20 παρ. 6 ν. 2882/2001), ανάλογα με την τοπική και χρονική προσφορότητά τους, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτων ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση του μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξ αιτίας αυτής, σε 2000 ευρώ ανά τ.μ., ποσό στο οποίο πρέπει να καθορισθεί και η οριστική αποζημίωση.

Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή ο αιτών ιδιοκτήτης μπορεί να αντικαταστήσει την ιδιοκτησία τους με άλλη ισάξια Με βάση τα παραπάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά τον κρίσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου συζήτησης (11.5.2018). Λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος αυτός διότι από τον προσωρινό προσδιορισμό (6.2.2015) μέχρι το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό παρήλθε έτος (αρθρ. 8 Ν.2985 της 31.1/4.2.2002), χωρίς να υπολογιστεί η μεταβολή που θα επέλθει μετά τη δημοσίευση της απόφασης για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, ή την κατασκευή του έργου για το οποίο έγινε είναι ανέρχεται με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή της μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής, στο ποσό των 2.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και συνολικά στο ποσό των (2.000 Χ 37,11 τ.μ.=) 74.220 ευρώ, με το οποίο δύναται ο αιτών να αντικαταστήσει την ιδιοκτησία του με άλλη ισάξια.

Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης κατά την έννοια του άρθρου 13 του Ν.2882/2001, όπως αυτή αναλύθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη, ανταποκρίνεται δε πλήρως στην, κατά το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αιτήσεως, πραγματική εμπορική αξία της απαλλοτριωθείσας εκτάσεως, λαμβανομένων υπόψη, αφ' ενός της θέσεως, του ακινήτου, της αποστάσεως του από τη θάλασσα, της δυνατότητος εκμεταλλεύσεως του και της μέχρι σήμερον μη αξιοποίησης του και αφ' ετέρου της δυσμενούς οικονομικής κρίσης, της έλλειψης ρευστότητας και της απροθυμίας των επενδυτών να επενδύσουν τα χρήματα τους σε αγορές ακινήτων".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 165/2018 απόφασή του, δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμες την από 07-09-2015 αίτηση του αναιρεσίβλητου και την από 28-01-2016 αίτηση των αναιρεσειόντων και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου ακινήτου, στο προαναφερόμενο ποσό.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, όσον αφορά το ανωτέρω κεφάλαιο του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω μνημονευόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον, σύμφωνα με αυτή, ορθά προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του, σε ποσό μεγαλύτερο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, το Εφετείο, υποχρεούται να λάβει υπόψη του και την αντικειμενική αξία αυτού, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, όπως πράγματι την έλαβε υπόψη του το Εφετείο στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία όμως (αντικειμενική αξία) σε καμία περίπτωση δεν είναι υποχρεωτική και δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου.

Επίσης το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, λαμβάνοντας υπόψη ως κρίσιμο χρόνο για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αυτόν της συζήτησης ενώπιόν του (11.5.2018), καθόσον από τον προσωρινό προσδιορισμό (6.2.2015) μέχρι το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, παρήλθε έτος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω μνημονευόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά τον χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο τα αναιρεσείοντα διατείνονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, το Εφετείο, όσον αφορά το ίδιο ανωτέρω κεφάλαιο του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στην προηγηθείσα νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου του αναιρεσίβλητου, ενώ σύμφωνα με όλο το ανωτέρω περιεχόμενο αυτής, αιτιολογεί επαρκώς ειδικά την απόκλιση της ως άνω οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, ούτε τέλος, ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει με επάρκεια και σαφήνεια τα χαρακτηριστικά της περιοχής, στην οποία βρίσκεται το απαλλοτριωμένο ακίνητο εμβαδού 37,11 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου - οικοπέδου, συνολικής επιφανείας 283,40 τ.μ., κείμενο στη θέση "..." στη Χώρα Νήσου Νάξου, Νομού Κυκλάδων, επισημαίνοντας ότι είναι μια περιοχή, που βρίσκεται πλησίον του αρχαιολογικού χώρου της "..." Νάξου, εντός του οικισμού της Χώρας Νάξου, εντός της καθορισμένης ζώνης παραλίας, όπως τα όρια του αιγιαλού και της παραλίας έχουν καθοριστεί με την υπ' αριθμ. 429/31.2.1992 απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 484/Δ/26.5.1992, κείμενη στο άκρο της παραλιακής οδού, εξυπηρετούμενη από όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, με απέραντη θέα προς τη θάλασσα και προς τον αρχαίο Ναό του Απόλλωνα, δυνάμενη να αξιοποιηθεί, καθόσον είναι πολεοδομικά και οικιστικά διαμορφωμένη και η οποία εμπίπτει από το έτος 1996 στο αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας της, ανερχόμενη για το επίδικο ακίνητο, κατά τον κρίσιμο χρόνο στο ποσό των 1.597,97 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

Αναφέρει, επίσης αναλυτικά και αξιολογεί, ανάλογα με την τοπική και χρονική προσφορότητά τους, όλα τα συγκριτικά στοιχεία που προσκόμισαν τα διάδικα μέρη, συνεκτιμώντας δε και τις καταθέσεις των ενώπιόν του (Εφετείου) εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων, τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες και ειδικότερα τις συνθήκες στην αγορά ακινήτων στην προαναφερόμενη περιοχή του επιδίκου, λαμβάνοντας υπόψη και το μνημονευόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση από 20.2.2013 και με αριθμ.

πρωτ. ΥΠΑΙΘΠΑ/ΓΓΠ/ΓΔΑΚΠ/ΔΑΑΠ/Φ.128/1403/ 609/9 έγγραφο της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων και Ακίνητης Περιουσίας της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, σύμφωνα με το οποίο η αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου ανέρχεται σε 2.400 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ήτοι υπερβαίνει σημαντικά την αντικειμενική του αξία, προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου ακινήτου, στο ποσό των 2.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, αιτιολογώντας, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες παραδοχές της, ειδικά την απόκλιση της εν λόγω αξίας, από την αξία αυτού που προκύπτει κατά το αντικειμενικό σύστημα και ανέρχεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τον κρίσιμο χρόνο στο ποσό των 1.597,97 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και συγκεκριμένα την απαιτούμενη αιτιολογία και καλύπτεται με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και ο τρίτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος, κατά το οικείο μέρος τους, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο τα αναιρεσείοντα υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με τους ίδιους λόγους και κατά το λοιπό μέρος τους, κατά το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, από το περιεχόμενο των οποίων δεν προκύπτει ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, υπό την επίφαση των από το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, πλημμελειών, η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς πραγματικά ζητήματα και ως προς επιχειρήματα του Εφετείου, που διατυπώθηκαν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς, οι λόγοι αυτοί, κατά το ως άνω μέρος τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. [που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δικ.), αλλά και της αρχής της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)], ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση) και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων, ούτε επίσης και τα επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν τα ανωτέρω προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολομ.

ΑΠ 14/2004, ΑΠ 231/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου του εγγράφου και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 833/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολομ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, κατά το οικείο μέρος του, τα αναιρεσείοντα αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.

β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, ως προς το ερευνώμενο στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας της οφειλόμενης αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν τμήμα του ακινήτου του αναιρεσίβλητου, [που αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό της οφειλόμενης ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου αυτού για την οποία γίνεται αναφορά κατωτέρω], δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτά (αναιρεσείοντα) και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους αναφορικά με τους μειωτικούς της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου παράγοντες και ειδικότερα αφενός τη γειτνίασή του με τον παρακείμενο αρχαιολογικό χώρο και αφετέρου το χαρακτήρα του εναπομένοντος τμήματος ως καθορισμένης ζώνης παραλίας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ανωτέρω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, δεχόμενο ότι η περιοχή του επίδικου ακινήτου βρίσκεται εντός του οικισμού της Χώρας Νάξου, πλησίον του αρχαιολογικού χώρου της "..." Νάξου, και εντός της καθορισμένης ζώνης παραλίας, όπως τα όρια του αιγιαλού και της παραλίας έχουν καθοριστεί με την υπ' αριθμ. 429/31.2.1992 απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 484/Δ/26.5.1992 και αξιολογώντας και τους προσδιοριστικούς αυτούς παράγοντες της αξίας του, προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου ακινήτου, στο προαναφερόμενο ποσό.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον στην πραγματικότητα τα αναιρεσείοντα δεν αιτιώνται τη μη λήψη υπόψη των ανωτέρω ισχυρισμών τους, αλλά παραπονούνται γιατί το Εφετείο, παρά την ύπαρξη των ανωτέρω προσδιοριστικών της αξίας του επίδικου ακινήτου, μειωτικών, κατά τους ισχυρισμούς τους, παραγόντων [που, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο], κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα, όσον αφορά την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, διαφορετικό από αυτό που τα αναιρεσείοντα θεωρούν ως ορθό και διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμός 8 περ.

β' Κ.Πολ.Δ, πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α'/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του εν λόγω νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.

Η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ. ΑΠ 31/2005, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 273/2019, ΑΠ 1554/2017). Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971.

Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 465/2020, ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 96/2015).

Τέλος, ενόψει της ως άνω διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν, καθώς και τη, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις.

Επιπλέον, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά τη διάταξη αυτή, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης εξαιτίας μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτιο, αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 465/2020, ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 205/2017).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγήθηκε σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτόν λόγο, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά το δικαστήριο .ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 392/2022, ΑΠ 235/2019). Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει και όταν το δικαστήριο, κατά την ανάγνωση του εγγράφου, παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου του που είναι κρίσιμες, δηλαδή τέτοιες που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Για τη θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει επιπλέον το έγγραφο να αφορά απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή η κρίση του δικαστηρίου για απόδειξη ή όχι του ισχυρισμού αυτού, να είναι επιβλαβής για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 2060/2007).

Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 766/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 165/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, αναφορικά με το κεφάλαιο του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του ακινήτου του αναιρεσίβλητου, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, όσον αφορά το αίτημα περί επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατ' άρθρο 13 παρ.4 του Ν. 2882/2001, λόγω μείωσης της αξίας του τμήματος του ακινήτου, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση και η οποία προκαλείται εξαιτίας αυτής, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Από το με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Δόμησης Δήμου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων προκύπτει ότι μετά την απαλλοτρίωση το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 246,29 τ.μ., κατέστη ένεκα της απαλλοτριώσεως μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο.

Συνεπώς, υφίσταται μείωση της αξίας του, αφού πλέον δεν μπορεί να ανεγερθεί επ' αυτού οικοδομή και μείωση της δυνατότητας εκποιήσεως λόγω των ανωτέρω. Με βάση στοιχεία αυτά, η προαναφερόμενη απόφαση του μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, που προσδιόρισε προσωρινά την αποζημίωση έκρινε ότι υφίσταται μείωση η αγοραία αξία του κατά ποσοστό 20%.

Το Ελληνικό Δημόσιο ζητεί να μην επιδικαστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν γιατί αυτό ευρίσκεται εντός αιγιαλού και παραλίας διαφορετικά γιατί ουδεμία μείωση της αξίας του υπέστη από την απαλλοτρίωση. Ο αιτών Ε. Π.ς ισχυρίζεται ότι η μείωση πρέπει να καθορισθεί σε ποσοστό 50% της αξίας κυρίως διότι το τμήμα αυτό του ακινήτου του απώλεσε λόγω της απαλλοτρίωσης την οικοδομησιμότητά του.

Ο ισχυρισμός τους αυτός είναι μερικά μόνο βάσιμος, αφού πλέον δεν μπορεί να ανεγερθεί επ' αυτού οικοδομή, αυτή δε η μείωση ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε ποσοστό 30%, δηλαδή σε 600 ευρώ ανά τ.μ. (2.000 Χ 30%) και συνολικά στο ποσό των (600 Χ 246,29 τ.μ. =) 147.774 ευρώ, δοθέντος ότι το τμήμα τούτο του ακινήτου παραμένει στην ιδιοκτησία του αιτούντος, αυτός δε δύναται να επιδοθεί σε άλλου είδους εκμετάλλευση και αξιοποίησή του, όπως είναι επί παραδείγματι η εμπορική εκμετάλλευση, αφού αυτή δεν τυγχάνει απαγορευτέα".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 07-09-2015 αίτηση του αναιρεσίβλητου και ως ουσιαστικά βάσιμη, όσον αφορά το αίτημά της περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του ακινήτου του και καθόρισε την ιδιαίτερη αποζημίωση στο προαναφερόμενο ποσό.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε [ όσον αφορά το ανωτέρω κεφάλαιο του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του επίδικου ακινήτου και όσον αφορά τον προβληθέντα ενώπιόν του (Εφετείου) ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι το εναπομείναν εκτός της απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου του αναιρεσίβλητου δεν κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο εξ αιτίας της απαλλοτρίωσης, αλλά αυτό ήταν ήδη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, γιατί βρίσκεται εντός της καθορισθείσας προηγουμένως, ήδη από το έτος 1992, ζώνη της παραλίας ], ότι: "Από το με αριθμ.

πρωτ. ... έγγραφο του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Δόμησης Δήμου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων προκύπτει ότι μετά την απαλλοτρίωση το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 246,29 τ.μ., κατέστη ένεκα της απαλλοτριώσεως μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο". Πλην όμως από το προσκομιζόμενο με επίκληση με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Δόμησης Δήμου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων, κατά την ισχύουσα ορθή από 02-02-2016 επανάληψή του [που παραδεκτά επισκοπείται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του ερευνώμενου δεύτερου (υπό στοιχ.

ΙΙ) αναιρετικού λόγου] και το οποίο είχε προσκομισθεί νόμιμα με επίκληση από τα αναιρεσείοντα, ενώπιον του δικάσαντος, τις ένδικες ανωτέρω αιτήσεις των διαδίκων, Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, προκύπτει ότι, σε αντίθεση με αυτά που δέχθηκε το ως άνω Εφετείο, στο έγγραφο αυτό αναφέρονται κατά λέξη τα ακόλουθα: "1. Το ακίνητο με αρ. 1 που φαίνεται στο φωτ/φο Τοπογραφικού διαγράμματος που μας υποβάλλατε θεωρημένο από το Τμήμα Αρχαιολογικών Πόρων, είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και ανήκει στη ζώνη παραλίας, που καθορίστηκε με το ΦΕΚ 484δ/26-5-1992. 2. Το συνολικό ακίνητο 1+2 που φαίνεται στο ίδιο Τοπογραφικό διάγραμμα, επίσης δεν είναι οικοδομήσιμο. Εάν το συνολικό ακίνητο ήταν και άρτιο, η Υπηρεσία μας, δεν έχει στοιχεία για να το βεβαιώσει".

Συνεπώς, το Εφετείο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, καθόσον παραμόρφωσε, ως προς τον ανωτέρω ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, το περιεχόμενο του προαναφερόμενου εγγράφου, στο οποίο κυρίως στήριξε τις ανωτέρω παραδοχές του [ και δη ότι το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου κατέστη ένεκα της απαλλοτρίωσης μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο], αφού δέχθηκε πραγματικά γεγονότα αντίθετα από το περιεχόμενο του εγγράφου τούτου, κατά την ορθή επανάληψή του. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, υπό στοιχ.

ΙΙ, κατά οικείο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση της παραμόρφωσης του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν της παραδοχής της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει την αποδοχή της αναίρεσης ως προς το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης περί επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του εναπομένοντος εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματος του ανωτέρω ακινήτου του αναιρεσίβλητου, παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του ίδιου ως άνω δεύτερου λόγου, κατά το μέρος του κατά το οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση για το ίδιο αυτό κεφάλαιο, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, καθώς και η εξέταση των πρώτου, δεύτερου και τρίτου πρόσθετων αναιρετικών λόγων με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθμούς 12, 10, 8 (κατά το μέρος που αφορά το ανωτέρω κεφάλαιο της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου) και 19 του .άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου και του τρίτου εδαφίων της με το άρθρο 130 παρ. 1 και 2 του ν. 4070/2012 (Α' 82) και του τέταρτου εδαφίου της με την παρ. 10 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 (Α'90), ορίζεται ότι: " 4. Η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 (Α' 32), αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του ν. 2362/1995 (Α' 247) η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Η απόφαση του μονομελούς εφετείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης".

Εξάλλου στα άρθρα 63 και 68 του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων, ΦΕΚ Α' 208/27.09.2013) ορίζεται ότι : " Άρθρο 63 Καθορισμός αμοιβής με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης. 1. Η αμοιβή, σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης ως εξής: i. Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής όπως παρακάτω:

α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ. β) 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ.... Άρθρο 68. Αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση 1. Για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα και του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται στο μισό της αμοιβής αυτής".

Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής στο οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν, σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής ώστε να μην επέρχεται, φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης, που αυτός δικαιούται (Ολ.

ΑΠ 502/2005 και 17/2000), προκύπτει, ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου (ήδη Μονομελούς Εφετείου) και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημίωσης α) κατά το ανωτέρω άρθρο 63 του Κώδικα Δικηγόρων, για τη σύνταξη της αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) κατά το ανωτέρω άρθρο 68 του Κώδικα Δικηγόρων, στο ήμισυ της αμοιβής αυτής για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο.

Ο προσδιορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων σε περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του ν. 2362/1995 (άρθρο 18 παρ. 4 εδ. 3 του ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012), εφαρμόζεται σε υποθέσεις που συζητήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας μετά την έναρξη ισχύος της τελευταίας αυτής διατάξεως (ΑΠ 664/2022, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 844/2015, ΑΠ 926/2015, ΑΠ 1021/2015, ΑΠ 2227/2013), δηλαδή μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, 10.4.2012.

Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι για την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις, η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (ΑΠ 664/2022, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 683/2021, ΑΠ 272/2018).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, σε σχέση με το κεφάλαιο της πληττόμενης απόφασης αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, που επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, άσκησε αυτοτελή αίτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης αυτής, που συνεκδικάστηκε με την αυτοτελή αίτηση των αναιρεσειόντων, και παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατ' ακολουθίαν, τα δικαστικά έξοδα του δικαιούχου της αποζημίωσης αιτούντος Ε.

Π., πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση Ελληνικού Δημοσίου κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρο 191 παρ.2 ΚΠολΔικ), καθοριζόμενα ενιαίως, τόσο για την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου διαδικασία, όσο και για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημιώσεως, και τα οποία περιλαμβάνουν την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του για τις παραστάσεις του τόσο στη δίκη του προσωρινού καθορισμού της αποζημιώσεως όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με τα απαραίτητα για τη διεξαγωγή της λοιπά έξοδα και την, προσδιοριζόμενη ενιαίως στις δύο δίκες, αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος (για τη σύνταξη της αιτήσεως και προτάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου) σε ποσοστό 3% επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημίωσης και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικό τμήμα της ιδιοκτησίας που αναφέρεται παραπάνω, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό".

Ακολούθως, η προσβαλλόμενη καταλόγισε τη δικαστική δαπάνη ως εξής: "ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το Ελληνικό Δημόσιο και υπόχρεο σε αποζημίωση στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δικαιούχου της αποζημιώσεως αιτούντος, και συγκεκριμένα α) στην αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του για τις παραστάσεις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου και του παρόντος Δικαστηρίου, μετά των εξόδων, ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ, και β) στην αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος Ε.

Π.υ για τη σύνταξη της αιτήσεως και των αντίστοιχων προτάσεων σε ποσοστό 3% επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εκτός απαλλοτρίωσης απομένον τμήμα της ιδιοκτησίας του, που αναφέρεται παραπάνω". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 18 του Ν. 2882/2001 καθόσον, αν και δέχθηκε αρχικά ότι η δαπάνη της απαλλοτρίωσης βαρύνει τον προϋπολογισμό του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, ήτοι του δεύτερου αναιρεσείοντος, ακολούθως, δεν καταδίκασε αυτό, ως υπόχρεο στην καταβολή της αποζημίωσης, στη δικαστική δαπάνη του αναρεσίβλητου, αλλά, κατά παράβαση της ως άνω διάταξης, καταδίκασε το πρώτο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη αυτή, το οποίο όμως δεν ήταν υπόχρεο στην καταβολή της αποζημίωσης.

Περαιτέρω, το Εφετείο, δεν περιόρισε την καταβλητέα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου αμοιβή, στο ήμισυ των οριζομένων στις παραπάνω διατάξεις αμοιβών, σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο στην ένδικη περίπτωση άρθρο 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, παρά το ότι τόσο το Δημόσιο, όσο και το δεύτερο αναιρεσείον, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", που εποπτεύεται από το Υπουργείο Πολιτισμού, είναι φορείς που, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υπάγονται στη Γενική Κυβέρνηση.

Επομένως, το Εφετείο, και με την τελευταία αυτή κρίση του παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να ορίσει την καταβλητέα αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσίβλητου: α) για τη σύνταξη της αίτησής του σε ποσοστό 2% μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ της καθοριζομένης οριστικής αποζημίωσης και 1,5 % για το ποσό από 200,001 έως 750.000 ευρώ, και β) για τη σύνταξη των προτάσεων στο ήμισυ της ανωτέρω αμοιβής και ακολούθως να περιορίσει την αμοιβή που προκύπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, στο ήμισυ αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, το οποίο εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση, καθόσον η προκειμένη υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου στις 11.5.2018, δηλαδή μετά την 10.4.2012, και υπό την ισχύ του ανωτέρω Κώδικα Δικηγόρων.

Επομένως ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αυτής, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο, ως προς τον καθορισμό της δικαστικής δαπάνης, η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνει δεκτοί.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και δη μόνο κατά το κεφάλαιο του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του ακινήτου του αναιρεσίβλητου και αυτό των δικαστικών εξόδων και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο κατά τα κεφάλαιά της αυτά.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ανωτέρω αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 ν. 3693/1957 ορίζει ότι "εις τας δίκας μετά του δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα α)..., β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήσει και εν μέρει ηττηθεί".

Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής συνάγεται ότι ως μερική νίκη και ήττα διαδίκου, συνεπαγομένη υποχρεωτικώς το συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων, νοείται η αφορώσα στη μερική παραδοχή ή απόρριψη κεφαλαίου της αγωγής ή της αίτησης. Είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομική και ως τέτοια δεν καταργήθηκε από τον ΚΠολΔ και τον Εισαγωγικό αυτού Νόμο (ΑΠ 938/2020, ΑΠ 205/2017).

Επομένως, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων (άρθρο 22 παρ. 2 εδάφ. β' ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της, την υπ' αριθμ. 165/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. -

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τα κεφάλαιά της αυτά, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. -Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ