Legislator Case Law & Legislation
1948/2019 AI generated

Supreme Court quashes defamation verdict for lack of specific proof of defendant's knowledge of falsity.

Case Number 1948/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned a lower court's conviction for slander against a police officer. The defendant was found guilty of spreading false claims about the officer's unauthorized entry onto his property, but the appellate court ruled the original judgment failed to provide specific evidence proving the defendant knew these claims were false. Consequently, the conviction was set aside, and the case was remanded for retrial with a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 362 and 363 of the Penal Code; The court established that a conviction for slander requires specific factual evidence demonstrating the defendant's knowledge of the falsity of the alleged facts, rather than relying on general assertions.

Keywords

AI generated
slander defamation mens rea knowledge of falsity remand for retrial specific evidence criminal appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 362 of the Penal Code
Article 363 of the Penal Code
Article 473 paragraphs 2, 3 of the preceding Code of Criminal Procedure
Article 474 paragraphs 1 and 2 of the preceding Code of Criminal Procedure
Article 589 paragraph 3 of the new Code of Criminal Procedure
Article 510 paragraph 1 letter D of the Code of Criminal Procedure
Article 522 of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1948 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1948/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Χαλντούπη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Γ. του Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρίζο, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΖΤ4707/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Φ. του Δ., κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Φανό.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 3528/19-3-2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 486/2019.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπ' αρ. πρωτ. 3528/19.3.2019 αίτηση-δήλωση προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. ΖΤ 4707/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1 και 2 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, κατ' άρθρο 589 παρ.3 νέου ΚΠΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

IΙ. Κατά το άρθρο 362 του ΠΚ, με τις αναφερόμενες σε αυτό ποινές τιμωρείται "όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτων ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του'', κατά δε το ευμενέστερο, ως προς την ποινή, άρθρο 363 του προηγούμενου ΠΚ "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, μαζί με τη φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή''. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, γ) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και δ) άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον του τρίτου του ψευδούς γεγονότος εν γνώσει του δράστη, με την έννοια της βεβαιότητας, ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και δεν αρκεί απλός δόλος. Ως "ισχυρισμός" νοείται η ανακοίνωση που προέρχεται από γνώμη ή πεποίθηση του ίδιου του δράστη ή από μετάδοση άλλου προσώπου, που υιοθέτησε ο δράστης, ενώ ως "διάδοση" νοείται η μετάδοση ανακοίνωσης άλλου προσώπου από τον δράστη, χωρίς αυτός να την υιοθετεί.

ΙΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τα άρθρα 139, 177 του ισχύοντος ΚΠΔ, όταν υφίσταται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αληθή για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ'αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως.

Έτσι, επί συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται η παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της συκοφαντικής δυσφήμησης ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. (ΑΠ 196/2017).

ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής : << ..... στον ... στις 20.12.2011 ενώπιον τρίτων και συγκεκριμένα ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του ΑΤ ..., όπου και υπέβαλε έκθεση προφορικής μήνυσης σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Δ.

Φ. του Δ. και του πατέρα του Δ. Φ. (με τους οποίους είναι συγγενείς), ισχυρίστηκε για τον πολιτικώς ενάγοντα γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, τα οποία ήταν αναληθή και αυτός γνώριζε για την αναλήθειά τους, καθώς και ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε στην παραπάνω μήνυση του ότι ο πολιτικώς ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 17 έως 19.12.2011 στην περιοχή ...

νομού ….. και σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του (του κατηγορουμένου) προέβη σε πράξεις αυτοδικίας (άρθρο 331 του ΠΚ) και συγκεκριμένα ότι εισήλθε με το ΙΧΕ αυτοκίνητο του και με τρακτέρ σε αγροτικό δρόμο που παράνομα είχε διανοίξει το έτος 2009 ο πατέρας του Δ. Φ. στο παραπάνω οικόπεδο. Όλα δε τα παραπάνω ήταν ψευδή, καθώς ο πολιτικώς ενάγων στις 18 και 19.12.2011 ήταν σε διατεταγμένη υπηρεσία εποχούμενης περιπολίας από ώρα 06:00 έως ώρα 14:00, όντας αστυνομικός υπηρετών στο ΑΤ ... (βλ.

την από 21.12.2011 και με αριθμ. πρωτ. ...20/12/5-α' βεβαίωση του ΑΤ ...). Επίσης, ο κατηγορούμενος αν και γνώριζε ότι αυτά είναι αναληθή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος τα ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων και δη ενώπιον των αστυνομικών του ΑΤ ..., ενώπιον των οποίων και προέβη στην προφορική υποβολή της μήνυσής του, βλάπτοντας έτσι την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος.

Ο κατηγορούμενος εμφάνισε τον τελευταίο να έχει προβεί στην καταγγελλόμενη πράξη της αυτοδικίας (που ετέθη στο αρχείο με εισαγγελική διάταξη κατ' άρθρο 4 του Ν.4043/2012) τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο παρόλο που ήταν συνταξιούχος αστυνομικός και γνώριζε ότι έθετε έτσι σε κίνηση διαδικασία σύλληψής του στα πλαίσια του αυτοφώρου και ακολούθως την πειθαρχική του δίωξη.

Μάλιστα προέβη στην ανωτέρω ενέργεια χωρίς προηγουμένως να πάρει εισαγγελική παραγγελία και να εκφράσει παράπονα όπως έκανε προηγουμένως κατά του πατέρα του πολιτικώς ενάγοντος Δ. Φ. του Γ. και χωρίς να προβεί σε υποβολή μήνυσης και κατά των υπολοίπων μελών της οικογένειας του πολιτικώς ενάγοντος (μητέρας και αδελφού) για τους οποίους ο κατηγορούμενος είχε επίσης πληροφορηθεί από τον αδελφό του (Σ.

Γ. του Φ.) ότι προέβαιναν σε πράξεις αυτοδικίας κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα. Τα παραπάνω αποτελούν στοιχεία ενισχυτικά του άμεσου δόλου α' βαθμού του κατηγορουμένου και της ηθελημένης εκφοράς του παραπάνω ισχυρισμού του σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του.

Πρέπει, συνεπώς, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος κατά πλειοψηφία για την πράξη που κατηγορείται και με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως>>.

Στη συνέχεια κήρυξε κατά πλειοψηφία ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: <<Στον ... στις 20.12.2011 ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για κάποιον άλλο γεγονότα που μπορούν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του, τα γεγονότα δε αυτά είναι ψευδή και αυτός γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή και μπορούν να βλάψουν την τιμή και υπόληψή του. Συγκεκριμένα υπέβαλε ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Α/Τ ... έκθεση προφορικής μήνυσης, στην οποία ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα Δ. Φ. του Δ. ότι κατά το χρονικό διάστημα από 17-19.12.2011 στην περιοχή ... Νομού ... σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του (του κατηγορουμένου) προέβη σε πράξεις αυτοδικίας και συγκεκριμένα ότι εισήλθε με το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο του και με τρακτέρ στο ανωτέρω οικόπεδο. Όλα δε τα παραπάνω είναι ψευδή, καθώς ο ανωτέρω την 18 και 19.12.2011 ήταν υπηρεσία όντας αστυνομικός υπηρετών στο Α/Τ ... και αυτός αν και γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή και μπορούν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος, τα ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων, βλάπτοντας έτσι την τιμή και υπόληψη του>>.

V. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με την ύπαρξη του απαιτούμενου, για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, άμεσου δόλου και δη τη γνώση εκ μέρους του κατηγορουμένου της αναλήθειας των αναφερόμενων δυσφημιστικών γεγονότων.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο περιορίσθηκε στη διατύπωση των περιεχόμενων στο σκεπτικό και το διατακτικό γενικών φράσεων, όπως ότι τα γεγονότα που ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων <<ήταν αναληθή και αυτός γνώριζε για την αναλήθειά τους>>, ότι << αν και γνώριζε ότι αυτά είναι αναληθή>> ή << εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές>>, χωρίς να παραθέτει πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η γνώση του αυτή σε σχέση με την αναλήθεια των καταγγελθέντων περιστατικών.

Δεν καταδεικνύεται δε τέτοια γνώση, και μάλιστα με βεβαιότητα, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην υποβολή της ψευδούς έγκλησης, χωρίς προηγουμένως να πάρει εισαγγελική παραγγελία και να εκφράσει παράπονα και χωρίς να προβεί σε υποβολή μήνυσης και κατά των υπολοίπων μελών της οικογένειας του πολιτικώς ενάγοντος Ούτε εκτίθενται στοιχεία, με βάση τα οποία να προκύπτει ότι ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του κατηγορουμένου θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε η γνώση θεωρείται αυτονόητη (ΑΠ 445/2016).

Αντίθετα γίνεται δεκτό ότι η πληροφόρησή του για το γεγονός αυτό έγινε από τρίτον.

Συνεπώς, το Δικαστήριο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ πλημμέλεια και είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης. Κατά παραδοχή δε του λόγου αυτού της αναίρεσης και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως, (άρθρο 522 ΚΠΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. ΖΤ 4707/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως .

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ