Legislator Case Law & Legislation
1948/2018 AI generated

1948/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1948/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:'Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1948/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 27ΖΤ/2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα εξής: "Οι πολιτικώς ενάγουσες, Ε.

Keywords

AI generated
explosives and pyrotechnic articles safety regulations violation endangerment offence misuse of permits and plates dangerous substances unauthorized weapon possession
AI generated
2443/2009
Άρθρα 476 §§1 & 2 ΚΠΔ.
1568/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
1491/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1886/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ.260/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.
1353/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά - Εισηγήτρια, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1948 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1948/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:'Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Δ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χατζηντούνα, για αναίρεση της υπ'αριθ. 27ΖΤ/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1)Ε. Γ. και 2)Μ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίες δεν εμφανίστηκαν. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ. πρωτ. ..94/2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 547/18

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση, υπ' αρ. πρωτ. 3794/2018, αίτηση-δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. 27ΖΤ/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2, 3,, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ) . Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν .

ΙΙ. Στο άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ ορίζεται ότι: "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του Π.Κ.) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με την θέση της υπογραφής του φερόμενου ως συντάκτη είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου), ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της εν λόγω αξιόποινης πράξης και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση .

Ως χρήση δε του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, η οποία όταν γίνεται από τον ίδιο τον πλαστογράφο συνιστά, κατά την παράγραφο 1 εδ. β' ΠΚ, απλώς επιβαρυντική περίπτωση, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου τιμωρείται ως αυτοτελές έγκλημα, νοείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία καθιστά προσιτό το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο σε εκείνον, του οποίου επιδιώκεται η παραπλάνηση, παρέχουσα τη δυνατότητα σ' αυτόν να λάβει γνώση του περιεχομένου του εγγράφου,, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος ή όταν χρησιμοποιηθεί το πλαστό έγγραφο κατά οποιονδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα από άλλο πρόσωπο που διατελεί σε καλή πίστη, ως προς την πλαστότητα του εγγράφου (ΟΛΑΠ 1/2018, ΑΠ 769/2013, ΑΠ 381/2016) .

ΙΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 8/2017, ΑΠ 226/16).

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ'αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως π.χ στην ψευδορκία, ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) (ΑΠ 66/2017, ΑΠ 122/2016), οπότε η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (ΑΠ 290/2016).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά από αυτά, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177παρ 1 και 178 ΚΠΔ.

IV. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 27ΖΤ/2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα εξής: "Οι πολιτικώς ενάγουσες, Ε.

Γ. και Μ. Κ., προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως εθελόντριες στον πυροσβεστικό σταθμό ..., του οποίου προϊστατο ο κατ/νος Ι. Δ.. Ο κατηγορούμενος στις 8-6-2010 εμφανίστηκε στο κατάστημα της εταιρείας μεταφοράς χρημάτων "WΕSΤΕRΝ UΝΙΟΝ" που βρίσκεται στη … και σε εντολή μεταφοράς χρημάτων της τελευταίας έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της ανωτέρω Ε.

Γ. την συναίνεση της, με κωδικό ελέγχου μεταφοράς χρημάτων ...828, ποσού 5.000 ευρώ, με την οποία φέρονταν η ανωτέρω να αποστέλλει το ως άνω ποσό στον Μ. U. στο …. Ολλανδίας. Σημειωτέον ότι τα στοιχεία ταυτότητας της ανωτέρω είχε λάβει γνώση από έτερη εντολή που είχε υπογράψει η ίδια στις 22-5-2010, κατόπιν παρότρυνσης του κατηγορούμενου με το πρόσχημα ότι έτσι συμβάλει σε χορηγίες που πρόκειται να γίνουν στον εν λόγω πυροσβεστικό σταθμό.

Με την ίδια δε δικαιολογία είχε καταφέρει να λάβει γνώση των στοιχείων ταυτότητας και της έτερης πολιτικώς ενάγουσας Μ. Κ. που την είχε πείσει, δήθεν για τον ίδιο σκοπό, να υπογράψει εντολή αποστολής χρημάτων την 01-06-2010. Περαιτέρω ενόψει του ότι γνώριζε, κατά τα ανωτέρω, τα στοιχεία ταυτότητας της Μ. Κ., στις 11-06-2010, εμφανίστηκε στο ίδιο κατάστημα της εταιρείας μεταφοράς χρημάτων "WΕSΤΕRΝ UΝΙΟΝ" που βρίσκεται στη … και σε εντολή μεταφοράς χρημάτων της τελευταίας έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της ανωτέρω Μ.

Κ. χωρίς την συναίνεση της, με κωδικό ελέγχου μεταφοράς χρημάτων ...84, ποσού 5.000 ευρώ, με την οποία φέρονταν να αποστέλλει το ως άνω ποσό στην F. Z. στο ... Ολλανδίας. Οι εν λόγω πολιτικώς ενάγουσες αρνούνται τις υπογραφές στις ως άνω εντολές χρημάτων. Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος επιδίωξε να ολοκληρωθούν και να λειτουργήσουν οι ως άνω εντολές χρημάτων και να εμφανίζονται ότι οι πολιτικώς ενάγοντες αποστέλλουν τα ανωτέρω χρήματα, ενώ στην πραγματικότητα τα απέστελνε ο ίδιος (χωρίς να προκύπτει η πραγματική προέλευση τους) καθιστάμενες τούτες υπόλογες για την αποστολή αυτών των χρημάτων.

Ακολούθως τις ανωτέρω πλαστές εντολές ως προς την υπογραφή του αποστολέα έδωσε στη δεύτερη κατηγορούμενη, την πρώτη στις 08-06-2010 και τη δεύτερη στις 11-06-2010, που ήταν υπάλληλος της παραπάνω εταιρείας στο ως άνω κατάστημα, τις οποίες παρέλαβε και εκτέλεσε" Στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "στη Νέα Μάκρη.

στις 8-6-2010 και στις 11-6-2010 με περισσότερες της μιας πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, του δε εγγράφου τούτου έκανε και χρήση• Συγκεκριμένα την 8-6-2010, εμφανίστηκε στο κατάστημα της εταιρίας μεταφοράς χρημάτων "WΕSΤΕRΝ UΝΙΟΝ", που βρίσκεται στη ….

και επί της ... και έθεσε κατ; απομίμηση την υπογραφή της μηνύτριας Ε. Γ., εν αγνοία της και χωρίς τη συναίνεση της στην, με κωδικό ελέγχου μεταφοράς χρημάτων ...828, εντολή μεταφοράς χρημάτων της, με προορισμό το …. ΟΛΛΑΝΔΙΑΣ και παραλήπτη τον Μ. U., ποσού πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. Επίσης εμφανίστηκε στο κατάστημα της εταιρίας μεταφοράς χρημάτων "WΕSΤΕRΝ UΝΙΟΝ", που βρίσκεται στη ….

και επί της ... και έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της μηνύτριας Μ. Κ., εν αγνοία της και χωρίς τη συναίνεσή της στην. με κωδικό ελέγχου μεταφοράς χρημάτων ...84, εντολή μεταφοράς χρημάτων της "WΕSΤΕRΝ UΝΙΟΝ" με προορισμό το ... ΟΛΛΑΝΔΙΑΣ και παραλήπτη την F. Z., ποσού πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. Στις ενέργειές του αυτές προέβη με σκοπό να ολοκληρωθούν και να λειτουργήσουν οι εν λόγω εντολές μεταφοράς χρημάτων και για να καταστήοει υπόχρεες και υπεύθυνες για την αποστολή των χρηματικών ποσών τις μηνύτριες Ε.

Γ. και Μ. Κ., αντίστοιχα." V. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδίκασε τoν αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13γ, 27, 98, 216 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες, καθόσον α) στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχονται ειδικότερες σκέψεις αναφορικά με τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δεν αποτελεί τούτο πιστή αντιγραφή του διατακτικού. β) αναφέρεται ο σκοπός του κατηγορουμένου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση των πλαστών εντολών άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, και ειδικότερα ότι "επιδίωξε να ολοκληρωθούν και να λειτουργήσουν οι ως άνω εντολές χρημάτων και να εμφανίζονται οι πολιτικώς ενάγοντες ότι αποστέλλουν τα ανωτέρω χρήματα, ενώ στην πραγματικότητα τα απέστελνε ο ίδιος (χωρίς να προκύπτει η πραγματική προέλευση τους) καθιστάμενες τούτες υπόλογες για την αποστολή αυτών των χρημάτων." Ενώ οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου .

Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτολογίας, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος .

IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το έγγραφο αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή το μη αναγνωσθέν στο ακροατήριο περιεχόμενο αυτού προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν αυτό αναφέρεται απλώς ιστορικά ή διηγηματικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (ΑΠ 1/2017, ΑΠ 911/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναφορά στο αιτιολογικό της απόφασης στη μη αναγνωσθείσα προγενέστερη εντολή της δεύτερης πολιτικώς ενάγουσας Μ. Κ., με αφορμή την οποία ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση των στοιχείων της ενλόγω πολιτικώς ενάγουσας, γίνεται διηγηματικώς και όχι για να στηρίξει την κρίση του δικαστηρίου περί της ενοχής του κατηγορουμένου(ΑΠ 118/2017).

Συνεπώς, ο εκ τούτου άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ σχετικός λόγος περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. πρωτ. 3794/2018 αίτηση-δήλωση του Ι. Δ. του Κ. προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. 27ΖΤ/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ