Legislator Case Law & Legislation
1948/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank judgment regarding unauthorized signature on promissory notes.

Case Number 1948/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment from the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the Court of Appeal failed to consider his claim regarding the lack of consent for the bank's actions, but the court ruled this was a negative defense already addressed. The court held that the appeal arguments were inadmissible because they either lacked specificity or were merely restatements of rejected defenses.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(8) K.Pol.D.; Art. 183, 176 K.Pol.D.: An appeal argument is inadmissible if it challenges a negative defense as unconsidered, since such defenses are inherently taken into account and rejected by the lower court.

Keywords

AI generated
appeal admissibility negative defense unauthorized signature bank insolvency promissory notes court costs appellate review

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(8) K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.
Art. 176 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OL.AP 3/1997
OL.AP 12/1997
OL.AP 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1948 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1948/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ - Ιωάννη Βουράκη

Των αναιρεσιβλήτων:1. της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσης υπό καθεστώτος ειδικής εκκαθάρισης, η οποία μεταβίβασε τους λογαριασμούς της στη Ανώνυμη Τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαμπρόπουλο, 2.Π. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νάτσινα, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 12 Σεπτεμβρίου 2013 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. και 3. Α. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

H ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Ιουνίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2704/2006 μη οριστική, 1712/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1549/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 13 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η παρασταθείσα στο ακροατήριο Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." παραδεκτά συνεχίζει την εκκρεμή δίκη ως προς την αναιρεσίβλητη "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ' στη θέση της οποίας υπεισήλθε μετά τη γενόμενη μεταβίβαση των συναφών περιουσιακών της στοιχείων από τη δεύτερη στην πρώτη με βάση τις διατάξεις του άρθρ. 63Β, 63Δ αρ. 5 και 68 του Ν.3601/2007 και μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 4/1/27-7-2012 (ΦΕΚ Β' 2209/27-7-2012) απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ.

…/10-10-2011 και …/2-11-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κοζάνης …επιδόθηκαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στον τρίτο αναιρεσίβλητο Α. Ρ. αντίστοιχα, ακριβές αντίγραφο της από 27-9-2010 αναίρεσης και της από 11-6-2012 κλήσης με την οποία φέρεται σε συζήτηση η αναίρεση αυτή καθώς και κλήση για συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 4-2-2013 κατά την οποία και αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας με σχετική σημείωση στο πινάκιο.

Επομένως εφόσον ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου ούτε κατέθεσε δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και ο διάδικος αυτός παρών. (άρθρ. 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος διατηρούσε φανοποιείο στην Πτολεμαΐδα, συνδεόταν με φιλική σχέση με τον 3° εφεσίβλητο Α. Ρ. (ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο), έμπορο επίπλων, με τον οποίο ήσαν και κουμπάροι. Στις 14/6/94, ο εκκαλών, στην Πτολεμαΐδα, στο εκεί υποκατάστημα της 1ης εφεσίβλητης ΑΤΕ (πρώτης αναιρεσίβλητης), προέβη στο άνοιγμα του ...

λογαριασμού όψεως, που είναι άτοκος, για λήψη μπλοκ επιταγών. Προηγουμένως, στο σχετικό έντυπο, για το άνοιγμα του λογαριασμού, τέθηκαν τα στοιχεία της ταυτότητάς του και ιδιόγραφο δείγμα της υπογραφής του. Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήσεως του και σχετικού ελέγχου από την εφεσίβλητη τράπεζα μέσω του συστήματος μηχανοργάνωσης "on line" της τελευταίας και ενόψει του ότι δεν υπήρχε κάποιο αρνητικό στοιχείο σε βάρος του, όπως μεγάλος αριθμός επιταγών σε κυκλοφορία, ακάλυπτες επιταγές κλπ, αλλά και μετά από θετική εισήγηση του τότε προϊσταμένου του Τμήματος τραπεζικών συναλλαγών, εγκρίθηκε από τον τότε διευθυντή του ανωτέρω υποκαταστήματος η χορήγηση σ' αυτόν μπλοκ επιταγών 10 φύλλων, με αύξοντες αριθμούς ..., το οποίο παρέλαβε ο ίδιος ο εκκαλών, υπογράφοντας το από 14/6/94 αποδεικτικό παραλαβής.

Έκτοτε, επακολούθησε η χορήγηση από το εν λόγω υποκατάστημα, στο όνομα του εκκαλούντος και άλλων μπλοκ επιταγών, που μαζί με το ως άνω αρχικό ανήλθαν συνολικά σε 33 με συνολικό αριθμό φύλλων επιταγών 510, μετά από σχετικές αιτήσεις του εκκαλούντος και αντίστοιχες εγκρίσεις του εκάστοτε διευθυντή ή του νομίμου του αναπληρωτή του ανωτέρω υποκαταστήματος, μεταξύ των οποίων υπήρξε και ο 2ος εφεσίβλητος (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος), διευθυντής του υποκαταστήματος από 18/7/97 έως 17/8/98 και οι οποίοι υπέγραφαν στην οικεία θέση της εγκρίσεως, στα αποδεικτικά παραλαβής των μπλοκ επιταγών.

Συγκεκριμένα, πλέον του ανωτέρω αρχικού, χορηγήθηκαν τα μπλοκ επιταγών, που περιλάμβαναν 1) 25 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 2) 25 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ... 3) 25 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ... 4) 25 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 5) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ... 6) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ...

έως ..., 7) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 8) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ... 9) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 10) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ...0, 11) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 12) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 13) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 14) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ...

έως ...,15) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 16) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 17) 25 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 18) 25 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 19) 25 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 20) 25 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 21) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 22) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ...

έως ..., 23) 25 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 24)10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 25) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 26) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 27) 25 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 28) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 29) 25 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ..., 30) 25 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ...

έως ..., 31) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ... και 32) 10 φύλλα, με αύξοντες αριθμούς ... έως ... Τα ανωτέρω μπλοκ παρελήφθησαν από το ως άνω υποκατάστημα της 1ης εφεσίβλητης, στις 8/11/94, 22/2/96, 15/6/95, 24/5/96, 17/8/98, 1617/98, 9/7/98, 2δ/6/98, 28/5/97, 13/5/97, 4/4/97, 22/8/97, 2417/97, 6/6/97, 11/11/97, 29/9/97, 18/9/07, 18/11/97, 15/12/97, 23/1/98, 16/3/98, 30/3/98, 23/4/98, 11/5/98, 1/6/98, 16/6/98, 30/8/96, 23/10196, 29/10/96, 3/1/97, 7/3/97, και 23/4/97, αντίστοιχα.

Η παραλαβή τους γινόταν είτε από τον εκκαλούντα, είτε από τρίτα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο 3ος εφεσίβλητος ή υπάλληλοι του, πάντοτε, όμως, με βάση προφορική εντολή του εκκαλούντος προς τον εκάστοτε διευθυντή του ως άνω υποκαταστήματος. Όλα τα επίμαχα μπλοκ επιταγών περιήλθαν, με γνώση και συναίνεση του εκκαλούντος, στον 3° εφεσίβλητο, ασυμπλήρωτα, προκειμένου αυτός να χρησιμοποιήσει τα φύλλα των επιταγών, "ως εγγύηση", ια να λαμβάνει δάνεια από διάφορες τράπεζες, αλλά και στις συναλλαγές του με τρίτους, στα πλαίσια της εμπορικής του δραστηριότητας, ως διαχειριστής της εταιρείας "…".

Έτσι, με τη γνώση, έγκριση και συναίνεση του εκκαλούντος ο 3ος εφεσίβλητος προέβαινε στη συμπλήρωση των ανωτέρω φύλλων επιταγών και στη χάραξη της υπογραφής του εκκαλούντος, φερόμενου ως εκδότη αυτών, ο οποίος ελάμβανε κάποιο χρηματικό ποσό από το λαμβανόμενο με τον τρόπο αυτό δάνειο, καθώς και χρήματα για την ανάπτυξη της επαγγελματικής του δραστηριότητας (βλ.

ιδίως κατάθεση μάρτυρα Α. Θ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου). Ο εκκαλών ισχυρίστηκε, με την αγωγή του, ότι δεν είχε καταθέσει ποτέ αίτηση για έκδοση μπλοκ επιταγών στην 1 η εφεσίβλητη, ούτε παρέλαβε ποτέ προσωπικά μπλοκ επιταγών. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του αναιρούνται από το περιεχόμενο της ανωτέρω από 12/2/07 εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Σ.

Κ., στα τελικά πορίσματα της οποίας εκτίθεται, ότι η υπογραφή του δηλούντος του από 14/6/94 πληροφοριακού δελτίου εκδοτών επιταγών (της ΑΤΕ) - δήλωση έχει χαραχτεί από τον (εκκαλούντα) Κ. Κ., οι δε υπογραφές πελάτη των από 14/6/94, 15/6/95 και 24/7/97 αποδεικτικών παραλαβής μπλοκ επιταγών της ΑΤΕ έχουν χαραχτεί από τον (εκκαλούντα) Κ.

Κ., περιστατικά καταδεικνύοντα αφενός μεν παραλαβές μπλοκ επιταγών από τα προαναφερθέντα, σε διάφορα χρονικά διαστήματα και από τον ίδιο τον εκκαλούντα, αφετέρου δε άμεση εμπλοκή του τελευταίου στον όλο μηχανισμό χρηματοδότησης του 3ου εφεσίβλητου με χρησιμοποίηση των παραπάνω μπλοκ επιταγών του εκκαλούντος.

Στην ίδια πραγματογνωμοσύνη αναφέρεται, ότι δεν μπορεί αξιόπιστα να αποδειχτεί, αλλά ούτε και να αποκλειστεί πλήρως το ενδεχόμενο οι υπογραφές πελάτη των από 22/2/96, 8/11/94 και 24/5/96 αποδεικτικών μπλοκ επιταγών της ΑΤΕ να έχουν χαραχτεί από τον (εκκαλούντα) Κ. Κ., ενώ για τα λοιπά αποδεικτικά παραλαβής μπλοκ επιταγών της ΑΤΕ ο εν λόγω πραγματογνώμονας αποφαίνεται, με διαφορετικούς βαθμούς βεβαιότητας, ότι οι υπογραφές πελάτη σ' αυτά δεν έχουν χαραχτεί από τον εκκαλούντα.

Όμως, τούτο δικαιολογείται, κατά την κρίση τον Δικαστηρίου, από το γεγονός ότι οι παραλαβές των επίμαχων μπλοκ επιταγών γινόντουσαν, εκτός από εκείνα που παρέλαβε ο ίδιος ο εκκαλών και από τρίτα πρόσωπα, πάντοτε, όμως, με βάση προφορική εντολή του εκκαλούντος προς τον εκάστοτε διευθυντή του ως άνω υποκαταστήματος, κατά τα προαναφερθέντα (βλ ιδίως την από Ιούλιο 2001 ένορκη εξέταση του Π.

Ν., στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε το 113/01 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κοζάνης, ο οποίος ως υποδιευθυντής του ανωτέρω υποκαταστήματος από τον Ιούνιο του 1994 έως το Δεκέμβριο του 1997, με βάση την άμεση προσωπική του αντίληψη εκθέτει ότι είχε εγκρίνει αιτήσεις του εκκαλούντος για τη χορήγηση ορισμένων από τα παραπάνω μπλοκ επιταγών, για την παραλαβή των οποίων άλλοτε ερχόταν ο ίδιος ο εκκαλών και άλλοτε, πάντοτε σε συννενόηση μαζί του, έστελνε άλλους γνωστούς του.

Τα παραπάνω ενισχύονται και από την όλη συμπεριφορά του εκκαλούντος . Ειδικότερα ενώ εκδόθηκαν σε βάρος του εκκαλούντος είκοσι οκτώ διαταγές πληρωμής συνολικού ποσού 17.664.000 δραχμών (αναφέρονται στην απόφαση κατά αριθμό και ποσό) με βάση επιταγές από τα παραπάνω μπλοκ επιταγών όπως δέχτηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο χωρίς να προσβάλλονται οι σχετικές παραδοχές του , αλλά και ο ίδιος ο εκκαλών εκθέτει στην

αγωγή του, ο τελευταίος δεν προέβη σε καμία δικαστική ενέργεια κατ' αυτών (άσκηση ανακοπών κλπ), για να προβάλει τυχόν αμυντικούς του ισχυρισμούς, περί πλαστογράφησης των επιταγών τούτων, αλλά αδράνησε και τις άφησε να τελεσιδικήσουν. Επίσης, στις 11/12/98, κοινοποιήθηκε στον εκκαλούντα η 3997/98 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που εκδόθηκε με βάση την ...

επιταγή (από τα παραπάνω μπλοκ), για ποσό 1.852.000 δραχμών, δυνάμει της οποίας με επίσπευση του Γ. Β. κατασχέθηκε αναγκαστικά και στη συνέχεια, με την …/99 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Πτολεμαϊδας Αθηνάς Τερζοπούλου, εκπλειστηριάστηκε το ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, κατασκευής εργοστασίου Σιτροέν.

Ωσαύτως, δυνάμει της 247/98 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που εκδόθηκε με βάση τις ..., ..., ... επιταγές (από τα παραπάνω μπλοκ), για ποσά 3.760.000 δραχμών, 2.870.000 δραχμών και 3.200.000 δραχμών, αντίστοιχα, επισπεύτηκε εναντίον του από την ALPFA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ αναγκαστική εκτέλεση, στα πλαίσια της οποίας κατασχέθηκαν και εκπλειστηριάστηκαν όλα τα ακίνητα περιουσιακά του στοιχεία, που εκτιμήθηκαν στο συνολικό ποσό των 6.800.00 δραχμών, ενώ κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος η πραγματική τους αξία ανερχόταν σε συνολικό ποσό τουλάχιστον 20.400.000 δραχμών.

Παρόλα αυτά, ο εκκαλών δεν αντέδρασε και δεν άσκησε κανένα ένδικο μέσο κατά των αναγκαστικών εκτελέσεων που επισπεύτηκαν σε βάρος της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, προκειμένου να προβάλει τους ισχυρισμούς του, περί της εν αγνοία του πλαστογράφησης από τον 3° εφεσίβλητο, των προερχόμενων από τα παραπάνω μπλοκ, επιταγών, ώστε να αποτρέψει την εκπλειστηρίαση των περιουσιακών του στοιχείων και, μάλιστα σε τιμές, μη ανταποκρινόμενες στην πραγματική τους αξία.

Επιπρόσθετα, ενώ τον Οκτώβριο του 1998 ενημερώθηκε πλήρως από κλιμάκιο επιθεωρητών της 1ης εφεσίβλητης σχετικά με τη διακίνηση επιταγών από τα ως άνω μπλοκ επιταγών του, παρέμεινε απαθής, χωρίς καμία έκπληξη, ισχυριζόμενος μόνο ότι δεν είχε πάρει ο ίδιος μπλοκ επιταγών (βλ, ιδίως κατάθεση, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, του μάρτυρα Σ.

Π., επιθεωρητή της ΑΤΕ, που διενέργησε τακτικό έλεγχο στο ανωτέρω υποκατάστημα) και υπέβαλε εγκλήσεις για τις φερόμενες, ως τελεσθείσες σε βάρος του αξιόποινες πράξεις, πολύ αργότερα, μόλις στις 3/8/99 και 9/3/2000. Με βάση τις παραπάνω εγκλήσεις του ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά μεν 3ου εφεσίβλητου για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, αναφορικά με τις έντυπες αιτήσεις χορήγησης των επίμαχων μπλοκ επιταγών και την έκδοση 76 μεταχρονολογημένων επιταγών, με εκδότη τους τον εκκαλούντα, από τα επίδικα μπλοκ, κατά δε του 2ου για άμεση συνεργεία στην ανωτέρω πράξη.

Επί των εν λόγω εγκλήσεων εκδόθηκε το ήδη αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κοζάνης, που αποφάνθηκε, να μη γίνει κατηγορία κατά των ως άνω τότε κατηγορουμένων και ήδη εφεσίβλητων, λόγω του ότι δεν προέκυψαν καθόλου ενδείξεις ενοχής κατά των κατηγορουμένων, αφού έγινε δεκτό, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, μεταξύ άλλων, ότι όλα τα επίδικα μπλοκ επιταγών παραδόθηκαν στον 3° εφεσίβλητο είτε από τον ίδιο τον εκκαλούντα, είτε παραλήφθηκαν απευθείας από το ανωτέρω κατάστημα της ΑΤΕ από τον 3° εφεσίβλητο ή υπαλλήλους του και παραδόθηκαν σ' αυτόν, προκειμένου να εξυπηρετηθεί στην άσκηση της εμπορικής του δραστηριότητας, ότι ο εκκαλών θέλησε να εξυπηρετήσει τον 3ο εφεσίβλητο δίνοντάς του επιταγές " ευκολίας", καθώς και ότι η χάραξη της υπογραφής του εκκαλούντος στις επίμαχες επιταγές έγινε από τον 3° εφεσίβλητο, με γνώση και συναίνεση του εκκαλούντος και στα πλαίσια ανεξακρίβωτων συμφωνιών μεταξύ τους.

Μάλιστα, με το εν λόγω βούλευμα ο εκκαλών καταδικάστηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων ,ύψους 25.000 δραχμών, με την παραδοχή ότι η έγκλησή του ήταν εντελώς ψευδής και έγινε από δόλο, προκειμένου να επιτύχει με τον τρόπο αυτό, να αποσείσει τις αστικές και ποινικές ευθύνες του, προερχόμενες από την έκδοση των επίμαχων ακάλυπτων επιταγών, χωρίς ο εκκαλών να ασκήσει έφεση κατά του ως άνω βουλεύματος.

Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούνται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, από το περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρα αποδείξεως του εκκαλούντος Η. Λ., στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος δεν έχει άμεση προσωπική αντίληψη των συναλλαγών μεταξύ εκκαλούντος και 3 ου εφεσίβλητου, ούτε από όσα εκθέτουν στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωση οι Θ.

Κ. και Α. Τ., αδελφός και σύζυγος του εκκαλούντος, αντίστοιχα, οι οποίοι ισχυριζόμενοι ότι, σε τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον 3° εφεσίβλητο, εκείνος παραδέχτηκε, ότι ο ίδιος και οι υπάλληλοι του τα έκαναν όλα, χωρίς ο εκκαλών να γνωρίζει τίποτα, έρχονται σε άμεση αντίθεση με τα πλήρως, κατά τα παραπάνω, αποδεικνυόμενα γεγονότα ότι τουλάχιστον το αρχικό από 14/6/94 πληροφοριακό δελτίο εκδοτών επιταγών-δήλωση και τα από 14/6/94, 15/6/95 και 24/7/97 αποδεικτικά παραλαβής μπλοκ επιταγών, της ΑΤΕ έχουν υπογραφεί από τον εκκαλούντα.

Επίσης και ο Β. Κ., στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, εκθέτει ότι ο εκκαλών δεν είχε λάβει ποτέ μπλοκ επιταγών από την ΑΤΕ, επικαλούμενος εκ των υστέρων γνώση του περί τούτου, χωρίς να προσδιορίζει την πηγή της γνώσεώς του. Επίσης, δεν αναιρούνται από το περιεχόμενο του από 28/5/99 πορίσματος τακτικού ελέγχου στο εν λόγω υποκατάστημα των επιθεωρητών της ΑΤΕ Σ.

Π. και Ε. Μ.. Τούτο, διότι οι εν λόγω επιθεωρητές καταγράφουν τη διαπίστωση για παράδοση μπλοκ επιταγών του λογαριασμού του εκκαλούντος σε τρίτους, χωρίς έγγραφη, θεωρημένη εξουσιοδότηση του δικαιούχου στηριζόμενοι και στις διαβεβαιώσεις του εκκαλούντος, περί του ότι ποτέ δεν πήρε μπλοκ από το υποκατάστημα αυτό.

Εξάλλου, η επίμαχη συμπεριφορά των προστηθέντων από την 1η εφεσίβλητη υπαλλήλων της, που δεν αφίσταται από τα συμβαίνοντα στην τραπεζική πρακτική, όταν πρόκειται για γνωστό πελάτη, ο οποίος έρχεται σε προφορική συνεννόηση με το διευθυντή του καταστήματος (βλ κατάθεση του ως άνω επιθεωρητή και μάρτυρα Σ.

Π. στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά), ανεξάρτητα από το παράτυπο αυτής, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην ένδικη περίπτωση, καθόσον στις περιπτώσεις που παραδόθηκαν μπλοκ επιταγών του επίμαχου λογαριασμού σε τρίτους, αυτά παραδόθηκαν σύμφωνα με προφορική εντολή του εκκαλούντος προς τον εκάστοτε διευθυντή του ως άνω υποκαταστήματος, κατά τα προαναφερθέντα.

Τέλος, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι βράδυνε να αντιδράσει, εξαιτίας των παρεμβάσεων του 3ου εφεσίβλητου, ο οποίος τον διαβεβαίωνε, ότι θα πληρώσει τις επιταγές, δεν κρίνεται πειστικός, ενόψει του ότι αυτός δεν προέβη σε καμία έννομη ενέργεια προς υπεράσπιση των συμφερόντων του, ούτε και όταν κατασχέθηκαν, εκτέθηκαν σε πλειστηριασμό και πλειστηριάστηκαν τα περιουσιακά του στοιχεία, κατάσταση που δεν δικαιολογούσε πλέον περαιτέρω αναμονή καλύψεώς του από τον 3° εφεσίβλητο, ενώ τέτοια δικαιολογία δεν παρέχει ούτε η αορίστως επικαλούμενη απελπιστική ψυχολογική του κατάσταση.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε, ότι δεν στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά των εφεσίβλητων σε βάρος του εκκαλούντος συνδεόμενη αιτιωδώς με την επικαλούμενη περιουσιακή του ζημία και ηθική του βλάβη, αν και με μερικώς διαφορετικές αιτιολογίες που αντικαθίστανται και συμπληρώνονται με τις σχετικές αιτιολογίες της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε, ούτε παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ώστε όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος, που διαλαμβάνονται στους 1°, 2°, 3ο και 4° λόγους της κρινόμενης έφεσής του, είναι απορριπτέοι, ως ουσιαστικά αβάσιμοι, όπως και η εν λόγω έφεση στο σύνολό της".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 330 Α. Κ. αλλά ούτε και εκ πλαγίου καθόσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους.

Ειδικότερα με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο σύμφωνα με τα οποία όλα τα επίμαχα μπλοκ επιταγών περιήλθαν στον τρίτο εναγόμενο με βάση προφορική εντολή, (προς τον εκάστοτε διευθυντή του υποκαταστήματος της εναγομένης τράπεζας) γνώση και συναίνεση του ενάγοντος, ασυμπλήρωτα, προκειμένου ο εναγόμενος αυτός να χρησιμοποιεί τα φύλλα των επιταγών ως εγγύηση για να λαμβάνει δάνεια από διάφορες τράπεζες αλλά και στις συναλλαγές του με τρίτους και ότι επίσης με τη γνώση, έγκριση και συναίνεση του ενάγοντος ο τρίτος εναγόμενος προέβαινε στη συμπλήρωση των επιταγών και στη χάραξη της υπογραφής αυτού (ενάγοντος) φερομένου ως εκδότου αυτών, ο οποίος και ελάμβανε κάποιο χρηματικό ποσό από το λαμβανόμενο με το τον ανωτέρω τρόπο δάνειο καθώς και χρήματα για την ανάπτυξη της επαγγελματικής του δραστηριότητας δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω περί αδικοπραξιών διατάξεων.

Συνεπώς ο πρώτος και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης αντίστοιχα από τους αριθ. 1 και κατ' εκτίμηση 19 και όχι 12 που αναφέρεται στο αναιρετήριο είναι αβάσιμοι. Ο πρώτος λόγος κατά το μέρος που προβάλλεται αιτίαση για εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου είναι προεχόντως αόριστος διότι δεν προσδιορίζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Κατ'ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του ενάγοντος αναιρεσείοντος που προβλήθηκε με σχετικό λόγο έφεσης, περί ελλείψεως συναίνεσης και έγκρισης αυτού στη παραλαβή, συμπλήρωση και κυκλοφορία των ένδικων επιταγών είναι απαράδεκτος καθόσον πρόκειται για αρνητικό ισχυρισμό ο οποίος σε κάθε περίπτωση και λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε εκ του πράγματος.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Κ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1549/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ