1948/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2961/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 7665/2001 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1140/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 4913/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 27/10/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 28/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated1948/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εν λόγω δε παραγραφή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 49 έως 51 του ιδίου ν. δ/τος, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 257 έως 259 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως και επί παραγραφής των αξιώσεων τρίτων κατά των ν.π.δ.δ. (άρθρο 50 ν.δ. 496/1974), διακόπτεται και με την υποβολή στο νομικό πρόσωπο αιτήσεως περί πληρωμής της αξιώσεως.
Full text
Απόφαση 1948 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1948/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2961/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 7665/2001 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1140/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 4913/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 27/10/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 28/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, κατά δε το άρθρο581 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς κάποιο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3 και 49 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του ν.π.δ.δ., που συνδέονται με αυτό με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, για καθυστερούμενες αποδοχές ή πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι δύο ετών και αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.
Η εν λόγω δε παραγραφή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 49 έως 51 του ιδίου ν. δ/τος, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 257 έως 259 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως και επί παραγραφής των αξιώσεων τρίτων κατά των ν.π.δ.δ. (άρθρο 50 ν.δ. 496/1974), διακόπτεται και με την υποβολή στο νομικό πρόσωπο αιτήσεως περί πληρωμής της αξιώσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δυνάμει της οποίας εργάζεται στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ως φύλακας, ζήτησε με την από 21-3-1998 αγωγή του μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-12-1997.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε λόγω παραγραφής τις αγωγικές αξιώσεις των ετών 1993 έως και 1995 και δέχτηκε αυτή για τις αξιώσεις των ετών 1996 και 1997. Επί των αντίθετων εφέσεων που ασκήθηκαν από τους διαδίκους εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7665/2001 απόφαση του Εφετείου, η οποία, κατά παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος, δέχτηκε εξολοκλήρου την αγωγή.
Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 1140/2003 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου κατά το μέρος μόνο που απέρριψε την προβληθείσα από το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. ένσταση διετούς παραγραφής σχετικά με τις αξιώσεις του έτους 1995, για το λόγο ότι η επικαλούμενη ως διακοπτική της παραγραφής από 28-12-1995 αίτηση προς το εναγόμενο, υποβλήθηκε πριν από την έναρξη της παραγραφής των εν λόγω αξιώσεων.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ερεύνησε, ως δικαστήριο της παραπομπής, μόνο το κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας αποφάσεως που αναφερόταν στην ένσταση του αναιρεσείοντος περί παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσίβλητου για το έτος 1995 και δέχτηκε, κατά παραδοχή σχετικής αντενστάσεως του τελευταίου, ότι η εν λόγω παραγραφή διακόπηκε με την υπ' αριθμ.
πρωτ. 28770/31-12-97 αίτησή του προς το αναιρεσείον για καταβολή των αντίστοιχων ένδικων αξιώσεων. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες σχετικές με την παραγραφή διατάξεις, διότι με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα, η παραγραφή αυτή διακόπηκε. Έτσι, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στο Εφετείο η ίδια πλημμέλεια, σχετικά και με τις αξιώσεις των ετών 1993 και 1994, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το εν λόγω κεφάλαιο, εφόσον κατά τούτο δεν αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 7665/2001 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, δεν ήταν ερευνητέο και δεν ερευνήθηκε, ως κείμενο εκτός των ορίων της αναιρετικής αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-10-2005 αίτηση του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής ν.π.δ.δ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4913/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 13 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ