Supreme Court dismisses appeals in co-ownership disputes, ruling procedural defects do not justify overturning final judgments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two concurrent appeals challenging final judgments in co-ownership disputes. The appellants argued the lower courts failed to order evidence regarding forged documents and incorrectly treated absent parties as present. The court rejected these claims, noting that the specific procedural rules for co-ownership disputes had been repealed and that the second-instance court properly addressed the forgery argument by rejecting it.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 6, 8, 10, 553, 566, 649-650, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; Appeals in co-ownership disputes are inadmissible when the specific procedural rules governing such cases have been repealed, and appeals based on alleged absence of parties are rejected if the second-instance court explicitly addressed and rejected the opposing party's claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1948 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1948/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. .... και 2....., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κιλκίζη.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κοντογεώργη και 2. Χ2, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κοντογεώργη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1....και 2..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κιλκίζο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26 Απριλίου 2004 και 2 Αυγούστου 2004 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2545/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2034/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο υπό στοιχείο Α. αναιρεσείων με την από 12 Ιουνίου 2006 αίτησή του και οι υπό στοιχείο Β. αναιρεσείοντες με την από 11 Ιουλίου 2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε τις από 25 Οκτωβρίου 2006 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης. Ο αναιρεσείων, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως και ο πληρεξούσιός του στην υπό στοιχείο Β. αναίρεση, ο οποίος παραστάθηκε και ως πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσείοντος στην ίδια αναίρεση, ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη των αιτήσεων και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή οι κρινόμενες, από 12-6-2006 και 11-7-2006, αιτήσεις των ίδιων εν μέρει διαδίκων περί αναιρέσεως των αυτών αποφάσεων, 2034/2006 του Εφετείου Αθηνών και 2545/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
ΙΙ. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση υποθέσεως που διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε αναίρεση υπόκειται μόνο η επί της ουσίας οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη (Ολ.ΑΠ 16/1990). Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 του ίδιου άνω Κώδικα, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Συνακόλουθα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, καθόσον απευθύνονται κατά της 2545/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, δεδομένου ότι οι κατ΄ αυτής εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων, απορρίφθηκαν με την συμπροσβαλλόμενη 2034/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών μετά από εξέταση της ουσίας και ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει (ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται) ότι οι εν λόγω αιτήσεις έχουν κατατεθεί και στη γραμματεία του ως άνω Μονομελούς Πρωτοδικείου, πρέπει ν΄ απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Α. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1.
ΙΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, όταν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ήτοι όταν αυτό αποφάνθηκε επί υποθέσεως που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, όπως αυτή καθορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία και σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 3 του Συντάγματος, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται, εκτός άλλων, και οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια. Για το ορισμένο του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να παρατίθενται στο αναιρετήριο: α) το περιεχόμενο της αγωγής και β) τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το χαρακτηρισμό της διαφοράς ως ιδιωτικού δικαίου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, εάν από τα επικαλούμενα με την αγωγή πραγματικά περιστατικά σε συνδυασμό με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο προκύπτει διαφορά ιδιωτικού δικαίου, οπότε το πολιτικό δικαστήριο, που αποφάνθηκε επ΄ αυτής, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή άλλη διαφορά εκτός εκείνων που αναφέρονται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 του Κ.Πολ.Δ., οπότε το πολιτικό δικαστήριο, που τη δίκασε, υπερέβη
τη δικαιοδοσία του. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, διότι, με το να δικάσει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που είχε ως αίτημα να αναγνωριστούν οι τελευταίοι ως νόμιμοι διαχειριστές της αναφερομένης πολυκατοικίας και ότι ο αναιρεσείων έχει παυθεί νομίμως ως διαχειριστής αυτής, καθώς και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να παραδώσει τα βιβλία της διαχειρίσεως στους αναιρεσιβλήτους, υπερέβη τη δικαιοδοσία του.
Στο αναιρετήριο, όμως, δεν παρατίθεται το ιστορικό της αγωγής, ούτε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο για το χαρακτηρισμό της διαφοράς και τη θεμελίωση της κρίσεώς του περί της υπαγωγής της διαφοράς αυτής στη δικαιοδοσία του. Κατά συνέπεια, πρέπει ο λόγος αυτός αναιρέσεως ν΄ απορριφθεί, πρωτίστως, ως αόριστος.
IV. Επειδή για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως αόριστης αγωγής ως απαράδεκτης, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, και ότι ο σχετικός περί αοριστίας της ισχυρισμός είχε προταθεί στο δικαστήριο (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι από εκείνους, που κατ΄ εξαίρεση λαμβάνεται υπόψη, χωρίς να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ειδικώς δε δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πιο πάνω πλημμέλεια, διότι δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ότι ο σχετικός με την αοριστία της αγωγής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είχε προταθεί και μάλιστα παραδεκτώς στο ανωτέρω δικαστήριο.
V. Επειδή το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του, μετά την δήλωση των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά αυτού, ορθώς εκτιμώμενο το περιεχόμενό της από νοηματική άποψη, ότι, διευκρινίζοντας την αγωγή, ασκούν αυτήν και με την ιδιότητα των συνδιαχειριστών και εκπροσώπων των αναφερομένων σ΄ εκείνη άλλων συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την αγωγή τόσον ως συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, όσο και ως συνδιαχειριστές και εκπρόσωποι των άνω άλλων συνιδιοκτητών, δεν δέχθηκε πράγματα μη προταθέντα και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ.
τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, δεδομένου ότι ως έγγραφα, που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθ. 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται μόνο τα καθοριζόμενα στα άρθρα 339 και 342 επ. του ίδιου Κώδικα, κατά κυριολεξία, αποδεικτικά έγγραφα, όχι δε και τα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, ο ίδιος άνω λόγος από την πιο πάνω πρώτη διάταξη, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο για παραμόρφωση του περιεχομένου της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επίσης, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια της διατάξεως του αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία η απόφαση αναιρείται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, υπό την έννοια του ότι στην απόφαση δεν εκτίθεται ούτε γενικώς ούτε ειδικώς από ποιά αποδεικτικά μέσα το δικαστήριο άντλησε την απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ΄ είδος μνημονεύει και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
VI. Επειδή οι τέταρτος, πέμπτος και όγδοος λόγοι της αναιρέσεως από τους αριθ. 10, 14 και 19 ο πρώτος, 1, 10, 14 και 19 ο δεύτερος και 1, 8, 10, 11 και 19 ο τρίτος του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν΄ απορριφθούν ως απαράδεκτοι, προεχόντως, διότι υπό την πρόφαση της επικλήσεως των αναιρετικών πλημμελειών των διατάξεων αυτών πλήττεται η περί πραγματικών γεγονότων εκτίμηση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Εξάλλου, οι έκτος και έβδομος λόγοι με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 1 και 19 του ίδιου άνω άρθρου πλημμέλειες, είναι αόριστοι και απορριπτέοι, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου και δεν προσδιορίζονται οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν ευθέως και εκ πλαγίου, ούτε διευκρινίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται η παραβίαση.
Οι ίδιοι δε λόγοι από τον αριθ. 11 του πιο πάνω άρθρου του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους ψέγεται το Εφετείο, διότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα, αντιστοίχως, το πλαστό πρακτικό συνεδριάσεως της γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών της 14.4.2004 και την κατάθεση ενόρκως εξετασθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μάρτυρα, ο οποίος ήταν και διάδικος, ήτοι ενάγων, πρέπει ν΄απορριφθούν ο πρώτος διότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι το άνω πρακτικό είναι πλαστό, ο δε δεύτερος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι είχε προταθεί στο Εφετείο το απαράδεκτο του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρα).
Τέλος, ο ίδιος έκτος λόγος αναιρέσεως υπό την αιτίαση της διατάξεως του αριθ. 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη αιτιολογία ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος΄ ενώ ο έβδομος λόγος από τον αριθμό 12 του άνω άρθρου, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικώς με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει ν΄ απορριφθεί, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αναιρέσεως αυτός δεν ιδρύεται στις υποθέσεις των ειδικών διαδικασιών, όπως αυτή των άρθρων 648 επ.
του ΚΠολΔ, κατά την οποία δίκασε το Εφετείο, όπου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (65 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ), δεν έχουν δε διαφορετική αποδεικτική δύναμη τα διάφορα αποδεικτικά μέσα, αλλά ισχύει ο γενικός κανόνας του άρθρου 340 του ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα.
VII. Επειδή με τον ένατο λόγο αναιρέσεως από τους αριθ. 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι, καίτοι συνέτρεχε περίπτωση παραβιάσεως εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους των κανόνων των χρηστών ηθών, της καλής πίστεως και του καθήκοντος της αλήθειας, εν τούτοις δεν επέβαλε σ΄ αυτούς χρηματική ποινή κατά το άρθρο 205 του Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτος, πρωτίστως, για έλλειψη έννομου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Εξάλλου, με τον δέκατο λόγο της αναιρέσεως υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι κατά παραμόρφωση του περιεχομένου της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με το οποίο απέβλεπε στην ενημέρωση του δικαστηρίου για τη συμπεριφορά των αντιδίκων του και τη διευκόλυνσή του για την έκδοση ορθής αποφάσεως στην ένδικη διαφορά, διέταξε με την προσβαλλόμενη απόφαση τη διαγραφή των καθοριζομένων φράσεων της εφέσεως ως ανάρμοστων, ψευδώς ερμηνεύοντας και εσφαλμένως εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 206 του Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η παραμόρφωση, που επικαλείται ο αναιρεσείων, αφορά στο περιεχόμενο διαδικαστικού εγγράφου, ήτοι της εφέσεώς του, και όχι αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο αναφέρεται η πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια. Αλλά, και αν θεωρηθεί, κατ΄ εκτίμηση, ότι προβάλλεται η πλημμέλεια της διατάξεως του αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ο λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλομένης ως προς το ανωτέρω ζήτημα και δεν διευκρινίζεται σε τι συνίσταται το σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του προαναφερομένου κανόνα δικαίου.
Β. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως των Χ1και Χ2 VIII. Επειδή κατά το άρθρο 555 του ΚΠολΔ, "δεύτερη αναίρεση του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας απόφασης, ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι θεσπίζεται η απαγόρευση της ασκήσεως για δεύτερη φορά του ένδικου μέσου της αναιρέσεως από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας αποφάσεως ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο, ακόμη και αν οι λόγοι αναιρέσεως είναι διαφορετικοί σε κάθε αναίρεση. Είναι όμως δυνατό να θεωρηθεί η δεύτερη αναίρεση ως δικόγραφο πρόσθετων λόγων, κατά το άρθρο 569 του ΚΠολΔ, εφόσον συντρέχουν οι οριζόμενες σ΄ αυτό προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων είναι και το ότι οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να αφορούν τα κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως, που έχουν ήδη προσβληθεί με την πρώτη αναίρεση ή εκείνα, τα οποία αναγκαστικώς συνέχονται με αυτά. Η δεύτερη αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.
Εν προκειμένω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1 είναι δεύτερη, εφόσον αυτός είχε ασκήσει την προηγουμένως κριθείσα αίτηση αναιρέσεως, η οποία στρέφεται κατά της αυτής αποφάσεως. Η δεύτερη αυτή αναίρεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικόγραφο πρόσθετων λόγων, διότι οι προβαλλόμενοι λόγοι αφορούν σε κεφάλαια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως διαφορετικά και μη συνεχόμενα αναγκαίως με τα κεφάλαια, που προσβάλλονται με την πρώτη αναίρεση, αφού με την κρινόμενη αναίρεση προσβάλλεται η διάταξη της αναιρεσιβαλλομένης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση αμφοτέρων των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε αγωγή των ίδιων κατά των αναιρεσιβλήτων, ενώ με την πρώτη αναίρεση προσβάλλεται η διάταξη της αναιρεσιβαλλομένης, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της διατάξεως της πρωτόδικης αποφάσεως, που έκανε δεκτή αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατ΄ εκείνου. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς τον ανωτέρω αναιρεσείοντα πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτη.
IX. Επειδή πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, των οποίων η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι βάσεις της αγωγής και τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, να περιέχονται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης τα πράγματα, που παρά το νόμο το δικαστήριο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 8 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, διότι, ενώ με την αγωγή τους οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να αναγνωριστούν νόμιμοι συνδιαχειριστές της πολυκατοικίας, που εκλέχθηκαν κατά την τακτική γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 24-4-2004, από δε την από 19-4-2004 ανακοίνωση των πρώτου αναιρεσείοντος και το πρακτικό συνεδριάσεως της γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών, που οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, καθώς και από την κατάθεση του εξετασθέντος δεύτερου αναιρεσείοντος αποδείχθηκε, ότι η συνέλευση είχε οριστεί για τις 24-4-2004 και πραγματοποιήθηκε κατ΄ αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να αναγνωριστούν ως συνδιαχειριστές εκλεγέντες κατά την πραγματοποιηθείσα στις 27-4-2004 γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών, παραμορφώνοντας κατάδηλα το περιεχόμενο της αγωγής και των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων.
Ο λόγος αυτός: α) καθόσον μεν αφορά την πρώτη πλημμέλεια πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν διευκρινίζεται στο αναιρετήριο ποια επίδραση θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, εάν το Εφετείο είχε δεχθεί, ότι με την αγωγή οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονταν, πως η γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών, κατά την οποία φέρεται, ότι εκλέχθηκαν συνδιαχειριστές, πραγματοποιήθηκε στις 24 αντί στις 27-4-2004΄ καθόσον δε αφορά τη δεύτερη πλημμέλεια πρέπει ν΄ απορριφθεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στην παραμόρφωση του περιεχομένου της αγωγής και της καταθέσεως του δεύτερου αναιρεσείοντος ως απαράδεκτος, κατά το μέρος δε που αναφέρεται στα αποδεικτικά έγγραφα (πρακτικό συνεδριάσεως γενικής συνελεύσεως συνιδιοκτητών και ανακοίνωση γ΄ αυτή) ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών δεν προκύπτει η επικαλούμενη παραμόρφωση.
Εξάλλου, ο ίδιος πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες των αριθ. 1. 10 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αόριστος και επομένως πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο περιστατικά, που να τις θεμελιώνουν.
X. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι και το αίτημα της αγωγής. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν από το διατακτικό σε συνδυασμό προς το αιτιολογικό της αποφάσεως προκύτπει, ότι η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της. Εξάλλου, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ οι αιτήσεις της αγωγής και επομένως η μη λήψη υπόψη αυτών δεν θεμελιώνει τον εκ της διατάξεως αυτής αναιρετικό λόγο.
Εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 9 του ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη και άφησε αδίκαστα τα καθοριζόμενα επιμέρους αιτήματα της αγωγής. Ο λόγος αυτός πρέπει ν΄ απορριφθεί όσον αφορά μεν την πρώτη πλημμέλεια ως απαράδεκτος, όσον αφορά δε τη δεύτερη πλημμέλεια ως αβάσιμος, διότι από το αιτιολογικό σε συνδυασμό προς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν. Επίσης, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια, κατ΄ ορθή εκτίμηση, του αριθ. 9 και όχι 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν έκανε δεκτό το αγωγικό αίτημα των αναιρεσειόντων για αναγνώριση της ακυρότητας των γενικών συνελεύσεων των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, που πραγματοποιήθηκαν στις 2 και 16-6-2004, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο έκρινε ειδικά το πιο πάνω αγωγικό αίτημα και το απέρριψε ως αβάσιμο κατ΄ ουσίαν. Ο ίδιος δε λόγος κατά το μέρος, με το οποίο αποδίδονται στην απόφαση και οι από τους αριθ. 19 και 20 του αυτού ως άνω άρθρου πλημμέλειες, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο περιστατικά, που να τις θεμελιώνουν.
XI. Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, υπό την έννοια ότι δεν εκθέτει στην απόφασή του ούτε γενικώς ούτε ειδικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Η διάταξη, κατά την οποία ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς να διατάξει αποδείξεις, δεν ίσχυε στην ειδική διαδικασία των διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών και διαχειριστών ιδιοκτησίας κατ΄ ορόφους (άρθρ. 649 - 650 ΚΠολΔ), έχει δε ήδη καταργηθεί με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, που ισχύει από 1-1-2002 κατ΄ άρθρο 15 ν. 2943/2001. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η υπόθεση δικάστηκε κατά την πιο πάνω ειδική διαδικασία, διότι δεν διέταξε αποδείξεις περί της πλαστότητας του πρακτικού της επαναληπτικής γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας στις 14-4-2004, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος υπό την αιτίαση του αριθ. 8 του παραπάνω άρθρου πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον περί πλαστότητας του ως άνω πρακτικού ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε δια της περί του αντιθέτου παραδοχής.
Γ. Επί αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως.
XII. επειδή από το άρθρο 559 αριθ. 6 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι αναίρεση συγχωρείται, αν κατά παράβαση του νόμου και ιδίως κατά παράβαση των διατάξεων περί επιδόσεως ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, όχι δε και στην αντίθετη περίπτωση, ήτοι όταν κακώς δικάστηκε κατ΄ αντιμωλίαν, ενώ έπρεπε να δικαστεί ερήμην. Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, ούτε από τον αριθ. 8 ή 14 του παραπάνω άρθρου, κυρίως, διότι το ζήτημα του πότε επιτρέπεται αναίρεση στην περίπτωση που ο διάδικος δικάστηκε ή δεν δικάστηκε ερήμην ρυθμίζεται ειδικώς από τον αριθ. 6 (ΑΠ 1839/1986). Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος, της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως και ο πέμπτος λόγος της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους, υπό το πρόσχημα της επικλήσεως της αναιρετικής πλημμέλειας, αντιστοίχως, του αριθ. 14 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι κακώς το Εφετείο έκρινε, ότι η υπόθεση δικάστηκε κατ΄ αντιμωλίαν ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ενώ αυτός δεν παρέστη στο δικαστήριο, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτος.
XIII. Επειδή κατ΄ ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει να απορριφθούν και οι δύο αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς Συνεκδικάζει τις από 12-6-2006 και 11-7-2006 αιτήσεις του Χ1 και των Χ1 και Χ2 αντιστοίχως, για αναίρεση των αποφάσεων 2034/2006 του Εφετείου Αθηνών και 2545/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει αμφότερες τις αιτήσεις αναιρέσεως αυτές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα της πρώτης αιτήσεως και τους αναιρεσείοντες της δεύτερης αιτήσεως, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων της κάθε αιτήσεως, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ για κάθε ένα από τα αναιρεσείοντα μέρη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο στις 15 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ