Supreme Court allows appeal against administrative claim dismissal, ruling private contract disputes remain civil despite emergency context.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Patras, ruling that the administrative claim was inadmissible. The appellant sued a public legal person for breach of three private food supply contracts following the 2014 earthquake, arguing the First Instance Court erred in declaring the matter administrative. The Court held that the existence of an emergency does not automatically convert private contracts into administrative ones unless specific statutory exceptions apply. Consequently, the appeal was granted, the case remitted to a different judge at the Patras Court of Appeal, and the respondent was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 580 of the Code of Civil Procedure; Private contracts regarding food supply during emergencies remain subject to civil jurisdiction unless specific statutory exceptions apply, preventing automatic administrative classification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1947 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1947/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Μαρία Αρχοντάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ρωξάνη Αυγερινού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άλκηστη Κατσούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/12/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 108/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/10/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 108/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...." και έδρα τα ..., η οποία διατηρεί επιχείρηση εστίασης στα ...
με την από 7.12.2017 αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, στρεφόμενης κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "..." και έδρα την ..., εξέθετε ότι με τρεις διαδοχικές συμβάσεις ανάθεσης παροχής γεύματος στους κατοίκους της ... που επλήγησαν από τον σεισμό, τις οποίες συνήψε στο ... ... ο νόμιμος εκπρόσωπός της (ενάγουσας εταιρείας) με το νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου ν.π.δ.δ.
συμφωνήθηκε η παροχή έτοιμων γευμάτων για την εξυπηρέτηση των εκτάκτων αναγκών σίτισης των κατοίκων της ... ..., οι κατοικίες των οποίων επλήγησαν από τον σεισμό της 03.02.2014, που συνέβη στην ... με τις αναλυτικά παρατειθέμενες τιμές ανά γεύμα, που περιλαμβάνονται στις ανωτέρω συμφωνίες. Ότι στις ανωτέρω τρεις συμβάσεις αντιστοιχούσαν τα αναφερόμενα στην αγωγή τιμολόγια - δελτία αποστολής, αξίας 28.378,82 ευρώ, 15.354,40 ευρώ και 23.954,87 ευρώ, αντίστοιχα.
Ότι στο πλαίσιο των συμβάσεων αυτών η ενάγουσα εταιρεία παρέδωσε στο εναγόμενο τις αναλυτικά περιγραφόμενες μερίδες φαγητού (κατά είδος και ποσότητα), εκδιδομένων των σχετικών τιμολογίων - δελτίων αποστολής που προαναφέρθηκαν, συνολικού ποσού 67.679,09 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, η αποπληρωμή των οποίων ποσών θα ελάμβανε χώρα, κατά την προφορική συμφωνία των μερών, έως τις 31.12.2014, ωστόσο, αν και ακολούθησε προσήκουσα παράδοση και ανεπιφύλακτη παραλαβή των γευμάτων, το εναγόμενο ν.π.δ.δ.
ουδέποτε προέβη σε εξόφληση των ενδίκων τιμολογίων μέχρι την άσκηση της αγωγής, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ως άνω οφειλόμενο ποσό με βάση τις διατάξεις περί σύμβασης έργου, διαφορετικά, επικουρικά, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε περίπτωση που ήθελαν κριθεί άκυρες οι ένδικες συμβάσεις λόγω μη τήρησης της διαδικασίας που προβλέπει ο Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας, καθόσον το εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της χωρίς νόμιμη αιτία κατά την αξία των γευμάτων που παρέδωσε, του πλουτισμού τούτου εξακολουθούντος να υφίσταται χωρίς νόμιμη αιτία, αφού με τον τρόπο αυτό περιέσωσε ίσης αξίας δαπάνη που θα κατέβαλε ως τίμημα σε άλλη επιχείρηση όμοιου αντικειμένου, προκειμένου να του παρέχει τα εν λόγω γεύματα στο πλαίσιο εγκύρων συμβάσεων.
Ζητούσε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το άνω ποσό των 67.679,09 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 1.1.2015, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθ. 30/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου προς εκδίκασή της, κρίνοντας ότι η επίδικη διαφορά συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από την ενάγουσα εταιρεία. Επί της έφεσης εκδόθηκε η με αριθ. 108/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία την έκανε τυπικά δεκτή και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής του Μονομελούς Εφετείου Πατρών στρέφεται η από 20.10.2022 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρα 571 και 577 ΚΠολΔ).
Στο άρθρο 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής ορίζονται τα εξής: "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2.
Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές, επιτρέπει όμως σ' αυτόν, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδίκασης ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή και αντιστρόφως (ΑΕΔ 18/2009).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδίκασης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας, που δεν είχαν ακόμα υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αξίωση.
Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς, έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό, ιδίως δε παρέχεται η δυνατότητα, με βάση τη σχετική νομοθεσία ή και με τους όρους της ίδιας της σύμβασης αυτοτελώς, προς το συμβαλλόμενο Δημόσιο ή ν.π.δ.δ.
να επεμβαίνει μονομερώς στη σύμβαση και να επιβάλλει κυρώσεις στον αντισυμβαλλόμενό του (ΑΕΔ 17/2017). Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 19/2010, ΟλΑΠ 8/2000, 7/2001, ΑΠ 915/2023, ΑΠ 406/2023).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση, που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό, είναι σχέση δημοσίου δικαίου. Αντιθέτως, διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση), ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας, δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 3/2012, ΑΠ 406/2023).
Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου, ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει εσφαλμένα την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 915/2023, ΑΠ 406/2023, ΑΠ 781/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, ως προς την ουσία της διαφοράς έγιναν δεκτά τα ακόλουθα από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: "Δυνάμει των με αριθ. 10794/2553/3.2.2014, 12228/6.2.2014 και 14461/3626/12.2.2014 τριών (3) συμβάσεων ανάθεσης παροχής γεύματος στους κατοίκους της ..., που υπεγράφησαν στο ... μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας εταιρείας και του νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου νομικού προσώπου, τότε Αντιπεριφερειάρχη Ιονίων Νήσων, (οι δύο πρώτες) και η τρίτη, ομοίως στο ..., μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας και του νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου νομικού προσώπου τότε Αντιπεριφερειάρχη των Περιφερειακών Ενοτήτων ….
και …, ανατέθηκε στην ενάγουσα που διατηρεί επιχείρηση εστίασης στα ... να παρασκευάσει και παράσχει γεύματα στους αστέγους σεισμόπληκτους του νησιού αντί συνολικού ποσού 67.679.09 ευρώ με το ΦΠΑ και με συμφωνημένο χρόνο αποπληρωμής του συμφωνηθέντος χρηματικού ποσού την 31.12.2014 όπως συνομολογείται από την ενάγουσα στο αγωγικό δικόγραφο.
Οι άνω συμβάσεις συνήφθησαν μεταξύ άλλων, κατά ρητή και ευθεία επίκληση της διάταξης του άρθρου 83 παρ. 3 περ. δ' του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού Ελέγχου Δαπανών του Κράτους", σύμφωνα με την οποία "3. Επιτρέπεται με έγκριση του αρμοδίου οργάνου η σύναψη σύμβασης παροχής υπηρεσιών με διαπραγμάτευση χωρίς τη δημοσίευση σχετικής προκήρυξης, δ) στην περίπτωση που η έκτακτη και φανερά κατεπείγουσα ανάγκη, πλήρως αιτιολογημένη από την αρμόδια υπηρεσία, καθιστά αδύνατη την τήρηση των διατάξεων που αφορούν τη διενέργεια διαγωνισμού με την προϋπόθεση ότι το επείγον δεν θα απορρέει από δική της ευθύνη.
Ως προς αυτές τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 2286/1998 "Προμήθειες του δημοσίου τομέα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων" και ΠΔ 394/1996 "Κανονισμός Προμηθειών Δημοσίου" οι οποίες εξασφαλίζουν στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων, υπερέχουσα θέση ως προς την αντισυμβαλλόμενη εταιρεία, που εκδηλώνεται με την άσκηση ελέγχου για την ορθή εκτέλεση της συμβάσεως, δυνατότητα μονομερούς επεμβάσεως στον συμβατικό δεσμό και την επιβολή κυρώσεων με εκτελεστέες διοικητικές πράξεις, ιδίως επί πλημμελούς εκτελέσεως και υπερημερίας του προμηθευτή.
Τέτοιος κυριαρχικός όρος υπέρ της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων που έχει περιληφθεί και στις 3 ως άνω συμβάσεις είναι ότι "ο αριθμός των γευμάτων θα ανέρχεται μέχρι τα 3.000 γεύματα ημερησίως και με την δυνατότητα μονομερούς προσαύξησης από την περιφέρεια Ιονίων Νήσων". Με βάση τα ανωτέρω και δοθέντος ότι ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι ΝΠΔΔ ήτοι η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων - ΟΤΑ β' βαθμού, το οποίο ασκεί δημόσια εξουσία, οι επίδικες συμβάσεις έργου επιδιώκουν την εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος, όπως ήδη αναφέρθηκε, συνίσταται στην προμήθεια τροφίμων για την κάλυψη των αναγκών σίτισης των αστέγων της ..., που επλήγησαν από τον σεισμό της 3.2.2014, με όρους που παρεκκλίνουν από το κοινό δίκαιο, οι οποίοι εξασφαλίζουν στο ως άνω νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, υπερέχουσα, έναντι της αντισυμβαλλομένης του εταιρείας, θέση που δεν προσιδιάζει σε συμβατικό δεσμό που συνάπτεται με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, επιβάλλοντας κυρώσεις για παραβάσεις της συμβάσεως ως και ρήτρες που ευθέως εξασφαλίζουν στο εναγόμενο υπερέχουσα θέση έναντι της ενάγουσας, αφού επιφυλάσσει για το ίδιο τη δυνατότητα μονομερούς επέμβασης σε κάθε μία από τις συμβάσεις, αποδεικνύεται ότι η απαίτηση της ενάγουσας - εκκαλούσας προέρχεται από διοικητική σύμβαση.
Ως εκ τούτου, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, πρόκειται για διοικητική διαφορά ουσίας, ήτοι απαίτηση που υπάγεται στη δικαιοδοσία των Διοικητικών Δικαστηρίων". Ωστόσο, ο όρος που έχει περιληφθεί στις τρεις ένδικες συμβάσεις, σύμφωνα με τον οποίο "ο αριθμός των γευμάτων θα ανέρχεται μέχρι τα 3.000 γεύματα ημερησίως και με την δυνατότητα μονομερούς προσαύξησης από την περιφέρεια Ιονίων Νήσων" και ο οποίος θα μπορούσε να περιέχεται σε αντίστοιχες συμβάσεις μεταξύ ιδιωτών, δεν αρκεί για να καταστήσει διοικητική την ένδικη διαφορά, καθιστώντας υπερέχουσα τη θέση του αναιρεσιβλήτου έναντι της αναιρεσσείουσας.
Τούτο δε διότι οι επίδικες αξιώσεις της τελευταίας απορρέουν από τρεις συμβάσεις πώλησης (παροχής γευμάτων σε σεισμόπληκτους, άστεγους κατοίκους ... ...), τις οποίες δεν διέπει κανονιστικό καθεστώς, ούτε έχουν περιληφθεί σ' αυτές (συμβάσεις) εξαιρετικές ρυθμίσεις (ρήτρες περί κυρώσεων) που προβλέπονται κανονιστικώς και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, ενώ έχει περιληφθεί μόνον η διάταξη του άρθρου 83 παρ. 3 περ.
δ' του Ν. 2362/1995, ήτοι, για την μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν τη διενέργεια διαγωνισμού σε περίπτωση έκτακτης και κατεπείγουσας ανάγκης.
Συνεπώς, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την οποία παραπονείται η αναιρεσσείουσα με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης ο οποίος ως εκ τούτου είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Σημειώνεται, ότι το αναιρεσίβλητο προβάλλει με τις προτάσεις του ένσταση εκκρεμοδικίας για το λόγο ότι μετά την έκδοση της πρωτόδικης με αριθ. 30/26.3.2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η αναιρεσσείουσα άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου ….
την με πρ. κατάθ. (ΑΒΕΜ) Α…./18.12.2019 αγωγή της με ταυτότητα νομικής και ιστορικής βάσης, διαδίκων και αιτημάτων, διαφορετικά αίτημα αναστολής - αναβολής έκδοσης απόφασης επί της αίτησης αναίρεσης έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της τελευταίας (διοικητικής) αγωγής λόγω εκκρεμοδικίας αυτής. Ο σχετικός ισχυρισμός και το αντίστοιχο αίτημα είναι απαράδεκτα και απορριπτέα, δεδομένου ότι ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται κατά την έρευνα της αίτησης αναίρεσης από τυχόν άσκηση στο μεταξύ όμοιας κατά το περιεχόμενο αίτησης παροχής έννομης προστασίας διαδίκου σε δικαστήριο άλλης δικαιοδοσίας και την όποια κρίση του τελευταίου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, γενομένης δεκτής της αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα ορισθούν δε μειωμένα (άρθρο 2 και 1 παρ.2 ν.3463/2006 (ΑΠ 169/2024, ΑΠ 34/2024), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμ. 102/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ