Supreme Court dismisses appeal for failure to cite invalidity grounds in original lawsuit and appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court erred in rejecting claims of fictitious parties and invalidity of lease contracts, but the court found these arguments were not raised in the original lawsuit or the appeal. Consequently, the court ruled that no grounds for review existed under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 556, 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal must clearly state the facts constituting the error; failure to raise a specific ground of invalidity in the original lawsuit or appeal precludes its examination on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1947 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1947/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Συνεταιρισμού με την επωνυμία ... και δ.τ. ... που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανιάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ... και δ.τ. ... που εδρεύει στο Δήμο Αμπελοκήπων - Μενεμένης Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο Δήμο Αμπελοκήπων - Μενεμένης Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Παπαγεωργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1877/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2654/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-1-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 556 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 765/2008).
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία (ΑΠ 970/2020, ΑΠ 860/2020, ΑΠ 1241/2019).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 261/2021, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 836/2017).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής, που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 718/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητες με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους (άρθρ. 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ) προτείνουν την ένσταση απαραδέκτου λόγω αοριστίας όλων των λόγων αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής.
Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι στο αναιρετήριο εκτίθεται το ουσιώδες περιεχόμενο της ιστορικής και νομικής βάσης της αγωγής, όπως αναλυτικά παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, έτσι ώστε πληρούται, κατά τούτο, το ορισμένο των σχετικών λόγων αναίρεσης. Από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του Συντάγματος, κατά την οποία οι γεωργικοί και αστικοί συνεταιρισμοί κάθε είδους αυτοδιοικούνται σύμφωνα με τους όρους του νόμου και του καταστατικού τους και προστατεύονται και εποπτεύονται από το κράτος που είναι υποχρεωμένο να μεριμνά για την ανάπτυξή τους, προκύπτει, ότι οι συνεταιρισμοί ως ιδιότυπες ενώσεις προσώπων που συνεργάζονται για την προάσπιση και προαγωγή των περιουσιακών, επαγγελματικών και λοιπών συμφερόντων τους, αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, η οργάνωση και η δράση των οποίων, μέσα στο οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο που καθιερώνει και κατοχυρώνει το Σύνταγμα με τις επιμέρους διατάξεις του, τελεί υπό την προστασία και την εποπτεία του Κράτους.
Επίσης προκύπτει ότι, με εξαίρεση την υπό της παρ. 5 του ίδιου άρθρου προβλεπόμενη περίπτωση της δια νόμου σύστασης αναγκαστικού συνεταιρισμού για την εκπλήρωση των αναφερόμενων σ' αυτή σκοπών, το Σύνταγμα κατοχυρώνει την αρχή της ελεύθερης συμμετοχής των πολιτών σε συνεταιρισμούς, θεσπιζόμενου γενικού νομοθετικού πλαισίου, προς το οποίο πρέπει να προσαρμόζονται οι ειδικότερες διατάξεις των καταστατικών των συνεταιρισμών, χωρίς όμως οι δι' αυτού τιθέμενοι περιορισμοί να θίγουν υπέρμετρα την αυτοδιοίκηση των συνεταιρισμών και την αρχή της συμβατικής ελευθερίας που απολαύουν σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 684/2006).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγρ. 1, 3 και 7 του άρθρου 1 του Ν 1667/1986 "περί αστικών συνεταιρισμών και άλλων διατάξεων" ο αστικός συνεταιρισμός είναι εκούσια ένωση προσώπων με οικονομικό σκοπό, η οποία χωρίς να αναπτύσσει δραστηριότητες αγροτικής οικονομίας, αποβλέπει ιδίως με τη συνεργασία των μελών του στην οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη των μελών του και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους γενικά μέσα σε μια κοινή επιχείρηση.
Από την καταχώριση δε του καταστατικού του στο μητρώο συνεταιρισμών του ειρηνοδικείου (ήδη στην Υ.Γ.Ε.ΜΗ. κατ' άρθρο 116 παρ. 3 του Ν 4635/2019) στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει, αποκτά νομική προσωπικότητα και εμπορική ιδιότητα. Η περιουσία του αποτελείται από το χρηματικό ποσό, το οποίο συγκεντρώνεται από τις εισφορές των συνεταίρων και αυξομειώνεται ανάλογα με τον εκάστοτε αριθμό των μελών του.
Επειδή, ως εκ τούτου, δεν έχει μόνιμο και σταθερό κεφάλαιο, αφού αυτό μεταβάλλεται ανάλογα με την αυξομείωση των μελών του, η φερεγγυότητά του και η προστασία των τρίτων - πιστωτών του εξασφαλίζεται με την καθιέρωση ευθείας, προσωπικής και αλληλέγγυας με αυτόν ευθύνης των μελών που τον απαρτίζουν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του ίδιου ως άνω νόμου (1667/1986), κατά την οποία, οι συνεταίροι ευθύνονται εις ολόκληρον για τα χρέη του συνεταιρισμού, στο μεν συνεταιρισμό απεριόριστης ευθύνης απεριόριστα, στο δε συνεταιρισμό περιορισμένης ευθύνης, μέχρι ένα ορισμένο ποσό που καθορίζεται στο καταστατικό και είναι ίσο ή πολλαπλάσιο της αξίας κάθε συνεταιριστικής μερίδας (ΑΠ 114/2020, ΑΠ 1397/2010).
Όργανα του αστικού συνεταιρισμού είναι η Γενική Συνέλευση των μελών του, το διοικητικό συμβούλιο και το εποπτικό συμβούλιο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 παρ. 3 Ν 1667/1986, μέλος του διοικητικού συμβουλίου δεν συμμετέχει στις συνεδριάσεις ούτε έχει δικαίωμα ψήφου, όταν πρόκειται για θέματα που αφορούν άμεσα αυτό, ή συγγενή πρώτου βαθμού.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του ίδιου νόμου, για θέματα που δεν ρυθμίζονται από το νόμο αυτόν εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του εμπορικού και του αστικού δικαίου. Κατά το άρθρο 101 ΑΚ, απόφαση της συνέλευσης (σωματείου) είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή το καταστατικό. Την ακυρότητα κηρύσσει το δικαστήριο ύστερα από αγωγή μέλους που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον.
Η αγωγή αποκλείεται μετά πάροδο έξι μηνών από την απόφαση της συνέλευσης. Η απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα ισχύει έναντι όλων. Η διάταξη αυτή του άρθρου 101 ΑΚ εφαρμόζεται αναλόγως και στις άκυρες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου. Τούτο δε, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, αφού δεν υπάρχει άλλη διάταξη και βραχυπρόθεσμη παραγραφή για τις άκυρες αποφάσεις του ΔΣ σωματείου, οι οποίες, ομοίως, όπως και οι άκυρες αποφάσεις της ΓΣ έχουν ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως, αλλά και διότι στο μείζον (δηλ.
στην κήρυξη της ακυρότητας της αποφάσεως της Γενικής Συνέλευσης) περιλαμβάνεται και το έλασσον (δηλ. η κήρυξη της ακυρότητας αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου). Η απόφαση του δικαστηρίου που κηρύσσει την ακυρότητα είναι διαπλαστική (άρθρ.71 ΚΠολΔ), γιατί με αυτήν εξαφανίζεται (ακυρώνεται) αναδρομικά η απόφαση της Γ.Σ.
ή του Δ.Σ., ισχύει δε έναντι όλων. Πριν όμως να κηρυχθεί η ακυρότητα από το δικαστήριο, η πιο πάνω απόφαση της Γ.Σ ή του Δ.Σ παράγει τα έννομα αποτελέσματά της (ΑΠ 1339/2014, ΑΠ 408/2004). Η ως άνω εξάμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική και η πάροδός της απράκτως ισχυροποιεί την άκυρη απόφαση των ανωτέρω οργάνων του σωματείου.
Επομένως, η αγωγή για ακύρωση, αποκλείεται μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από τη λήψη της απόφασης, τούτο δε, προβάλλεται από τον έχοντα έννομο συμφέρον κατ' ένσταση, αλλά λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 279 του ΑΚ (ΑΠ 1043/2020, ΑΠ 548/2012, ΑΠ 433/2009). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 5 παρ. 8 του Ν 1667/1986 είναι άκυρη η απόφαση της γενικής συνέλευσης αστικού συνεταιρισμού, που αντίκειται στο νόμο ή στο καταστατικό.
Την ακυρότητα κηρύσσει το δικαστήριο, αν εγείρει σχετική αγωγή ένα μέλος που δε συμφώνησε ή οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Η αγωγή αποκλείεται, όταν περάσει ένας μήνας από τότε, που πάρθηκε η απόφαση. Η απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα ισχύει έναντι όλων. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, ομοίως, αναλόγως και στις άκυρες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου αστικού συνεταιρισμού, η δε απόφαση του δικαστηρίου, που κηρύσσει την ακυρότητα είναι διαπλαστική.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 17 του ΚΠολΔ, όπως αναριθμήθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 6 του Ν 4055/2012 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν 4335/2015, στην αρμοδιότητα των μονομελών Πρωτοδικείων υπάγονται οι διαφορές, που αφορούν στην ακύρωση αποφάσεων της γενικής συνέλευσης σωματείων ή συνεταιρισμών.
Η προσβολή ελαττωματικών αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του συνεταιρισμού είναι δυνατή υπό τους όρους της ΑΚ 101, η οποία εφαρμόζεται αναλογικά (ΑΠ 1696/2008).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 11-07-2018 και με αριθμ. κατάθ. 12391/11-07-2018 αγωγή του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ισχυρίσθηκε, ότι τυγχάνει δευτεροβάθμιος Ασφαλιστικός Συνεταιρισμός, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 1667/1986 "Αστικοί συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις", και ότι στους σκοπούς του, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται η ίδρυση, λειτουργία και εκμετάλλευση σταθμών εκκίνησης, άφιξης λεωφορείων, επιβίβασης, αποβίβασης επιβατών, φορτοεκφόρτωσης αποσκευών και δεμάτων και όλων των παρεπόμενων και συναφών δραστηριοτήτων (εμπορικών καταστημάτων, πάσης φύσεως και παντός είδους κ.λπ.).
Ότι έχει τα αναφερόμενα στην αγωγή του είκοσι τρία μέλη - συνεταίρους και, σύμφωνα με το Καταστατικό του, όργανά του είναι η Γενική Συνέλευση των συνεταίρων, το Διοικητικό Συμβούλιο και το Εποπτικό Συμβούλιο και οι διατελέσαντες πρόεδροι του Δ.Σ., για διάστημα άνω της δεκαπενταετίας, οι οποίοι συμμετέχουν στα όργανα και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων του Συνεταιρισμού, με δικαίωμα γνώμης, ως διευθύνοντες σύμβουλοι.
Ότι εκπροσωπείται στις δικαστικές και εξώδικες σχέσεις του, από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. και αναλαμβάνει δικαιώματα και υποχρεώσεις, από τις συναφθείσες από αυτόν δικαιοπραξίες, μόνο όταν ενεργεί, μέσα στα όρια του νόμου και του καταστατικού. Ότι ο ..., εκλεγμένος Πρόεδρός του (από το έτος 1992 έως και την 17η-11-2017), χρησιμοποίησε τυπικά τις αποφάσεις του Δ.Σ., προκειμένου να καλύψει, με νομιμοφάνεια, τις παράνομες πράξεις και παραλείψεις του, με τις οποίες τον ζημίωσε προς όφελός του.
Ότι δυνάμει του από 05-01-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης (ο ενάγων Συνεταιρισμός) εκμίσθωσε προς τους: 1) Ι. Κ. του Ι. και 2) Ν. Α. του Σ., ανάδοχους του έργου (κατασκευαστές) του Σταθμού "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ", οι οποίοι ενεργούσαν, για λογαριασμό της υπό σύσταση ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ... και δικαιοπαρόχου της πρώτης εναγομένης, μέρη του Σταθμού των Υπεραστικών Λεωφορείων των Κ.Τ.Ε.Λ.
Βορείου και Κεντρικής Ελλάδας, με τα μηχανήματα και τον εξοπλισμό τους, με διάρκεια από 01-01-2012 έως τις 31-12-2019, αντί μηνιαίου μισθώματος 67.618,02 ευρώ, με τον Φ.Π.Α., για τον πρώτο χρόνο της μίσθωσης, προσαυξανόμενο, κατά 2% ετησίως για τα δύο επόμενα χρόνια, και 4% ετησίως, για τα υπόλοιπα έτη της μίσθωσης, με δικαίωμα υπομίσθωσης.
Ότι, δυνάμει του από 01-02-2015 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, προέβη σε τροποποιήσεις του αρχικού συμφωνητικού μίσθωσης, προς όφελος της άνω μισθώτριας, οι οποίες αφορούσαν αφενός μεν τους χώρους του μισθίου, οι οποίοι αυξήθηκαν και αφετέρου το καταβαλλόμενο, από τη μισθώτρια, μίσθωμα, το οποίο μειώθηκε σε 41.280,50 ευρώ, μηνιαίως, πλέον Φ.Π.Α., για το πρώτο μισθωτικό έτος, προσαυξανόμενο, κατά ποσοστό 2% ετησίως για τα επόμενα δύο έτη, και 4% ετησίως, για τα υπόλοιπα, μέχρι τη λήξη της μίσθωσης.
Ότι, με ενέργειες του προαναφερόμενου Προέδρου και του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού, του οποίου αυτός ηγείτο, δυνάμει του από 25-05-2017 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης, με την πιο πάνω αναφερόμενη μισθώτρια εταιρεία, συμφώνησε την ανανέωση της μίσθωσης των ίδιων μίσθιων χώρων του Σταθμού "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" για δώδεκα έτη από τη λήξη του συμβατικού χρόνου της ως άνω μίσθωσης (έως 31-12-2031) με τους ίδιους όρους, αποκρύπτοντας από τα μέλη του Δ.Σ.
το προσωπικό συμφέρον των μελών της οικογένειάς του και οικείων του, στους οποίους είχε παραχωρηθεί η εκμετάλλευση των μίσθιων χώρων και δη στους γιους του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου του. Ότι, ειδικότερα, η εταιρεία ... δυνάμει του από 22-03-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού υπομίσθωσης, που κατήρτισε και υπέγραψε στη Θεσσαλονίκη με τους α) Ν.
Α. του Σ. (υιό του κατασκευαστή του Σταθμού) και β) Δ. Μ. του Χ., υιό του μέλους του Δ.Σ. και Γραμματέα του Συνεταιρισμού Χ. Μ., οι οποίοι ενεργούσαν για λογαριασμό της, υπό σύσταση, εταιρίας με έδρα, τη διεύθυνση του Σταθμού (οδός Γιαννιτσών αρ. 244), με την επωνυμία ...." (δεύτερη εναγομένη), υπεκμίσθωσε σ' αυτήν ένα κατάστημα εντός του Σταθμού, εμβαδού 300,00 τ.μ., με σκοπό την εκμετάλλευση ζαχαροπλαστείου - καφέ - εστιατορίου, για χρονικό διάστημα από 19-3-2012 έως 31-12-2019, αντί μηνιαίου μισθώματος 14.760,00 ευρώ και στη συνέχεια, δυνάμει του από 24-9-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού υπομίσθωσης, η μισθώτρια εταιρεία υπεκμίσθωσε στην ίδια ως άνω υπομισθώτρια εταιρεία (δεύτερη εναγομένη) 291,00 τ.μ.
των μίσθιων χώρων αυτής, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από αυτήν για εστιατόριο - σνακ μπαρ - οβελιστήριο (123,00 τ.μ.) και καφέ - αναψυκτήριο, αντί μηνιαίου μισθώματος 29.500,00 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α, ήτοι συνολικά υπεκμίσθωσε 591 τ.μ. από τους μίσθιους χώρους. Ότι η υπομισθώτρια εταιρεία ...." ιδρύθηκε στις 26-03-2012 και είχε ως ιδρυτικά μέλη:
α) τον Δ. Μ. (υιό του Γραμματέα του Συνεταιρισμού) με ποσοστό συμμετοχής 25% και β) τον Ν. Α. με ποσοστό συμμετοχής 75%, ενώ ακολούθως τροποποιήθηκε το καταστατικό της με την πώληση του 50% της εταιρείας από τον Ν. Α. στον Α. - Μ. Λ. (υιό του τότε Προέδρου του Δ.Σ. Χ. Λ.), με αποτέλεσμα τα ως άνω οικεία αυτού πρόσωπα να εκμεταλλεύονται έκτοτε του υπομίσθιους χώρους.
Ότι με το από 27-6-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο Ι. Κ. αποχώρησε από την εταιρεία και στη θέση του εισήλθε η Α. Α. και η εταιρεία μετονομάσθηκε από ... σε ... με δ.τ. ... Ότι, διά των προαναφερόμενων συμβάσεων μίσθωσης και ανανέωσης, εκμισθώθηκαν και παραχωρήθηκαν, τα μίσθια, συνολικής επιφάνειας 1.646,96 τ.μ., όπως αυτά εμφαίνονται στα συνημμένα, στα μισθωτήρια, σχεδιαγράμματα κατόψεων και αναλυτικά περιγράφονται στην ένδικη αγωγή, κατ' εμβαδόν, τοποθεσία εντός του ακινήτου του και χρήση.
Ότι οι συμβάσεις μίσθωσης συνήφθησαν, καθ' υπέρβαση των ορίων εκπροσώπησής του, χωρίς την ειδική άδεια-έγκριση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του, κατά παράβαση του άρθρου 23α του Ν 2190/1920, που έχει ανάλογη εφαρμογή στους Συνεταιρισμούς, και με αντισυμβαλλόμενο παρένθετο πρόσωπο (πρώτη εναγόμενη), που χρησιμοποιήθηκε από τη δεύτερη εναγόμενη, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις του Δ.Σ., στις οποίες στηρίχθηκαν αυτές, να είναι απολύτως άκυρες, ενώ όλες οι ενέργειες του Χ.
Λ., ως Προέδρου του ενάγοντος, έπρεπε να έχουν, ως γνώμονα, την επίτευξη των καταστατικών σκοπών αυτού, όπως η εκμίσθωση των επίδικων χώρων του ενάγοντος. Ότι καμία Γενική Συνέλευση δεν ενέκρινε σύμβαση, μισθωτική ή άλλη, είτε πριν, είτε μετά την σύναψή της, τόσο με τις εναγόμενες εταιρίες, όσο και με οποιαδήποτε εταιρία, στην οποία συμμετείχαν, ως μέτοχοι οι ως άνω υιοί των τότε Προέδρου, Χ.
Λ., και Γενικού Γραμματέα, Χ. Μ., των τότε Δ.Σ., γεγονός, το οποίο αποσιώπησαν οι τότε Πρόεδρος και Γενικός Γραμματέας από τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ., και εάν αυτό ήταν γνωστό, δεν θα ψήφιζαν, υπέρ των αποφάσεων, που θα ενέκριναν τις επίδικες μισθώσεις. Ότι το περιεχόμενο των ανωτέρω συμβάσεων μίσθωσης και ανανέωσης υπερβαίνει το συνηθισμένο, για τη συγκεκριμένη περίπτωση, μέτρο, όπως αυτό προσδιορίζεται από τη δραστηριότητά του, την οικονομική του ευρωστία και τα ειθισμένα στις συναλλαγές για τις συμβάσεις αυτού του είδους.
Με βάση αυτό το ιστορικό, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα και ότι δεν τον δεσμεύουν, για τους ως άνω εξειδικευμένους λόγους, τα από 05-01-2012, 01-02-2015 και 25-05-2017 ιδιωτικά συμφωνητικά επαγγελματικής μίσθωσης. Επίσης, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες και κάθε τρίτος, που έλκει από αυτές δικαιώματα ή κατέχει τους μίσθιους χώρους στο όνομά του, ως συνεκμεταλλευτής ή υπομισθωτής τους, να αποδώσουν σ' αυτό τη χρήση των ένδικων μίσθιων χώρων, οι οποίοι αποτελούν μέρος του Σταθμού Υπεραστικών Λεωφορείων "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ", που βρίσκεται στο Δήμο Αμπελοκήπων - Μενεμένης, στην οδό Γιαννιτσών αρ. 244 και εμφαίνονται στα συνημμένα, στο από 1-2-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, σχεδιαγράμματα κατόψεων του ισογείου, του 1ου ορόφου, των μεταλλικών παταριών του θόλου, του δώματος και των αποθηκών του χώρου του πάρκινγκ των Ι.Χ., όπως περιγράφονται κατ' έκταση, θέση και χρήση, με τα μηχανήματα και τον εξοπλισμό τους.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1877/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Κατόπιν άσκησης της από 27-03-2019 έφεσης και των από 17-05-2019 πρόσθετων λόγων αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2654/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία συνεκδικάσθηκαν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι, έγιναν τυπικά δεκτοί και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν.
Με την προσβαλλόμενη, όπως παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), η αγωγή κρίθηκε, ότι είναι μη νόμιμη, διότι δεν τίθεται θέμα αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 23α του Ν 2190/1920, ώστε να απαιτείται ειδική άδεια - έγκριση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του συνεταιρισμού, για τη λήψη των αποφάσεων του ΔΣ και την επιχειρηθείσα, λόγω ελλείψεως διαχειριστικής και εκπροσωπευτικής εξουσίας, σύναψη και ανανέωση των συμβάσεων μίσθωσης των χώρων εστίασης, αναψυχής κ.λπ.
του σταθμού εκκίνησης - άφιξης λεωφορείων "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ", διότι δεν υφίσταται νομοθετικό κενό στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν 1667/1986, που ρυθμίζει το συναφές ζήτημα. Επίσης, δεν υφίσταται αναλογία λειτουργιών και αρχών, αλλά και ταυτότητα αναγκών, μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας και του συνεταιρισμού, προκειμένου να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 23α του Ν 2190/1920, ακόμη και αν υφίστατο νομοθετικό κενό, ούτε συντρέχει περίπτωση συμπληρωματικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 22α παρ. 3β του Ν 2190/1920.
Επί ζητημάτων δε, που δεν ρυθμίζονται από το Ν 1667/1986, εφαρμόζονται αναλόγως οι συγγενικές διατάξεις του αστικού δικαίου, για τα σωματεία (ΑΚ 78 επ., 61, 66 επ.). Ότι περαιτέρω, οι ένδικες δικαιοπραξίες, όπως εκτίθενται στην αγωγή με την παράθεση των σχετικών διατάξεων του καταστατικού του ενάγοντος, συνιστούν πράξεις διαχείρισης συνεταιριστικών υποθέσεων, καθόσον σ' αυτές συμπεριλαμβάνεται και η εκμίσθωση των χώρων του Σταθμού και δεν αντίκεινται στη φύση και στο χαρακτήρα του συνεταιρισμού, ώστε να αποβαίνουν αυτοδικαίως άκυρες.
Οι ενέργειες των δύο από τα μέλη του ΔΣ του ενάγοντος (Προέδρου και Γενικού Γραμματέα) έγιναν καθ' υπέρβαση των καθηκόντων τους, κατά κατάχρηση της εκπροσωπευτικής και διαχειριστικής εξουσίας τους, εφόσον όφειλαν να αποκαλύψουν έγκαιρα στα υπόλοιπα μέλη του δ.σ. τα ίδια συμφέροντά τους, που ενδέχεται να ανακύψουν από τις συναπτόμενες συμβάσεις μεταξύ του συνεταιρισμού και τρίτων προσώπων, εξ αίματος συγγενών τους, πρώτου βαθμού, έτσι ώστε καθίσταται η ψήφος των μελών αυτών άκυρη και η απόφαση ακυρώσιμη (αν η ψήφος των ήταν καθοριστική για το σχηματισμό πλειοψηφίας), καθόσον λήφθηκαν κατά παράβαση του καταστατικού και του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν 1667/1986.
Εντούτοις, ενόψει του ότι έχει παρέλθει από την κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων (διότι δεν εκτίθεται στην αγωγή η ημερομηνία λήψης των αποφάσεων του ΔΣ) η προθεσμία του ενός (1) μήνα, που προβλέπεται από την ειδική διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν 1667/1986, αλλά και των έξι (6) μηνών, κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 66 και 101 ΑΚ, οι εν λόγω αποφάσεις του ΔΣ είναι πλέον απρόσβλητες.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί ελαττώματος (πλάνης) των άλλων μελών του ΔΣ του ενάγοντος (πλην του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα αυτού) μπορεί να προβληθεί μόνο από εκείνον, που πλανήθηκε, ενώ σε κάθε περίπτωση η εξ αυτού του λόγου απόφαση του ΔΣ καθίσταται ακυρώσιμη, πλην όμως έχει πλέον καταστεί απρόσβλητη.
Ότι, τέλος, ομοίως μη νόμιμος είναι και ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι οι ένδικες συμβάσεις είναι άκυρες, διότι συμβλήθηκε παρένθετο πρόσωπο, ήτοι η πρώτη εναγομένη εταιρεία, που χρησιμοποιήθηκε ως μέσον - όχημα, από τη δεύτερη εναγομένη, στο κεφάλαιο της οποίας συμμετείχαν τα τέκνα του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα του ΔΣ και με την οποία ήθελαν στην πραγματικότητα να συμβληθούν.
Τούτο διότι η τελούμενη με παρένθετο πρόσωπο δικαιοπραξία είναι σπουδαία και αληθινή, τα δε αποτελέσματά της επέρχονται στο πρόσωπο του παρένθετου προσώπου, όπως ισχύει γενικώς επί έμμεσης αντιπροσώπευσης. Και μόνον, αν όλοι οι συμβαλλόμενοι, εικονικοί και πραγματικοί, τελούν σε γνώση και συμφώνησαν, ότι τα αποτελέσματα της σύμβασης θα επέλθουν, όχι υπέρ του φαινομενικά συμβαλλόμενου, αλλά υπέρ και σε βάρος του καλυπτόμενου αληθινού μπορεί να συντρέξει εικονικότητα επί σύμβασης, που επιφέρει την ακυρότητα αυτής, προϋπόθεση, που δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθώς ο ενάγων επικαλέσθηκε, ότι βρισκόταν σε πλήρη άγνοια, ως προς το πρόσωπο της φερόμενης υποκρυπτόμενης αντισυμβαλλόμενης.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι δεν απαιτείται έγκριση των ένδικων αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του ενάγοντος συνεταιρισμού από τη Γενική Συνέλευση των μελών του και ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 23α του Ν 2190/1920 στην υπό κρίση υπόθεση, δεν παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος τους, είναι αβάσιμες.
Τούτο διότι στον αστικό συνεταιρισμό, όπως ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, υπερτερεί ο προσωπικός χαρακτήρας. Για το ζήτημα δε της σύγκρουσης συμφερόντων μελών του ΔΣ προβλέπεται ειδική ρύθμιση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν 1667/1986 και δεν υφίσταται νομοθετικό κενό, που να καθιστά επιβεβλημένη την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 23α παρ. 2 και 5 του Ν 2190/1920.
Άλλωστε, η διοικητική δομή, λειτουργία και ο σκοπός του συνεταιρισμού δεν προσομοιάζει με αυτήν των ανωνύμων εταιρειών, έτσι ώστε στην περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων μελών του ΔΣ του συνεταιρισμού κατά τη λήψη απόφασης αυτού δεν εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 23α του ΑΝ 2190/1920, σύμφωνα με τις οποίες, ελλείψει ειδικής άδειας της γενικής συνέλευσης, είναι άκυρη η σύμβαση, που καταρτίζει ανώνυμη εταιρεία με συγγενείς, μεταξύ άλλων, των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους ανωτέρω συγγενείς.
Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι οι συνεταιρισμοί ταυτίζονται αξιολογικά με τις ανώνυμες εταιρείες, καθόσον με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 400/1970 (ήδη άρθρ. 7 παρ. 1 Ν 4364/2016) ορίζεται, ότι ασφάλιση ασκείται και από Αλληλασφαλιστικό Συνεταιρισμό, με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν 3601/2007 (ήδη Ν 4261/2014) ορίζεται, ότι πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να λειτουργούν υπό τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του Ν 1667/1986 και το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν 4261/2014, σύμφωνα με το οποίο πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να λειτουργούν και με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του Ν 1667/1986 ή με τη μορφή Ευρωπαϊκής Εταιρείας του Καν. 2157/2001 ή με τη μορφή Ευρωπαϊκής Συνεταιριστικής Εταιρείας του Καν. 1435/2003, (οι αιτιάσεις αυτές) στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον ο αναιρεσείων αστικός συνεταιρισμός δεν συνιστά αλληλασφαλιστικό συνεταιρισμό ούτε πιστωτικό ίδρυμα, στους οποίους και μόνον εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα πιστωτικά ιδρύματα αντίστοιχα.
Συνακολούθως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος τους, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, παραπονούμενος για ευθεία παράβαση των άρθρων 7 παρ. 3, 17 παρ. 1 Ν 1667/1986, 22α παρ. 3β, 23α Ν 2190/1920, 2 παρ. 1 ν.δ. 400/1970, 5 παρ. 1 Ν 3601/2007, 8 παρ. 1 Ν 4261/2014, Καν. 2157/2001 και Καν. 1435/2003, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 312/2021, ΑΠ 1262/2019, ΑΠ 701/2011), ενώ τυχόν σφάλμα ελέγχεται με τον λόγο εκ του αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 391/2020).
Ο αναιρεσείων προσάπτει με όλους τους λόγους αναίρεσης και δη με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το 2ο σκέλος τους, με τον τρίτο, κατά το 4ο σκέλος του, και με τους τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο λόγους, κατά το 2ο σκέλος τους, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι το Εφετείο δεν ερεύνησε την αγωγή κατ' ουσίαν, οπότε και μόνον ιδρύεται ο σχετικός αναιρετικός λόγος, αλλά έκρινε, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 1150/2011).
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 87/2013).
Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 760/2020).
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 17/2017, 2200/2014, 1929/2014, 1741/2012, ΑΠ 748/2013, ΑΠ 651/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά τα 1ο και 2ο σκέλη του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, παραπονούμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του περί ακυρότητας των ένδικων συμβάσεων μίσθωσης, ως αντικειμένων στα χρηστά ήθη, και άφησε αδίκαστο το σχετικό αίτημα της αγωγής του περί αναγνώρισης της ακυρότητάς τους για την ίδια αιτία.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, διότι από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει, ότι δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν βάση, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 178, 179 και 919 του ΑΚ, αλλά το πρώτον προβλήθηκε ο λόγος αυτός ακυρότητας κατ' έφεση, συνιστώντας απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής κατά τα άρθρα 224 και 526 του ΚΠολΔ, όπως ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλόμενη, με την οποία απορρίφθηκαν μετά ταύτα οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα δεύτερος λόγος της έφεσης του ενάγοντος και πρώτος πρόσθετος λόγος.
Μετά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε ούτε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθόσον δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 178, 179 και 919 του ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, και τα υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το 3ο σκέλος του, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το 1ο σκέλος του, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ συνεπεία ευθείας παράβασης των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 7 παρ. 4 του Ν 1667/1986, 173 και 200 του ΑΚ, διότι ενώ αρχικά δέχεται, ότι η εκμίσθωση δεν καταγράφεται στους σκοπούς του ενάγοντος συνεταιρισμού, ακολούθως αντιφατικά αποφαίνεται, ότι η εκμίσθωση επιτρέπεται, ως μορφή εκμετάλλευσης των χώρων του Σταθμού, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει τον αστικό Συνεταιρισμό αφενός ως προσωπική εταιρεία, αφετέρου ως ανώνυμη εταιρεία, που διαθέτει τα καταστήματά της προς εκμίσθωση, ενώ αυτός, ως Συνεταιρισμός, έχει ως σκοπό να εκμεταλλεύεται ο ίδιος τα καταστήματά του και όχι οι τρίτοι, όπως θα γινόταν, αν ήταν ανώνυμη εταιρεία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο καμία αιτίαση σχετικά με την επικαλούμενη παραβίαση των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 7 παρ. 4 του Ν 1667/1986, ενώ σε σχέση με την αποδιδόμενη παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν εκτίθεται, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, παρότι όφειλε, ή, αν και δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και δη ότι προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 919, 178 ΑΚ, 7 παρ. 3 του Ν 1667/1986 και 66, 101 ΑΚ, καθόσον α) έκρινε, ότι παρήλθε η προθεσμία του ενός (1) μήνα του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν 1667/1986 και των έξι (6) μηνών του άρθρου 101 ΑΚ, εντός των οποίων έπρεπε να προσβληθούν οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, με τις οποίες (το ΔΣ) συναίνεσε στην κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων μίσθωσης, ενώ αφενός ο Συν/σμός δεν μπορούσε να ασκήσει αγωγή ακύρωσης κατά του εαυτού του, αφετέρου δεν ζητεί με την αγωγή του την ακύρωση των αποφάσεων του ΔΣ του, αλλά των επίδικων συμβάσεων μίσθωσης, που στηρίζονται σε άκυρες αποφάσεις του ΔΣ του, και β) οι ανωτέρω προθεσμίες δεν ισχύουν για τις σχετικές αποφάσεις του ΔΣ, διότι αυτές είναι άκυρες ως αντικείμενες στα χρηστά ήθη.
Εντούτοις, πέραν του ότι η άκυρη απόφαση του ΔΣ δύναται να προσβληθεί με αίτηση μέλους που δεν συμφώνησε ή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός της προβλεπόμενης αποσβεστικής προθεσμίας κατ' άρθρο 101 του ΑΚ, σε κάθε περίπτωση, εφόσον παρήλθαν άπρακτες οι προεκτεθείσες προθεσμίες, οι σχετικές αποφάσεις του ΔΣ κατέστησαν απρόσβλητες και δεν είναι δυνατή η επίκληση ακυρότητας των συμβάσεων μίσθωσης, επειδή στηρίζονται στις ανωτέρω αποφάσεις του ΔΣ, μετά την πάροδο της προθεσμίας προσβολής των τελευταίων.
Επομένως, οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Κατά τα λοιπά, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι οι προθεσμίες των άρθρων 7 παρ. 3 του Ν 1667/1986 και 101 ΑΚ δεν ισχύουν για τις ανωτέρω αποφάσεις του ΔΣ, καθόσον αυτές είναι άκυρες ως αντικείμενες στα χρηστά ήθη, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι δεν διαλαμβάνεται ως λόγος ακυρότητας με την αγωγή η αντίθεση στα χρηστά ήθη των εν λόγω αποφάσεων του ΔΣ, αλλά προτάθηκε από τον ενάγοντα το πρώτον με λόγο έφεσης, όπως προεκτίθεται.
Ακολούθως, ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, υποστηρίζει, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ δέχθηκε, ότι συμμετείχαν παράνομα και ψήφισαν τα δύο μέλη του ΔΣ (Πρόεδρος και Γενικός Γραμματέας), που είχαν κώλυμα, χωρίς να αποκαλύψουν, έγκαιρα, στα υπόλοιπα μέλη του ΔΣ τα ίδια συμφέροντά τους, κάτι που καθιστά άκυρη την ψήφο τους, ακολούθως εσφαλμένα δεν έκανε και την παραδοχή, ότι τα κωλυόμενα μέλη του ΔΣ επηρέασαν καθοριστικά την ψήφο και των υπόλοιπων μελών του ΔΣ καθιστώντας την απόφασή του άκυρη.
Μετά την απόρριψη του πέμπτου λόγου, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως αλυσιτελείς, εφόσον η κρίση της προσβαλλόμενης, ότι οι σχετικές αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ενάγοντος είναι έγκυρες λόγω της άπρακτης παρόδου της αποσβεστικής προθεσμίας προσβολής τους, στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο συναφής λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 3 Ν 1667/1986, 174 και 180 ΑΚ. Τέλος, με τον έβδομο λόγο, κατά το 1ο σκέλος του, υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε, ότι δεν τίθεται ζήτημα εικονικότητας, εφόσον ο ενάγων επικαλείται με την αγωγή του, ότι είχε πλήρη άγνοια ως προς το πρόσωπο της φερόμενης υποκρυπτόμενης αντισυμβαλλομένης, ενώ έπρεπε να δεχθεί, ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι, εικονικοί και πραγματικοί, τελούσαν σε γνώση και συμφώνησαν, ότι τα αποτελέσματα θα επέλθουν, όχι υπέρ του φαινομενικά συμβαλλόμενου, αλλά υπέρ και σε βάρος του καλυπτόμενου αληθινού, καθόσον ο ενάγων εκπροσωπείτο από τον Πρόεδρό του, που τελούσε σε γνώση και από τη γνώση του τελευταίου κρίνεται η γνώση του ενάγοντος κατ' άρθρο 214 ΑΚ, έτσι ώστε συνέτρεξε ακυρότητα των ένδικων συμβάσεων μίσθωσης.
Οι αιτιάσεις αυτές από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε με την αγωγή του λόγο ακυρότητας των συμβάσεων μίσθωσης και ανανέωσης αυτών συνεπεία εικονικότητας με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 214 του ΑΚ, ότι δηλαδή ο ενάγων Συνεταιρισμός τελούσε σε γνώση, διότι ο αντιπρόσωπός του και Πρόεδρος του τότε διοικητικού του συμβουλίου Χ.
Λ. βρισκόταν σε πλήρη γνώση ως προς το πρόσωπο της φερόμενης υποκρυπτόμενης αντισυμβαλλομένης και τον εκπροσώπησε κατά την κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων μίσθωσης. Τούτο δε ανεξάρτητα από το ότι δεν επικαλείται, ότι επανέφερε το σχετικό ισχυρισμό με λόγο έφεσης. Αντίθετα, σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση της από 27-03-2019 έφεσης και των από 17-05-2019 πρόσθετων λόγων του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι όχι μόνο δεν επανέφερε τέτοιο ισχυρισμό, αλλά ρητά με το 2ο λόγο της έφεσής του εξέθεσε ότι "μη νόμιμα ...
δέχθηκε η εκκαλουμένη ότι στις ένδικες συμβάσεις δεν υπάρχει εικονικότητα σ' αυτές, την οποία άλλωστε δεν επικαλούμαι κι εγώ...". Κατ' ακολουθίαν τούτων, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ.
ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν ξεχωριστές προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-01-2020 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 23/20-01-2020) για αναίρεση της 2654/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για καθεμία από αυτές.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ