Legislator Case Law & Legislation
1947/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for negligence causing bodily injury due to lack of specific reasoning.

Case Number 1947/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a conviction for bodily injury by negligence. The lower court had found the appellant guilty of failing to stop at a STOP sign, causing an accident that injured another driver. The Supreme Court rejected the claim that the lower court lacked specific reasoning regarding the type of negligence, finding the factual findings and legal conclusions sufficient and uncontradicted.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(D) and 583(1) of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court will not quash a judgment for lack of specific reasoning if the lower court clearly and comprehensively establishes the objective and subjective elements of the crime and the causal link between the negligence and the result.

Keywords

AI generated
negligence bodily injury lack specific reasoning appeal dismissal criminal procedure code causal link negligence STOP sign violation Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 510(1)(D) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 84(2)(d) of the Penal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1947 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1947/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Δημητρακοπούλου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 31727/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον T. K. του T., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.κατ. ….3/2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 246/2010.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 9.2.2018 (αρ. εκθ. κατ. 13/2018) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 31727/20.10.2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ' ΠΚ) για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων(4) μηνών, με τριετή αναστολή, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως με δήλωση της έχουσας ειδικής προς τούτο εντολή και πληρεξουσιότητα δικηγόρου Αθηνών Ι. Δ. (ΑΜ ΔΣΑ 29446) ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. απόλυτη ακυρότητα που δημιουργεί λόγω αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. η οποία λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον 'Αρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου.

Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63 και 64 του Κ.Ποιν.Δ. και όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησης της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του Κ.Ποιν.Δ.

κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια που αφορά την παράσταση του πολιτικώς ενά-γοντος δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, αφού οι πλημμέλειες αυτές αφορούν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη. Τέτοια πλημμέλεια είναι και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 Α.Κ.

Ειδικότερα από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική επιδίωξή της είναι δυνατή, η δε πενταετής παραγραφή της αξίωσης αυτής αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των επιζημίων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση (ΑΠ (ΠΟΛ) 1158/2017).

Αν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά το ποινικό δίκαιο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης. Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η κατά το άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής, λαμβάνεται υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή άλλους ποινικούς νόμους παραγραφή, όπως αυτή, ως προς τη διάρκειά της καθορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ ή άλλο ειδικό ποινικό νόμο και η οποία προκειμένου για τα πλημμελή-ματα είναι πενταετής και κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του ΠΚ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή ώφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαίτησης κατά το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ.

Για τη διακρίβωση εάν, προκειμένου περί πλημμελημάτων η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη ή όχι σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν υπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ. 3 του άρθρου 113 του ΠΚ μέγιστο διάστημα της τριετούς αναστολής κατά το οποίο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση (ΟΛ ΑΠ 21/2003, ΑΠ 670/2015).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 του ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής, η δε με τον τρόπο αυτό διακοπείσα παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, κατά δε το άρθρο 270 ΑΚ αν η παραγραφή διακόπηκε ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα διακοπή.

Τέτοια άσκηση αγωγής που διακόπτει την παραγραφή συνιστά και η κατά την ποινική διαδικασία με δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δεν απαιτείται για την επέλευση της διακοπής, κατά τα παραπάνω, της παραγραφής και η επίδοση σχετικού δικογράφου προς τον κατηγορούμενο - εναγόμενο.

Εφόσον όμως η ένσταση της παραγραφής διατυπώνεται από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (άρθρο 262 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) το δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει επ' αυτής, αφού η τυχόν βασιμότητά της συνεπάγεται την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της πολιτικής αγωγής και συνακόλουθα τη μη δυνατότητα αυτής να παρασταθεί στο ποινικό δικαστήριο προς ικανοποίηση αξιώσεών της.

Η ένσταση αυτή, εφόσον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτόδικο δικαστήριο έχει υποκύψει σε παραγραφή η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος κατά το αστικό δίκαιο (937 ΑΚ) πρέπει να προβάλλεται κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν μπορεί να προβληθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή στο ακροατήριο το πρώτον, κατά τη συζήτηση στο Εφετείο της υπόθεσης μέσα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο, εφόσον δεν προβλήθηκε με λόγο έφεσης αυτού, αφού κατά το άρθρο 502 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ.

το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι λόγοι έφεσης (ΑΠ 1467/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την πρωτοβάθμια υπ' αριθμ. 86799/26.9.2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναίρεσης, είχε εμφανισθεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου εκείνου ο K. T. και δήλωσε πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση ποσού (50) ευρώ με επιφύλαξη για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω του αδικήματος της σε βάρος του αδικοπραξίας - σημαντικής βλάβης από αμέλεια που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο και έλαβε χώρα την 23.4.2010.

Κατά της δήλωσης αυτής αντέλεξε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος υποβάλλοντας ένσταση αποβολής αυτής με τον ισχυρι-σμό (κατά λέξη) ότι "η ασκούμενη απ' αυτόν αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο έχει υποπέσει σε παραγραφή και δεν δικαιούται σε παράσταση πολιτικής αγωγής.

Τούτο διότι ο πολιτικώς ενάγων δεν είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο σε προγενέστερο στάδιο". Ο πολιτικώς ενάγων διά του συνηγόρου του ζήτησε την απόρριψη της άνω ένστασης του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος διατεινόμενος κατ' αντένσταση, ότι η επικαλούμενη παραγραφή της ένδικης αξίωσης που αποτελεί αντικείμενο της πολιτικής αγωγής διακόπηκε με την άσκηση της από 20.4.2015 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …93/24.4.2015 αγωγής του κατά των:

α) κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, β) Ι. Δ. και γ) ασφαλιστικής εταιρείας "..." επί της οποίας δεν έχει εισέτι εκδοθεί οριστική απόφαση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση περί παραγραφής δεχόμενο την ανωτέρω αντένσταση και μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος έγινε δεκτό το αίτημα του παθόντος - πολιτικώς ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση και υποχρεώθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων να του καταβάλει το αιτηθέν ως άνω ποσό.

Κατά της απόφασης αυτής ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων άσκησε την υπ' αριθμ. πρωτ. ..72/26.9.2016 έφεσή του στην οποία όμως δεν διέλαβε ως ειδικό λόγο τη μη νόμιμη παράσταση της πολιτικής αγωγής ως έχουσας υποκύψει, κατά τους ισχυρισμούς του, σε παραγραφή. Κατά την εκδίκαση της έφεσης από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών την 20.10.2017, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, εμφανίσθηκε ο πολιτικώς ενάγων (K.

T.) και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας δήλωσε πανομοιότυπη ως και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πολιτική αγωγή. Η συνήγορος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, αντέλεξε καταθέτοντας εγγράφως ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής την οποία ανέπτυξε και προφορικώς ισχυριζόμενη τα εξής: "Κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 και 68 παρ. 2 ΚΠΔ η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου από τον δικαιούμενο κατά τις διατάξεις του Α.Κ (άρθρο 932 Α.Κ), μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία.

Εξάλλου, στο άρθρο 937 του Α.Κ ορίζεται ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση, εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως.

Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η κατ' άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Για την διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής, θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή άλλους ποινικούς νόμου παραγραφή, όπως αυτή, ως προς τη διάρκεια της, καθορίζεται στο άρθρο 11 1 του Π.Κ ή άλλο ειδικό ποινικό νόμο και η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πενταετής και κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του Π.

Κ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή, η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως κατά το άρθρο 937 παρ.1 Α.Κ. Για τη διακρίβωση εάν, προκειμένου περί πλημμελημάτων, η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη ή όχι σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν υπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ.3 του άρθρου 113 του Π.Κ μέγιστο διάστημα της τριετούς αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση (Πολ.

Ολ. ΑΠ 21/2003). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 Α.Κ την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής, κατά δε το άρθρο 270 Α.Κ, αν η παραγραφή διακόπηκε ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή: Τέτοια άσκηση αγωγής που διακόπτει την παραγραφή, συνιστά και η κατά την ποινική διαδικασία με τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (βλ.

ενδεικτικά Α.Π 617/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος υπέπεσε σε παραγραφή στις 23 Απριλίου 2015, ήτοι μετά την παρέλευση 5ετίας από τον χρόνο, που φέρεται τελεσθείσα η αξιόποινη πράξη (23 Απριλίου 2010). Η αγωγή, που άσκησε ο φερόμενος ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκε (κατατέθηκε και επιδόθηκε) στις 24 Απριλίου 2015 με αποτέλεσμα η άσκηση της να μην έχει διακόψει την παραγραφή, εσφαλμένα δε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε (σελ. 4) ότι "η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, εφ' όσον η παραγραφή της διεκόπη με την άσκηση της προαναφερόμενης αγωγής εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, η οποίο.

αρχίζει από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος". Η διάταξη του 937 παρ. 1 ΑΚ ορίζει ότι "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση". Από τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ προκύπτει ότι για την έναρξη της παραγραφής της αξιώσεως από αδικοπραξία απαιτείται γνώση τόσον της ζημίας, όσο και του υπόχρεου προς αποζημίωση.

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η αφετηρία της παραγραφής, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ. ταυτοποιείται με τον χρόνο που ο φερόμενος ως ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Στην προκείμενη περίπτωση, ο χρόνος που ο φερόμενος ως ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου ταυτοποιείται με τον χρόνο, που φέρεται τελεσθείσα η αξιόποινη πράξη (23 Απριλίου 2010).

Η άσκηση της αγωγής εκ μέρους του φερόμενου ως παθόντος έλαβε χώρα μετά την παρέλευση 5ετίας με συνέπεια η άσκηση της αγωγής εκ μέρους του να μην διακόπτει την παραγραφή δεδομένου ότι η σχετική αξίωση του είχε ήδη υποπέσει σε παραγραφή". Ο πολιτικώς ενάγων προέβαλε πανομοιότυπη ως και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την ένσταση περί παραγραφής, δεχόμενο την ανωτέρω αντένσταση με την παρεμπίπτουσα συμπροσβαλλομένη απόφαση του με την παρακάτω αιτιολογία "Κατά το άρθρο 937 του ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρύτερη παραγραφή,, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως.

Για την διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή, της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής, θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή σε άλλους ποινικούς νόμους παραγραφή, όπως αυτή ως προς την διάρκεια της καθορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ ή άλλου ειδικού ποινικού νόμου και η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πενταετής και κατά τη διάταξη του άρθρου 17 ταυ ΠΚ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως κατά το άρθρο 937 παράγραφος 1 ΑΚ.

Για τη διακρίβωση εάν, προκειμένου περί πλημμελημάτων, η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη ή όχι σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν υπολογίζεται το οριζόμενο από την παράγραφο 3 του άρθρου 113 του ΠΚ μέγιστο διάστημα της τριετούς αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση (ΟλΑΠ 21/2003).

Ειδικότερα από τις διατάξεις των αρθρ. 241, 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αξίωσης ζημιωθέντος τρίτου από αυτοκινητικό ατύχημα η παραγραφή της αξίωσης του τελευταίου αρχίζει για το σύνολο της ζημίας, θετικής ή αποθετικής, παρούσας ή μέλλουσας και εφόσον αυτή είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και δικαστικώς επιδιώξιμη από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος (βλ.

ΑΠ 515/2007 δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ, Μιχαηλίδου σε Σύντομη Ερμηνεία του Αστικού Κώδικα, 2010, άρθρ. 251, παρ. Β, σελ. 489).

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του αρθρ. 261 παρ. 1, όπως ισχύει με την αντικατάσταση της από το αρθρ. 101 παρ. 1 ν.4139/2013, την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο προέκυψε ότι ο μάρτυρας του κατηγορητηρίου και δηλών παράσταση πολιτικής αγωγής κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20-04-2015 (αριθμ. έκθ. κατάθ. ….10/2493/24-04-2015) αγωγή κατά α) του κατηγορουμένου, β) της Ι. Δ. του Δ. και γ) της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α.Ε.Ε.Γ.Α. ΕΘΝΙΚΗ" με την οποία ζητούσε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη την 23η Απριλίου 2010, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Η ανωτέρω αγωγή επιδόθηκε την 24η-4-2015, όπως προκύπτει από την επισημείωση επί του δικογράφου αυτής του δικαστικού επιμελητή Ε. Κ., ενώ δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση, δεδομένου ότι κανένας από τους διαδίκους δεν επικαλέσθηκε κάτι τέτοιο, ούτε προσκομίσθηκε αντίγραφο οριστικής απόφασης.

Συνεπώς, με βάση όσα προαναφέρθηκαν στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, όπως αυτός διατείνεται, εφόσον η παραγραφή της διεκόπη με την άσκηση της προαναφερόμενης αγωγής εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, η οποία αρχίζει από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 66 παρ. 1 ΚΠΔ η πολιτική αγωγή που έχει ασκηθεί σε πολιτικό δικαστήριο μπορεί να εισαχθεί στο ποινικό δικαστήριο, αν δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση με την πολιτική διαδικασία, όπως συνέβη στην προκειμένη υπόθεση.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αντίρρηση του κατηγορουμένου για αποβολή της πολιτικής αγωγής". Η εν λόγω ένσταση περί αποβολής της πολιτικής αγωγής λόγω παραγραφής της αξίωσης κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, μέσα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο, εφόσον δεν προβλήθηκε με λόγο της έφεσης αυτού, αφού, κατά το άρθρο 502 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ. το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι λόγοι έφεσης, απαραδέκτως προβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς, όπως προεκτέθηκε, να διαλαμβάνεται ως λόγος έφεσης και ως εκ τούτου το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ορθώς απέρριψε τη σχετική ένσταση περί παραγραφής, έστω και με διαφορετική αιτιολογία. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και 171 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω μη σύννομης παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος λόγω παραγραφής της αξίωσής του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 61 του Κ.Ποιν.Δ. όταν στα πολιτικά δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για το ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα πολιτικών δικαστηρίων που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα, αιτιολογία απαιτείται σε όλες τις αποφάσεις ανεξάρτητα αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική ελεύθερη η ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για το λόγο ότι εκκρεμεί στο πολιτικό δικαστήριο προδικαστικό ζήτημα αστικής φύσης, δηλαδή ζήτημα που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων και ότι η παραδοχή ή όχι του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαιτήσει αιτιολογημένα στο υποβαλλόμενο αίτημα και σε περίπτωση απόρριψής του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του.

Διαφορετικά αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη αιτιολογία ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ. (ΑΠ 1639/2016)." Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων υπέβαλε εγγράφως διά της συνηγόρου του πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας αίτημα αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 61 του Κ.Ποιν.Δ.

μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της αγωγής που είχε ασκήσει ο παθών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου για αποζημίωση από το ατύχημα το οποίο ανέπτυξε και προφορικώς με το εξής (κατά λέξη) περιεχόμενο: "Στις 24 Απριλίου- 2015 ο παθών T. K. κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20.04.2015 αγωγή του κατά του κατηγορουμένου, της κυρίας του αυτοκινήτου Ι.

Δ. του Δ. και της Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ ……", με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας το χρηματικό ποσό των € 36.750 και συγκεκριμένα:

€ 480 για ιατρικές επισκέψεις στον ιδιώτη ιατρό Α. Μ..

€ 400 για ιατρική παρακολούθηση στον ιδιώτη ιατρό Κ. Δ. € 10,52 για επίσκεψη στο ορθοπεδικό εξωτερικό ιατρείο του Δημόσιου Νοσοκομείου ….

€ 1.200 για την απασχόληση της μητέρας του ως νοσοκόμας - οικιακής βοηθού για ένα μήνα.

€ 1.200 για την μελλοντική απασχόληση τρίτου προσώπου ως νοσοκόμας - οικιακής βοηθού μετά την υποβολή του σε χειρουργική επέμβαση.

€ 665 για την καταστροφή των προσωπικών του ειδών, € 4550 ως δαπάνη για μελλοντική χειρουργική επέμβαση αρθροσκόπησης σε ιδιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα.

€ 2400 ως δαπάνη για μελλοντικές φυσιοθεραπείες σε ιδιωτικό κέντρο φυσικοθεραπείας και € 30.000 για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Η αγωγή αυτή προσδιορίστηκε να συζητηθεί ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου κατά την δικάσιμο της 09.11.2015 με αριθμό πιν. ΖΓ/1, κατόπιν δε αναβολής συζητήθηκε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου κατά την δικάσιμο της 26.09.2016, επ' αυτής δε αναμένεται η έκδοση αποφάσεως Ασφαλιστική Εταιρεία, ενώ δεν επιδόθηκε ούτε στον κατηγορούμενο ούτε στην ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου, ενώ κατά τη συζήτηση αυτής εξετάστηκε ως μάρτυρας ο κατηγορούμενος.

Κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ασφαλιστικής Εταιρείας προσκόμισε και επικαλέστηκε έγγραφο της Υπηρεσίας Στατιστικής Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος από το οποίο προέκυπτε ότι ο παθών με την ίδια μοτοσυκλέτα είχε εμπλακεί τόσο πριν, όσο και μετά τον χρόνο του επίδικου συμβάντος σε άλλα ατυχήματα. Συγκεκριμένα. ΠΡΙΝ το επίδικο ατύχημα είχε εμπλακεί σε τέσσερα (4) ατυχήματα: στις 26.11.2006 στο …., στις 03.01.2007 στο …. στις 10.05.2007 στο … και στις 19.03.2009 στην .., ενώ και ΜΕΤΑ το επίδικο ατύχημα ενεπλάκη σε ατύχημα στις 03.08.2010, στην …, ήτοι περίπου 3 μήνες μετά από αυτό. Κατέληγε δε στην κρίση ότι πλην της κακώσεως του δεξιού γόνατος του παθόντος, ι) οποία βεβαιώθηκε από το Δημόσιο Νοσοκομείο …. στο οποίο διεκομίσθη οι λοιπές βλάβες που επικαλέστηκε ο παθών/δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ένδικο κρινόμενο ατύχημα αλλά οφείλονται είτε στα προηγούμενα ατυχήματα του, είτε στο μεταγενέστερο ατύχημα, είτε σε καταπόνηση του γόνατος του σε οικοδομές στις οποίες ισχυρίστηκε ότι εργάζονταν και ζήτησε να επιδείξει ο παθών το βιβλιάριο υγείας του για να ελεγχθούν προγενέστεροι ή μεταγενέστεροι του ένδικου ατυχήματος τραυματισμοί του στο δεξί γόνατο, τυχόν σχετική νοσηλεία του και τυχόν επιπλοκές του τραυματισμού του.

Το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου δεχθέν ότι η έκδοση της εν λόγω αποφάσεως δεν ασκεί επιρροή στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, ενώ αναβολή της υποθέσεως, ενόψει και των ήδη υφισταμένων αποδεικτικών στοιχείων, κατά τα εκτιθέμενα στη συνέχεια, καθώς και του χρόνου που φέρεται ότι τελέσθηκε η πράξη (23-4-2010), είναι, κατά την κρίση του δικαστηρίου μη αναγκαία". Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στην απορριπτική του απόφαση σχετικά με το αίτημα αναβολής είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα ειδική και εμπεριστατωμένη αφού εκτίθενται σ' αυτή οι λόγοι για τους οποίους κατέληξε και απέρριψε το σχετικό αίτημα ως αβάσιμο. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών, υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την έναρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ.(ΟΛ ΑΠ 1/2005).

Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 51/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής: "Την 23η Απριλίου 2010 και περί ώρα 23:45 μ.μ. ο κατηγορούμενος οδηγούσε το υπ' αριθ.

κυκλοφορίας ...61 Ι.Χ.Ε: αυτοκίνητο επί της οδού Ρ. με κατεύθυνση από οδό Π. προς την οδό Ν. στην ….. Στο ύψος της διασταύρωσης της οδού Ρ. με την οδό Γ. και ενώ ο κατηγορούμενος είχε στην πορεία του και πριν τη διασταύρωση ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-2 (STOP), δεν διέκοψε την πορεία του σχήματος του, ούτε παραχώρησε προτεραιότητα στην υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ...31 δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο πολιτικώς ενάγων στον ίδιο τόπο και χρόνο και συγκεκριμένα έβαινε επί της οδού Γ. με κατεύθυνση από Λ. προς Π. αλλά από έλλειψη-της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει παραβιάζοντας με τη συμπεριφορά του αυτή τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3 και 12 παρ. 1 ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), με συνέπεια να συγκρουσθεί με την ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα και να τραυματισθεί από τη σύγκρουση ο πολιτικώς ενάγων, που υπέστη κάκωση ΔΕ γόνατος.

Δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν παρανόμως σταθμευμένα αυτοκίνητα επί της οδού Γ., τα οποία εμπόδιζαν την ορατότητα του κατηγορούμενου, ο οποίος όφειλε να διακόψει την πορεία του προ της πινακίδας Ρ-2 (STOP), να παραχωρήσει προτεραιότητα στη δίκυκλη μοτοσικλέτα και εν συνεχεία να εισέλθει στη διασταύρωση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων αμέσως μετά τη σύγκρουση διακομίσθηκε στο Γ.Ν-….. "…", όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κάκωση ΔΕ γόνατος, τέθηκε επίδεση Robert Jones, δόθηκαν οδηγίες και συνεστήθη επανέλεγχος.

Εν συνεχεία, την 14η Μαΐου 2010, ο πολιτικώς ενάγων εξετάστηκε εκ νέου στην Α' Ορθοπεδική Κλινική του ίδιου Νοσοκομείου και διαπιστώθηκε ότι υπέστη συνδεσμική κάκωση δεξιού γόνατος, πιθανόν ρήξη μηνίσκου και του συνεστήθη να υποβληθεί σε εξέταση μαγνητικής τομογραφίας (MRI) δεξιού γόνατος (βλ. το από 145-2010 σημείωμα της Α' Ορθοπεδικής Κλινικής του ανωτέρω νοσοκομείου).

Την 18η Μαΐου 2010 υπεβλήθη σε μαγνητική τομογραφία δεξιού γόνατος και διαπιστώθηκε από την εξέταση αυτή οριζόντια ρήξη στο οπίσθιο κέρας του έσω μηνίσκου (βλ. την από 18-5-2010 μαγνητική τομογραφία της "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ Α.Ι.Ε.). Περαιτέρω, την 27η-5-2010 ο πολιτικώς ενάγων εξετάσθηκε από τον χειρουργό - ορθοπεδικό Α.

Μ., ο οποίος γνωμάτευσε ότι πάσχει από ρήξη έσω μηνίσκου δεξιού γόνατος και χρήζει 20 συνεδριών φυσικοθεραπείας (βλ. την από 27-5-2010 ιατρική γνωμάτευση του ως άνω ορθοπεδικού). Η εν λόγω σωματική βλάβη του πολιτικώς ενάγοντος συνδέεται αιτιωδώς με το τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα την 23η Απριλίου 2010 και δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί εντελώς ελαφρά, δεδομένου ότι η σωματική αυτή βλάβη δεν έχει επιπόλαιες συνέπειες στην υγεία του πολιτικώς ενάγοντος, αλλά χρήζει ιατρικής παρακολούθησης και αντιμετώπισης ώστε να μην εξελιχθεί σε κάτι σοβαρότερο.

Εξάλλου, όπως κατέθεσε και ο ίδιος ο πολιτικώς ενάγων αισθανόταν πόνους στο χτυπημένο γόνατο για κάποιο διάστημα μετά το ατύχημα. Επομένως, ο ισχυρισμός που προβλήθηκε από τη συνήγορο του εκκαλούντος και καταχωρίστηκε στα πρακτικά, σύμφωνα με τον οποίο θα πρέπει κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθεί ότι η πράξη του φέρει το χαρακτήρα όχι της απλής αλλά της εντελώς ελαφριάς σωματικής βλάβης, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Συνεπώς ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης για την οποία κατηγορείται, πρέπει, όμως, να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του αρθρ. 84 παρ. 25 ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως, διότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αμέσως μετά τη σύγκρουση ειδοποίησε την Τροχαία και ασθενοφόρο του Ε.Κ.Α.Β.

και ακολούθησε τον παθόντα στο νοσοκομείο, όπου παρέμεινε μαζί του μέχρι να εξετασθεί και ότι και τις επόμενες ημέρες ήταν σε επικοινωνία μαζί του για να μαθαίνει για την πορεία της υγείας του, συνεπώς με τη συμπεριφορά του αυτή εκδήλωσε εμπράκτως το ενδιαφέρον του για την υγεία του πολιτικώς ενάγοντος".

Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2δ του ΠΚ του ότι: "Στην Αθήνα στις 24/04/2010 από αμέλεια του, δηλαδή από την έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε με το όχημα του και κατά την οδήγηση του, σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας σε άλλον, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του και συγκεκριμένα, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ….61 ΙΧΕ αυτοκίνητο του και βαίνοντας με αυτό στην οδό Ρ.

με κατεύθυνση προς Ν. προκειμένου να εισέλθει στη διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό Γ. δεν διέκοψε την πορεία του οχήματος του, ούτε παραχώρησε την προτεραιότητα στο με αριθμό ...31 δίκυκλη μοτοσυκλέτα που κινούνταν στην οδό Γ. παρότι στην πορεία του και πριν από τη διασταύρωση ήταν τοποθετημένη πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας του (STOP), αλλά παραβίασε την πινακίδα αυτή και προχώρησε απερίσκεπτα, με συνέπεια να συγκρουσθεί με το παραπάνω όχημα και να τραυματιστεί από τη σύγκρουση αυτή ο οδηγός του T.

K. που έπαθε κάκωση ΔΕ γόνατος. Με αυτές τις κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την περί της ενοχής του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος δικαιοδοτική του κρίση, την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος.

Ειδικότερα αναφέρεται η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμέ-νου - αναιρεσείοντος, συνιστάμενη στην εκ μέρους του παραβίαση της ρυθμιστικής πινακίδας Ρ-2 (STOP) που υπήρχε στην πορεία του, προσδιορίζεται το είδος της αμελείας του και δη της μη συνειδητής, ήτοι η από έλλειψη προσοχής μη πρόβλεψη του ατυχήματος και η δυνατότητα αυτού να προβλέψει το αποτέλεσμα που επήλθε από την ανωτέρω αμελή συμπεριφορά του και παρατίθεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του και του επελθόντος αποτέλεσματος της σωματικής βλάβης του παθόντος - πολιτικώς ενάγοντος.

Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. προβαλλόμενος τρίτος λόγος με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία ως προς τον μη προσδιορισμό του είδους της αμέλειας είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγους αναίρεσης προς έρευνα θα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 13/2018 αίτηση του Σ. Δ. του Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 31727/20.10.2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ