Supreme Court partially allows appeal against lower court's dismissal of unjust enrichment claim due to insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision dismissing the plaintiffs' claims. The lower court failed to provide clear reasoning regarding the exhaustion of the disputed debt and the priority rules for offsetting debts under Article 422 of the Civil Code. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's substantive ruling on the unjust enrichment claim and remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 422 of the Civil Code: When a lower court's decision lacks sufficient reasoning on the application of substantive law regarding debt offsetting, the Supreme Court must annul the substantive ruling and remand the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1947 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1947/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων:1.Κ. Μ. του Φ. κατοίκου ..., 2. Ε. χήρας Φ. Μ., κατοίκου ..., 3. Σ. συζ. Ν. Μ. το γένος Κ. Τ., κατοίκου ..., 4. Φ. Μ. Ν., κατοίκου ..., 5. Κ. Μ. του Ν. κατοίκου ..., 6. Α. συζ. Ι. Τ., κατοίκου ... και 7. Ε. συζ. Ν. Κ.., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καυκόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. πλην της δεύτερης που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου- καθ'ής η κλήση: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Κουρουδή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-3-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11500/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 238/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 4-12-2011 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1653/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 12-9-2013 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι (πλην της δεύτερης αναιρεσείουσας), όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 1-4-2013 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαραλαμπίας Σίμου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 Κ.Πολ.Δ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ.3 προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 (και σύμφωνα με το άρθρο 98 αυτού καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις), προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσηςκαι, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλον διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Σύμφωνα, τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1, 3 και 104 Κ.Πολ.Δ., οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά Δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση του εκπροσωπούμενου από αυτόν διαδίκου, που καταχωρείται στα πρακτικά του Δικαστηρίου ή στην έκθεση.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις , ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Η έλλειψη της αναγκαίας πληρεξουσιότητας καθώς και η υπέρβασή της εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης .
Στην προκειμένη περίπτωση, με κλήση των αναιρεσειόντων φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, μετά την έκδοση της 1653/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής λόγω μη κλήτευσης της αναιρεσίβλητης. Η υπόθεση προσδιορίστηκε, κατά το αρθρ. 568 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί κατά την παρούσα δικάσιμο, όπως όμως προκύπτει από το σχετικό πινάκιο και τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, η 2η αναιρεσείουσα Ε. χήρα Φ. Μ. δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Συνεπώς, εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία και από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η 2α αναιρεσείουσα είχε εξουσιοδοτήσει νομίμως τον δικηγόρο Ευθύμιο Καυκόπουλο, που υπέγραψε την κλήση, όπως επισπεύσει τη συζήτηση και για λογαριασμό αυτής, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς τη 2η αναιρεσείουσα.
ΙΙ) Με την από 4-12-2011 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 238/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία , αφού απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση των ήδη αναιρεσειόντων και έγινε δεκτή η έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης , εξαφανίστηκε η πρωτόδικη 11500/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και απορρίφθηκε η αγωγή των αναιρεσειόντων ως προς μεν το πρώτο αίτημά της ως μη νόμιμη, ως προς δε το δεύτερο αίτημά της ως ουσία αβάσιμη. Με την αγωγή οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι εξόφληση της οφειλής τους προς την αναιρεσίβλητη από τα αναφερόμενα σ' αυτήν συγκεκριμένα δάνεια που τους είχε χορηγήσει προς ενίσχυση της κτηνοτροφικής μονάδας που διατηρούσαν, ζήτησαν : α) την καταδίκη της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης σε δήλωση βούλησης προς τον 1ο ενάγοντα και ήδη 1ο αναιρεσείοντα με αντικείμενο την άφεση χρέους και β) την αναγνώριση της ανυπαρξίας του χρέους των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων που να απορρέει από τις επίδικες συμβάσεις. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙΙ) Από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς τον δανειστή και η καταβαλλόμενη παροχή δεν επαρκεί για την εξόφληση όλων, τότε ο προσδιορισμός του εξοφλούμενου χρέους θα γίνει με βάση την τυχόν συμφωνία των μερών, ελλείψει δε τέτοιας συμφωνίας, ο προσδιορισμός αυτός θα γίνει μονομερώς από τον οφειλέτη, κατά την καταβολή, ενώ, σε περίπτωση που ούτε ο οφειλέτης άσκησε το εν λόγω δικαίωμα επιλογής, η παροχή θα καταλογισθεί με τη σειρά που ορίζει το εδάφιο β' του άρθρου 422 ΑΚ.
Ενόψει δε και της ρύθμισης του άρθρου 338 §1 Κ.Πολ.Δ, ο μεν εναγόμενος (οφειλέτης), προτείνων την ένσταση της εξόφλησης του επίδικου χρέους με καταβολή, πρέπει (και αρκεί), για την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασής του, να αποδείξει μόνο την καταβολή, ο δε ενάγων (δανειστής), ισχυριζόμενος, κατ' αντένσταση, ότι υπάρχουν και άλλα χρέη και ότι η καταβληθείσα παροχή δεν αφορούσε στο επίδικο αλλά σε άλλο ληξιπρόθεσμο χρέος, φέρει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης του άλλου χρέους.
Ο ισχυρισμός του δανειστή που επικαλείται τις προϋποθέσεις της ΑΚ 422, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 216 και 262 ΚΠολΔ, να περιέχει σαφή έκθεση των πραγματικών περιστατικών που την θεμελιώνουν, ήτοι πλήρη τα παραγωγικά του άλλου ή των άλλων χρεών γεγονότα καθώς και το ύψος αυτών. Τα στοιχεία δε αυτά, που συγκροτούν τον αντίστοιχο ισχυρισμό, από το άρθρο 422 ΑΚ, του δανειστή, πρέπει να περιλαμβάνονται και στο αιτιολογικό της απόφασης που τον κρίνει βάσιμο κατ' ουσίαν, και μέσω αυτού οδηγείται στην απόρριψη του ισχυρισμού περί εξόφλησης.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 15/2006, Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης δεν υπάρχει όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
ΙV) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Με την 49/21.02.1980 σύμβαση δανείου η εναγομένη τράπεζα χορήγησε στον Φ. Μ., ο οποίος διατηρούσε τότε στον ... μια κτηνοτροφική μονάδα εκτροφής μόσχων, μεσοπρόθεσμο δάνειο ποσού 500.000 δραχμών. Στη συνέχεια, με την 180/14.09.1981 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό η εναγόμενη παρέσχε στους Φ.
Μ., Ν. Μ. και Κ. Μ. του Φ., ατομικά αλλά και με την ιδιότητα των νομίμων εκπροσώπων της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Φ. Μ. και Υιοί", με αντικείμενο εργασιών την εκμετάλλευση κτηνοτροφικής μονάδας και την αγορά και πώληση ζώντων ζώων και σφαγίων, πίστωση μέχρι ποσού 2.000.000 δραχμών που ίσχυε στο διπλάσιο, ενώ ακολούθησε, στις 30.10.1985, η 2058/1985 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι ποσού 4.500.000 δραχμών, που ίσχυε στο διπλάσιο, λήξης στις 31.12.1990, με πιστούχους τους Φ.
Μ., Ν. Μ. και Κ. Μ. Οι πιστώσεις χορηγήθηκαν αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση στην άσκηση των κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων των προαναφερομένων, ειδικότερα για την αντιμετώπιση των αναγκών εκμετάλλευσης σε κεφάλαια κίνησης. Στην αρχική δανειακή σύμβαση, καθώς και στις συμβάσεις πιστώσεως που ακολούθησαν, υπεισήλθαν οι δεύτερη, τρίτη, τέταρτος, πέμπτος, έκτη και έβδομη από τους ενάγοντες, ως κληρονόμοι των ως άνω αρχικώς συμβληθέντων, Φ.
Μ. και Ν. Μ.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Κ. Μ., πρώτος των εναγόντων, μετά την έναρξη ισχύος της διάταξης του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, υπέβαλε στην εναγομένη την από 21.10.2004 αίτηση επαναπροσδιορισμού της οφειλής τους, ο οποίος πράγματι πραγματοποιήθηκε, λανθασμένα όμως .... και υπολογίστηκε η συνολική οφειλή στο ποσό των 83.950,69 ευρώ, ενώ το ορθό είναι το ποσό των 73.083,20 ευρώ, στο οποίο πρέπει να προστεθεί και το ποσό των 1.836,11 ευρώ, που αντιστοιχεί στα ασφάλιστρα των παραπάνω συμβάσεων για τα οποία ισχύει ο συντελεστής δύο, διαμορφούμενης της συνολικής οφειλής στο ποσό των 74.919,31 ευρώ.
Τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εναγομένη τράπεζα, καθόσον η τελευταία, πέραν του ισχυρισμού της ότι η συνολική οφειλή πρέπει να υπολογιστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1, δηλαδή με συντελεστή τρία, ο οποίος όπως παραπάνω αναφέρεται κρίθηκε μη νόμιμος, δεν εναντιώνεται στο ύψος της συνολικής οφειλής, όπως αυτή προσδιορίστηκε με την εφαρμογή της παραγράφου 5, δηλαδή με συντελεστή δύο.
Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι τα συμβατικά ασφάλιστρα δεν εμπίπτουν στην έννοια του τέλους, φόρου ή εξόδων, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 39 του ν. 3259/2004 και ως εκ τούτου συνυπολογίζονται στη συνολική οφειλή. Επίσης, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των δανειοληπτών και της εναγομένης είχαν συναφθεί και άλλες, πλέον των ενδίκων, δανειακές συμβάσεις, οι οποίες κινούνταν παράλληλα και εμφάνιζαν επίσης καθυστέρηση στην εξυπηρέτησή τους.
Κατά τη διάρκεια λειτουργίας όλων των μεταξύ των μερών δανειακών συμβάσεων, έγιναν και οι ακόλουθες καταβολές: 1) με την κατάρτιση των συμβάσεων αυτών και μέχρι του έτους 1990 έγιναν καταβολές ύφους 6.991.964 δραχμών, οι οποίες, καταλογίσθηκαν στις επίδικες οφειλές, 2) στις 11.10.2006 και 28.12.2006 καταβλήθηκαν τα χρηματικά ποσά των 15.952,44 και 17.624,81 ευρώ, αντίστοιχα, με σκοπό την αναστολή του πλειστηριασμού που επέσπευσε η εναγόμενη και αφορούσε το σύνολο των δανειακών συμβάσεων των εναγόντων και καταλογίσθηκαν σε παράλληλες οφειλές τους, πέραν των ενδίκων, 3) το έτος 1999 πραγματοποιήθηκαν καταβολές συνολικού ύφους 9.000.000 δραχμών που καταλογίσθηκαν το έτος 2002 σε άλλα προγενέστερα χρέη των εναγόντων προς την εναγόμενη, πλην του ποσού των 1.275,05 ευρώ, που καταλογίσθηκε στην 49/1980 σύμβαση ....
και 4) από τη μη εξυπηρέτηση δανείων, που οι δανειολήπτες είχαν λάβει από την εναγόμενη για αγορά ζωοτροφών και τελούσαν υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, επήλθε κατάπτωση των εγγυήσεων αυτών, ολικού ύφους 6.436.496 δραχμών, ποσόν που νομίμως η εναγόμενη καταλόγισε στα αντίστοιχα μη εξυπηρετηθέντα δάνεια, πλην του ποσού 268.470 δραχμών, που καταλογίστηκε στη 49/1980 σύμβαση.
Έτσι, λοιπόν, προκύπτει ότι αφενός μεν οι χρηματικές καταβολές, όπως παραπάνω αναφέρθηκαν, καταλογίστηκαν ορθώς από την εναγομένη τράπεζα και συμπεριλήφθησαν για την εξαγωγή του συνολικού ποσού οφειλής όταν αυτή επαναπροσδιορίστηκε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 3259/2004 και τα ως βάση του τοιούτου υπολογισμού - επαναπροσδιορισμού ληφθέντα κονδύλια δεν είχαν ποσώς αποσβεσθεί, ήταν υπαρκτά και στο σύνολο τους ληξιπρόθεσμα, αφετέρου δε ο γενόμενος επαναπροσδιορισμός του συνολικού χρέους των εναγόντων, ορισθέντος στο ύψος των 83.974,92 ευρώ, δεν υπήρξε σύμφωνος με τους ορισμούς του ανωτέρω νόμου, κατ` ορθή ερμηνεία του οποίου αυτό έπρεπε, σύμφωνα με όσα αναλυτικά σχετικά ανωτέρω αναφέρονται, να προσδιοριστεί στο ύψος των 74.919,31 ευρώ.
Δεχόμενη, λοιπόν, τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση ορθώς έκρινε και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης των εκκαλούντων, οι οποίοι αναφέρονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων τόσο ως προς τις χρηματικές καταβολές που αυτοί κατέβαλαν στην εφεσίβλητη- εναγομένη, όσο και στην προσαύξηση του συνολικού ποσού οφειλής τους και με τα ασφάλιστρα, πρέπει να απορριφθούν.
Με βάση τα παραπάνω, πρέπει αφενός μεν να απορριφθούν οι λόγοι έφεσης των εκκαλούντων-εναγόντων, αφετέρου γενόμενου δεκτού του πρώτου λόγου της έφεσης της εκκαλούσας-εναγομένης να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη αυτή και, αφού για το ενιαίο του τίτλου εκτέλεσης... εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση τόσο κατά το μέρος που έσφαλε όσο και κατά το μέρος που ορθά έκρινε, να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί ακολούθως η αγωγή τόσο ως νομικά αβάσιμη ως προς το κονδύλιο που αφορά την δια των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού καταδίκη της εναγομένης σε δήλωση βούλησης, όσο ως και ουσία αβάσιμη για το αίτημα της αναγνώρισης της ανυπαρξίας οποιασδήποτε οφειλής εκ των δανειακών συμβάσεων λόγω των πραγματοποιηθεισών καταβολών.
V) Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, χωρίς να διευκρινίζει αν τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί εξόφλησης της αναιρεσίβλητης τον απέρριψε κατ' αποδοχή ένστασης της τελευταίας περί ύπαρξης και άλλων (προγενέστερων ή παραλλήλων) χρεών, παραλείπει να αναφέρει αν για τον καταλογισμό των παραπάνω ποσών στα άλλα αυτά χρέη, υπήρχε σχετική συμφωνία των διαδίκων, ή αν η επιλογή αυτή έγινε μονομερώς από την αναιρεσείουσα, ή αν συνέτρεχαν οι όροι του άρθρου 422 ΑΚ για τον κατά προτεραιότητα καταλογισμό των εν λόγω ποσών στα προγενέστερα χρέη.
Επίσης, δεν προσδιορίζει με ακρίβεια τα περισσότερα χρέη των αναιρεσειόντων προς την αναιρεσίβλητη, καθώς και τα παραγωγικά αυτών πραγματικά περιστατικά όπως και το ύψος του καθενός από αυτά , με συνέπεια να μην προκύπτει σαφώς ο συσχετισμός των καταβληθέντων χρηματικών ποσών προς τα άλλα χρέη των αναιρεσειόντων, και αν ο καταλογισμός έγινε με τη σειρά που ορίζεται στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση , δηλαδή μόνο κατά το μέρος που έκρινε κατ' ουσίαν την αγωγή και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Επίσης , πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα.
Αναιρεί εν μέρει την 238/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των (παρασταθέντων) αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2014 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ