Legislator Case Law & Legislation
1947/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor dispute verdict, ordering refund of advance payments made to absent employees.

Case Number 1947/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the airline's appeal against a final labor court judgment, ordering the refund of advance payments made to three absent employees. The airline argued that the lower court failed to consider the employees' prior acceptance of monthly salary payments as evidence that they would not exercise their right to appeal. Consequently, the court reversed the lower court's decision, remanded the case for retrial, and mandated the repayment of the specific amounts paid to the absent workers.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is considered abusive when the appellant's prior conduct or the circumstances created a reasonable belief that the right would not be exercised, and the subsequent exercise of the right causes unjustified prejudice without sufficient justification.

Keywords

AI generated
abusive appeal labor dispute advance payments employee absence remand for retrial civil procedure refund obligation

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 568, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 569, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 579, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1947 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1947/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης αεροπορικής εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1....., 2...... 3......, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/1999 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2322/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9339/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/3/2002 αίτησή της και τους από 5/9/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 18/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες .....και ....., και ...... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ...... προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα των ένδικων από 26-3-2002 αιτήσεως αναιρέσεως και από 5-9-2006 πρόσθετου αναιρετηρίου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε καθεμία των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφες δηλώσεις κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 568 παρ.4, 569 παρ.2 και 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.

ΑΠ 8/2001). Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρομοίων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.

Εάν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, την περαιτέρω επιδίωξη των οποίων εξαρτούν από την έκβαση της επίδικης αξιώσεως - μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.

Περαιτέρω, όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επιπλέον δε η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς ένα από τα παραπάνω περιστατικά, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα: Με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσίβλητες, οι οποίες απασχολούνται στην αναιρεσείουσα ως ιπτάμενες συνοδοί με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησαν να τους καταβληθεί το επίδομα τέκνων του χρονικού διαστήματος από 1-1-1994 έως 30-12-1999 στην πρώτη και από 1-1-1994 έως 30-4-2000 στις δεύτερη και τρίτη, το οποίο η αναιρεσείουσα δεν τους κατέβαλε, διότι το επίδομα αυτό εδίδετο στους συζύγους τους.

Η αναιρεσείουσα ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, πλην άλλων, προτείνοντας παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος για λήψη του ενδίκου επιδόματος από τις αναιρεσίβλητες, την οποία ένσταση επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο, που επιλήφθηκε κατόπιν εφέσεως της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε κάνει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων.

Ειδικότερα ισχυρίστηκε: 1) οι αναιρεσίβλητες αδράνησαν να αξιώσουν το επίδομα επί πολλά έτη, η δε αναιρεσείουσα ευλόγως πίστευε ότι δεν θα ασκούσαν τη σχετική αξίωσή τους, 2) μολονότι στην έγγραφη μηνιαία ανάλυση της μισθοδοσίας περιείχετο πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς τις αναιρεσίβλητες να εκφέρουν τυχόν διαφωνίες τους επί των κονδυλίων της μισθοδοσίας, οι αναιρεσίβλητες ουδέποτε διατύπωσαν τέτοια διαφωνία, 3) σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της ένδικης αγωγής, άλλων εκκρεμών αγωγών και όσων αναμένεται βασίμως να ασκηθούν, υπολογιζομένων συνολικά σε 4.000, σχετικά με τη λήψη του ένδικου επιδόματος τέκνων θα επέλθει τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημία στην αναιρεσείουσα, αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβιώσεώς της, ανατροπή των προϋπολογισμών και του προγράμματος εξυγίανσης των Ν. 2271/94 και 2602/98, με συνέπεια ότι η αναιρεσείουσα θα βρεθεί και πάλι προ του κινδύνου χρεοκοπίας.

Το Εφετείο δέχθηκε μεν ότι οι αναιρεσίβλητες υπέγραφαν εξοφλητικές αποδείξεις της μηνιαίας μισθοδοσίας τους χωρίς επιφύλαξη ή διαμαρτυρία σχετικά με τη μη καταβολή του επιδόματος τέκνων σ' αυτές, ως και ότι αδράνησαν επί μακρόν διάστημα να αξιώσουν την καταβολή του επιδόματος αυτού, απέρριψε όμως την παραπάνω ένσταση της αναιρεσίουσας, διότι δέχθηκε ότι τα παραπάνω περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος.

Σχετικά με τις δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες που η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι θα προκαλέσει η ευδοκίμηση της κρινόμενης αγωγής, ως και η συνεπακόλουθη ικανοποίηση παρομοίων αξιώσεων άλλων μισθωτών, που ανατρέπουν το πρόγραμμα οικονομικής εξυγίανσής της, το Εφετείο έκρινε ότι τα παραπάνω δεν δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ και δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος των εναγουσών καταχρηστική.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της παραβιάσεως ή μη, δια της μη εφαρμογής της, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, ενώ γίνεται δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητες υπέγραφαν εξοφλητικές αποδείξεις για τη μηνιαία μισθοδοσία τους χωρίς να διατυπώσουν ποτέ αντίρρηση, επιφύλαξη ή διαμαρτυρία, δεν αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την κρίση ότι η παραπάνω συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων δεν έχει έννομη επιρροή ούτε θα μπορούσε να στηρίξει εύλογη πεποίθηση της αναιρεσείουσας ότι οι αναιρεσίβλητες δεν θα ασκούσαν το επίδικο δικαίωμα.

Επίσης, ενώ η πιθανή επιβάρυνση της αναιρεσείουσας από την καταβολή του επιδόματος τέκνων σε όλο το προσωπικό που δεν λαμβάνει το επίδομα αυτό, ανέρχεται σε σημαντικά ποσά, κρίνεται, παρά ταύτα, ότι αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι εξαιτίας της επιβαρύνσεως αυτής ανατρέπεται ο προϋπολογισμός, τα προγράμματα εξυγίανσης και ο ευρωπαϊκός σχεδιασμός της αναιρεσείουσας.

Επομένως, οι λόγοι του αναιρετηρίου και του δικογράφου προσθέτων λόγων, που εκτιμώνται ενιαίως ως αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι, γι'αυτό και πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο. Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα φωτοαντίγραφα των με αριθμούς Γ 591, 592 και 597/5-3-2002 ενταλμάτων πληρωμής αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα, σε εκούσια εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρείται, υπό την επιφύλαξη της αναζητήσεως των χρημάτων σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αναιρέσεώς της, κατέβαλε στον παραστάντα κατά την έκκλητη δίκη πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Γεώργιο Βουκελάτο, που ενεργούσε κατ΄εντολή και για λογαριασμό εκείνων, ποσά 5261,82 για την πρώτη, 9.072,79 για την δεύτερη και 9679,07 ευρώ για την τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία της η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, την οποία (αίτηση) υποβάλλει η αναιρεσείουσα με τις υποβληθείσες εμπροθέσμως, κατά την 8-10-2007, έγγραφες προτάσεις της (άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ) και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες σε καταβολή στην αναιρεσείουσα των παραπάνω ποσών, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της παρούσας αναιρετικής αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 9339/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Δέχεται την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της παραπάνω αναιρούμενης αποφάσεως.

Υποχρεώνει τις αναιρεσίβλητες να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα ποσά: α) πέντε χιλιάδων διακοσίων εξήντα ενός ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (5.261,82) η πρώτη, β) εννιά χιλιάδων εβδομήντα δύο ευρώ και εβδομήντα εννιά λεπτών (9.072,79) η δεύτερη και γ) εννιά χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα εννιά ευρώ και επτά λεπτών (9.679,07) η τρίτη, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της παρούσας αποφάσεως μέχρις εξοφλήσεως. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 13 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ