Legislator Case Law & Legislation
1947/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against unjust enrichment ruling while allowing second appeal to retry case.

Case Number 1947/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the first appeal filed by the plaintiffs against the Court of Appeal's decision on unjust enrichment. The Court of Appeal had ruled that the defendants were unjustly enriched by receiving currency exchange benefits without cause, ordering them to repay the excess amounts. The Supreme Court found the lower court correctly applied Article 904 of the Civil Code regarding indirect unjust enrichment through a third party. However, the Court allowed the second appeal filed by the defendants, remanding the case for retrial to ensure procedural fairness.

Legislator headnote

AI generated

Articles 72, 784 of the Civil Code; Article 904 of the Civil Code; Article 246 of the Code of Civil Procedure: Joint appeals against the same judgment must be tried together to expedite proceedings and reduce costs, while unjust enrichment liability extends to indirect benefits derived from a third party's transaction.

Keywords

AI generated
unjust enrichment indirect benefit currency exchange joint appeals remand for retrial Article 904 Civil Code procedural economy

Cited Legislation

AI generated
Article 72 of the Civil Code
Article 784 of the Civil Code
Article 904 of the Civil Code
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1947 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1947/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Α. Των αναιρεσειόντων : 1)....., 2)..... και 3)Της Ομόρρυθμης Εμπορικής Εταιρίας με την επωνυμία "...Φ... Ο.Ε.Ε", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη.

Του αναιρεσιβλήτου : ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Β. Του αναιρεσείοντος : ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου : ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κανδαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2002 αγωγή των υπό στοιχεία Α. ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 141/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 530/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι υπό στοιχεία Α. αναιρεσείοντες με την από 23 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή τους και ο υπό στοιχεία Β. αναιρεσείων με την από 27 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 28 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την από 20 Φεβρουαρίου 2006 έκθεση, του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης 530/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχεία Α. αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από 23-12-2004 και 27-12-2004 αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, διότι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται και μείωση των εξόδων.

Α) Επί της από 23-12-2004 αιτήσεως Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 72, 784 ΑΚ οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, όπως είναι και οι ομόρρυθμες εταιρείες, που τήρησαν τις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 42 του Εμπ. Ν και έχουν νομική προσωπικότητα, την οποία διατηρούν μέχρι πέρατος της εκκαθάρισης και για τις ανάγκες αυτής, έχουν δική τους περιουσία.

Κύριος των εισφορών των εταίρων, αλλά και των αποκτημάτων από τη διαχείριση και γενικότερα φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που περιλαμβάνουν την εταιρική περιουσία, είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Επομένως, επί αδικοπραξίας που στρέφεται κατά ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο διάφορο από εκείνα των μελών των ομορρύθμων εταίρων, μόνο η εταιρεία νομιμοποιείται να ασκήσει τη σχετική αγωγή αποζημίωσης, γιατί αυτή είναι η αμέσως ζημιωθείσα και όχι οι ομόρρυθμοι εταίροι, αφού οι τελευταίοι θεωρούνται ότι υπέστησαν έμμεση ζημία από την ανωτέρω πράξη, ανεξάρτητα αν η αξίωση τούτων στρέφεται κατά τρίτων ή άλλων ομορρύθμων μελών, που ζημίωσαν το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Αντίθετο συμπέρασμα δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 22 του Εμπ. Ν γιατί το ρυθμιζόμενο από αυτή ζήτημα, της εις ολόκληρον ευθύνης των ομορρύθμων εταίρων, ανάγεται μόνο στην παθητική και όχι στην ενεργητική νομιμοποίηση αυτών. (Ολ. ΑΠ 1/1994). Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, ο εκ του άρθρου 559 περ. 1 Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως ότι παραβιάστηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται στα άρθρα 914, 932 ΑΚ και 22 ΕΝ, διότι δέχθηκε ότι επί αδικοπραξίας που στρέφεται κατά ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο διάφορο από εκείνο των μελών των ομορρύθμων εταίρων, μόνο η εταιρεία νομιμοποιείται να ασκήσει σχετική αγωγή αποζημιώσεως, γιατί αυτή είναι η αμέσως ζημιωθείσα και όχι οι ομόρρυθμοι εταίροι, αφού οι τελευταίοι θεωρούνται ότι υπέστησαν έμμεση ζημία από την ανωτέρω πράξη, με αποτέλεσμα να κρίνει απορριπτέα ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος που αφορά τις αξιώσεις των ομορρύθμων εταίρων από αδικοπραξία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Ειδικότερα, αναφέρεται ως ανεπαρκής αιτιολογία το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι "ο πρώτος ενάγων, όπως προαναφέρθηκε ήταν γνώστης της περιουσιακής κατάστασης του εναγομένου και της εταιρείας του και γνώριζε τις δυσκολίες του εναγομένου". Όμως ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι, πρωτίστως, η αιτιολογία αυτή δεν αφορούσε ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού, τελικά, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε παραγεγραμμένη την απαίτηση από αδικοπραξία της τρίτης των αναιρεσειόντων.

Εξάλλου, αναφέρεται ως αντιφατική αιτιολογία το ότι ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ενέργειες που έκανε ο πρώτος των αναιρεσειόντων για την πληρωμή των συναλλαγματικών από μέρους του αναιρεσιβλήτου, τελικά δέχθηκε αδικοπραξία του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της τρίτης των αναιρεσιβλήτων ομόρρυθμης εταιρείας.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσείων διαπραγματεύθηκε και συνηλάγη με τον αναιρεσίβλητο ως διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρείας και τις ένδικες συναλλαγματικές τις υπέγραψε με αυτή την ιδιότητα για λογαριασμό της εταιρείας. Περαιτέρω δέχθηκε ότι η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου εμπίπτει στις διατάξεις των αδικοπραξιών, καθόσον με τις προαναφερθείσες απατηλές παραστάσεις και υποσχέσεις παρέπεισε τον πρώτο αναιρεσείοντα, ως διαχειριστή της τρίτης των εναγόντων ομόρρυθμης εταιρείας, να αποδεχθεί τις συναλλαγματικές για λογαριασμό της εταιρείας με συνέπεια να υποστεί ζημία και να εκδοθεί σε βάρος της η 17/1995 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου.

Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ περί αντιφατικής αιτιολογίας λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου.

Για να είναι ορισμένος ο εκ του ως άνω άρθρου λόγος, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια: 1)ο φερόμενος ότι παραβιάστηκε κανόνας και μάλιστα ενάριθμα. 2)Οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) της ελάσσονος προτάσεως, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώστηκε βάσει αυτών και 3)το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ, σε σχέση με τη βάση της αδικοπραξίας σε βάρος της τρίτης τω ν αναιρεσειόντων ομόρρυθμης εταιρείας, διότι δέχθηκε ότι δεν συνιστά πράξη εξαπάτησης η τυχόν απόκρυψη ότι υπήρχαν προσημειώσεις στην ακίνητη περιουσία του ενός των συμβαλλομένων.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ αυτός λόγος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνεται σ΄ αυτόν η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώστηκε με βάση την παραδοχή αυτή, ενόψει του ότι το Εφετείο απέρριψε την από αδικοπραξία βάση της αγωγής ως παραγεγραμμένη. Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να καταλήξει στο ερμηνευτικό πόρισμα ότι η απάτη την οποία μετήλθε ο αναιρεσίβλητος τιμωρείται κατά τον Π.Κ.

σε βαθμό κακουργήματος, αφού αυτός διαπράττει απάτες κατ΄ επάγγελμα και συνακόλουθα όφειλε να δεχθεί δεκαπενταετή παραγραφή των αξιώσεων τους, ενόψει του ότι δέχεται τελικά ότι διεπράχθη απάτη σε βάρος της τρίτης των αναιρεσειόντων και ότι ο αναιρεσίβλητος καταδικάστηκε με την 209/2002 ερήμην απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Λασιθίου, σε φυλάκιση 10 μηνών για απάτη διαπραχθείσα την 1 Μαρτίου 1997 σε βάρος του ..... .

Και ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται σ΄αυτόν που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 3 ΠΚ, σε σχέση με τις παραδοχές του Εφετείου. Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο και δη: 1)το επικυρωμένο από 2-4-1996 σημείωμα του αναιρεσιβλήτου, κατατεθειμένου στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου και 2)το επικυρωμένο αντίγραφο της 878/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Λασιθίου.

Όμως από την απόφαση προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση από τους διαδίκους. Επομένως ο σχετικός επί του άρθρου 559 αριθμ. 11 ερειδόμενος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Β) Επί της από 27-12-2004 αιτήσεως Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, κατά την οποία όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι για να υπάρξει αξίωση από τη διάταξη αυτή, θα πρέπει ο πλουτισμός του άλλου να επέλθει απευθείας από την περιουσία του βλαβέντος δότη, χωρίς παρεμβολή της περιουσίας τρίτου που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό.

Αυτό ισχύει εφόσον δεν προβλέπεται το αντίθετο με ειδική διάταξη, όπως συμβαίνει με εκείνη της ΑΚ 913, που προβλέπει ότι αν ο λήπτης προσπορίσει την παροχή σε τρίτο με χαριστική πράξη, ο δότης μπορεί να αναζητήσει την παροχή από τον τρίτο. Εξάλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής:

Κατόπιν συμφωνίας, κατά μήνα Φεβρουάριο του 1995, μεταξύ των ομορρύθμων εταιρειών "...Φ... ΟΕΕ", με έδρα την ...., και "...Χ... ΟΕ", με έδρα την ...., νομίμως εκπροσωπηθεισών, κατά την κατάρτιση της σύμβασης αυτής, από τους καταστατικούς διαχειριστές τους, η μεν πρώτη από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, η δε δεύτερη από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, η πρώτη εταιρεία αποδέχτηκε, δια του αναιρεσιβλήτου, οκτώ συναλλαγματικές, ποσού 1.800.000 δρχ.

η κάθε μία, με ημερομηνία λήξης των πέντε εξ αυτών στις 15.7.1995 και των λοιπών στις 15.8.1995, που εξέδωσε η δεύτερη εταιρεία δια του αναιρεσείοντος, σε διαταγή του ίδιου, χωρίς να υπάρχει μεταξύ των εταιρειών αυτών περιουσιακή συναλλαγή, αλλά χάριν ευκολίας της εκδότριας και του άνω νομίμου εκπροσώπου της. Ο τελευταίος στη συνέχεια ενεχυρίασε τις εν λόγω συναλλαγματικές στο υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος στον ....

και δανειοδοτήθηκε με το ποσό των 10.000.000 δρχ. Οι συναλλαγματικές, όμως, αυτές δεν πληρώθηκαν στη λήξη τους από την αποδέκτρια εταιρεία και στις 18.3.1996 επιδόθηκε στην τελευταία η εκδοθείσα, με βάση τις επίμαχες συναλλαγματικές, στις 11.1.1996, με αριθμό 17/1995 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, με την κάτω από αυτήν από 11.3.1996 επιταγή πληρωμής, με την οποία επιτασσόταν αυτή να καταβάλει στην Αγροτική Τράπεζα το ποσό των δραχμών 17.229.500 δρχ.

Σε μερική εξόφληση της απαίτησης της άνω Τράπεζας, από τις αξιώσεις της από τις ανωτέρω συναλλαγματικές αποδοχής της ομόρρυθμης εταιρείας "...Φ... ΟΕΕ" ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας αυτής (διαχειριστής), αλλά και ως ομόρρυθμος εταίρος αυτής κατέβαλε στην Αγροτική Τράπεζα, ενόψει του ότι η τελευταία είχε στραφεί και κατ' αυτού κατά την ΚΠολΔ 920, στις 24.9.1998, το ποσό των 7.000.000 δρχ.

και στις 13.11.2000 το ποσό των 2.150.000 δρχ. Με την καταβολή των ποσών αυτών ωφελήθηκε ο εναγόμενος (αναιρεσείων), αφού απέφυγε τη μείωση της περιουσίας του κατά τα ποσά αυτά, τα οποία θα συνυπολογιστούν κατά την από αυτόν εξόφληση της εις βάρος του απαίτησης από τις συναλλαγματικές και την επί τη βάσει αυτών εκδοθείσα με αριθμό 17/1995 διαταγή πληρωμής.

Επομένως, ο εναγόμενος είναι υπόχρεος να επιστρέψει τα παραπάνω ποσά στον εν άγοντα, ο οποίος τα κατέβαλε αχρεωστήτως στην Τράπεζα και κατά τα οποία ο εναγόμενος ωφελήθηκε και κατέστη πλουσιώτερος άνευ αιτίας σε βάρος του ενάγοντος, ενόψει και το ότι η αποδοχή των προαναφερόμενων συναλλαγματικών ευκολίας είχε χαριστικό χαρακτήρα.

Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του εναγομένου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και απέρριψε την επί της αδικοπραξίας κύρια αγωγική βάση ως αβάσιμη στην ουσία της (λόγω παραγραφής), εξέτασε την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και κατά παραδοχή της ως προς τον αναιρεσίβλητο υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει σ' αυτόν (αναιρεσίβλητο), κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904 επ.) το ποσό των 20.542,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 24.9.1998 και το ποσό των 6.309,61 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 13.11.2000, διότι από τα άνω χρονικά σημεία γνώριζε ο εναγόμενος ότι τα άνω ποσά καταβάλλονται αχρεωστήτως.

Με τις άνω αιτιολογίες του το Εφετείο δέχεται βάσιμη απαίτηση από αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά του αναιρεσείοντος (εναγομένου) και υπέρ του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος), επελθόντος όχι απευθείας από την περιουσία του βλαβέντος, αλλ' εμμέσως, δηλαδή λόγω παροχής γενομένης από τον τελευταίο σε εκπλήρωση ιδίας ενοχής από συναλλαγματικές αυτού προς τρίτον δικαιούχο (Τράπεζα), που ενήργησε την είσπραξή τους για λογαριασμό του, με αντίστοιχη έμμεση ισόποση περιουσιακή ωφέλεια του εναγομένου, ήτοι ότι υφίσταται καλυπτόμενη από την ΑΚ 904 αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του αναιρεσιβλήτου και του πλουτισμού του αναιρεσείοντος, καίτοι παρεμβάλλεται και άλλη περιουσία τρίτου, ενεργήσαντος νομίμως για λογαριασμό του, προς είσπραξη της απαίτησής του, με σύγχρονη απαλλαγή του αναιρεσιβλήτου (με τις καταβολές αυτές) από το χρέος του προς τον τρίτον αυτόν.

Έτσι το Εφετείο με αυτά που δέχθηκε για την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ και, επομένως, οι σχετικοί από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πρώτος, δεύτερος (μέρος δεύτερο) και πέμπτος (μέρος πρώτο) λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι. Κατ΄ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 23-12-2004 αίτηση αναιρέσεως και να γίνει δεκτή η από 27-12-2004 τοιαύτη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 23-12-2004 και 27-12-2004 αιτήσεις αναιρέσεως.

Απορρίπτει την από 23 Δεκεμβρίου 2004 αίτηση των ....., ..... και της εταιρείας με την επωνυμία "...Φ... Ο.Ε", για αναίρεση της 530/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Αναιρεί την 530/2004 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννεακοσίων εβδομήντα (970) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ