Legislator Case Law & Legislation
1946/2022 AI generated

Supreme Court remands case for new trial after annulling appellate decision regarding civil procedure law violations.

Case Number 1946/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision and remanded the case for a new substantive trial. The appellants successfully argued that the previous judgment violated procedural rules by failing to allow new claims and evidence after the remand. Consequently, the court ordered a fresh hearing to ensure the parties could fully present their case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580 and 581 of the Code of Civil Procedure: When a Supreme Court decision annuls a judgment rendered after a remand, the case must be retried substantively before the Supreme Court acting as a court of first instance, allowing parties to submit new claims and evidence.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure remand for new trial substantive retrial new claims after remand annulment of judgment procedural fairness Supreme Court jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Articles 577, 580, 581 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1946 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1946/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Φ. του Γ., 2) Δ. Φ. του Γ. και 3) Π. Φ. του Γ., κατοίκων Σπάτων Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φρειδερίκη Βλαχαντώνη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 27-2-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 713/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 9-3-2018 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 280/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Εκδόθηκε η 7127/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-3-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 10.3.2021 και με γεν. αριθμό κατάθεσης 1401/2021 (ειδ. αρ. 136/2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 7127/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι η εν προκειμένω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε, κατόπιν παραμπομπής μετ'αναίρεση, δυνάμει της υπ'αριθμ. 280/2020 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, της υπ'αριθμ.71/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί κατόπιν ασκήσεως της από 23.5.2016 και με αριθμό.

καταθ. 1756/2016 έφεσης της αναιρεσείουσας εταιρίας κατά της υπ' αριθμ. 713/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εξεδόθη επί των συνεκδικασθεισών με αριθμούς καταθέσεως 2900/2014 και 649/2015 αντιθέτων αγωγών, που άσκησαν αντίστοιχα: πρώτα οι αναιρεσίβλητοι και τότε ενάγοντες εκμισθωτές αιτούμενοι α) την αναγνώριση της ακυρότητας της, από μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας μισθώτριας εταιρίας με ημεροχρονολογία 14-7-2014 καταγγελίας της μίσθωσης και β) τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά μισθωμάτων και αποζημίωσης χρήσεως και ακολούθως η αναιρεσείουσα μισθώτρια εταιρία, η οποία, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι δεν υποχρεούται σε καταβολή των αιτουμένων μισθωμάτων επικαλούμενη λύση της μίσθωσης το μεν: 1) λόγω παρέλευσης του συμφωνηθέντος χρόνου διάρκειας αυτής, άλλως του ελάχιστου νομίμου [τριετίας] χρόνου αυτής κατ' άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 4242/2014, το δε 2) λόγω καταγγελίας για παράβαση ουσιώδους όρου της μισθωτικής σύμβασης, άλλως κατ' άρθρο 43 του Π.Δ/τος 34/1995 και τέλος 3) λόγω καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης των εναγόμενων ήδη εφεσίβλητων στην καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος.

Ουσιαστική προϋπόθεση για την εφαρμογή της περί αμέσου αντιπροσωπεύσεως διάταξης του άρθρου 211 ΑΚ είναι, μεταξύ των άλλων, και η ύπαρξη της προς αντιπροσώπευση εξουσίας του αντιπροσώπου να προβεί στη δήλωση επ' ονόματι τρίτου προσώπου (του αντιπροσωπευομένου), η δε δήλωση να γίνεται επ' ονόματι του τελευταίου ή να συνάγεται από τις περιστάσεις, ότι έγινε στο όνομά του (αρχή του εμφανούς της αντιπροσώπευσης).

Η προς αντιπροσώπευση εξουσία παρέχεται δια της πληρεξουσιότητος, η οποία, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 212, 216, 217, 218, 222, 223, 229, 231 παρ. 1 και 361 ΑΚ αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, και είναι, κατά κανόνα, άτυπη. Εξ άλλου η καταγγελία, η οποία είναι μονομερής δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, η οποία απευθύνεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να γίνει και από πληρεξούσιο, οπότε έχει εφαρμογή και το άρθ. 226 του ΑΚ κατά το οποίο, μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλον χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου είναι άκυρη αν αυτός προς τον οποίο γίνεται την αποκρούσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.

Η ακυρότητα είναι απόλυτη, δεν θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση και επέρχεται ανεξάρτητα από το αν ο φερόμενος ως πληρεξούσιος είχε ή όχι την πληρεξουσιότητα, για να επέλθουν δε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της πράξεως και μάλιστα ex nunc πρέπει αυτή να επιχειρηθεί εκ νέου εγκύρως. Το πρόσωπο εξάλλου προς το οποίο απευθύνεται η δήλωση την αποκρούει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αν ενεργήσει εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις, το ζήτημα δε αυτό είναι νομικό και ως εκ τούτου η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Σε περίπτωση που το ως άνω πρόσωπο δεν πράξει τούτο, δηλαδή δεν ενεργήσει εντός των ως άνω χρονικών ορίων, η μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλο χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου είναι ισχυρή, αν υπάρχει πληρεξουσιότητα ή επακολούθησε έγκριση. Περαιτέρω για το νομότυπο και έγκυρο της καταγγελίας εκ μέρους του μισθωτή της σύμβασης μίσθωσης, απαιτείται η καταγγελία να γίνεται από τον ίδιο τον μισθωτή ή από το νόμιμο αντιπρόσωπο- πληρεξούσιό του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 211, 213, 216, 226, 229, 232, 233 του ΑΚ, εφόσον δε ο μισθωτής είναι νομικό πρόσωπο, η καταγγελία γίνεται από το αρμόδιο κατά νόμο εκπροσωπευτικό όργανό του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, χωρίς μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, να απαιτείται η επίδειξη πληρεξουσίου εγγράφου, κατ' άρθρο 226 ΑΚ.

Εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ. 1 και 3 του κωδικοποιημένου Ν. 2190/1920, για τις ανώνυμες εταιρείες ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας. Ειδικότερα, καθορίζεται, ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά, εκπροσωπεί την εταιρεία δικαστικώς και εξωδίκως και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίσει ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα, τα οποία θα εκπροσωπούν την εταιρεία γενικώς ή σε ορισμένες μόνο πράξεις.

Περαιτέρω, με το άρθρο 22 του ως άνω Κ.Ν. 2190/1920 ορίζεται, ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση, στη διαχείριση της περιουσίας της και στην επίτευξη των σκοπών της γενικά και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίζει θέματα, επί των οποίων η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη του ή από τους διευθυντές της εταιρείας.

Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ, συνάγεται ότι το διοικητικό συμβούλιο είναι το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτήν, αλλά όργανό της.

Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσωπήσεως της ανώνυμης εταιρείας και της διαχειρίσεως της περιουσίας της επιτρέπεται, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, να ανατεθεί, εν όλω ή εν μέρει, με το καταστατικό της, σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή, το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος στον οποίο μεταβιβάστηκε η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας, που εκφράζει πρωτογενώς την βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό.

Για τον λόγο αυτό, ο δεσμός του με την εταιρεία είναι ίδιος με τον δεσμό του διοικητικού συμβουλίου με την εταιρεία και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι είναι έγκυρη η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης μισθώτριας καταγγελία της ένδικης σύμβασης μίσθωσης που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και των αναιρεσειόντων ως εκμισθωτών, αν και ο υπογράφων το έγγραφο της καταγγελίας Ι.

Μ. εκ μέρους της αναιρεσίβλητης μισθώτριας δεν είχε εξουσία αντιπροσώπευσης εκ του καταστατικού, ούτε την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα βάσει απόφασης του Διοικητικού συμβουλίου της Α.Ε, και σε κάθε περίπτωση δεν της επέδειξε πληρεξούσιο έγγραφο, μολονότι, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, την απέκρουσε, και συνεπώς αυτή ήταν άκυρη δικαιοπραξία, παρεβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 216, 217, 225 του ΑΚ και 18 παρ.1,2 και 22 Ν. 2190/1920.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρ. 561 αρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) δέχθηκε τα εξής: "Η εκκαλούσα αποτελεί ανώνυμο εταιρεία με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την κάθε είδους ανάπτυξη εμπορικών και τουριστικών δραστηριοτήτων και την με οιονδήποτε τρόπο διαχείριση και εκμετάλλευση ακινήτων αυτής ή τρίτων.

Στο πλαίσιο αυτό, το έτος 2011, απεφάσισε την κατασκευή δύο έργων εμπορικών δραστηριοτήτων στα ΟΤ Ε71 και Ε72 του Επιχειρηματικού Πάρκου "Γυαλού-Αγίου Δημητρίου-Πύργου" της περιοχής Σπάτων, τα οποία θα συγκροτούσαν ένα ενιαίο εμπορικό κέντρο. Για την κατασκευή του κέντρου αυτού απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η διαπλάτυνση της οδού Ε.

Πουλάκη [πρώην Αγίου Δημητρίου], μέχρι τον κόμβο Χριστούπολης και η διάνοιξη οδών, διερχομένων βορείως και νοτίως των ανωτέρω ΟΤ και ΚΧ ΟΤΕ73 του Επιχειρηματικού Πάρκου. Προς υλοποίηση της διαπλατυνσεως, με την υπ' αριθμ. 178/2010 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Σπάτων, κηρύχθη αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων.

Λόγω του ότι ο Δήμος Σπάτων δεν διέθετε τους οικονομικούς πόρους να προβεί στην εκτέλεση της διαπλατύνσεως και την διάνοιξη των ως άνω οδών, κατήρτισε μετά της εκκαλούσης, δυνάμει της υπ' αριθμ. 54/10.3.2011 αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου, την από 31.3.2011 σύμβαση, βάσει της οποίας η εκκαλούσα ανέλαβε να προβεί δαπάναις αυτής στην διάνοιξη των ως άνω οδών και στην διαπλάτυνση ως ανωτέρω.

Προκειμένου να επιταχυνθεί το έργο της διαπλατύνσεως και να αποδοθεί η οδός Ε. Πουλάκη εγκαίρως σε χρήση και συνεπώς να αρχίσει η λειτουργία του εμπορικού κέντρου της εκκαλούσης, συνήψε αυτή με την δικαιοπάροχο των εφεσιβλήτων Χ. συζ. Γ. Φ., δυνάμει του από 15.7.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού/ σύμβαση μισθώσεως, με την οποίαν η τελευταία της εξεμίσθωσε τμήμα ενός αγροκτήματος επιφάνειας 1.517,59 τ.μ, κείμενο στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Σπάτων, με πρόσοψη στην οδό Ε.

Πουλάκη, περιληφθέντος στην υπ' αριθμ. 178/2010 ως άνω απόφαση του Δήμου Σπάτων-Αρτέμιδας. Διάρκεια της μισθώσεως συνεφωνήθη το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία υπογραφής της συμβάσεως μισθώσεως μέχρι την ημερομηνία συντελέσεως της διαδικασίας απαλλοτριώσεως και ειδικότερα δύο [2] μήνες μετά την έκδοση αποφάσεως καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος υπό του αρμοδίου Δικαστηρίου και εφόσον τα χρήματα της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση κατατεθούν υπέρ της εκμισθωτρίας από τον Δήμο Σπάτων-Αρτέμιδας.

Η εκμισθώτρια, δυνάμει του υπ' αριθμ. 24821/5.4.2012 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Κρωπίας Α. Μ.-Α., νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων, μετεβίβασε δια γονικής παροχής, το μίσθιο στους εφεσιβλήτους κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, οι οποίοι τοιουτοτρόπως υπεισήλθαν αυτοδικαίως στη σύμβαση μισθώσεως.

Περαιτέρω, με το από 14.7.2012 τροποποιητικό συμφωνητικό, υπογραφέντος υπό της εκκαλούσης και των εφεσιβλήτων, η ένδικος σύμβαση μισθώσεως επεξετάθη και σε πρόσθετο τμήμα του ως άνω ακινήτου, με τους αυτούς όρους και συμφωνίες, που αναφέρονται στο από 14.7.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό και για την αυτή χρήση. Η εκκαλούσα κατέβαλε το συμφωνηθέν μίσθωμα μέχρι και τις 14.7.2014, οπότε και ηρνήθη την καταβολή του και με την από 14.7.2014 εξώδικο δήλωσή της, κοινοποιηθείσης στους εφεσιβλήτους στις 15.7.2014, τους γνωστοποίησε ότι η ένδικος μισθωτική σύμβαση έχει λήξει λόγω της ολοκληρώσεως των εργασιών διαπλατύνσεως.

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως η εκκαλούσα παραπονείται για παράβαση του άρθρου 43 παρ. 1 του ΠΔ 34/1995, καθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δια της εκκαλουμένης, εσφαλμένως προσέδωσε στην ένδικο σύμβαση μισθώσεως αστικό χαρακτήρα, ενώ, ήταν εμπορικού χαρακτήρος και ανεγνώρισε ότι ήταν άκυρη η άνω καταγγελία.

Από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 στοιχ. α' του ΠΔ 34/1995 "Κωδικοποίηση των διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", που ορίζει ότι στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται οι μισθώσεις ακινήτων, οι οποίες συνάπτονται για επιχείρηση σε αυτά εμπορικών πράξεων, συνάγεται, ως εκ της γενικότητας αυτής, ότι στη ρύθμιση του ως άνω ΠΔ και με την επιφύλαξη του άρθρου 4αυτού, υπάγονται, πλην άλλων, όλες οι μισθώσεις ακινήτων, τα οποία χρησιμοποιούνται κατά ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των συμβαλλομένων για επιχείρηση σε αυτά εμπορικών εν γένει πράξεων, είτε αντικειμενικώς, εκ του νόμου, είτε υποκειμενικώς εμπορικών, λόγω της ιδιότητος του ενεργσύντος ως εμπόρου, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 του από 2/14.5.1835 β.δ/τος "περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων".

Επίσης, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 περ. δ' του αυτού ΠΔ, στη ρύθμιση των εμπορικών μισθώσεων υπάγονται και οι μισθώσεις ακινήτων, χρησιμοποιουμένων ως εντελώς απαραιτήτων βοηθητικών χώρων άλλων ακινήτων, στα οποία ασκούνται οι προβλεπόμενες από το παρόν άρθρο δραστηριότητες. Κατά την διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 2190/1920 η ανώνυμος εταιρεία είναι εμπορική, ακόμη και εάν ο σκοπός της δεν είναι εμπορική επιχείρηση.

Ως εκ τούτου, η μίσθωση ακινήτου, που συνάπτει για την άσκηση σε αυτό της δραστηριότητός της, είναι εμπορική και υπάγεται στη διάταξη του ΠΔ 34/1995. Άνευ σημασίας είναι δε για τον χαρακτήρα της ανωτέρω μισθώσεως, εάν στο χρησιμοποιούμενο υπό της ανωνύμου εταιρείας μίσθιο, ολοκληρώνονται οι πράξεις, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της δραστηριότητός της ή τελείται σε αυτό ένα μέρος τους.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται, ότι η υπό της ανωνύμου εταιρείας μίσθωση ακινήτου προς χρήση χώρου, που κρίνεται εντελώς αναγκαίος για την από μέρους της, σε άλλο ακίνητο, άσκηση των, προς εκπλήρωση του καταστατικού σκοπού της, πράξεων, οι οποίες, είτε εξ αντικειμένου, είτε εξ υποκειμένου έχουν εμπορικό χαρακτήρα, υπάγεται στην υπό του ΠΔ 34/1995 προβλεπομένη ρύθμιση των εμπορικών μισθώσεων.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 του ΠΔ 34/1995, ως αυτό έχει τροποποιηθεί δια του άρθρου 17 του Ν. 3853/2010, ο οποίος ετέθη σε ισχύ από 17.6.2010 [ΦΕΚ Α790/17.6.2010], στις συμβάσεις, οι οποίες ρυθμίζονται υπ' αυτού "Ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός [1] έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση.

Η καταγγελία γίνεται εγγράφως, τα δε αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών [3] μηνών από τη γνωστοποίησή της. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή, ως αποζημίωση, ποσό ίσο με ένα [1] μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης". Ο μισθωτής διαθέτει το δικαίωμα καταγγελίας της εμπορικής μισθώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 43 του ΠΔ 34/1995 [ΦΕΚ 30 Α'] ακόμη και εάν έχει παραιτηθεί από αυτό σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΔ 34/1995 [ΑΠ 280/2020, επικαλουμένη και προσκομιζομένη υπό της εκκαλούσης].

Επομένως, η εκκαλούσα, ως έχουσα αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την κάθε ανάπτυξη εμπορικών και τουριστικών δραστηριοτήτων και την με οιονδήποτε διαχείριση και εκμετάλλευση ακινήτων αυτής ή τρίτων, αλλά και ανεξαρτήτως τούτσο, έμπορος σύσα ως ανώνυμος εταιρεία, έχουσες, εκ της εμπορικής ιδιότητάς της, οι πράξεις της πάντα εμπορικό χαρακτήρα και έχουσα αποφασίσει την εκτέλεση κατασκευής εμπορικού κέντρου και προς εκτέλεση τούτου έχοντας αναλάβα, ως άνω, την διαπλάτυνση της οδού Ε.

Πουλάκη δαπάναις της και με σκοπό την υλοποίηση της διαπλατύνσεως, συνήψε την ένδικο μίσθωση, η οποία ήταν εμπορικού χαρακτήρας. Ως εκ τούτου, διέθετε ως μισθώτρια το δικαίωμα καταγγελίας της ενδίκου συμβάσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 του ΠΔ 34/1995, κατά τα ανωτέρω· και ναι μεν στο επίδικο ακίνητο δεν διενεργούσε εμπορικές πράξεις, πλην όμως, η από μέρους της χρήση αυτού ήταν απολύτως απαραίτητη τόσο για την κατασκευή, όσο και για την λειτουργία των εντός του Επιχειρηματικού Πάρκου ευρισκομένων εμπορικών κέντρων, προκειμένου να καταστεί δυνατή προς αυτά η πρόσβαση πεζών και οχημάτων.

Η ένδικος σύμβαση και η ως άνω τροποποίηση αυτής υπογράφονται εκ μέρους της εκκαλουμένης από τον Ι. Μ., υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της, έχοντος την εξουσιοδότηση από το ΔΣ της εκκαλούσας να υπογράφει, συμβάσεις μισθώσεων (ΦΕΚ 9620/12.9.2012), που επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα. Η εγκυρότητα των εγγράφων αυτών, ήτοι η ιδιότητα του υπογράφοντος ως νομίμου εκπροσώπου της εκκαλούσης, δεν αποκρούεται υπό των εφεσιβλήτων, ισχυρίζονται, ωστόσο, ότι η ως άνω καταγγελία είναι άκυρος, διότι δεν τους επεδείχθη υπό της εκκαλουμένης απόφαση του ΔΣ αυτής, δια της οποίας ο υπογράφων διαθέτει πληρεξουσιότητα για την καταγγελία.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, αφού αποδεικνύεται ότι ο Ι. Μ. ενεργούσε πάντα ως νόμιμος εκπρόσωπος της εκκαλούσης.".

Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι από τα παραπάνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά περιστατικά δεν προκύπτει σαφώς αν το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο υπογράφων το έγγραφο της καταγγελίας Ι. Μ. ενήργησε ως πληρεξούσιος των αρμοδίων, κατά το νόμο ή το καταστατικό οργάνων (ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ) ή αν ενήργησε ως αρμόδιο καταστατικό όργανο (οπότε δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ). Επιπροσθέτως, δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η καταγγελία έγινε κατόπιν σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης Α.Ε, που ήταν αρμόδιο προς τούτο όργανό της, ούτε ότι ο προαναφερθείς Ι. Μ. είχε (και) την εξουσία να προβεί μόνος του στην καταγγελία της μίσθωσης. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, οπότε ως εκ της αναιρετικής εμβελείας του στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, παρέλκει η εξέταση των λοιπών.

Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, το οποίο (εδάφιο) προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012, διατηρήθηκε και μετά την ως άνω αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 580 με την παρ. 1 του άρθρου 65 του Ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 αρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης, ενώ στη περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 του ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παραγράφου 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής:

Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 ΚΠολΔ, και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία την μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μία ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται την δυσχέρανση ή και την ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των παραπάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων, αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.

Εφόσον, λοιπόν, στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται η υπ' αριθμ. 7127/2020 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δίκασε μετά από αναίρεση της προηγούμενης υπ' αριθμ. 71/2018 απόφασής του (αναιρεθείσας με την την υπ' αριθμ. 280/2020 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου), πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσεόντων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7127/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .

Κρατεί την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ